Παρουσίαση βιβλίου: Hotel Prison – Οι εμπειρίες του Jan De Cock από 66 φυλακές

.

Hotel Prison

.

Το βιβλίο που παρουσιάζεται εδώ σήμερα κυκλοφόρησε το 2003 απ’ τον Βέλγο Jan De Cock στα φλαμανδικά, με τίτλο: Hotel Prison. Δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά, ούτε καν στα αγγλικά. Έχει μεταφραστεί μόνο στα γερμανικά με τον τίτλο Hotel hinter Gittern (2004) και στα γαλλικά ως: Des prisons comme hôtels (2009). Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, παρά τις δικαιολογημένες ενστάσεις που μπορεί να διατυπώσει κάποια-ος για την ‘τουριστική’ προσέγγιση του θέματος, καθώς ο συγγραφέας του καταγράφει σ’ αυτό τις εμπειρίες του από 66 φυλακές.

Επί ένα χρόνο, δηλαδή απ’ τον Οκτώβριο του 2001 ως τον Οκτώβριο του 2002 κι αφού πούλησε το αυτοκίνητο του, ταξίδεψε σε 5 ηπείρους, επισκέφτηκε 42 χώρες κι έζησε ως απλός κρατούμενος στα σωφρονιστικά ιδρύματα που τον δέχτηκαν, μετά από αλλεπάλληλες επαφές με προξενεία, ανθρωπιστικές οργανώσεις κ.α.

Σε κάποιες περιπτώσεις που αυτό δεν ήταν αρκετό, χρησιμοποίησε την επινοητικότητα του για να συλληφθεί, όπως για παράδειγμα στην Κίνα.  Πλησίασε τους στρατιώτες της πλατείας Tiananmen, τους έδωσε ένα μπουκέτο λουλούδια κι ένα χαρτάκι που έγραφε στα κινέζικα «Ειρήνη και Ελευθερία». Βρέθηκε πάραυτα στο κρατητήριο.

Το ενδιαφέρον του Cock για τις συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων, καλλιεργήθηκε από το 1987, όταν ως μέλος ανθρωπιστικής οργάνωσης στη Χιλή, ερχόταν καθημερινά σε επαφή με παιδιά, πολλά εκ των οποίων κατέληξαν στην φυλακή. Υπήρξε η ανάγκη να δημιουργηθούν τότε εκεί εργαστήρια γι’ αυτά τα παιδιά κι ένας καινούριος κόσμος, αυτός των φυλακών, ανοίχτηκε μπροστά του.

Όπως έχει πει σε μια συνέντευξη του “Όσο συχνότερα επισκεπτόμουν τις φυλακές, τόσο αυξανόταν το ενδιαφέρον μου γι’ αυτό τον άγνωστο, αποκομμένο κόσμο”. Θεώρησε ότι δεν θα μπορέσει να βοηθήσει αποτελεσματικά αυτούς τους ανθρώπους, αν δεν ήξερε ακριβώς τι περνούσαν κι αυτό ήταν το κίνητρο του για ν’ αποφασίσει να ζήσει ως φυλακισμένος, όπως έχει εξηγήσει.

Αυτό που διαπίστωσε τελικά, είναι πως μπορείς να καταλάβεις πως τα πάει μια χώρα, απ’ τον τρόπο που ‘μεταχειρίζεται’ τους εγκλείστους. “Κάπως έτσι πρέπει να ‘ναι η Κόλαση”, είχε πει για παράδειγμα, αναφερόμενος στις συνθήκες κράτησης των φυλακών της Ρουάντα. Βρήκε όμως και παρήγορο το ότι σε τέτοιους χώρους που επικρατούν οι πιο απάνθρωπες συνθήκες, υπάρχει και συντροφικότητα, αλληλεγγύη,  γενναιοδωρία,  εμπιστοσύνη.

Σ’ ένα κεφάλαιο στο βιβλίο του,  περιγράφει το πως πέρασε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στη φυλακή Cotonou, στο Benin και πως βίωσε το θάνατο ενός κρατουμένου. Εκεί, συχνά, το αλεύρι ανακατεύεται με λάδι κινητήρα και καταλήγει στα στομάχια των κρατουμένων, τα σάπια φασόλια μαγειρεύονται μαζί με τα καλά, υπάρχει συνεχής έλλειψη νερού, επικρατούν άθλιες συνθήκες υγιεινής κτλ. Η φυλακή χτίστηκε για 400 κρατούμενους, αλλά φιλοξενούσε πάνω από 1600 την εποχή που πέρασε από ‘κει ο συγγραφέας. Δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να ξαπλώσουν και να κοιμηθούν όλοι το βράδυ κι έτσι κάποιοι αναγκαστικά δεν κοιμόντουσαν.

Στην Ιαπωνία αντιθέτως, υπάρχει χώρος για όλους, καθαριότητα, σύγχρονες εγκαταστάσεις, αλλά το σύστημα είναι εντελώς απάνθρωπο κι αφαιρείται συστηματικά κάθε ίχνος ελεύθερης βούλησης απ’ τους έγκλειστους. Οι κρατούμενοι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν περισσότερο από μία ώρα τη μέρα, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής εργασίας δεν επιτρέπεται να ανταλλάσσουν μεταξύ τους βλέμματα, να σκουπίζουν τον ιδρώτα τους ή να ξύνονται. Ρητές εντολές υποδεικνύουν τον τρόπο ύπνου (σε ποια θέση πρέπει να βρίσκεται το σώμα τους), το πως πρέπει να περιμένουν στην ουρά για να κάνουν μπάνιο, το πόσες φορές θα ξεπλυθούν όταν λούζονται κτλ. Σαφώς απαγορεύεται δε, να κοιτούν τους δεσμοφύλακες στα μάτια. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει πει πως τη ‘διαμονή’ στη συγκεκριμένη φυλακή, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να την αντέξει.

Οι ομοιότητες αυτού του συστήματος με τις πιο σκληρές φυλακές της Ρωσίας, όπως για παράδειγμα τη φυλακή Black Dolphin, είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Εκεί, όταν ο κρατούμενος βρεθεί στην απομόνωση, υποχρεούται να είναι γονατιστός καθ’ όλη τη διάρκεια που οι συγκρατούμενοι του εργάζονται υποχρεωτικά. Δεν έχει αποδράσει ποτέ κανείς απ’ αυτήν τη φυλακή. Ο μόνος τρόπος να φύγεις, όπως έλεγαν σε σχετικό ντοκιμαντέρ χαμογελώντας ειρωνικά οι δεσμοφύλακες, είναι να πεθάνεις.

Αντίθετα, στη Λίμα, όπως περιγράφει ο Jan De Cock, με 5000 δολλάρια, που ζητούσαν τότε και λάμβαναν φυσικά προκαταβολικά οι δεσμοφύλακες, είχες κάθε βοήθεια εκ μέρους τους για να πραγματοποιήσεις ..τη νυχτερινή σου απόδραση. Υπήρχε λεπτομερέστατος τιμοκατάλογος και αν διέθετες χρήματα, μπορούσες να ζήσεις εξαιρετικά άνετα και να προμηθευτείς από ρούμι και κινητό τηλέφωνο, μέχρι περίστροφο.

Φυσικά επισκέφτηκε και πολλές αμερικανικές φυλακές και  μάλιστα στην San Quentin State Prison, μπόρεσε να συναντήσει μετά από πολλές περιπέτειες τον καταδικασμένο σε θάνατο Jarvis Jay Masters, συγγραφέα του βιβλίου Finding Freedom: Writings from Death Row (1997). Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του αφιερώνεται σ’ αυτή τη συνάντηση.

Με την προσέλκυση οικονομικής βοήθειας και χρησιμοποιώντας τα έσοδα απ’ το βιβλίο του ο Jan de Cock, κατάφερε ν’ αγοραστούν στρώματα για τους κρατουμένους στην Αϊτή, ανεμιστήρες για τους έγκλειστους στο Μεξικό, φάρμακα για όσους ήταν άρρωστοι στις φυλακές της Μαδαγασκάρης, συνέβαλε στη δημιουργία μιας φάρμας ανανά στη φυλακή του Benin κι ενός κέντρου ημερήσιας φροντίδας σε φυλακή της Βολιβίας.

Εκτός απ’ το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, έχει γράψει και τo «De Kelders Van De Congo» («Tα κελάρια του Κονγκό»), στο οποίο καταγράφει τις εμπειρίες του απ’ τη φυλακή Kakwangura. Αξίζει να τον ακούσετε να μιλάει (στα αγγλικά) για όσα βίωσε στις φυλακές, στο παρακάτω video και θα καταλάβετε περισσότερα.

.

.

.

.