Παρουσίαση του βιβλίου: Behind the Shock Machine – The untold story of the notorious Milgram psychology experiments

.

BehindTheShockMachine_HR

.

Όσοι διαβάζετε αυτό το blog σταθερά, γνωρίζετε αρκετά πράγματα για τα πειράματα του Stanley Milgram αλλά και για τον ίδιο, απ’ τις αναρτήσεις που έχουν ανέβει εδώ τα προηγούμενα χρόνια. Δεν χρειάζεται να σας κάνω ιδιαίτερο πρόλογο για τον άνθρωπο που συγκλόνισε τον κόσμο όταν δημοσίευσε τα συμπεράσματα του απ’ αυτά τα πειράματα, που σχετίζονταν με την συμμόρφωση και την υπακοή στην εξουσία.

Αλλά κι όσοι έρχεστε εδώ για πρώτη φορά, μπορεί να ‘χετε ακούσει για κείνον σε κάποιο ντοκιμαντέρ που αφορά το Ολοκαύτωμα, να ‘χετε δει κάποια έρευνα που σχετίζεται με τις δικές του, να ‘χετε ακούσει το τραγούδι που του αφιέρωσε ο Peter Gabriel κ.ο.κ.

Δεν θα σας ξαναγράψω λοιπόν τα γεγονότα που ήδη γνωρίζετε, αλλά θα σας παρουσιάσω την οπτική της Gina Perry που έγραψε το σχετικό βιβλίο Behind the Sock Machine-The untold story of the notorious Milgram psychology experiments”.

Κατά το χρόνο της έρευνας της 140 ηχογραφήσεις ήταν στη διάθεση της για ακρόαση, ενώ πολλές άλλες θα παραμείνουν εμπιστευτικές μέχρι το 2039, σύμφωνα με το σύστημα που επικρατεί στην Αμερική (για την ταξινόμηση και τον αποχαρακτηρισμό των αρχείων). Αναφέρει πως η κάθε μία ηχογράφηση διαρκεί περίπου 50 λεπτά και διέθεσε περίπου 200 ώρες για να τις ακούσει και πολλά χρόνια συνολικά για να ερευνήσει κάθε πτυχή τους. Στο βιβλίο παραθέτει επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα αυτών, σε σημεία που θεωρεί ότι χρειάζεται για να υποστηρίξει τα γραφόμενα της. Έχει επίσης στη διάθεση της κάποια απ’ τα πρωτότυπα έγγραφα του Milgram καθώς και ηχογραφήσεις από ορισμένες συνεδρίες του με τον Dr. Paul Errera, που έγιναν μετά τη λήξη των πειραμάτων.

Γνωρίζουμε πως τα πειράματα έδειξαν πως ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υποκειμένων, το 65%, ήταν διατεθειμένα να διοχετεύσουν ακόμα και τις υψηλότερες δόσεις ηλεκτροσόκ που αναγράφονταν στη σχετική γεννήτρια, υπακούοντας στις εντολές του πειραματιστή,  στα υποκείμενα που έπαιρναν μέρος σε υποτιθέμενο πείραμα για τη μνήμη, όταν έκαναν λάθος στην ανάκληση λέξεων. Συνέχιζαν τα ηλεκτροσόκ, ακόμη κι αν το υποκείμενο διαμαρτυρόταν ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του ή το άκουγαν να βγάζει κραυγές πόνου.

Το συμπέρασμα ήταν αβίαστο: οι περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν μας το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Το ποσοστό ανέβηκε πολύ υψηλότερα μάλιστα, σε μετέπειτα πειράματα. Αυτή τουλάχιστον είναι η επίσημη εκδοχή για τα γεγονότα κι αυτή διδάσκεται ακόμη και σήμερα στα απανταχού πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ήταν όμως έτσι;

Ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Στην ανάρτηση που είχα ανεβάσει εδώ λοιπόν, επέμενα κι εγώ με τη σειρά μου να διευκρινίζω ότι δεν ήταν ένα μόνο το πείραμα αυτό («το πείραμα του Milgram» όπως αναφέρεται συνήθως), αλλά πολλά (πρόκειται δηλαδή για «τα πειράματα του Milgram») με διαφοροποιημένα σενάρια. Και το γνώριζα γιατί το ανέφερε η βιογραφία του ίδιου του ερευνητή.

Αυτό επισημαίνει και η Perry : ότι η ‘καρδιακή προσβολή’ ήταν ένα μόνο απ’ τα σενάρια των πειραμάτων, που σύμφωνα με τα στοιχεία, στο σύνολο τους ήταν 24. Άλλαζε η ιστορία, τροποποιούνταν το σενάριο, συμμετείχαν διαφορετικοί άνθρωποι σ’ αυτά. Σε κάποια σενάρια ο πειραματιστής έδινε οδηγίες απ’ το τηλέφωνο, σε άλλα μόνο όταν κάποιος δεχόταν 300 volt χτυπούσε τον τοίχο, ενώ πριν σε όλη τη διάρκεια του πειράματος ήταν ήσυχος κτλ. Σ’ αυτά τα σενάρια λοιπόν πάνω απ’ το 60% των υποκειμένων παράκουσε τον πειραματιστή. Τα ευρήματα λοιπόν ήταν αντίθετα απ’ αυτά στο σενάριο της ‘καρδιακής προσβολής’ που ήταν οπωσδήποτε,  το πιο δραματικό.

Αυτά τα πειράματα λοιπόν υποστηρίζει η συγγραφέας, είναι τόσο διάσημα όσο και παρεξηγημένα. Κι αιτιολογεί την άποψη της εξηγώντας τους λόγους αυτής της παρεξήγησης: α) ο ίδιος ο Milgram υποβάθμισε τα αντίθετα ευρήματα στις δημοσιεύσεις του, β) τα ΜΜΕ προέβαλλαν και διόγκωσαν τη φήμη αυτών των πειραμάτων και τη δική του που ως τότε ήταν ένας σχετικά άγνωστος επίκουρος καθηγητής, γ) μόλις 2 χρόνια πριν τη δημοσιοποίηση τους είχε προηγηθεί η δίκη του Adolf Eichmann και η Hannah Arendt είχε μιλήσει για την «κοινοτοπία του κακού» (απολύτως σχετική η ανάρτηση που θα βρείτε εδώ) οπότε κατά κάποιο τρόπο μια φιλοσοφική άποψη όπως τη δική της τεκμηρίωσε επιστημονικά μ’ αυτά τα πειράματα εκείνος κ.α.

Και γενικότερα, αναρωτιέται η Perry, έχουμε κατανοήσει ότι οι επιστήμονες είναι επίσης και παραμυθάδες (storytellers); Κατανοούμε πια διαισθητικά και υπάρχει πληθώρα αποδείξεων συνεχίζει, που δείχνει ότι οι επιστήμονες μπορεί να παράγουν αποτελέσματα για να υποστηρίξουν μια ιδιαίτερη πολιτική ή να προωθήσουν τις προσωπικές τους ατζέντες κι ότι οι ελπίδες ενός μεμονωμένου επιστήμονα για την έρευνα του μπορεί να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα. Έκανε κάτι ανάλογο κι ο Milgram;

Η ίδια ανακάλυψε νέα στοιχεία, ένα κρυμμένο ως σήμερα πείραμα του (μια ακόμα πιο αμφιλεγόμενη παραλλαγή όπως υποστηρίζει), που την έκαναν να αναρωτηθεί αν όντως ο Milgram βρήκε ό,τι ισχυρίστηκε. Η αξιοπιστία του ως σήμερα είναι υψηλότατη αλλά εκείνη πιστεύει πως έχει σημασία ν’ αμφισβητούμε τις ιστορίες που μας έχουν πει.

Κι εκτός απ’ αυτό, «τι μας λένε τα ποσοστά γι’ αυτούς τους 730 ανθρώπους που πήραν μέρος στα πειράματα του Milgram το ’61 και το ’62;” αναρωτιέται η συγγραφέας. Αυτό που έχει χαθεί απ’ την ιστορία του πειράματος πιστεύει, είναι οι φωνές αυτών των ανθρώπων που συμμετείχαν και έχει μείνει μια απλοποιημένη επιστημονική αφήγηση που μας δείχνει μια ανησυχητική τάση μιας απρόσωπης ομάδας υποκειμένων για υπακοή στην εξουσία.

Και μετά τη λήξη των πειραμάτων, έμαθαν οι συμμετέχοντες την αλήθεια αμέσως, όπως πιστεύουμε; Ισχυρίστηκε ποτέ ο ίδιος ο Milgram ότι τους την είπε; Ή μήπως όχι; Και πως ένιωσαν όταν πληροφορήθηκαν εντέλει τι ερευνούσε;

Τις δικές του απαντήσεις σε κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα, έχει δώσει ο συγγραφέας της βιογραφίας του Milgram, Thomas Blass, με τον οποίο αξίζει να λάβετε υπόψη ότι είχε επικοινωνία επί τρία χρόνια η Perry (που ζει κι εργάζεται στην Αυστραλία). Παραδέχεται μάλιστα ότι οι αναφορές εκείνου για τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις που υπήρχαν, την έκαναν να σκεφτεί να ερευνήσει με τη σειρά της αυτά τα πειράματα. Συναντήθηκαν και συζήτησαν για τον Milgram στην Αμερική (θα διαβάσετε τα πάντα για τη συζήτηση τους στο πρώτο κεφάλαιο) και της έχει γράψει μια εξαιρετική κριτική για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Κι είναι ένα βιβλίο που όντως αξίζει να διαβάσει κάποιος, ένα βιβλίο που πραγματικά προσθέτει στοιχεία σε όσα γνωρίζαμε για τα πειράματα,  για τον ίδιο τον Milgram αλλά και για την Κοινωνική ψυχολογία ως επιστήμη. Όσον αφορά την ουσία των θεμάτων που εξετάζει όμως, όσο κι αν συμμερίζομαι απολύτως τα ηθικά ζητήματα που εγείρουν τέτοιου είδους έρευνες όσο κι αν αντιλαμβάνομαι πλήρως τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε κάποιους απ’ τους συμμετέχοντες (απ’ την πρώτη στιγμή άλλωστε υπήρξε δριμύτατη κριτική απ’ το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας), δεν μπορώ να συμμεριστώ την εν γένει αφισβήτηση που δείχνει η συγγραφέας σε κάθε τι σχεδόν που αφορά τον Milgram (τον χαρακτηρίζει όπως και τον F. Zimbardo και άλλους σαν αυτούς cowboys of the psychological frontier κι αυτό έχω την αίσθηση πως αν μη τι άλλο δείχνει μια κάποια προκατάληψη). 

Η δική μου άποψη και πιστέψτε με διάβασα το βιβλίο με ανοιχτό μυαλό, είναι πως αυτά που μάθαμε απ’ τα πειράματα του είναι ανεκτίμητα. Όσο κι αν μπορεί κανείς να τον ψέξει για επιμέρους ζητήματα ( το πόση πίεση π.χ. άσκησαν οι πειραματιστές στους συμμετέχοντες, το ότι δεν μερίμνησε ίσως ορθά ώστε να μειώσει το άγχος των συμμετεχόντων μετέπειτα κ.α.), δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει και τη συμβολή του στη μελέτη της συμμόρφωσης και της υπακοής. Ο χρόνος άλλωστε θεωρώ πως έδειξε ότι είχε δίκιο όσον αφορά τα συμπεράσματα του κι οι μετέπειτα σχετικές μελέτες δεν τον διέψευσαν.

Αλάθητος δεν ήταν οπωσδήποτε, αλλά η ευφυία του φαίνεται στο σύνολο του έργου του και στις πρωτότυπες μελέτες του. Κι η ενασχόληση του με τα καλλιτεχνικά (μεταξύ άλλων, ήθελε πολύ να έρθει στην Ελλάδα και να γυρίζει ταινίες κάτω απ’ το Μεσογειακό ήλιο), για μένα δείχνει ότι δεν ήταν άνθρωπος με παρωπίδες.

Εν κατακλείδι δεν μπορώ να προσυπογράψω ότι ενήργησε με ψυχρότητα όπως θέλει να πιστεύει η συγγραφέας, ούτε να υποστηρίξω (ή να μην υποστηρίξω) πως το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η καριέρα του κι η εξέλιξη του στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Πως άλλωστε από τη συμπεριφορά του σε ένα πείραμα, να βγάλουμε γενικά συμπεράσματα για την προσωπικότητα του; Πως θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε τα βαθύτερα του κίνητρα;

Ακόμη κι αν ήταν ένας ψυχρός αριβίστας, αλλάζει αυτή η υποτιθέμενη παραδοχή κάτι; Διαφοροποιεί δηλαδή ριζικά την ιστορία των πειραμάτων του; Αν οι παραλείψεις του, η αμέλεια του, η  φιλοδοξία του οδήγησαν στην παραποίηση των αποτελεσμάτων, τότε και μόνο τότε, ναι. Αλλά ποιος θα μπορούσε ν’ αποφανθεί με βεβαιότητα εκ των υστέρων;  Κι αν εξεταζόταν άλλα εξίσου ‘διάσημα’ πειράματα τόσο εξονυχιστικά όσο τα δικά του, αποκλείεται να ερχόταν στην επιφάνεια άλλα τόσα παρόμοια ζητήματα (μεθοδολογίας, δεοντολογίας κτλ);

Απ’ όσα έχω πάντως διαβάσει για κείνον,  κατάλαβα πως σχολήθηκε με το πως αισθάνθηκαν οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ’ αυτά του τα πειράματα. Το αν θα έπρεπε ν’ ασχοληθεί όμως περισσότερο ή όχι, αν ασχολήθηκε επειδή είχε όφελος να το κάνει κτλ, είναι θέματα που ο καθένας μπορεί να τα κρίνει αφού λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα και να βγάλει τα συμπεράσματα του. Ευτυχώς πάντως που δεν γίνονται σήμερα πια τέτοια πειράματα, γιατί ο σκοπός δεν μπορεί ν’ αγιάζει τα μέσα ούτε ν’ αθωώνει κανέναν.

Κι αν πρέπει λοιπόν υπό το φως των νέων στοιχείων που φέρνει η Perry στο φως, να ενοχοποιήσουμε κι άλλο τον Milgram για όσα έκανε κι όσα δεν έκανε κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων, να του προσάψουμε κι άλλες μομφές, δεν θα πρέπει παράλληλα να λάβουμε υπόψη και το πόσο οι ενοχές των συμμετεχόντων για τ’ αποτελέσματα διαστρέβλωσαν κι αλλοίωσαν τη μνήμη τους; Δεν θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι με τις εκ των υστέρων αφηγήσεις τους και τις αξιολογικές τους κρίσεις;

Ανεξάρτητα βέβαια απ’ τη δική μου άποψη, τις μικρές μου ενστάσεις και τα ερωτήματα που θεωρώ ότι προκύπτουν, οφείλω να αναφέρω ότι το βιβλίο έχει βραβευτεί κι έχει λάβει ως επί το πλείστον διθυραμβικές κριτικές. Υπάρχουν πάντως και ηχηρές επικρίσεις.

Η συγγραφέας αναφέρει στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου καταγράφει τη συζητησή της με μια γυναίκα που συμμετείχε τότε στην έρευνα του Milgram, πως αυτά τα πειράματα δείχνουν περισσότερα για κείνον (π.χ. το ότι ήταν Εβραίος έπαιζε ρόλο στο είδος των πειραμάτων  που διεξήγαγε), παρά για τους συμμετέχοντες σ’ αυτά. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με το δικό της βιβλίο;  Δεν ‘εκθέτει’ η γραφή της και δικές της πλευρές (όπως γίνεται πάντα άλλωστε);

Η αμφισβήτηση βεβαίως δεν βλάπτει, η κριτική χρειάζεται ενίοτε και αυτονόητο δεν είναι τίποτα. Ο δικός μου σκεπτικισμός άλλωστε δεν αφορά την απομυθοποίηση του Milgram. Λαμβάνω απεναντίας υπόψη ότι η συγγραφέας είχε και το ευγενές κίνητρο να υπερασπιστεί τρόπον τινά τους συμμετέχοντες σ’ αυτό το πείραμα. Δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ όμως, με αφορμή όσα γράφει, πως περισσότερο απ’ το να έχουν οι άνθρωποι είδωλα, τους αρέσει το να τα γκρεμίζουν και να τα αποδομούν.

Καλή σας ανάγνωση. 

.

.

.

.

.