Θρησκεία που θεραπεύει, θρησκεία που βλάπτει: ένας οδηγός για την κλινική πρακτική

.

.

The idea that religion is broadly “good” or “bad” is absurd on its face: Like virtually any aspect of human experience and behavior, it no doubt is both in myriad ways (and neither in other respects). It seems patently obvious from thousands of years of human history that religion can be a powerful force in promoting either peace or war, mental health or mental illness, prosocial or antisocial behavior, racism or universalism, happiness or misery.

Lee Kirkpatrick, Psychologist of Religion

.

.

Κάποιες φορές που αργώ να κάνω ανάρτηση εδώ, συμβαίνει να διαβάζω βιβλία που θέλουν χρόνο για να τα ολοκληρώσεις και να τα παρουσιάσεις. Αυτό συνέβαινε και τις μέρες που προηγήθηκαν. Ξεκίνησα να διαβάζω κάποια βιβλία με συναφές θέμα και σήμερα σας παρουσιάζω ένα απ’ αυτά.

Ο τίτλος του είναι: «Religion that heals, religion that harms: A guide for clinican practice» και συγγραφέας του είναι o James L. Griffith. Είναι καθηγητής Ψυχιατρικής και Νευρολογίας κι αναπληρωτής Πρόεδρος του τμήματος Ψυχιατρικής κι Eπιστημών της Συμπεριφοράς, στο George Washington University Medical Center. Eίχε ασχοληθεί και στο παρελθόν με παρόμοιο θέμα, σε άλλο βιβλίο του.

Αυτό που με παρακίνησε να διαβάσω τι γράφει, είναι οι έρευνες που κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί και υποστηρίζουν ότι όποιος έχει πίστη, ανεξαρτήτως σε ποια θρησκεία πιστεύει, βελτιώνεται περισσότερο όταν ασθενεί ή έχει περισσότερες πιθανότητες να βελτιωθεί, σε σχέση με κάποιον που είναι άθεος. Σκεπτικίστρια εκ φύσεως, αποφάσισα να ενημερωθώ περισσότερο κι ακολούθως  να σας ενημερώσω. Και η αλήθεια για το θέμα αυτό,  ας πούμε πως βρίσκεται κάπου στη μέση.

Όπως δηλαδή γράφει ο Dr. Griffith αλλά και άλλοι αξιόλογοι ερευνητές, σε κάποιες περιπτώσεις η θρησκεία μπορεί να είναι το συναισθηματικό καταφύγιο του ατόμου και να το βοηθά στην φυσική του ανάρρωση, αλλά άλλες φορές οπωσδήποτε βλάπτει, εφόσον οι πιστοί ορισμένων θρησκειών αρνούνται την φαρμακευτική αγωγή, ιατρικές επεμβάσεις, ιατρικές ή ψυχιατρικές θεραπείες, ωθούνται στην αυτοκτονία, ασκούν σωματική ή ψυχική βία σε άλλους, παραμελούν την σωματική τους υγιεινή και εν γένει τις φυσικές ανάγκες τους, απομονώνονται κοινωνικά κ.α.

Επίσης, υπάρχει μια κοινωνιοβιολογική και μια νευροβιολογική διάσταση στο όλο θέμα, που δεν γίνεται να μην ληφθούν υπόψη. Δηλαδή ο χ πιστός ζει σε έναν κοινωνικό χώρο που σαφώς είναι διαφορετικά διαμορφωμένος απ’ τον κοινωνικό χώρο ενός άλλου ανθρώπου που ζει πιο επικίνδυνα. Πράγμα που σημαίνει ότι όντας στην εκκλησία αποφεύγει εξ’΄ορισμού το παθητικό κάπνισμα για κάποιες ώρες,  βρίσκεται λιγότερο χρόνο λοιπόν σε ανθυγιεινά περιβάλλοντα, πιθανόν να αποτρέπεται λόγω της πίστης του απ’ την κατάχρηση αλκοόλ, πιθανόν να ακολουθεί συγκεκριμένη, πιο υγεινή διατροφή από άλλους κτλ. Είναι μάλλον λοιπόν απλοποίηση να ισχυριστεί κάποιος ότι αρκεί κανείς να είναι πιστός, για να πάει καλύτερα η θεραπεία του. Το ζήτημα έχει πολλές μεταβλητές κι όλες πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Πριν προβείτε σε συμπεράσματα πάντως για τον συγγραφέα, έχει αξία να  γνωρίζετε, πως όπως δηλώνει σαφώς, δεν είναι άθεος. Ανήκει σε συγκεκριμένο εκκλησίασμα κι έχει  κατά το παρελθόν απορρίψει κάποια θρησκευτικά σχήματα, αλλά για κείνον η πνευματικότητα είναι κεντρικό θέμα της ζωής του κι έχει βρει την χρυσή τομή μεταξύ αυτής και της επιστήμης του. Ωστόσο το βιβλίο δεν το έγραψε για να εξυπηρετήσει προσωπικές του ανάγκες, αλλά για να φτιάξει όπως μαρτυρά ο τίτλος του έναν κλινικό οδηγό για ασθενείς βαθιά θρσηκευόμενους, που η όποια πίστη τους εντέλει αναδύεται ως πρόβλημα ή πρέπει να ληφθεί υπόψη στην κλινική πρακτική.

Στοχεύει όπως εξηγεί στην εισαγωγή του, στο να αποτελέσει το βιβλίο ένα κίνητρο για τους κλινικούς γιατρούς, ώστε να προσπαθήσουν απ’ τη μία να κατανοήσουν τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η θρησκεία μπορεί να βλάψει το άτομο και να αποτρέψουν έγκαιρα τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της, βοηθώντας στην επούλωση κι απ’ την άλλη να τους ωθήσει να εκπονήσουν κλινικές ‘στρατηγικές’ ώστε ν’ αντιμετωπίζουν τα θέματα που ανακύπτουν με την εμπλοκή της θρησκείας γενικότερα, στις θεραπευτικές πρακτικές.

Στοχεύει δηλαδή, σε έναν ουσιαστικό κι εποικοδομητικό διάλογο γιατρού-ασθενή που θα δώσει το έναυσμα στον θεράποντα να λάβει θέση όσον αφορά την αγωγή και στον θεραπευόμενο την ικανοποίηση ότι κάποιος τον άκουσε και σεβάστηκε τις απόψεις κι επιθυμίες του. Στοχεύει εντέλει στο να χαθεί ο θρησκευτικός προσδιορισμός του πάσχοντα ( σε καμία περίπτωση όμως με το ν’ αλλάξει ο ασθενής) και να μείνει μόνο ως ζητούμενο, η συνάντηση δύο ανθρώπων με κοινό στόχο: τη θεραπεία.

Προκύπτουν φυσικά ηθικά διλήμματα, για το κατά πόσο πρέπει να εμπλέκεται ο κλινικός επιστήμονας με τέτοια θέματα κι ο συγγραφέας τα λαμβάνει υπόψη του, αλλά θεωρεί ότι μόνο όφελος θα υπάρξει αν ληφθεί σοβαρά υπόψη κι αυτό το στοιχείο, το στοιχείο της πίστης δηλαδή του ασθενή σε κάποια θρησκεία,  κατά την διάρκεια της όποιας θεραπευτικής παρέμβασης. Υποστηρίζει μάλιστα ότι μάλλον πιο κατάλληλοι για να διερευνήσουν το αν η θρησκεία του ασθενή, θα σταθεί εμπόδιο στην θεραπεία του ή θα τον βοηθήσει να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, είναι οι ειδικοί της ψυχικής υγείας.

Φυσικά αναφέρει πληθώρα κλινικών περιπτώσεων, παραποιώντας τα πραγματικά στοιχεία των ασθενών για λόγους δεοντολογίας και ηθικής τάξης. Κάνει λόγο για ασθενείς με καρκίνο που επειδή πίστευαν αντιμετώπισαν καλύτερα την κατάστασή τους αλλά και για κάποιους άλλους που για τον ίδιο λόγο, αρνήθηκαν την όποια θεραπευτική παρέμβαση. Αναφέρεται σε περιπτώσεις πασχόντων που παρουσίασαν ψυχοσωματικά προβλήματα επειδή η ζωή τους ερχόταν σε αντίθεση με τα θρησκευτικά τους πιστεύω καθώς και για ανθρώπους που δέχτηκαν την διάγνωσή τους ως ηθική τιμωρία, για πράξεις που η θρησκεία τους καταδικάζει.

Καταγράφει περιστατικά και αναπαριστά διαλόγους με ανθρώπους που χάρη στην πίστη τους στον Θεό βελτιώθηκαν αλλά και για άλλους που παρουσίασαν σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές κ.ο.κ. Εννοείται επίσης, ότι θα βρείτε στο βιβλίο στοιχεία ερευνών αλλά όπως καταλαβαίνετε  δεν ενδείκνυται να αναπαράγω εδώ όλα τα σημαντικά μέρη του βιβλίου κι αυτό ισχύει για κάθε βιβλίο που παρουσιάζεται. Ιδιαίτερα σημαντικά και ενδιαφέροντα πάντως, βρήκα τα κεφάλαια 2, 5 και 7, αν έχει κάποια σημασία για σας.

Ελπίζω λοιπόν, να πήρατε μια γενική ιδέα και να το βρήκατε ενδιαφέρον ακόμα κι εσείς που δεν είστε κλινικοί επιστήμονες. Προσωπικά, θα μπορούσα να σας γράψω κι άλλα και δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να γίνει κι εδώ update, όπως συμβαίνει άλλωστε με τις περισσότερες αναρτήσεις αυτού του blog. Δεν αποκλείεται ακόμη να παρουσιάσω κι άλλο βιβλίο με παρόμοιο θέμα. Κι αυτό, επειδή θεωρώ ότι για κάποια θέματα που τα ΜΜΕ αρέσκονται να προβάλλουν με πηχυαίους τίτλους και να επηρεάζουν την κοινή γνώμη προς κάποια κατεύθυνση, καλό θα είναι να υπάρχει και επιστημονικός αντίλογος. Αντίλογος όχι για τον αντίλογο, αλλά για την ουσία της αλήθειας.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.