Το αλκοόλ ως θεραπεία στα Βικτωριανά άσυλα

.

8436.de.9, plate I
G. Cruikshank -The Drunkard’s Children (1905)

.

Είναι δύσκολο να το φανταστούμε ίσως στην σημερινή εποχή, αλλά κάποτε το αλκοόλ χρησιμοποιήθηκε, κατά κόρον στην Μεγάλη Βρετανία αλλά και σε κάποια Άσυλα του Καναδά, ως θεραπευτικό μέσο και πολλές ελπίδες για την ίαση των ψυχικά πασχόντων (και όχι μόνο), εναποτέθηκαν στην μπύρα, το μπράντι, το κονιάκ, ακόμα και στο αψέντι. Τα αλκοολούχα ποτά θεωρούνταν ότι θεράπευαν την επιληψία, τους πονοκεφάλους, τους κολικούς, τον πυρετό, τα νεφρά, την ουρική αρθρίτιδα κ.α.

Στη βικτωριανή εποχή επίσης, ήταν απολύτως αποδεκτή η χρήση τους, με μέτρο φυσικά, στα ανώτερα και μέσα κοινωνικά στρώματα και συνόδευαν κάθε εκδήλωση. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πόσο δημοφιλές ήταν ακόμα και το κρασί κοκαΐνης, το οποίο έπιναν με μεγάλη αγαλίαση εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. Στα άσυλα πάντως το αλκοόλ,  χρησιμοποιούνταν κυρίως ως ηρεμιστικό φάρμακο ή ως διεγερτικό (ανάλογα με το τι πίστευε ο κάθε γιατρός που το χορηγούσε για την αποτελεσματικότητα του).

Όσοι το χρησιμοποιούσαν ως διεγερτικό, το έδιναν κατά προτίμηση σε χρόνιους ασθενείς με σκοπό να δράσει στην καρδιακή λειτουργία και να δώσει τρόπον τινά ένα έναυσμα για υγιέστερη δράση στον εγκέφαλο (προφανώς πίστευαν ότι γίνεται αυτή η αλυσσιδωτή αντίδραση με κάποιο τρόπο).

Το 1874, το London Asylum ανέφερε ότι ξόδεψε στη διάρκεια ενός χρόνου σε αλκοολούχα ποτά, μπύρα και κρασί, 1850 δολάρια (το ποσό εκτιμάται σε δολάρια μιας και οι περισσότερες έρευνες για το θέμα, είναι αμερικανικές). Παρόμοιες ήταν και οι αναφορές για το Toronto Asylum.

Επειδή όμως υπήρξαν παράπονα απ’ το τοπικό νομοθετικό σώμα, ο επικεφαλής γιατρός του London Asylum,  Δρ. Henry Landor, προσπάθησε να μειώσει τον επόμενο χρόνο την χρήση του αλκοόλ κι αυτό σύμφωνα με τις αναφορές του είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των θανάτων. Το συνολικό χρηματικό ποσό δε που δαπανήθηκε το 1875, δεν διέφερε και πολύ απ’ αυτό του προηγούμενου χρόνου (1997.41 δολάρια).

Όταν όμως τον διαδέχτηκε ο Δρ. Maurice Bucke, κατάλαβε σύμφωνα με τις σχετικές πηγές, πως το αλκοόλ δεν είχε κανένα θεραπευτικό αντίκτυπο για τους ασθενείς κι αποφάσισε να διακόψει την χρήση του.

Με περηφάνεια στην αναφορά του το 1884, υποστήριξε ότι ήταν ο δεύτερος χρόνος που οι 900 ασθενείς του (σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι διέμεναν εκεί), απείχαν ολοκληρωτικά απ’ αυτό. Έφερνε ως παράδειγμα της επιτυχίας του μάλιστα μια γυναίκα, που σηκώθηκε από το κρεβάτι της, ενώ όλοι πίστευαν πως αν της κόψουν το αλκοόλ θα πεθάνει και άρχισε να περπατάει κιόλας, ενώ ήταν κλινήρης για μήνες.

Tο Hamilton Asylum, ακολούθησε το παράδειγμα του London Asylum και σταμάτησε στα 1880 οριστικά την χρήση του αλκοόλ ως φαρμάκου στους ενοίκους του. Στα 1920 όμως, άλλαξαν πάλι τα πράγματα, όταν διευθυντής στο London Asylum που προαναφέραμε, έγινε ο Δρ. George H. Stevenson και επανέφερε το αλκοόλ, καθώς ήταν πεπεισμένος για την θεραπευτική του αξία.

Υπάρχουν όμως και αναφορές που εντάσσουν το αλκοόλ  στο διαιτολόγιο των ασθενών ως κίνητρο για εργασία. Συγκεκριμένα στο Sussex County Lunatic Asylum, το οποίο διηθυνε ο συμπονετικός Δρ. Charles Lockhart Robertson, (που μεταξύ άλλων κατήργησε τη χρήση ιμάντων και διέταξε πλέον να μην είναι σιδεροδέσμιοι οι ασθενείς), η μπύρα ζυμωνόταν επί τόπου και ήταν μέρος της καθημερινής διατροφής των εγκλείστων.

Αλλά και στο Stafford Asylum το 1854, οι άντρες ασθενείς έπιναν 14 ποτήρια μπύρα την εβδομάδα,  μόνο ως μέρος της διατροφής τους όπως αναφέρει ο Niall McCrae, στο πιο εμπεριστατωμένο άρθρο που βρήκα για το θέμα και μπορείτε εδώ να δείτε την περίληψη του.

Την δεκαετία του ’50 πια όμως, σταμάτησε οριστικά η χρήση αλκοολούχων ποτών για θεραπευτικούς λόγους, καθώς αναγνωρίστηκε επίσημα ο αλκοολισμός ως ασθένεια.

..

..

ΥΓ:  Και σε ανάρτηση με θέμα που αφορά τα άσυλα, αδύνατον να μην αναφερθεί κανείς στο περίφημο βιβλίο του Erving Goffman, που αν δεν έχετε διαβάσει ως σήμερα, αξίζει να το κάνετε οπωσδήποτε. Εδώ μπορείτε να δείτε μια ενδιαφέρουσα βιβλιοκριτική, εδώ ένα αξιόλογο άρθρο για τον Goffman κι εδώ λεπτομέρειες για το βιβλίο.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

Advertisements