Ezra Pοund: Τα χρόνια του ψυχιατρείου..
..
« Είναι παλιά σας συνήθεια να ξεκάνετε τους καλούς συγγραφείς
ή εσείς τους τρελαίνετε
ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν
ή πάλι βρίσκετε δικαιολογίες για τα ναρκωτικά τους
και μιλάτε για παραφροσύνη και μεγαλοφυία
Όμως εγώ δεν θα τρελλαθώ για να σας ευχαριστήσω
δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο
Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος
θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
σαν ευχάριστο γαργάλημα
να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά
ενώ πολλοί κινούνται ύποπτα
και φοβούνται να πουν πως σας μισούν
η γεύση της αρβύλας μου;
Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
χαϊδέψτε την
βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»
..
..
Όσοι διαβάζετε ποίηση, ξέρετε ότι θεωρείται απ’ τους μεγαλύτερους ποιητής του 20ου αιώνα. Φαντάζομαι πως γνωρίζετε επίσης, ότι πέρασε δωδεκάμιση χρόνια της ζωής του στο ψυχιατρείο. Αν όχι, μπορείτε να δείτε εδώ, εδώ κι εδώ, μερικές εξαιρετικές αναρτήσεις για τον ίδιο και να διαβάσετε ποιήματα του, που μετέφρασαν στα ελληνικά μεταξύ άλλων οι ποιητές Γιώργος Μπλάνας και Χάρης Βλαβιανός. Εγώ σήμερα, δεν θα σας μιλήσω γενικά για τον Ezra Weston Loomis Pound.
Θα σας γράψω, για τις λιγότερο γνωστές συνθήκες που τον οδήγησαν στο St. Elizabeths Hospital. Όχι για τις κατηγορίες που τον βάρυναν ως πολιτικό κρατούμενο (κατηγορήθηκε για προδοσία απ’ την Αμερικανική κυβέρνηση, εξαιτίας μιας σειράς ραδιοφωνικών εκπομπών που είχε κάνει στην Ιταλία με αντι-αμερικανικό κι αντι-σημιτικό περιεχόμενο), ούτε για όσα δήλωσε τότε στην κατάθεση του, αλλά για τις ψυχιατρικές ‘συνωμοσίες’ που προηγήθηκαν.
O Ezra Pound λοιπόν, εισήχθη στο ψυχιατρείο αυτό (αφού είχε περάσει απ’ την κόλαση στην Πίζα), μετά από εισήγηση του Dr. Winfried Overholser, που τον έκρινε “απόλυτα παράφρονα, αλλά αβλαβή” (εδώ μπορείτε να δείτε ένα σχετικό άρθρο στα γερμανικά και ειδικά το υποκεφάλαιο: Die Elisabethanische Periode.Die Anstalt in Washington 1945-1958). Ποιος ήταν όμως ο συγκεκριμένος άνθρωπος; Σπούδασε ιατρική, οικονομικά και νομικά, θέσπισε το νόμο Briggs (που επέβαλε ψυχική αξιολόγηση για κάθε άτομο που κατηγορούνταν για σοβαρό έγκλημα), πίστευε πως οι ψυχικές ασθένειες δεν θα πρέπει να διαφοροποιούνται ιδεολογικά απ’ τις σωματικές, δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια ψυχιατρική και ήταν γνωστός σαν ‘ο κοσμήτορας της εγκληματολογικής ψυχολογίας’.
Τ’ όνομά του ωστόσο, συνδέθηκε και με κάποια αμφιλεγόμενα πειράματα υποβολής και υπνωτισμού, του στρατού και της CIA. Πράγμα που έχει μια παραδοξότητα, αν σκεφτεί κανείς πόσο βαθιά θρησκευόμενο άτομο ήταν και πόσο πρέσβευε τον ηθικό τρόπο αντιμετώπισης των πασχόντων. Ο Overholser ήταν λοιπόν ο ειδικός, που ανέλαβε την υπόθεση Pound. Έθεσε όμως τον ποιητή, υπό την κηδεμονία της συζύγου του Dorothy, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους της εποχής, με σκοπό να τον προστατέψει απ’ την ποινική δικαιοσύνη ή πράγματι τον θεώρησε παράφρονα;
Στο βιβλίο “The breaking of bodies and minds”, αναφέρεται πως δεν υπήρχε κανένα στοιχείο πως ο Pound ήταν ψυχωσικός (υποστηρίζεται πως όλοι οι γιατροί που τον εξέτασαν τον βρήκαν υγιή), αλλά εγκλείστηκε στο ψυχιατρείο, παρά το ότι είχε συντάξει μια σαφή και λεπτομερειακή έκθεση υπεράσπισης του, για τον Γενικό Εισαγγελέα των ΗΠΑ. Έκανε, ένα είδος πολιτικού συμβιβασμού δηλαδή, επειδή φοβόταν για τη ζωή του και είχε άγνοια των μακροπρόθεσμων συνεπειών του εγκλεισμού του. Κρίθηκε διανοητικά ανίκανος. Ήταν;
Ο τότε δικηγόρος του, Julien Cornell, δήλωσε στο βιβλίο του The Trial of Ezra Pound, που κυκλοφόρησε το 1946, ότι ο Pound δεν μπορούσε να κατανοήσει την κατάσταση του. Θεωρούσε ότι ο πελάτης του, δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα, δεν πίστευε ότι ήταν προδοτικές οι εκπομπές που έκανε στην Πίζα και δεν μπορούσε να κρατήσει το μυαλό του σε καλό δρόμο. Δεν ήταν σώφρων με απλά λόγια κι επιπλέον κινδύνευε η ζωή του. Έτσι έμενε η λύση του εγκλεισμού για να τον γλυτώσει. Θα μπορούσε να είναι μόνο ένα νομικό τερτίπι ή στα λόγια του δικηγόρου υπάρχουν ψύγματα αλήθειας για την διανοητική κατάσταση του ποιητή;
Δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς με απόλυτη σιγουριά. Υποστηρίζεται από κάποιους πως αρχικά δεν ήταν και πολύ καλά και ορθά αποφασίστηκε ο εγκλεισμός του. Ότι είχε παράξενες ιδέες, φερόταν παρανοϊκά και βρισκόταν σε σύγχυση. O αξιωματικός για παράδειγμα που τον συνόδευσε στις ΗΠΑ, τον χαρακτήρισε περίπου λοξό (crackpot), που φανταζόταν ότι θα μπορούσε να διορθώσει όλα τα οικονομικά δεινά του κόσμου και αγανακτούσε επειδή οι κοινοί θνητοί δεν ήταν αρκετά ευφυείς ώστε να κατανοήσουν τους στόχους και τα κίνητρα του. Το να έχει βέβαια κάποιος εκκεντρικές ιδέες ή πιστεύω διαφορετικά απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους δεν τον κάνει αυτόματα και τρελό, αλλά στην περίπτωση του Pound η άρνηση του να θεωρήσει προδοτικού περιεχομένου τις εκπομπές του κι ο αντισημιτισμός του, έμοιαζε στα μάτια των άλλων με καθαρή τρέλα.
Ωστόσο ο καθηγητής και συγγραφέας Stanley Kutler, που είχε πρόσβαση σε πολλά ιατρικά αρχεία και άλλα επίσημα κρατικά έγγραφα δήλωσε σε συνέντευξη του πως σύμφωνα με ότι διάβασε, οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν, δεν τον χαρακτήρισαν τρελό. Τον θεωρούσαν εκκεντρικό, εγωκεντρικό, πίστευαν ότι έχει κάποια διαταραχή προσωπικότητας και ναρκισσιστική συμπεριφορά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον έκριναν ψυχωσικό.
Αυτά βέβαια μετά τον εγκλεισμό του, γιατί στις 14 Δεκεμβρίου 1945, οι τέσσερις ειδικοί που τον εξέτασαν ( Dr. Wendell Muncie, Dr. Marion R. King, Dr. Joseph L. Gilbert, και Dr. Winfred Overholser) τον έκριναν “παράφρων και διανοητικά ανίκανο”, στη γνωμάτευση τους που στάλθηκε στο δικαστήριο. Το ότι κάποιες φορές μιλούσε για θέματα που γνώριζε (οικονομικές θεωρίες, κινέζικη ιστορία κ.α.), χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την άγνοια των συνομιλητών του κι απήγγειλε ολόκληρα αποσπάσματα ή φράσεις από βιβλία, θα μπορούσε ίσως να παίξει ρόλο στο να θεωρήσει κάποιος ότι βρίσκεται σε σύγχυση. Στο βιβλίο του Humphrey Carpenter, A serious man, αναφέρεται απ’ τον Giuseppe Bacigalupo, πως δεν ήταν δυνατή η διεξαγωγή μιας φυσιολογικής συζήτησης μαζί του, καθώς έκανε αινιγματικές νύξεις και νόμιζε πως έτσι θα καταλάβαινε ο συνομιλητής του τι σκεφτόταν.
Εισήχθη λοιπόν στις 21 Δεκεμβρίου του 1945 και παρέμεινε για ένα χρόνο στην πτέρυγα των φυλακών του νοσοκομείου, δηλαδή στην Πτέρυγα Howard’s Hall, που ήταν γνωστή περίπου σαν “η τρύπα της κολάσεως” (“hell-holl”). Επρόκειτο για ένα κτήριο χωρίς παράθυρα, με βαριές σιδερένεις πόρτες που είχαν εννέα ανοίγματα (σαν ‘ματάκια’), απ’ τα οποία οι ψυχίατροι παρατηρούσαν τους ασθενείς για να τους διαγνώσουν και ν’ αποφασίσουν την τύχη τους. Το επισκεπτήριο εκεί διαρκούσε μόνο 15 λεπτά, φυσικά γινόταν με την εποπτεία κάποιου φύλακα και οι υπόλοιποι ασθενείς, περιφέρονταν στον ίδιο χώρο, ουρλιάζοντας και βγάζοντας αφρούς από το στόμα.
O ίδιος πάντως, στα χρόνια που ακολούθησαν, χαρακτήρισε διασκεδαστικό το γεγονός ότι οι αρχές θεώρησαν πως ήταν επικίνδυνος και τον έβαλαν εκεί και είπε πως έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει ένα ζευγάρι δολοφόνων, πράγμα που είχε ενδιαφέρον ως καινούρια εμπειρία γι’ αυτόν. Είχε κάνει μάλιστα και ένα είδος αυτο-διάγνωσης, ένα μήνα μετά τον εγκλεισμό του, που αξίζει να σας την παραθέσω κατά λέξη:
‘No, I don’t think I am insane, but I am so shot to pieces that it would take me years to write a sensible piece of prose. I think I am of unsound mind, and I don’t think I have been shown good treatment here. I am absolutely unfit to transact any business’ (Torrey, σελ. 204).
Αργότερα, ένα χρόνο περίπου μετά, έδειξε βελτίωση, μεταφέρθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο και στη συνέχεια του παραχωρήθηκε ένας ενιαίος χώρος (Chestnut Ward), με θέα το Καπιτώλιο. Του έφερναν βιβλία να διαβάζει απ’ την βιβλιοθήκη, έδινε διαλέξεις, είχε επισκέπτες με τους οποίους μπορούσε να κάθεται στους χλοοτάπητες του ιδρύματος, η συζυγός του τον έβλεπε συχνά και η σίτιση του ήταν ιδιατέρως προσεγμένη, σύμφωνα μ’ αυτό το άρθρο των New York Times. Εκεί κατάφερε να μεταφράσει τμήματα απ’ τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, ν’ ασχοληθεί με την μετάφραση των έργων του Σοφοκλή, Τραχίνιαι και Ηλέκτρα καθώς και να συνεχίσει τη δουλειά του με τα Cantos.
Φυσικά η διαμονή του στο ψυχιατρείο δεν θα μπορούσε να είναι ειδυλλιακή. Ο ίδιος κάπου στη μέση της περιόδου του εγκλεισμού του, έγραψε στον Archibald MacLeish:
‘ The little and broken-up time that I get (with no privacy and constant interruption and distraction) makes impossible that consecutive quality of feeling so important to me’ (The Cabridge Companion-Ezra Pound, page: 111). Στην Αμερική, το δωμάτιο του στο ψυχιατρείο χαρακτηριζόταν ως το ντουλάπι που περιέχει έναν εθνικό σκελετό.
Tα χρόνια περνούσαν κι ο Dr. Overholser, στις ετήσεις αναφορές το συνέχισε να κρίνει παράφρονα τον Pound. Το πρόβλημα ήταν πως αν αναιρούσε την διάγνωση του, για να βγει ο ποιητής απ’ το ψυχιατρείο, θα σήμαινε ότι ο ασθενής του ήταν και σε θέση να παρευρεθεί στο δικαστήριο κι άρα ν ‘ αντιμετωπίσει τις εναντίον του βαριές κατηγορίες. Δεν έκανε όμως κι ο ίδιος ο Pound καμιά προσπάθεια να βγει απ’ το Saint Elizabeth’s κι όταν ο δικηγόρος του ανακίνησε κάποια στιγμή το θέμα, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του Dorothy, αρνήθηκαν να δώσουν συνέχεια.
Στη διάρκεια του εγκλεισμού του και συγκεκριμένα το 1949, κέρδισε και το βραβείο Bollingen για το έργο του The Pisan Cantos καi ξέσπασε σάλος στον κόσμο που τον θεωρούσε προδότη λόγω του αντισημιτισμού του. Εκείνος ενθουσιάστηκε όταν ενημερώθηκε για το βραβείο και ετοίμασε δήλωση για τον Τύπο, που τελικά δεν την έδωσε στους δημοσιογράφους. Η ανάθεση ανακλήθηκε, το βραβείο καταργήθηκε και κανείς απ’ τους εμπλεκόμενους (κάποιοι εκ των οποίων ήταν μέλη της Επιτροπής του Κογκρέσου, επιτροπή επιλογής για το βραβείο Bollingen) δεν ήθελε στα επόμενα χρόνια ν’ αγγίξει το θέμα.
Παρέμεινε στο ψυχιατρείο μέχρι τις 18 Απριλίου του 1958, δηλαδή για δωδεκάμιση χρόνια, για τα οποία ο τότε ψυχίατρος στο St. Elizabeths, E. Fuller Torrey, έγραψε αργότερα το βιβλίο The Roots of Treason: Ezra Pound and the Secret of St. Elizabeths. Σ’ αυτό φωτίζονται άγνωστες πτυχές της παραμονής του Pound στο ψυχιατρείο, καθώς και της προσωπικής του ζωής. Αναφέρεται εκεί ότι ο Pound υπήρξε υποστηρικτής του Χίτλερ και του Μουσολίνι και εξηγούνται κάποια ιδιαίτερα πιστεύω του ποιητή για τον μυστικισμό και το σεξ. Σύμφωνα με την κριτική των New York Times Book Review, ο συγγραφέας προβαίνει σε εξανλητική τεκμηρίωση βασισμένος στα ιατρικά αρχεία που είχε στην κατοχή του, αλλά αυτό δεν τον γλύτωσε απ’ τις επικρίσεις των θαυμαστών του έργου του Pound που θεώρησαν πολλά σημεία του βιβλίου προσβλητικά για τον ποιητή και χαρακτήρισαν αρνητικά προκατειλλημένο τον συγγραφέα.
Στις 18 Απριλίου του 1958 απελευθερώθηκε εντέλει κι επέστρεψε στην Ιταλία, όπου όλοι περίμεναν να τον δουν μετανοημένο. Εκείνος όμως χαιρέτησε φασιστικά κι όταν οι δημοσιογράφοι που τον περίμεναν τον ρώτησαν για τα χρόνια στο άσυλο, απάντησε πως ολόκληρη η Αμερική είναι ένα άσυλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν μελετητές αναφέρουν πως ήταν μελαγχολικός, είχε τάσεις αυτοκτονίας, πίστευε πως το έργο του δεν αξίζει κ.α. Πέθανε τελικά στις 1 Νοεμβρίου 1972.
Αυτό που θέλω να σας γράψω ολοκληρώνοντας αυτή την ανάρτηση, είναι πως βρήκα πάμπολλες πηγές όσο μελετούσα το θέμα. Τόσες που θα μπορούσε κανείς να γράψει βιβλίο κι όχι κείμενο σ’ ένα blog, αλλά προσπάθησα να σας ενημερώσω κατά το δυνατόν σφαιρικότερα. Όπως πάντα θα σας προτείνω να δείτε τους συνδέσμους και θα υπογραμμίσω πως για μένα, ο λογοτέχνης, ο κάθε ποιητής και συγγραφέας, πρέπει να κρίνεται με βάση το έργο του κι όχι με βάση τη ζωή του.
Σε προσωπικό επίπεδο, είμαι κάθετα αντίθετη με τον αντισημιτισμό, αλλά εδώ σκόπιμα έβαλα στην άκρη τις πεποιθήσεις μου, γιατί ο Pound είναι μεγάλος ποιητής και δικαιούται να τον κρίνουμε με βάση το έργο του. Φέρεται πάντως ν’ απολογήθηκε στον A. Ginsberg γι’ αυτές του τις απόψεις κι εκείνος τον συγχώρεσε μ’ ένα ποίημα.
Καταληκτικά θα πρόσθετα πως ένας άνθρωπος που έμεινε για δεδεκάμιση χρόνια στο ψυχιατρείο και δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε να παράγει έργο και μάλιστα έργο τέτοιας ποιότητας, ακόμη κι αν ήταν παράφρων, πράγμα για το οποίο δεν πείστηκα απ’ όσα διάβασα, σίγουρα είχε βρει τρόπο να παρακάμπτει την παραφροσύνη του, να συνδιαλέγεται μαζί της αν θέλετε. Κι αυτό από μόνο του είναι άθλος.
..
..
*Η φωτογραφία του ποιητή, τραβήχτηκε την μέρα της εισόδου του στο Saint Elizabeth’s Hospital και βρίσκεται εδώ.
..
..












Πρόσφατα είχε ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ η τηλεόραση. Έγιναν και εκτενείς αναφορές στην υποστήριξή του προς τον Μουσολίνι (ακόμη και μετά τον πόλεμο) και τη φασιστική του τοποθέτηση εν γένει. Φαίνεται να είχε μια ρομαντικοφασιστική αντίληψη της ιδανικής πραγματικότητας.
Αλλά θα συμφωνήσω, όταν κανείς προσπαθεί να συγκρίνει/(αντι)παραβάλει τον καλλιτέχνη και το έργο του μάλλον διαπράττει μείζον σφάλμα: ίσως είναι ευχής έργον που δεν γνωρίζουμε τους περισσότερους καλλιτέχνες παρά μόνο μέσα από τα έργα τους.
Η εξιδανίκευση ελλοχεύει πάντα και σπάνια συγχωρεί τον εξιδανικευτή.