Παρουσίαση βιβλίου: “Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία” του Κώστα Φιλανδριανού -Μέρος ΙΙ

..

ΨΝΑ-Θάλαμος

..

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

..

Συνεχίζοντας ο Φιλανδριανός, αναφέρεται στα χρόνια της ακμής και παρακμής του Δαφνιού. Στην προπολεμική περίοδο δηλαδή και στα χρόνια που ακολούθησαν:

«Κι ενώ το Δαφνί έκανε την πορεία του στον ανηφορικό δρόμο προς την ολοκλήρωση του, με τόσες προσπάθειες και δυσκολίες, η συνύπαρξη της Αγίας Ελεούσας συνεχιζόταν, με τη διαφορά πως το πρώτο μεν ανέβαινε συνεχώς, η δεύτερη δε όλο και παραμεριζόταν κι’ έφθινε (…) Η κίνηση και ο αριθμός των αρρώστων μεγάλωναν στο Δαφνί, ενώ η Αγία Ελεούσα χρησίμευε για το παθητικό υλικό των ακαθάρτων, χρονίων και ανιάτων (…) 

Ως προς την καθαυτού Ψυχιατρική Θεραπευτική, εφαρμοζόταν ακόμη συμπτωματική κυρίως αγωγή και ακολουθούνταν οι γνωστές και σε χρήση τότε θεραπευτικές μέθοδοι. Το Ψυχιατρείο ήταν από τα πρώτα Ιδρύματα στην Ελλάδα που υιοθέτησε κι’ εφάρμοσε σ’ ευρύτερη κλίμακα από το 1936, τη Σπασμοθεραπεία με ενδοφλέβια ένεση Cardiazolη οποία λίγο πριν είχε επινοηθεί από τον VON MEDUNA της Βιέννης. Αργότερα, από το 1938 περίπου, ίσως και νωρίτερα, άρχισε να εφαρμόζεται, πρωτοπορειακά επίσης και η άλλη νέα θεραπεία με Ινσουλινικά κώματα, που σύντομα πήρε έκταση κι οργανώθηκε με τέλειο τρόπο, ώστε να εκτελήται lege artis και ν’ αποτελέση πρότυπο. Ιδιαίτερη σημασία είχε δοθή στην τήρηση και κανονική ενημέρωση των φύλλων νοσηλείας».

Πέρα απ’ την προσπάθεια που γινόταν σ’ επιστημονικό επίπεδο να εκσυγχρονιστεί το Ψυχιατρείο, όλες λίγο-πολύ οι υπηρεσίες εξελίσσονταν. Εκτενώς και δικαίως αναφέρεται ο συγγραφέας στις προσπάθειες του γεωπόνου Ε. Σαχινίδη και μας μεταφέρει μοναδικές εικόνες:

Ολόκληρο το Κτήμα φυτεύθηκε (από την Γεωπονική υπηρεσία με επικεφαλής τότε τον Ευθύμιο Σαχινίδη) και καλύφθηκε από εκλεκτές ράτσες οπωροφόρων, (μηλιές, ροδακινιές, κυδωνιές, βερυκοκκιές, αχλαδιές, βυσσινιές, κερασιές κ.α.), που με συνεχή επίβλεψη και περιποίηση πρόκοψαν πολύ γρήγορα. Προστατεύτηκαν με συρματόπλεκτη περίφραξη γύρω στο κτήμα και σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί ένα περίφημο άλσος, όλο αρώματα κι’ ομορφιά. Δυστυχώς, σε μια μεγάλη πυρκαϊά, το καλοκαίρι του 1942, καταστράφηκε ολότελα(…) Στα βορειονατολικά του κτήματος, ψηλά προς το βουνό, διαμορφώθηκαν τέλειες εγκαταστάσεις χοιροστασίου, που πλουτίστηκαν με διαλεχτές ράτσες χοίρων. Αγοράστηκαν επίσης αγελάδες για τον ίδιο σκοπό. Η φροντίδα των ζώων γινόταν από κτηνοτρόφους αρρώστους, κάτω από την επίβλεψη και καθοδήγηση του Γεωπόνου. Η δουλειά αυτή πρόκοψε και για ένα σημαντικό διάστημα γινόταν τακτικά συσσίτια με κρέας από την παραγωγή μας (κυρίως χοιρινό). Αυτά όλα εξαφανίστηκαν κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή”.

Προσλήφθηκε επιπλέον προσωπικό, άρχισαν οι εφημερίες, ξεκίνησε να συνεδριάζει το Επιστημονικό Συμβούλιο άρχισε να λειτουργεί μικροβιολογικό εργαστήριο, οδοντιατρείο, φαρμακείο, βελτιώθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης χάρη στις υπηρεσίεςΎδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού, το παλιό χειροκίνητο τηλέφωνο αντικαταστάθηκε με αυτόματο, ανακαινίστηκαν τα μαγειρεία, κτίστηκε Εκκλησία, λειτουργούσε ραφείο, ολοκληρώθηκαν νέες κτηριακές εγκαταστάσεις (μόνιμα περίπτερα), βελτιώθηκε η σίτιση, δόθηκε προσοχή στον ιματισμό των νοσηλευομένων κ.ο.κ. Υπήρχαν ωστόσο κι άλλα πράγματα που έπρεπε να διευθετηθούν:

«Και σήμανε η μεγάλη ώρα. Στις 21-2-34 δημοσιεύτηκε ο Νόμος 6077  “Περί οργανώσεως Δημοσίων Ψυχιατρείων”. Ο Νόμος αυτός αποτέλεσε σταθμό κι εγκαινίασε μια νέα περίοδο στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη του Δημοσίου Ψυχιατρείου Αθηνών (…)

..

ΨΝΑ-σιδηρουργείο

..

Δημιούργησε όμως και ανατροπές που δυσχέραναν το έργο του Δαφνιού:

«Ήταν νωρίς το 1936, (δεν θυμάμαι ακριβώς το μήνα), χειμώνας ακόμα, με κακοκαιρία και βροχές, όταν, όλως ξαφνικά κι’ απρόσμενα πήραμε μια μέρα επείγουσα διαταγή, που έλεγε ότι “το Παράρτημα Αγίας Ελεούσας” διαλύεται και ότι πρέπει αμέσως να γίνη μεταφορά των αρρώστων, του προσωπικού και όλου του υλικού στο Δαφνί (…) Αμέσως την επόμενη της διαταγής, φορτηγά, καμιόνια και άλλα μεταφορικά, άρχισαν να φορτώνουν και μέσα σε λίγα 24ωρα, οι άρρωστοι, (περί τους 200-250), το προσωπικό, ο εξοπλισμός, τα πάντα, μεταφέρθηκαν στο Δαφνί. (…) Εκ των ενόντων και σε ρεκόρ χρόνου, με παληοσανίδες, ξύλα, λαμαρίνες κι’ ο,τι άλλο πρόχειρο υλικό, κατασκευάστηκαν μερικά ισόγεια, άθλια παραπήγματα, που τοποθετήθηκαν στο χώρο του περιβόλου (…) Στα παραπήγματα αυτά βολεύτηκε όπως-όπως το μεγαλύτερο μέρος των αρρώστων που διακομίστηκαν, ενώ ένας μικρότερος αριθμός στριμώχτηκε, όσο γινόταν, εδώ κι’ εκεί, στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις, σε διαδρόμους κι όπου ήταν δυνατό να βρεθή θέση..”

Μέχρι να επανέλθει πάλι το Δαφνί στην κανονική του λειτουργία πέρασε καιρός (πάνω-κάτω ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο λειτουργούσαν αυτά τα παραπήγματα, μέχρι να δημιουργηθούν άλλοι μόνιμοι χώροι) κι ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως “πισωγύρισμα” και “ζημιά” αυτές τις αλλαγές που προέκυψαν απ’ την αιφνίδια διάλυση της Αγίας Ελεούσας. Το Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών πολλές φορές υπέστη τέτοια πισωγυρίσματα και εκεί που διαφαινόταν ότι όλες οι εκκρεμότητες τακτοποιούνται, νέα προβλήματα έρχονταν να προστεθούν.

«Η κατάκριση ωστόσο είναι εύκολη” όπως σωστά επισημαίνει ο Φιλανδριανός “Το δύσκολο είναι η κατανόηση, η αντικειμενικότητα και η δίκαιη κρίση. Όταν λείπουν τα τελευταία μπορεί να παρασυρθή κανείς και να υιοθετήσει χαρακτηρισμούς και ονομασίες, σαν αυτούς που συχνά ακούμε: “Αίσχος!” κτλ. Επί του προκειμένου, δεν παραγνωρίζονται η υστέρηση, τα παντοειδή ελαττώματα και τα σφάλματα του παρελθόντος, ούτε, (κατά μείζονα λόγο), χειροκροτούνται οι αθλιότητες του. Υποστηρίζεται μόνο, πως θα ήταν σωστό να γίνεται θεώρηση τους μ’ ένα δίκαιο μέτρο κρίσεως και προ παντός χωρίς προκαταληψη”.

Οπωσδήποτε όμως υπάρχει και το κομμάτι της προσφοράς του Ιδρύματος στο κοινωνικό σύνολο: “Παραμερίζοντας την περίοδο του Άσυλου και κρίνοντας μόνο τη δεκαετία που λειτούργησε σαν Νοσηλευτικό, θα διαπιστώσωμε πως η συμβολή του στην αντιμετώπιση του ψυχιατρικού προβλήματος ήτανε μεγάλη και ότι τούτο στάθηκε πραγματικό καταφύγιο της δυστυχίας για ένα μεγάλο μέρος του Κοινωνικού συνόλου, τις δεινοπαθούσες δηλ. λαϊκές τάξεις. Μπορούμε να πούμε πως υποχρεώθηκε να πάρη απάνω του το μεγαλύτερο ποσοστό από την Ψυχιατρική κίνηση της χώρας κι’ αυτό δεν ήταν λίγο (…) Μα κι αν παρουσίασε αδυναμίες κι’ αν είχε ελλείψεις και ατέλειες, δεν ήταν από δικό του φταίξιμο, αλλά απ΄τις τόσο δυσμενείς προϋποθέσεις και προπαντός από τη συνεχή πίεση Πολιτείας και Κοινού, που το ανάγκαζαν να επωμίζεται βάρη πολύ μεγαλύτερα από όσα θα μπορούσε να σηκώση (όλο και περισσότεροι άρρωστοι, όλο και λιγότερα μέσα), έτσι που δεν του ‘μεναν ποτέ περιθώρια να μεριμνήση για το καθαυτό έργο του, για την πλήρωση δηλ. των κενών, την οργάνωση και τη βελτίωση του επιπέδου του”.

..

ΨΝΑ-γενική άποψη..

Με τον Πόλεμο άρχισε η παρακμή και η πτώση του Ψυχιατρείου. Αρχικά όλοι, όπως κι ο γενικός πληθυσμός, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα της Πείνας. Το συσσίτιο ήταν ίδιο για τους πάσχοντες και το προσωπικό: “Το πρωί ένα τσάι του βουνού, ή κάποιο άλλο χορταρικό με λίγη ζαχαρίνη, (μεγάλη υπόθεση ήταν κάπου-κάπου ένας ρεβυθοκαφές), το μεσημέρι τα συνηθισμένα τότε λαχανικά, ή όσπρια, μαγειρεμένα με… μηχανόλαδο, (εμείς το λέγαμε γράσο), το βράδυ κάτι ανάλογο, ένα κατασκεύασμα της εποχής, ή και… τίποτα”.

Παράλληλα όλοι είχαν να παλέψουν και με το κρύο: “Όταν δε με τον πρώιμο χειμώνα του 1941-42 ήρθαν το μεγάλο κρύο κι’ οι παγωνιές, (θέρμανση ούτε για ιδέα, ρουχισμός και μέσα με το χρόνο ελιππέστερα), τα πράγματα πήραν δραματική μορφή. Το μεγαλύτερο μέρος των νοσηλευομένων παρουσίασε “οιδήματα της πείνας” κι’ οι θάνατοι ακολούθησαν κατά μάζες. Άνοιγαν το πρωί οι θάλαμοι και βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι πεθαμένοι και ξυλιασμένοι στα κρεβάτια τους ή στο δάπεδο. Η μεταφορά πτωμάτων στο Νεκροτομείο δεν σταματούσε όλο το 24ωρο κι’ επειδή ο χώρος του ήταν ανεπαρκής, τα τοποθετούσαν εκεί κατά στιβάδες, όπως τις σαρδέλες, το ένα πάνω στο άλλο (…) Το χειμώνα εκείνο 1941-42 αποδεκατίστηκαν πολλοί άρρωστοι. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν ελαττωθεί οι είσοδοι (…) ο αριθμός των νοσηλευομένων συνεχώς έπεφτε και από 2000 περίπου που ήταν μέχρι τότε, έφτασε σε λίγους μήνες στους μισούς και λιγότερους. Πείνα και κρύο θέριζαν. Όσοι άρρωστοι κρατιότα κάπως, είχαν αφηνιάσει (…) Οι αποδράσεις ήταν πολύ συνηθισμένες”.

Το Προσωπικό απ’ την πλευρά του είχε άλλα προβλήματα. Καθώς δεν υπήρχαν συγκοινωνίες, οι εργαζόμενοι πήγαιναν στο Δαφνί με τα πόδια και καταλαβαίνει κανείς πόσο τους εξουθένωνε αυτό, τα κτήρια του ψυχιατρείου ρήμαζαν και συνεχώς έπρεπε ν’ αντιμετωπίζουν καταστροφές κι ελλείψεις και κυρίως είχαν αρχίσει οι διώξεις και οι συλλήψεις από τις Αρχές Κατοχής που φυσικά έκαναν ελέγχους παντού.

Παρ’ όλα αυτά και την περίοδο του Πολέμου, παρά τις τραγικές συνθήκες που βίωναν τότε οι νοσηλευόμενοι εκεί και το προσωπικό, έκρυψαν και ανθρώπους που κινδύνευαν: “Δεν θα ήταν σωστό να παραλειφθή η συνδρομή του Νοσοκομείου στους διωκόμενους πατριώτες, πολλοί από τους οποίους βρήκαν εκεί άσυλο, αποκρύφτηκαν και προστατεύτηκαν με σοβαρότατο κίνδυνο. Θυμάμαι αόριστα τους Εβραίους.. Μπαρού και Δαυίδ.. (δεν είναι σίγουρο ότι αυτά ήταν τα πραγματικά ονόματα τους), καθώς και κάποιους άλλους, που ήταν διωκόμενοι και πέρασαν εκεί πολύ χρόνο καμουφλαρισμένοι σε αρρώστους..”

Ο συγγραφέας πάντως δεν προσπαθεί να εξωραίσει την κατάσταση, αλλά να διατηρήσει ίσες αποστάσεις και να αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αναφορικά με όσα έλαβαν χώρα στο πολύπαθο ψυχιατρείο:

Το Προσωπικό στην ολότητά του κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, είχε καρτερικότητα, ακόμα και αυταπάρνηση έδειξε σε μεγάλο μέρος του. Για τούτο, έγινε δυνατό να διατηρηθούν σε λειτουργία οι Υπηρεσίες του νοσοκομείου και να συνεχιστούν χωρίς διακοπή η παρακολούθηση και η νοσηλεία των αρρώστων, με πολλήν ατέλεια βέβαια και στο όριο του εφικτού κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όμως έρχεται κάποια στιγμή που ο άνθρωπος αποκάνει και η αντοχή του κάμπτεται. Περισσότερο, που ο καθένας είχε τότε και το δικό του, προσωπικό ή οικογενειακό δράμα. Έτσι, πολλοί έφυγαν σ’ αναζήτηση τρόπου και μέσων βιοπορισμού, άλλοι παράτησαν τον αγώνα, έπεσαν στη μοιρολατρεία κι’ έγιναν αδιάφοροι κι’ άλλοι αναμίχτηκαν σε διαφόρων ειδών ενέργειες και καταστάσεις. Ίσως υπήρξαν και μερικοί, (δεν είχα προσωπικές διαπιστώσεις, αλλ’ αναφέρθηκαν), που στην αποκορύφωση του κακού και κάτω απ’ την άγρια πίεση του ενστίκτου, κύτταξαν να επιβιώσουν σε βάρος των αρρώστων και καταχράστηκαν (όταν μπόρεσαν), μέρος από το ελάχιστο εκείνο, που δινόταν για συντήρησή τους. Η απόγνωση δεν ξέρει ηθικούς φραγμούς κι’ εκεί έπαψε πια να υπάρχη νόμος. Ο σώζων εαυτόν.. Τόση σύγχυση βασίλευε άλλως τε, που ώρες ώρες ήταν ν’ αναρωτιέται κανείς; Υπήρχε το Προσωπικό για τη φροντίδα των αρρώστων, ή οι άρρωστοι αποτελούσαν το πρόσχημα για να διατηρηθή στη ζωή το Προσωπικό;”

Από τα μέσα του 1942 και με την κατακραυγή της Παγκόσμιας Κοινής γνώμης για το Ελληνικό Δράμα, την παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού κτλ, η κατάσταση άρχισε να βλειτώνεται ιδίως στον επισιτιστικό τομέα. Ο κόσμος μπορούσε τουλάχιστον τώρα να επιζήσει παρά τα τεράστια προβλήματα και τις ελλείψεις κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να αποκαθίσταται η ομαλότητα και στο ψυχιατρείο: λιγόστεψαν οι θάνατοι, οι υπηρεσίες βρήκαν τον ρυθμό τους κτλ. Η καλυτέρευση συνεχίστηκε το 1943, μετά την πτώση της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου και τότε αρκετοί απ’ το προσωπικό επέστρεψαν στις θέσεις τους και ήρθαν και νέοι υπάλληλοι. Λίγο πριν την Απελευθέρωση:  «ο Γερμανός επικεφαλής της ομάδας που κατείχε το Ταστσόγλειο, θέλησε να εκβιάση το Μαρουλίδη (τον τότε Διοικητικό Διευθυντή), ζητώντας του ένα ποσόν, (δε θυμάμαι 100 ή 200 χρυσές λίρες), με απειλή πως αν δεν το ‘παιρνε, θα τίναζε στον αέρα το κτίριο…» Το ποσό αυτό δεν μπορούσε φυσικά να συγκεντρωθεί και να δοθεί κι ευτυχώς το μόνο που έγινε ήταν μιαν απόπειρα ανατινάξεως στο ένα από τα κτήρια των Σανατορίων που ήταν κενό, γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η κατάσκευή του. Πέρα απ’ τις υλικές ζημιές που έγιναν εκεί, δεν κινδύνεψε κανείς. Και σύντομα,  ήρθε η μέρα της Απελευθέρωσης που όλοι περίμεναν…

.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

 

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".