Ανακοίνωση ΑΡΣΥ για τα τεκταινόμενα στο ΨΝΑ

..

..

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΡΣΥ ΨΝΑ

.

ΔΕΝ Θ΄ ΑΝΕΧΤΟΥΜΕ ΑΛΛΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΨΝΑ.

ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΣΕΙΣ ΣΕ ΑΠΟΛΟΓΙΑ.

ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΚΛΕΙΣΙΜΟ» ΤΟΥ ΨΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ.

ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΡΑ!!!

.

Υστερα από τον γενικό αγωνιστικό συναγερμό, με τον οποίο το ΨΝΑ «υποδέχτηκε» τον περασμένο Νοέμβρη τον νέο Διοικητή, που κατέφθασε με έτοιμα τα πλάνα για άμεσο κλείσιμο του ψυχιατρείου, περνάμε, εδώ και ένα τρίμηνο, μια περίοδο «ακινησίας γεμάτης ανησυχία». Μια περίοδο παθητικής αναμονής για το ποιο θα είναι το επόμενο βήμα τους, καθώς, όπως δήλωσαν, το «κλείσιμο του ΕΟΠΥΥ», που έθεταν σε προτεραιότητα, τους ανάγκαζε να αναβάλλουν για λίγο τις ενέργειες για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων».

Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό, καθώς το εγχείρημα του βιαστικού κλεισίματος των ψυχιατρείων αποδείχτηκε ότι ξεπερνούσε τις όποιες μανιακόμορφες επιδιώξεις εντεταλμένων υπαλλήλων της τρόικας. Μια «καυτή πέτρα», που πριν την πετάξουν στα άχρηστα, πιθανό να τους κάψει το χέρι.

Αυτό, μακριά από το να σπέρνει τον όποιο εφησυχασμό, ότι, τάχα μου, «δεν μπορούν να το κάνουν», τους κάνει, αντίθετα, όσο λιγότερος χρόνος τους μένει για να εκτελέσουν τις εντολές τους και με δεδομένη την κοπή των ανθρώπων που έχουν πρόθυμα προσφερθεί και επιλεγεί για το «έργο», ακόμα πιο αδίστακτους και επικίνδυνους για ένα πραγματικό «ολοκαύτωμα της ψυχικής υγείας».

Υστερα από την ορμητική του είσοδο στο ΨΝΑ και τις πρώτες ψυχρολουσίες που πήρε, ο νέος Διοικητής άρχισε να εφαρμόζει μια τακτική ταυτόχρονου εφησυχασμού και τρομοκρατίας. Γιατί δεν ήταν παρά μια προσπάθεια διασποράς εφησυχασμού η διαβεβαίωση στο σωματείο ότι «κατάλαβαν», οι του Υπουργείου, ότι στα ψυχιατρεία δεν μπορεί να υπάρξει διαθεσιμότητα/κινητικότητα και έτσι δεν θα την κάνουν. Ποιος τους πιστεύει; Είναι στάχτη στα μάτια για να κερδίσουν συμμάχους «από τα κάτω», ή, τουλάχιστον, όχι αντιδράσεις, για τις όποιες κινήσεις (όλο και πιο βιαστικές και βάρβαρες όσο λιγοστεύει ο χρόνος) για το κλείσιμο και μετά θα έλθει η ώρα της πληρωμής, όπως ήλθε για την ΕΡΤ και για όλο το Δημόσιο – σε μια χρονιά που πρέπει να γίνουν 11.000 απολύσεις και 15.000 διαθεσιμότητες. Ταυτόχρονα, κάθε μέρα που περνάει, επιβεβαιώνεται ότι ο νέος Διοικητής «διοικεί» σε μια λογική «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» : μεταφέρει ακόμα και τα ωράριά του στις απογευματινές και νυχτερινές ώρες, αφού δεν έχει ως στόχο τον διάλογο και την όποια συναινετική διαδικασία, αλλά την δημιουργία ενός σώματος φοβισμένων, ενοχοποιημένων και παθητικοποιημένων υπαλλήλων, έτοιμων να δεχτούν τα πάντα, ακόμα και την απόλυσή τους, χωρίς να διαμαρτυρηθούν – πόσο μάλλον την όποια κακομεταχείριση των ασθενών που συνεπάγεται, ως εκ της φύσεώς του, το βιαστικό άδειασμα του ψυχιατρείου.

Αντί να συζητήσει με τους γιατρούς και τους ψυχολόγους για τα όποια προβλήματα της εφημερίας, προτιμά τις εφόδους και την κλήση σε απολογία. Eνόχλησε τρομερά η λέξη «μπουρδέλο», ως επιθετικός προσδιορισμός του σύγχρονου ελληνικού κράτους, που ξεστόμισε η υπεύθυνη του φαρμακείου, πιεσμένη από την συμπεριφορά του – ένας χαρακτηρισμός επιεικέστατος για το κράτος (αυτό του Αδώνιδος) που μετά μανίας εκπροσωπεί ο νέος Διοικητής, χαρακτηρισμός που συμμερίζεται και χρησιμοποιεί καθημερνά όλος ο ελληνικός λαός.

Πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί μια πολιτική που λέει ότι σε έξη μήνες θα έχουν φύγει οι χρόνιοι, που, λίγες μέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας, προειδοποιεί ότι, αν δεν φύγουν, θα υπάρχουν «νομικές συνέπειες», ότι βρέθηκαν τα νοσοκομεία όπου θα μεταφερθούν τρεις κλινικές τους ΨΝΑ (Σισμανόγλειο, Πολυκλινική, Σωτηρία) και μετά αυτό να «ξεχνιέται» – για να επανέλθουν, με την ντιρεκτίβα να γίνουν (στα γρήγορα και μ΄ ένα διοικητικό τρόπο) «διακλαδικές ομάδες» για τα γηροψυχιατρικά και τα τμήματα χρονίων, να μαζευτούν γρήγορα (από τους κοινωνικούς λειτουργούς) στοιχεία για το πού θα πάει ο καθένας κι΄ αν δεν βρεθεί, ν΄ αναζητηθούν θέσεις παντού στην ελληνική επικράτεια, όπου υπάρχουν κενά…. ενώ και οι ψυχιατρικές κλινικές πρέπει να ξαναετοιμάζονται, ποιά, με ποιά σειρά, να πάει πού και πώς (ίσως της ανακοινωθεί την ημέρα της μετακίνησης). Χωρίς την δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών (ΚΨΥ κλπ), χωρίς τομεοποίηση, χωρίς τίποτε. Ετσι απλώς… κλείσιμο…

Κι όλα αυτά τη στιγμή που το Δαφνί καταρρέει και οδηγείται στο «κλείσιμο» ακόμα και χωρίς να το «κλείσουν». Με την δραματική έλλειψη προσωπικού, κυρίως νοσηλευτών και ψυχιάτρων. Με την ακραία υποβάθμιση, κάτω από όρια της ασφαλούς λειτουργίας, όλων των μονάδων και των δομών του, μέσα και έξω. Με την πρωτοφανή έλλειψη πόρων για τα στοιχειώδη εντός του νοσοκομείου (φάρμακα κλπ), με τον αλματώδη πολλαπλασιασμό των ανασφάλιστων, φτωχών, εξαθλιωμένων και εγκαταλειμμένων ασθενών. Και με μια Διοίκηση που ξέρει μόνο να κραυγάζει, να απειλεί και να τρομοκρατεί.
Φτάσαμε σε τέτοιο σημείο γελοιογραφικής απεικόνισης και ξεπεσμού του «κράτους» που ο εκπρόσωπός του στο ΨΝΑ δεν διστάζει να ασκεί «Διοίκηση» μέσω facebook και να επικοινωνεί τα διάφορα επεισόδια τρομοκράτησης και εκφοβισμού (κατά των γιατρών, της φαρμακοποιού κλπ) μέσω του προσωπικού του λογαριασμού, σε «φίλους/ες».

Όταν το στυλ της επικοινωνίας μέσω facebook και twitter υποκαθιστά την πραγματική επικοινωνία (διάλογο) με τους εργαζόμενους του οργανισμού, τότε είναι φανερό ότι η Διοίκηση ανάγει την λειτουργία της, την μέχρι τώρα κραυγαλέα και «πολυπράγμονα αδράνειά» της, στο επίπεδο του διαδικτυακού κοινωνικού σχολιασμού. Δεν διοικεί, με την έννοια του ν΄ αντιμετωπίσει (με όποιο τρόπο, «καλό» ή «κακό») προβλήματα – απλώς διεκπεραιώνει, διευκολύνει την «δημοσιονομική προσαρμογή» (το μνημόνιο). Αν οι ανάγκες αυτής της νεοφιλελεύθερης προσαρμογής απαιτούν Καιάδα για τους ψυχικά ασθενείς και απόλυση του προσωπικού, τότε αυτό θα είναι στην ημερήσια διάταξη για να επιτευχθεί με όποιο τρόπο. Και θα «ανέβει» και στο facebook για «φίλους» και «φίλες»….

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο νέος Διοικητής του ΨΝΑ είναι ο υπεύθυνος της επιτροπής (που φέρει το όνομά του) του Υπουργείου Υγείας που επεξεργάστηκε την διάλυση του ΕΟΠΥΥ, την απόλυση μιας μερίδας των εργαζομένων σ΄ αυτόν και τον εξαναγκασμό των υπόλοιπων σε μισθολογική υποβάθμιση, αφήνοντας εκατομμύρια κόσμου χωρίς καμιά δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας υγείας.

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους του ΨΝΑ σε επαγρύπνηση και άμεση κινητοποίηση. Δεν θα περιμένουμε την ημέρα που θα ανακοινωθεί το κλείσιμο για να κινητοποιηθούμε. Το ψυχιατρείο κλείνει, βουλιάζει με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, κάθε μέρα. Πρέπει εδώ και τώρα να κινητοποιηθούμε, σε συμμαχία με τους ασθενείς, υπερασπίζοντας τα δικαιώματα και την χειραφέτησή τους, με τις οικογένειές τους και όλη την κοινωνία, απαιτώντας προσλήψεις προσωπικού (κυρίως νοσηλευτών και ψυχιάτρων), διαδικασίες ουσιαστικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και Αποϊδρυματοποίησης, άμεση εφαρμογή της τομεοποίησης, δημιουργία ενός ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών, με ενεργό και πρωταγωνιστικό τον ρόλο των εργαζομένων και των ασθενών στην όλη διαδικασία του μετασχηματισμού, ενάντια στην όποια λογική και στα όποια άνωθεν λαμβανόμενα μέτρα και διαδικασίες ενός fast track κλεισίματος.

.

24/2/2014

.

..

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ (ΑΡΣΥ)

ΨΝΑ

.

.

.

.

.

Advertisements

HΠΑ: Κατά μέσο όρο 5 χρόνια περιμένουν οι ψυχικά πάσχοντες μέχρι να τους δει κάποιος ειδικός

.

update 23/3/2016

.

.

Διάβασα τις τελευταίες μέρες αρκετά άρθρα (κυρίως απ’ την εφημερίδα Psychiatric Times), για την κατάσταση των ψυχικά πασχόντων στην Αμερική. Παρά το ότι διαφωνώ σε βασικά σημεία με την συντριπτική πλειοψηφεία των αρθρογράφων, όπως για παράδειγμα στο θέμα της επικινδυνότητας, φυσικά σ’ αυτό της αντιμετώπισης των ψυχικά πασχόντων κ.α., έχει νόημα να σας προτείνω να διαβάσετε αν ενδιαφέρεστε, κάποια απ’ αυτά. Γιατί σε ορισμένα σημεία οι απόψεις τους έχουν αξία και γιατί θα καταλάβετε ποια ακριβώς είναι η κατάσταση εκεί. Αφού επίκειται το κλείσιμο (εδώ μια σχετική ανάρτηση) των δικών μας ιδρυμάτων, ας γνωρίζουμε..

Μαθαίνει λοιπόν κανείς για παράδειγμα, διαβάζοντας αυτά τα άρθρα, πως περνούν κατά μέσο όρο 5 χρόνια (!) απ’ τη στιγμή που κάποιος θα κάνει ένα ψυχωτικό επεισόδιο (απ’ την έναρξη μιας σοβαρής ψυχικής διαταραχής γενικότερα), ως τη στιγμή που θα τον δει κάποιος ειδικός. To λέει ο ίδιος ο Thomas Insel, o Διευθυντής του NIMH.

Thomas Insel, Director of the NIMH,
Thomas Insel, Director of the NIMH,
Thomas Insel, Director of the NIMH,

Οι λόγοι αναλύονται εδώ (στην ενότητα History of mental health) και βεβαίως υπάρχει άμεση συσχέτιση με το πρόωρο κατά πολλούς ψυχιάτρους, κλείσιμο των ψυχιατρείων και όχι μόνο.

Ιστορικά, για να καταλάβετε, έχουν συμβεί όσα αναφέρει εδώ ο διευθυντής ψυχίατρος του ΨΝΑ Θ. Μεγαλοικονόμου:  «Αυτή η πρακτική που είναι ορθότερο να την αποκαλούμε απονοσοκομειοποίηση, σε αντιδιαστολή με την αποϊδρυματοποίηση, ήταν διακριτικό γνώρισμα του ριγκανισμού από την εποχή που ο Ρίγκαν ήταν κυβερνήτης της Καλιφόρνιας τη δεκαετία του ’60 και συνδέθηκε με την αναδιάρθρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και την περιστολή των δημοσίων δαπανών. Τα μεγάλα ψυχιατρεία θεωρήθηκαν από τις πιο «σπάταλες» και αναλώσιμες πλευρές του κράτους πρόνοιας, που θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από πιο φτηνές κοινοτικές υπηρεσίες. Ψυχιατρικά ιδρύματα έκλεισαν ή συρρικνώθηκαν όχι για να απελευθερωθούν οι έγκλειστοι και να ζήσουν ως κανονικοί πολίτες αλλά για λόγους αναδιάρθρωσης προϋπολογισμών. Οι ασθενείς, από την «καταπιεστική προστασία» του ιδρύματος πετάχτηκαν στους δρόμους, στην πλήρη εγκατάλειψη, και το προσωπικό απολύθηκε».

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της δήθεν αποϊδρυματοποίησης στις ΗΠΑ ­ προσθέτει ο κ. Μεγαλοοικονόμου ­ ήταν οι πρακτικές transtitutionalization, δηλαδή η μεταφορά ομάδων πληθυσμού των ψυχιατρείων σε άλλου είδους ιδρύματα, όπως γηροκομεία, φυλακές, nursing homes – οικοτροφεία με 100-150 ασθενείς, συχνά μέσα σε άθλιες συνθήκες». Κι έτσι έφτασαν στη σημερινή κατάσταση.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που δίνει για το 2015 το Treatment Advocacy Center, κάποιος με ψυχική διαταραχή που δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία, είναι 16 φορές πιο πιθανό να πυροβοληθεί από αστυνομικό και να εμπλακεί στα γρανάζια της ποινικής διακιοσύνης, σε σχέση με τους άλλους πολίτες. Έτσι, περίπου το 15% των αντρών και το 30% των γυναικών που βρίσκονται στη φυλακή, έχουν κάποιου είδους ψυχιατρική διαταραχή για την οποια όμως σε ποσοστό 83% δεν τυγχάνουν καμίας  θεραπείας, όπως δείχνουν τα στοιχεία που έδωσε για το 2014 το ΝΑΜΙ στη δημοσιότητα.

Γιατί λοιπόν βρίσκονται εκεί; Επειδή η συνεχής υποχρηματοδότηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, οδηγεί το ποινικό σύστημα να πάρει τη σκυτάλη της ανάληψης ευθύνης για τους ψυχικά πάσχοντες. Ο αριθμός των ατόμων με σοβαρές ψυχικές ασθένειες στις φυλακές ξεπερνά μάλιστα εκείνων στα κρατικά νοσοκομεία σε αναλογία 10-1!.

.

.

Αναρωτιούνται λοιπόν τώρα, σχεδόν ρητορικά οι εκεί ειδικοί,  αν έκλεισαν βιαστικά αυτά τα ιδρύματα που παρείχαν τέλος πάντων κάποια φροντίδα και ήταν ένα ‘άσυλο’ (η λέξη μπαίνει σε εισαγωγικά ήδη απ’ το δικό τους κείμενο – ενδιαφέρον αυτό σαν στοιχείο) στα άτομα με ψυχικές διαταραχές που βρίσκονται πλέον στο δρόμο (ως άστεγοι, σε ένα σύνολο 3,5 εκατομμυρίων ανθρώπων) στις φυλακές (321.000 ψυχικά πάσχοντες είναι έγκλειστοι σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς) ή ζουν χωρίς καμιά φαρμακευτική αγωγή και χωρίς ψυχοθεραπεία.

Η ταινία “Η φωλιά του κούκου” (One Flew Over the Cuckoo’s Nest, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο) δεν αντιπροσώπευε, υποστηρίζεται σε ένα απ’ αυτά τα άρθρα, την κατάσταση. «Ήταν μια φανταστική δραματοποίηση μιας μειονότητας των ιδρυμάτων αυτών», αναφέρεται. Δεν ήταν «λάκοι με φίδια» όλα αυτά τα ιδρύματα, συνεχίζει το κείμενο. Ωστόσο, αναγνωρίζουν πως η ταινία έδειξε πράγματι ότι «η μακροχρόνια ψυχιατρική νοσηλεία μπορεί να οδηγήσει σε πατερναλισμό και σε κατάχρηση εξουσίας«.

Πως θα αποφευχθεί αυτό; «Our current appreciation of the importance of informed consent and patient empowerment can not only help avoid such dangers but also inspire a truly humane and therapeutic hospital environment». Αυτή είναι με λίγα λόγια, η πρόταση τους κι ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.

..

..

Ξεχώρισα απ’ όσα διάβασα πάντως, αυτό εδώ το σημείο:

«When did it become reasonable not to provide treatment to the people who suffer most in our society? When did homelessness become a compassionate alternative to hospitalization? When did serious mental illness, in essence, become a crime? There is no “liberty,” or “pursuit of happiness,” when people with serious mental illness are not provided good care and good treatment. Psychosis is not a civil liberty«.

Και για το τέλος κι αφού παρακολούθησα το ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο η πολιτεία της Nevada στέλνει τους ψυχικά πάσχοντες στην …California γιατί έχουν κουραστεί (!) οι ιθύνοντες εκεί να συνδιαλλέγονται μαζί τους (έτσι βρήκαν τρόπο να τους ξεφορτωθούν και να μειώσουν υποτίθεται το κόστος νοσηλείας τους), κράτησα αυτές τις φράσεις που θα διαβάσετε, απ’ το ίδιο άρθρο και που ταιριάζουν θεωρώ με την περίπτωση:

“Out of sight, out of mind,” is a mechanism for personal and societal denial. It isn’t compassionate. It isn’t responsible. It isn’t consistent with a civilized society. It must not continue».

Ας το ελπίσουμε…

..

..

..

..

..

When did it become reasonable not to provide treatment to the people who suffer most in our society? When did homelessness become a compassionate alternative to hospitalization? When did serious mental illness, in essence, become a crime? There is no “liberty,” or “pursuit of happiness,” when people with serious mental illness are not provided good care and good treatment. Psychosis is not a civil liberty. – See more at: http://www.psychiatrictimes.com/blogs/couch-crisis/jails-masquerade-psychiatric-hospitals?GUID=371E37A3-B961-4901-8CB7-66F41465E061&rememberme=1&ts=01022014#sthash.eag0gjwX.dpuf
When did it become reasonable not to provide treatment to the people who suffer most in our society? When did homelessness become a compassionate alternative to hospitalization? When did serious mental illness, in essence, become a crime? There is no “liberty,” or “pursuit of happiness,” when people with serious mental illness are not provided good care and good treatment. Psychosis is not a civil liberty. – See more at: http://www.psychiatrictimes.com/blogs/couch-crisis/jails-masquerade-psychiatric-hospitals?GUID=371E37A3-B961-4901-8CB7-66F41465E061&rememberme=1&ts=01022014#sthash.eag0gjwX.dpuf
When did it become reasonable not to provide treatment to the people who suffer most in our society? When did homelessness become a compassionate alternative to hospitalization? When did serious mental illness, in essence, become a crime? There is no “liberty,” or “pursuit of happiness,” when people with serious mental illness are not provided good care and good treatment. Psychosis is not a civil liberty. – See more at: http://www.psychiatrictimes.com/blogs/couch-crisis/jails-masquerade-psychiatric-hospitals?GUID=371E37A3-B961-4901-8CB7-66F41465E061&rememberme=1&ts=01022014#sthash.eag0gjwX.dpuf

Αυτόχειρ – Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη

.

*Tο διήγημα αναδημοσιεύεται από το εξαιρετικό Translatum κι ευχαριστώ το Σπύρο, τον διαχειριστή, που μου έδωσε την άδεια του.  Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του κειμένου, για ευνόητους λόγους. Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Μιχαήλ Μητσάκη που νοσηλεύτηκε και πέθανε στο Δρομοκαϊτειο, θα βρείτε εδώ, εδώ κι εδώ. Καλή ανάγνωση.

.

Την ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πώς και τι, επερνούσ’ από τας Πάτρας. Είχα φθάση το πρωί, έρριξα όπως συνήθως τη βαλίζα μου εις ένα εκ των δωματίων της «Μεγάλης Βρεταννίας», εκεί πάνου, εις το τρίτο πάτωμα, ψηλά-ψηλά, με την Βαράσσοβαν αντίκρυ, και όλο το λιμάνι αποκάτου, και εβγήκα εις την πόλιν.

Εις την πόλιν, η πρώτη μου δουλειά ήτον να περάσω μια ματιά από την Νομαρχίαν, και να ιδώ τον Χρηστάκην Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, -διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής ή ως νομάρχης της,- να τον αφήσω έπειτ’ από λίγο στα χαρτιά και στα γραψίμια του, να τραβήξω προς το Κάστρο, και ν’ αρχίσω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περιέργους μαχαλάδες του.

Έτσι, χάσκοντα επί υψώματος τινός προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο Κορινθιακός, των αντικρύ βουνών ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι, και με ανάγκασε να κατεβώ προς το Μαρκάτο, να χωθώ σ’ ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας, της στενής και τετραγώνου, με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα-φέρτα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω. Έπειτα, εροβόλησα σιγά-σιγά προς την πλατείαν Γεωργίου, και ανέβηκα στη λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατελείωτον ανάγνωσιν της Ντεμπά και της Ρεβού, λίαν προσφιλών πνευματικών εντρυφημάτων εις τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φαίνεται δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσε πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ’ ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Κανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενείου εν τη πόλει και λογογράφον εις τας ώρας του, τον επήρ’ από το μπράτσο, και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος.

Εις το μώλο, τέσσερες-πέντε συντροφιές έφερναν βόλτες, δεμένα εις τα εκατέρωθεν κανόνια τα μπηγμένα εις την γην με τα χονδρά των παλαμάρια δέκα-είκοσι καράβια εσιγοκινούντο, ανατείνοντα τας λόγχας των ιστών των προς τον καθαρόν αποπάνω ουρανόν, ένα βαπόρι, υπερύψηλον, πλατύ, μακρύ, ωρθώνετο, κατάμαυρος όγκος, εις την άκρη, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι.
Και αφού εκάμαμε και εμείς μερικές γύρες, όταν το αιχμηρόν φανάρι φρουρεί ως μιναρές το τέρμα του βραχίονος έρριξε την ακτίνα του λευκού φωτός του επ’ αυτού, εχωρισθήκαμε, καθ’ ένας αντιθέτως, ο μεν προς το σπητάκι του, ο δε, εγώ τουτέστι, προς το ξενοδοχείον.

Η σάλα οπού εκπληροί τα χρέη ρεστωράν της παμμεγίστης Βρεταννίας, όταν εμπήκα, ήτον άδεια, κανείς δεν είχε έλθη για να φάη, μονάχοι δε ευρίσκοντο εντός αυτής, ορθός και στηριγμένος εις τον μπάγκον, υπό την θαμβήν ανταύγειαν του γκαζ, στρογγυλός και ρεμβάζων, ο αγαθός Κοσμάς, και καθισμένοι, εις ένα εκ των πρώτων τραπεζιών, τελειώνοντες ως εφαίνετο το δείπνον των, ο φίλος μου, ο κυρ Παναγιώτης ο Χρυσανθάκης, ο διευθυντής, η κυρά-Γκιοβάννα, η υψηλή και εύσωμος ουγγαρέζα σύζυγός του, κ’ ένας νέος, με στενά, με μαύρα γένεια, ως τριάντα-τριάντα δυο χρόνων. Τους εκαλησπέρισα λοιπόν, και προσκληθείς από τον κυρ Παναγιώτην, εκάθησα στο τραπέζι των, εις το κενόν τέταρτον κάθισμα, και έστειλα τον προσδραμόντα αγαθόν Κοσμάν να μου φέρη μια μπριζόλα.

Αι, πού επήγατε, εκάματε περίπατο; με ερώτησε, άμα εκάθησα, η κυρά-Γκιοβάννα.

― Ναι, αρκετά, απήντησα εγώ.

Επήγατε στο Γεροκομειό; επήλθεν ερωτών και ο φίλος μου ο κυρ Παναγιώτης.

Όχι, στο μώλο επήγα λίγο, απεκρίθηκα εγώ, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω ελαφρόν χαμόγελο, ως γνωρίζων την αβλαβή αδυναμίαν των αξιολόγων Πατρινών να απευθύνουν πρώτην-πρώτην κι’ απαραίτητον εις κάθε ξένον που πατεί το πόδι του στην πόλιν των την ερώτησιν, αν πήγε στην ωραίαν άλλως εξοχήν των, το Γεροκομειό.

Και πώς σας φαίνεται η πόλις μας, κύριε Μητσάκη; υπέλαβεν ο τρίτος εκ των καθημένων, ο νέος με τα μαύρα γένεια, προστιθέμενος κι’ αυτός.

Ο κύριος αστυνόμος, φίλος μας, διέκοψεν η κυρά-Γκιοβάννα, συνιστώσα.

Μα, την ήξευρα, είχα έρθη και άλλοτε, δεν είνε η πρώτη φορά, εμένα μ’ αρέσει, είπα εγώ.

Α… εμπορική πόλις… οι ξένοι συνήθως δεν ευχαριστούνται εδώ… δεν έχει κανείς τίποτε να ιδή…

Ω, όχι… εγώ πάντα βρίσκω πολλά πράμματα που να μ’ ενδιαφέρουν…

Και θα σας έχωμεν πολλάς ημέρας εδώ;…

Αι, λίγες ακόμη

Είχαμε και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα … εμάθατε βέβαια…

Όχι… μπα!… τίνος;…

Μα… ενός ξένου… είχε έρθη χθες… κ’ εκάθισε σ’ έν απ’ αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας… είπε πως ήρθε από τας Αθήνας… αλλά δεν ήτον από κει… νομίζω πως θα ήτον από τη Σμύρνη… μάλιστα εις το ξενοδοχείον δεν ήξευραν ακόμα ούτε τ’ όνομά του…

Και, καλά, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;…

Μα… λέγουν ότι έπασχε από ένα χρόνιον νόσημα… ξέρω κ’ εγώ… ήρθε χθες νύχτα, άφησε τη βαλίτσα του κ’ εβγήκε, εγύρισε αργά, κοιμήθηκε, το πρωί ζήτησε τον καφφέ του, ήσυχος, το εξωτερικό του δεν έδειχνε τίποτε, ξαναβγήκε, έκαμε έναν περίπατο προς της Ιτιές, το μεσημέρι έφαγε σ’ ένα άλλο ξενοδοχείο, εγύρισε κατά της δύο, εχαιρέτισε το παιδί που ήτον στην πόρτα, ανέβηκε στην κάμαρά του, εκλείστηκε, και ύστερ’ από λίγο άκουσαν την πιστολιά… Μου μήνυσαν, έσπασα την πόρτα, τον ηύρα ντυμένον απάνου στο κρεββάτι… βαρεμένος εδώ… -και ο αστυνόμος έδειξε την καρδιά του- …στηστιγμή … δε θα έζησε ούτε δευτερόλεπτο… Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα…

Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν’ από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ’ ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς». Και από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Τίποτ’ άλλο. Κι’ όλ’ αυτά, γραμμένα καθαρώτατα, με στερεόν το χέρι, ευανάγνωστα, χωρίς καμμίαν ανορθογραφίαν, δίχως ούτε τόνος ούτε κόμμα καν να λείπη, από άνθρωπον εγγράμματον προδήλως, δίχως ίχνος τρόμου, συγκινήσεως, ανησυχίας καν, απλούστατα, φυσικώτατα, κοινότατα.

Εκύτταξα ολίγο το απαίσιον χαρτί, το ζαρωμένο και τσαλακωμένο, εις το οποίον επεριλαμβάνετο η τελευταία εκδήλωσις μιας ζωής, το εδίπλωσα εκ νέου, και το απέδωκα προς τον αστυνόμον. Και μετά τινας άλλας αδιαφόρους ομιλίας, αφού ετελείωσα κ’ εγώ το φαγητό μου, επροσκάλεσα τον φίλον μου Κοσμάν, επλήρωσα, τους εκαληνύχτισα, και διευθύνθηκα προς το δωμάτιόν μου.

Οι σκάλες του ξενοδοχείου, υψηλές και μισοσκότεινες, ανερριχώντο προς τα ύψη του πολύβαθμοι, έρημοι εξετείνοντο οι διάδρομοι, τα φώτα δεν είχαν ακόμη αναφθή καλά-καλά, ησυχία εβασίλευε. Μόνον, από το υψηλότερόν του πάτωμα, κωδωνισμός αντήχει, παρατεταμένος και επίμονος, οξύς και βίαιος τριλλίζων, ως ανθρώπου κρούοντος προ ώρας, και ανυπομονούντος επιτέλους• και από τα ζοφερά βάθη των κλιμάκων, κάτω, εις την είσοδον, φωνή ανέβαινε, βοώσα, ωργισμένη, του θυρωρού φαίνεται, προς άλλον υπηρέτην:

Βρεεε Δηημηητράάκηηη, δεν ακούς μωρέ κουφαϊδόνι, τρεις ώρες χτυπάει ο άνθρωπος στο τρίτο, την Παναγία σου μέσα, ρουφιάνε!…

Και μετ’ ολίγον, ενώ επερνούσ’ από το δεύτερον, σκιά διέβηκε κοντά μου, τρέχουσα, μ’ εσκούντησε, κ’ εχάθη, αναβαίνουσα. Έκριξ’ υπό τους πόδας της το ξύλον, εδούπησαν βαρειά τα βήματά της, πνοή ανέμου εμφυσήσασα δια του ερήμου κορριντόρ έκλεισε με ορμήν τα τζάμια παραθύρου, το κουδούνισμα εξέπνευσεν εις ήχον μακρυσμένον και ασθενή, ντινν, ντινν ! Και όταν ανέβηκα επάνου, είδα την σκιάν του υπηρέτου, στεκομένην έξωθεν της πόρτας του πλαγίου στο δικό μου δωματίου δια μέσου της οποίας, μισοανοιχτής, γυνή τις, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, έτεινε προς αυτόν λεκάνην.

Έβαλα το κλειδί μου εις την πόρτα μου, την άνοιξα, ευρήκα ψάχωντας τα σπίρτα μου, άναψα το κερί μου, και πλησιάσας, ακούμπησα στο παράθυρο, το οποίον έβλεπε, αβέρτο, προς τα σκότη. Μέσα στη νύχτα, η οποία πλέον ήρχετο, εκτείνετο, εις μαύρην λειότητα, ευρεία, η ακύμαντος επιφάνεια της θαλάσσης, ακίνητα τα πέραν βουνά, ανώρθωναν τας σκιώδεις κατατομάς των, αι στέγαι των πέριξ οίκων συνεχέοντο εις επίπεδον σκοτεινόν, ο ουρανός είχε αρχίσει να σπέρνεται με άστρα, και εις τον κάτω δρόμον, αναμμένα, ετρεμούλιαζαν, τα πρώτα ράμφη του γκαζ.

Και ενώ έσκυφτα έξω απ’ αυτό, ροφών και με τας πέντε αισθήσεις μου, και τον βαθύν της θαλάσσης ανασασμόν, και την από των πέραν βουνών καταφερομένην μαλακήν πνοήν, και τον από των πέριξ οίκων αναδιδόμενον αόριστον θρουν της ζωής, και του μακρυνού άστρου την ακτίνα, και την από τον κάτω δρόμον αναβαίνουσαν σύμμικτον κίνησιν, η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ιδή προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακαθέκτω και βιαία, εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τω τραχεί. Ας μην ενοχληθή κανείς!

Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Αθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Τσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ’ το Βουκουρέστι; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα;

Μήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Μήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί; Μήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Κάστρου;

Και μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο. Η οδός Αγίου Ανδρέου ήτον πλήρης κόσμου, ο οποίος επηγαινοήρχετο, και προς το μέρος της ιδίως όπου είνε μαζωμένα τα μπακάλικα, κοντά εις το Λεσχίδιον, ανεκινείτο πολύ θόρυβος. Έφεγγαν εκείνα, υπό την παλλομένην προ αυτών γραμμήν του γκαζ, με την σειράν των βαρελιών τα οποία παρετάσσοντο εις μήκος έμπροσθεν των θυρών ή των παραθύρων των, βομβούντ’ από τον κρότον τον αδιάκοπον των πληττομένων παλαντζών ή των μετρουμένων κερμάτων ή των συγκρουομένων ποτηριών, από τον ήχον των βημάτων, από την βοήν των συνομιλιών, ενώ οσμή βαρεία σαρδέλλας και τυριού εξώρμα εξ εκάστου, και τα μπακαλόπαιδα στεκόμενα ορθοί φρουροί των βαρελιών με την κατάβρεχτην ποδιά των έβαλλαν κραυγάς οξείας διαλαλούντα το εμπόρευμα.

Ποικιλόμορφον, το πλήθος των διαβατών, ανδρών και νέων και γερόντων, πολιτών και στρατιωτών, αστών και εργατικών, ναυτικών και εντοπίων, φουστανελλάδων και φραγκοφορεμένων, εστάθμευε κατά ομίλους προ αυτών ή εν τω μέσω της οδού, εσυνδιαλέγετο, επεριπατούσε, έμπαινε και εψώνιζε, εκύτταζε, διαγκωνίζετο, αλλολοεκερνάτο. Εν γένει δε καθ’ όλο το τετράγωνον αυτό, η κίνησις ήτον μεγάλως ζωηρά, αποτελούσε που και που συμπαγή μάζαν, σκορπιζομένην εις τους γύρω δρόμους, και πάλιν ανανεουμένην. Και μεταξύ του πλήθους τούτου του συμφυρομένου διαρκώς και πολυτρόπως, επηγαινοήρχοντο επίσης, άλλοι πωληταί, φωνάζοντες κι’ αυτοί, αίροντες χειροφόρητον το μαγαζί των, και κηρύττοντες, ούτος μεν τα ψάρια του, εκείνος δε τ’ αυγά του, και ο τρίτος τα λαχανικά του. Παρά το ρείθρον του πεζοδρομίου, εκεί-πέρα, στη γωνιά, ένας εκάθετο, και έχων προ αυτού ένα κοφίνι, ούτινος εμαύριζε το βάθος, έκρωζε βραχνώς

Μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι! Μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι!, ενώ δύο άλλοι, κρατούντες, καθ’ ένας εκατέρωθεν, καλάθαν παμμεγέθη, φωτισμένην από μέσα, με μικρόν λυχνάρι, αποτεθειμένον εις τον πάτον της, επέρναγαν βοώντες

Γαρίίδααα! Φρέέσκαα γααρίίδαα!…

Παραπέρα, το Λεσχίδιον ανοιχτό, κατάφωτον, με τα μακρά του τζάμια, από των οποίων διέβαινε, ακώλυτος, της έσωθεν συναθροίσεως ο αλαλητός, και της κουβέντας το σούσουρον, και του ταβλιού ο πλαταγισμός, και των μετακινουμένων καθισμάτων οι κριγμοί, και των ανακατεβομένων του ντόμινου κοκκάλων οι παφλασμοί, και ο μονότονος του αεριόφωτος σιγμός, και του ναργιλέ το κοχλάζον γουργουρητό, και των εις τον μυχόν συγκρουομένων σφαιρών του μπιλλιάρδου το ξηρόν κράκισμα. Εμπροστά του δε, η μικρή πλατεία εξετείνετο κενή, διαστιζομένη μόνον από μερικά τραπέζια και καρέκλες.

Και κάτω, εις το μώλο, προς τον οποίον επροχώρησα, το αιχμηρόν φανάρι, έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρην του ακτίνα επ’ αυτού, τα δέκα-είκοσι καράβια τα δεμένα δώθε-κείθε εσιγοκινούντο, το κατάμαυρο βαπόρι ώρθωνε τον όγκον του στην άκρη, και η συντροφιές, είχαν επαναλάβη, μετά το φαγί ως φαίνεται, τον περίπατό τους. Ευθεία, η στενή λωρίς της γης, αρχίζουσα από την μικράν πλατείαν, την προ του Λεσχιδίου, εισήρχετο μέσα εις τη θάλασσα, επρόβαινε, και ετελείωνε στον φάρον, ο οποίος έφραττε το τέρμα της, με τους μικρούς του δύο φανούς, τους βλέποντας προς μέσα, ολίγον υπέρ το έδαφος, παρά το εξωτερικόν του τοίχωμα, και τον μεγάλον λύχνον του, τον κυκλικόν, ψηλά, εκεί-απάνου. Ελευθέρα, την στιγμήν αυτή, δεν εσκεπάζετ’ από τίποτ’ άλλο, παρά μόνον από λίγους κάδους, στρογγυλούς και φουσκομένους, αποτεθειμένους εκεί-κάτου, εις την μίαν των πλευρών της. Τα κανόνια, τα χωμένα κάθετα μέσα εις το χώμα, και προβάλλοντα εκείθεν όρθιον, τον ήμισυν κορμόν των, μαυρωπόν, παράδοξον, ογκώδη, υπερήφανα άλλοτε όργανα πολέμου, ταπεινοί σήμερον υπηρέται της ειρήνης, την εφύλατταν, κατεβαίνοντ’ άνωθεν, από το ένα κι’ απ’ το άλλο μέρος της, κατά γραμμήν, αντικρυζόμενα, εν τη αφώνω εκπληρώσει του χρέους των του παθητικού.

Και παρ’ αυτά, οι στύλοι του γκαζιού, υψώνοντο επίσης, ομοίως κατά γραμμήν, και αντικρυζόμενοι, λεπτοί, ευθυτενείς, με το ελαφρόν των διάδημα, υέλινον, επί κορυφής. Δύο βαρούλκα, απ’ το ένα των πλευρών, κοντά-κοντά, εξέτειναν τους βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός, οξείς, χονδρούς, ακάμπτους και απειλητικούς. Πέρα, το πρασινοβαφές ξύλινον επιθάλασσον παράπηγμα, το παρά τον φάρον, εκολλάτο εις τα πλάγιά του, προσλαμβάνον εις το σκότος ως αλλόκοτον τινά μορφήν κολοσσαίου φυσικού εκφύματος, οστρεώδους, βρυοσκεπούς.

Και μεταξύ των καραβιών, παρά της σκάλες, μερικές βαρκούλες, δεμένες και αυτές, ελικνίζοντ’ ως εκείνα, ενώ μία, επεριπλανάτο ανά τα νερά, φέρουσα εις την πρύμη μέγα φως, ρίχνον βαθείαν φλόγα κόκκινην επάνω εις αυτά, υπό την λάμψιν της οποίας ο βαρκάρης της εψάρευε. Και επί της στενής αυτής λωρίδος του εδάφους, αρχίζοντες επάνωθεν, κι’ ανακοπτόμενοι προ του τοιχώματος του φάρου, οι περιπατηταί έφερναν της βόλτες των, κανονικές και ωρισμέναις, κατά μήκος, στριφογυρίζοντες εκάστοτε. Δύο-τρεις κυρίες, την φοράν αυτήν, ήσαν μεταξύ των, και ηκούοντο οι κιχλισμοί μιας, κοντής και στρουμπουλής, γελώσης. Ένας παχύς, προγάστωρ, περπατών με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και ξεφυσών, ως ασθματικός, έλεγε περνών προς τον σύντροφόν του

Ένας κεφαλαιούχος δεν ημπορεί, κύριε, να εμπιστευθή τα κεφάλαιά του κατ’ αυτόν τον τρόπον. Πρέπει να έχη εγγυήσεις…

Η τάβλες οπού χρησιμεύουν προς ανάβασιν εις τα δεμένα πλοία έκριζαν ενίοτε, ένας καραβόσκυλος, ορθός επί της πλώρης, εγαύγιζε αγρίως τους διαβαίνοντας. Επάνω δε, το λιμεναρχείον από το ένα μέρος, και το τελεωνείον από τ’ άλλο, σιωπηλά, εστέκοντο παρά την αρχήν του. Και πέραν τούτου, θαμποφωτισμένη από τα ολιγοστά φανάρια της, η παραλία εξαπλώνετο, μακρά. Τα καβαλέττα από των οποίων κρέμονται η πλάστιγγες δι’ ων ζυγιάζετ’ η σταφίς, έρριχναν επ’ αυτής τους ίσκιους των, προσπαίζοντας, και κατά διαστήματα, τα κασσονάκια της μελαχρινής ανάσσης των Πατρών, συμμαζωμένα εις πλατείς σωρούς, ετοίμους δια την επιβίβασιν, επρόβαλλαν τα λευκάζοντα πλευρά των, διανυκτερεύοντα υπαίθρια. Η αποθήκες της κλειστές, αμίλητες, και τ’ άλλα της οικήματα βυθισμένα εις την νάρκην. Βαρέλια, κάδοι, σάκκοι, χειραμάξια, αφειμένα πρόχειρα δια την μέλλουσαν εργασίαν της αυγής, εσκέπαζαν τα πεζοδρόμιά της, κατά μέρη. Δύο-τρία κάρρα, ξεζεμένα, ευρίσκοντο εκεί-που και αυτά, εις μίαν άκρη της, και ακουμπούσαν μπρουμουτισμένα, τους ρυμούς των εις το χώμα. Ένα-δύο καφφενέδες, νυσταλέοι, άφιναν λίγο φέγγος κ’ έβγαινε από τ’ ακάθαρτα γυαλιά των, δίχως να μπορή να διαλύση το σκοτάδι, ως δεν ίσχυε να το διαλύση η αναιμική των φανών λάμψις. Ούτε κίνησις κόσμου, ούτε θόρυβος ζωής, επάνω εις αυτήν. Εργαζομένη όλην την ημέραν, έλεγες πως εβιάζετο να κοιμηθή, μια ώρ’ αρχήτερα.

Σπανίως, κανείς αραιός διαβάτης επερνούσε απ’ αυτήν, και μέσα εις το νερό, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, αραγμένα, ήσυχα, τα καραβάκια ωνειρεύοντο. Μονάχα, πέρα-πέρα, εις ένα μαγαζί, μία παρέα ιταλών, ετραγουδούσε κουτσοπίνοντας, και ακούντο τα r ρεκάζοντα τραχέα στον άέρα. Και μόνον δυο χαμίνια, ορεχθέντα φαίνεται φλανάρισμα ερημικόν, έσερναν της γυμνές πατούσες των στη σκόνη επιμόνως και εκραύγαζαν προς το κενόν:

                                         

Σαν τι το θέλ’ η μάνα σου,
Σαν τι το θέλ’ η μάνα σου,
Τη νύχτα το λυχνάρι, ωχ,
Τη νύχτα το λυχνάρι, ωχ.

Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Τ’ άστρι και το φεγγάρι, ωχ,
Τ’ άστρι και το φεγγάρι, ωχ!

Εσταμάτησα δύο-τρεις που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς πού έγινε η αυτοκτονία• διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Τέλος πάντων, ένας οπού εκάθετο απέξω από κάποιον μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ’ τα πρώτα της γραμμής, εκείπου, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Και πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Υψηλόν, αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άψυχον εν τη σκιά. Κανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνον, και σκοτεινόν, ωρθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Μόνον, οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φως, και μόνον, εις ένα εκ των παραθύρων του, επάνω, εις το τρίτο πάτωμα, απομέσ’ από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δε θα έκλαιε αύριον.

Και λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά-καλά να ξέρω κ’ εγώ γιατί, με την καρδίαν σφιγγομένην υπό αορίστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, έστριψ’ απ’ τη γωνιά του, κ’ ετράβηξα και πάλι προς τα άνω. Και μετά πέντε-δέκα βήματα, δια του πλαγίου δρόμου έβγαινα στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου. Εις τα μπακάλικα, η κίνησις είχε πλέον λιγοστέψη αισθητώς, οι πλείστοι των αστών θα είχαν πάη από ώρα εις τα σπίτια των, φέροντες τα οψώνιά των, και μόνον μερικοί βραδύναντες ακόμη έκαμπταν ανερχόμενοι τους κοντινούς δρόμους. Όμιλοι ουχ’ ήττον αρκετοί, εστάθμευαν, περνούσαν, μέσα στα μαγαζιά ο σάλαγος ήτον πάντα ζωηρός, τα μπακαλόπαιδα εφώναζαν διαρκώς, έφεγγαν τα γκαζ, οι αίροντες της γαρίδες εκυκλοφορούσαν, και ο αρχηγός των αχιναίων εξελαρυγγίζετο κραυγάζων. Μία άμαξα, βραδεία, διέβαινε αψόφως σχεδόν κυλιομένη επί του κονιορτού, και εκτοπίζουσα τους βρισκομένους εμπροστά της.

Και πάρα πίσω της, ένας μικρουλάκος, εκυλούσε ένα χειραμάξι, παταγών, και φωνάζων στεντορείως Βάάάρδααα!, ωσάν να ήτον δεκατρείς φορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν. Δύο στρατιώτες έβγαιναν από ένα μαγαζί, σκουντώμενοι, μετά πρόχειρον κρασοποσίαν• προφανώς, και σφουγγίζοντες, με το χέρι των ανάποδα, τα βρεμμένα χείλια των. Κ’ εις την στροφήν του δρόμου, προς την λέσχην, τέσσαρες-πέντε μαζεμένοι, εστέκοντο και εμιλούσαν με σφοδρότητα• και ο ένας εξ αυτών, ψηλός, ευρύνωτος, χειρονομών βιαίως, έλεγε προς τους άλλους

Θέλεις φίλε μου να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπάη ο άλλος; Ναν του κάνης κακό!…

Εις την πλατείαν Γεωργίου, όπου μετ’ ολίγον έφθασα, ερημία εκυριαρχούσε, τα περισσότερα εκ των τριγύρω μαγαζιών ήσαν σφαλιστά, κάμποσα αμάξια, άεργα, ανέμεναν, κ’ εν τη σιωπή, τα δυο αναβρυτήρια του μακαρίτη Γιώργη Ρούφου, με τους φανταστικούς των γρύπας, εξέχυναν τους σταλαγμούς των εις της γούρνες, φλοισβίζοντα γλυκά. Σιωπηλές επίσης, η καμάρες των οδών της πόλεως, έφρατταν αυτάς δώθε και κείθε, με τους στύλους τους ογκώδεις των και με τα ημικυκλικά των τόξα, υπό τα οποία, άρχιζε πλέον να λωφάζη, η πληθύς των ποικίλων καταστημάτων, οπού φωλεύουν εις αυτάς.

Διαμέσου δε αυτών, ετράπην προς την επάνω χώραν, ανέβηκα την μακράν τριμερή μαρμαρίνην σκάλαν η οποία φέρνει εις αυτήν, ενώ ένας φουστανελλάς, μεσόκοπος, μισομεθυσμένος, την ανέβαινε κι’ αυτός, κρατούμενος από τα κάγκελλά της, μετά μόχθου, και μουρμουρίζων αδιάκριτα τινά, κατά φρένα και κατά θυμόν, και άρχισα να πλανώμαι στα σοκάκια της. Η ίδια ησυχία εβασίλευε κ’ εδώ, η ίδια ερημία, και μόνον σε καμμιά ταβέρνα, της οποίας την κόκκινη παντιερούλα εκυμάτιζε η νυκτία αύρα, ομιλίες αντηχούσαν, ετσουγγρίζοντο ποτήρια, ή εγόει αμανές.

Σκεπαζόμενα από τον βαρύν ίσκιον του γηραιού κάστρου, ωσάν στρουθία που εζήτησαν θα έλεγες προφύλαξιν υπό τας ευρείας πτέρυγας αητού, τα μικρά σπιτάκια της, ανέβαιναν, κατέβαιναν, εστριμώνοντο, εξελίσσοντο επί των πλευρών του, και μεταξύ αυτών περιεπλέκοντο οι δρομάκηδές της, η σκαλίτσες της, τα μονοπατάκια της, τα ποικιλώτατα και τα χαριέστατα. Αμπαρωμένες η πορτίτσες τους, μανταλωμένα τα παραθυράκια τους, η φτωχολογιά εξεκούραζε το κεφαλάκι της, υπό την εύνουν στέγην του οικίσκου της. Έτσι, κατέληξα εις τα Ψηλ’ Αλώνια, και εξεμπουκάρισα, από έναν στενωπόν, σ’ αυτά.

Ο ώμμορφος κάμπος ήτον τυλιγμένος εις την συνήθη του γαλήνην, το φεγγάρι εκρέμετο άνωθεν αυτού, αχνό, η χλόη του έφρισσεν ελαφρά υπό την μαλακήν πνοήν που ήρχετο μακρόθεν, και απαλή, απαλή και τρυφερά, σου εχάιδευε, ως δια θωπείας αγαπώντος χεριού, τα πόδια, τα δέντρα του εθροούσαν, ζοφερά και μυστηριώδη. Και προσεγγίσας εις την άκρη-άκρη των, εκεί όπου τα λίθινά των κάγκελλα δίνουν εις την ώμμορφη πλατεία ως όψιν τινά παμμεγέθους φυσικού εξώστου, εγειρομένου υπέρ την χαμηλήν εκείθεν χώραν, ακούμπησα και είδα προς τα κάτω.

Και προ της αμόρφου μάζας της μισοκοιμωμένης τέλος πόλεως, προ της απολύτου ηρεμίας της θαλάσσης, προ της βαθυτάτης ακινησίας και της αδιαλείπτου σιγής των απέναντι βουνών, ο νους μου επέταξε και πάλιν προς τον δυστυχή, ο οποίος εκοίτονταν κει-κάτου, μοναχός, επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου.

Α, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του! Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ’ εγγυήσεων. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν’ αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι’ αγνώστους χώρας.

Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’αυτόν, ούτε οι ιταλοί αυτοί ψαράδες, οι οποίοι εκουτσόπιναν μέσα στην ταβέρνα, και ερέκαζαν τα r, τραχέα εις τον αέρα. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι στρατιώτες αυτοί, οι οποίοι έβγαιναν, ευφρανθέντες απομέσ’ απ’ το μπακάλικο, και επάστρευαν τα χείλια των, με την παλάμη των ανάποδα. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο φιλόσοφος εκείνος, εις τη γωνιά, ο ευρύνωτος και ψηλός, ο οποίος εχειρονομούσε, και εδίδασκε τους εταίρους του, ότι για να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπάη ο άλλος, πρέπει ναν του κάνης κακό!

Και εν τω μεταξύ, η πόλις εβυθίζετο επί μάλλον και μάλλον εις τον ύπνον, η νύχτα επρόβαινε μεγάλη, τα άστρα εσπινθήριζαν λαμπρά, δροσιά κατέβαινε, οξεία, εισδύουσα μέσα εις τα κόκκαλα. Αργά-αργά, εκύλισ’ απ’ τον πέρα δρόμον, οπού φέρνει δια μικρού εξοχικού γύρου προς εκείνον των Ιτιών, εβγήκα προς τους αγρούς. Τα χωράφια, νεόσκαφτα, ανέπεμπαν δριμείαν ευωδίαν χώματος και χόρτου, επρασίνιζαν οι φράχτες, ο άγρυπνος μικρούλης κόσμος των εντόμων αναδεύετο μέσα εις αυτούς, ζωηρός, ως εν χαρά, ένα αηδόνι, μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας, έστελνε προς αυτήν τους γλυκούς του χαιρετισμούς, αποπάνω από μία λεύκα, όμιλος μπακάκων εκόαζε φαιδρώς. Υπό την διαυγή αταραξίαν τ’ ουρανού, παρά την λείαν νωχέλειαν της θαλάσσης, η γη, ασφαλής, εξεκουράζετο κι’ αυτή. Οι κήποι, με τα εύρωστά των δέντρα, με τα υψιτενή των κυπαρίσσια, με τους πλουσίους των ανθώνας, έπλεαν εις την δρόσον κ’ εις το άρωμα.

Και τα αμπέλια, διέγραφαν επ’ αυτής, ευθείς και κανονικούς, τους αύλακάς των, εκτεινομένους από δω και από κει, καθ’ όλας τας διευθύνσεις, πανταχόθεν. Και απομέσα κι’ από κείνους κι’ απ’ αυτά, επρόβαλλαν, τα εξοχικά σπίτια, οι ληνοί, εις όγκους λευκούς ή σκιερούς, βωβούς, ωσάν βγαλμένους και αυτούς από τα σπλάγχνα της μητέρας. Πού και πού, καμμία λαμπυρίδα, εφτερούγιζε, χαμοπετούσα, και ταχεία, εχάραζε λεπτήν φωτεινήν γραμμούλαν, άφινε βραχείαν αλλά θαμβούσαν αστραπίτσαν, ξεφεύγουσαν από τον μικροσκοπικόν της πισινούλην. Φύλλα εσείοντο, κρυφομιλούντα, καλάμια εψιθύριζαν, σιγά. Ρυάκι έτρεχ’ εκεί-κάπου, αλλά τόσο αγαλινά, οπού ενόμιζες ότι δεν ήθελε να ταράξη την γαλήνην. Τίποτε δεν διέκοπτε της γης την μυχίαν ανακούφισιν, τίποτε δεν αμαύρωνε της φύσεως την άφραστον καλλονήν. Ο Παναχαϊκός, μακρός και υψηλός, εδέσποζε της πεδιάδος, επιβάλλων. Από κάτω, αντικρύ μου, ομάς περιπατητών ήρχετο, επροηγείτο ζεύγος νέων, κι’ αποπίσω, εις απόστασιν τινά, δύο κύριοι μετά δύο κυριών, άπαντες γεροντοποιοί. Ο νέος έπαιζε με το μικρό μπαστούνι του, έκλινε προς την νέαν, και της έλεγε, καθ’ ην στιγμήν διέβαινε κοντά μου

Πώς δηλαδή μου το λέγετε αυτό;

Σας το λέγω διότι με επειράξατε, απαντούσε η νεάνις, με κελάδημα τρυγόνος, χαριεντιζομένη, και ανακλίνουσα τον λαιμόν.

Το ζεύγος επέρασε, γιούλια εμύρισαν. Η κόρη είχε ένα ματσάκι εις τα στήθη της. Κατέβηκα εις τον παράλιον δρόμον, τον προς της Ιτιές, έστριψα προς τα μεσα. Μετ’ ολίγον, έμπαινα εκ νέου στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου, έκαμπτα την εκκλησίαν οπού είνε στην αρχή της, και εξ ης έχει το όνομα. Και σταθείς, απέβλεψα προς αυτήν, προς τους λευκούς της τοίχους, προς την πόρτα της την θολωτήν, προς τον επί της στέγης της σταυρόν, προς το πελώριον δίπλα καμπαναριό, ένδοξον δημιούργημα του Γράβαρη. Σιωπηλή κι’ αυτή, κατάκλειστη, και ακίνητη, και ήρεμη, εκοιμάτο, απαθής. Επροχώρησα ακόμη. Η ιδία ησυχία, η ιδία η σιγή, βαθυτέρα, πυκνοτέρα. Οριστικώς πλέον, τα σπίτια, όλα, ήσαν αποκαρωμένα, έρρεγχε η πόλις. Αλλ’ από μεγάλο οικοδόμημα, ορθόν, εκεί-που, εις το πλάγι, εν τούτοις, ανεδίδετο βοή. Ένας ατμόμυλος, πελιδνός την όψιν, εβόγγα εν τη νυκτί. Άνθρωποι εδούλευαν, παρασκευάζοντες το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον. Και λίγο παραπέρα, από άλλο σπίτι, κρότοι οργάνων εξορμούσαν, τόνοι βιολιού, κλαρίνου στόνοι, τραγούδι έσχιζε τα σκότη. Καφφέ-σαντάν αγρύπνει, ίδρυμα γλεντιού, και άλλοι άνθρωποι, εδώ, επρόσφεραν τον φόρον των εις την απόλαυσιν.

Ανήλθα την στενήν του σκάλα, εζήτησα μια μπύρα, και εκάθησα. Επί της πενιχράς σκηνής του, υπό την μαύρην των γλωσσών του γκαζ καπνιάν, εστέκετο, μία γυναίκα, φέρουσα παρδαλά φορέματα, κοντά, έως εις το γόνα, υπό τα οποία διεφαίνοντο, ακάλυπτες, η παχειές της γάμπες, σφιγμένες μέσα εις της μαύρες κάλτσες της, ντεκολτέ, με βιαίως πουδραρισμένα τα λευκά της μπράτσα, τα μισά της στήθη έξω, κόκκινη τα μάγουλα, και τραγουδούσα. Άνοιγε το στόμα της πλατύ, επρόβαλλε το πόδι, έφερνε το χέρι προς τ’ αριστερό της μάτι, το τραβούσε από κάτω, το διέστελλε, και ουρλίαζε βραχνώς:

Regardez-moi dans l’oeil, dans l’oeil, dans l’oeil,
Regardez-moi dans l’oeil, dans l’oeil, dans l’oeil…

Και προσέξας κάπως, ανεγνώρισα σ’ αυτήν, την ημίγυμνην γυναίκα, η οποία έτεινε την λεκάνην προς τον υπηρέτην, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, από την πόρτα του πλαγίου στο δικό μου δωματίου. Έπειτα την διεδέχθη άλλη, και εκείνην άλλη, ενώ τα βιολιά και τα κλαρίνα, εξακολουθούσαν να γογγύζουν. Και αφού ετελείονε καθεμία το τραγούδι της, έπερν’ ένα δισκάκι ή ένα σακκουλάκι, και κατέβαινε τα δυο-τρία σκαλούνια της σκηνής, κι’ άρχιζε να γυρίζη, περιφέρουσα αυτό, ανά την σάλαν, μεταξύ των στοίχων των εις τα τραπέζια καθημένων.

Και η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία. Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ’ απ’ τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν;

Μήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων;

Βαθμηδόν, η σάλα άδειασε, τα φώτα εχαμπήλωσαν, τα βιολιά εσώπασαν, έκλεινε το καφφέ-σαντάν. Κατέβηκα τη σκάλα τελευταίος, ετράβηξα ολίγο προς το μώλο. Το αιχμηρόν φανάρι έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρη του ακτίνα επ’ αυτού, δεμένα εσιγοκινούντο τα καράβια, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Ψυχή δεν εφαίνετο σ’ αυτόν, άχνα δεν ακούετο.

Μαυρωπά, τα κανόνια παρετάσσοντο, προβάλλοντα τον έξω του εδάφους ήμισυν κορμόν των, εντεύθεν και εκείθεν, αντικρυζόμενα, εν τη εκπληρώσει του χρέους των του ειρηνικού, οι στύλοι του γκαζιού, λεπτοί κ’ ευθυτενείς, τα παρεστάτουν. Τα βαρούλκα τα επί την μίαν των πλευρών, έτειναν τους χονδρούς βραχίονές των, εστραμμένους προς τα εντός, ακάμπτους και απειλητικούς. Ο σωρός των κάδων, εμπόδιζε από το ένα μέρος την διάβασιν, ωγκούντο η κοιλιές των βλακωδώς, υπό την περιοδικήν του φανού λάμψιν. Η βάρκα με το πυροφάνι είχ’ εκλείψη, θα ησύχαζε κ’ εκείνη προφανώς, προσδεθείσα εκεί-κάπου. Η σιγαλιά ήτον μεγάλη, κι’ ούτ’ αυτές η τάβλες που ανέρχονται στα πλοία έκριζαν καθόλου. Ο καραβόσκυλος θα είχε κοιμηθή κι’ αυτός, πάνου εις την πλώρη του, βαρυμένος να γαυγίζη. Το φεγγάρι εβασίλευε, το σκοτάδι επυκνόνετο. Ένα φως έλαμπε, μακρυά, μέσα εις τη θάλασσα. Βαπόρι ήρχετο, από τα βάθη του πελάγους, επλησίαζε ταχύ, ακούσθη ο βαρύς ανασασμός του, το σφύριγμά του ανεδόθη, παρατεταμένον και απότομον.

Εγύρισα για να κοιμηθώ, επέρασα και πάλι, απέξ’ απ’ το ξενοδοχείον, όπου έκειτο το πτώμα. Τα φανάρια της εισόδου του ήσαν κι’ αυτά σβυμένα πλέον, θεοσκότεινο, κατάκλειστο, υψώνετο εν τη σκιά. Μονάχα, εκεί-πάνω, εις το τρίτο πάτωμα, ωσάν φοβισμένο, έτρεμε το κερί, ωχρόν και εξηντλημένον. Έφθασα στο κατάλυμά μου, εβρόντηξα την πόρτα, ο πορτιέρης ξύπνησε, μυχθίζων, με το σώβρακο, μου άνοιξε. Ανέβηκα επάνω, εμπήκα εις την κάμερά μου, γδύθηκα, επλάγιασα.

Όλο το ξενοδοχείον, άφωτον, και άφωνον, ήτον βυθισμένον εις τον ύπνον. Μόνον, από το δεύτερο, εν τη σιγή τη απολύτω, βροντερώτερον φαινόμενον, ανέβαινε ρουχαλητό, κάποιου των κοιμωμένων, διαπερών θύρας και παράθυρα, και σχεδόν σείον τα τοιχώματα. Και από του δίπλα στο δικό μου δωματίου, εν ω είχα ιδή διαβαίνων την ημίγυμνον αοιδόν, αήθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρους, και σεντονιών ψίθυρος, το κρεββάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς, ως πλοίον εν καταιγίδι.

Α, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός! Μήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ’ αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον; Μήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες;

Και εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Το χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί, και δε με άφινε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν, και δεν είχα κατορθώση να κλείσω μάτι. Η νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γιγαντίως. Και απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν, εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες, και άνοιξα το παράθυρο. Η θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος…

.

.

.

.

.

Ψυχική Υγεία: Η επικινδυνότητα αναπαραγωγής της Επικινδυνότητας – Του Κώστα Μπαϊρακτάρη

..

*Σαν απάντηση σε αυτό το δημοσίευμα, ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας του ΑΠΘ, Κώστας Μπαϊρακτάρης έγραψε τα παρακάτω, που αναδημοσιεύονται από το blog της Πανελλήνιας Επιτροπής (πρώην) Χρηστών κι Επιζώντων της Ψυχιατρικής.

..

..
Ψυχική Υγεία: Η επικινδυνότητα αναπαραγωγής της Επικινδυνότητας

του Κώστα Μπαϊρακτάρη

.

Σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, είμαστε μάρτυρες μιας περιόδου βίαιης ανακατανομής του πλούτου —μίας καπιταλιστικής κρίσης. Η κρίση αυτή προσλαμβάνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε μία χώρα, όπως η Ελλάδα, στην οποία συναντάμε τον καπιταλισμό στην πιο χυδαία και διεφθαρμένη μορφή του. Μία χώρα που διαχρονικά κυβερνάται από το πιο παρασιτικό, το πιο απάνθρωπο —άρα και πιο παθολογικό— κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που τη μετέτρεψε σε οικονομικό προτεκτοράτο των τραπεζιτών ,του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των δυνάμεων εκείνων που ηγεμονεύουν μονοπωλιακά  ως σύγχρονοι αποικιοκράτες στην  Ευρωπαϊκή Ένωση.

.

Αναφερόμαστε σε ένα πολιτικο-κοινωνικό σύστημα το οποίο για να μπορέσει να διατηρήσει και να αναπαράγει την εξουσία του ακυρώνει τους ίδιους τους αστικοδημοκρατικούς του θεσμούς ξευτιλίζοντας το ίδιο το αστικό κοινοβούλιο, τρομοκρατεί τον πληθυσμό και ενεργοποιεί τα πιο κτηνώδη ένστικτα για εξουσία, απαξιώνει τον άνθρωπο και αναδεικνύει την απανθρωπιά ως βασικό συστατικό της υπόστασής του. Χρησιμοποιεί μέσα οικονομικού εκμαυλισμού του λαού και προάγει συστηματικά τον ατομικισμό με στόχο την ανάδειξη του ανθρώπου σε καταναλωτή και πελάτη. Προάγει τον ανταγωνισμό, την ξενοφοβίακαι την αλληλοεξόντωση, δηλαδή την πιο ακραία μορφή της αλλοτρίωσης. Διεισδύει και διαχέει τον έλεγχό του στο κοινωνικό σώμα, ενισχύει την κρατική βία και καταστολή έχοντας στην υπηρεσία του διαπλεκόμενες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης που μετατρέπουν τη βαρβαρότητα σε «είδηση» και τους αναγνώστες/τηλεθεατές σε θεατές της ίδιας της εξαθλίωσής τους, ανταποκρινόμενες, με αυτόν τον τρόπο, στο συστημικό τους ρόλο ως εργαλεία μνημονιακής χειραγώγησης αλλά και χύτρες κοινωνικής εκτόνωσης. Τα καθημερινά πλήγματα που δέχονται οι εργαζόμενοι σε μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση και εργασιακά δικαιώματα αποτυπώνονται με τον πιο επώδυνο τρόπο στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας και της Κοινωνικής Πολιτικής.

.

Σε αυτό το πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον εντάσσεται και η επιβαλλόμενη από του τοκογλύφους μνημονιακή υποχρέωση των κυβερνώντων για μείωση του αριθμού των δημοσιών υπαλλήλων και επιτάχυνση του «εκσυγχρονισμού» και της «μεταρρύθμισης» της ψυχικής υγείας μέσω της με δημοσιονομικά κριτήρια κατάργησης των ψυχιατρείων. Η άκριτη και ξαφνική, σε στενά μνημονιακά χρονοδιαγράμματα, διακομιδή ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία σε «ψυχοκοινωνικές μονάδες» του ιδιωτικού και του κρατικοδίαιτου μη-κυβερνητικού/ μη- κερδοσκοπικού τομέα, όπως αυτή περιγράφεται και στο έκτρωμα του αναθεωρημένου προγράμματος «Ψυχαργώς» δεν προκύπτει από την ιστορική ανάγκη αναθεώρησης του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος και την εφαρμογή εναλλακτικών μορφών υποστήριξης των συνανθρώπων μας αλλά από την δημοσιονομική ανάγκη για συρρίκνωση του δημόσιου αγαθού της υγείας και στον τομέα της ψυχικής υγείας. Παράλληλα αναδεικνύεται και ένα«εκσυγχρονιστικό» και δήθεν αποϊδεολογικοποιημένο νέο-ψυχιατρικό κατεστημένο (ως πλυντήριο της κλασσικής ψυχιατρικής) που στηρίζει «επιστημονικά» τα ανομήματα των εντολοδόχων της Τροϊκα και αδίστακτων πολιτικών τους.

.

Οφείλουμε όμως να ομολογήσουμε ότι οι όψιμες αντιδράσεις πολλών εργαζομένων στον τομέα της ψυχικής υγείας ενάντια στις μετακινήσεις, τις απολύσεις και τον νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό δεν ακυρώνουν το βάρος της μέχρι τώρα αδιαφορίας στον εγκλεισμό και την εξαθλίωση πολλών επαγγελματιών απέναντι σε αυτούς που τώρα επικαλούνται ότι προστατεύουν, δηλαδή τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία. Δεν ακυρώνουν το βάρος της παραγωγής και αναπαραγωγής στο κοινωνικό σώμα κοινωνικά επικίνδυνωνεννοιών όπως αυτή της επικινδυνότητας και της κατασκευής της ανάγκης επιτήρησης και ελέγχου των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία που προκύπτουν από αυτές.

Χαρακτηριστικά είναι τα επιχειρήματα που εμπεριέχονται στo εξώδικο που κατέθεσαν πρόσφατα εργαζόμενοι του ΨΝΘ με αφορμή την βίαιη μετεγκατάσταση των εγκλείστων στα πλαίσια εφαρμογής των μνημονιακών δεσμεύσεων:

.

«…Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι οι επιλεγέντες χώροι είναι ακατάλληλοι, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την εγκατάσταση και λειτουργία ψυχιατρικών κλινικών και εγκυμονούν κινδύνους για τους ψυχικά ασθενείς, τους εργαζόμενους και τους επισκέπτες των νοσοκομείων..”
Η λογική αυτή και οι πρακτικές που προκύπτουν από αυτήν είναι και οι παράγοντες που συνοδεύουν ιστορικά την διεργασία δημιουργίας των ψυχιατρικών ασύλων και του ιδρυματικού εγκλεισμού

.

Αν δεν συνδεθούν οι αντιδράσεις των εργαζομένων με την ανάγκη υποστήριξης των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, αν οι εργαζόμενοι δεν ακυρώνουν καθημερινά στην πράξη την ψυχιατρική βαρβαρότητα, αν δεν καταγγείλουν και αν δεν αγωνιστούν από κοινού με τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία για την αποκατάσταση αυτών των δικαιωμάτων δικαίως θα κατηγορηθούν για συντεχνιακά κίνητρα και έλλειμμα αλληλεγγύης σε έναν κοινό αγώνα

..

..

..

..

..

People Say I’m Crazy: Η μόνη ταινία για την σχιζοφρένεια που έγινε ποτέ, από κάποιον με σχιζοφρένεια

.

.

Το «People Say I’m Crazy», είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και μοναδικό στο είδος του, ντοκιμαντέρ. Αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού άνδρα, του John Cadigan, ο οποίος διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια σε ηλικία 21 ετών, ενώ σπούδαζε Τέχνη στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon στο Pittsburgh της Pennsylvania.

Επί δέκα χρόνια κινηματογραφούσε με τη βοήθεια της αδερφής του Cate και του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Ira Wohl , το τι συνέβαινε στη ζωή του και μας δείχνει  από ποια στάδια πέρασε εξαιτίας της αρρώστιας του, πως τον αντιμετώπισε το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα.

Στην αρχή όπως αναφέρει ο ίδιος δεν ήξερε τι του συνέβαινε και πίστευε πως με την κινηματογράφηση θα καταλάβει καλύτερα, πως θα μπορούσε να διερευνήσει την ασθένεια. «Κατά τα 3 πρώτα χρόνια, οι γιατροί ήταν μπερδεμένοι σχετικά με το αν είχα παρανοϊκή σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή, σχιζοσυναισθηματική διαταραχή ή ψυχωτική κατάθλιψη». Κατέληξαν στη σχιζοσυναισθηματική διαταραχή κάποια στιγμή κι αυτή είναι τυπικά η επίσημη διάγνωση του.

Αυτό που εκείνος όμως ήξερε με βεβαιότητα, απ’ την αρχή, ήταν πως αρρώσταινε, όλο και περισσότερο. Σκέφτηκε λοιπόν, πως ακόμα κι αν δεν γίνει καλά, κάποιοι άλλοι άνθρωποι ίσως βοηθηθούν βλέποντας αυτό το ντοκιμαντέρ.

Στη συνέχεια κι αφού κινηματογραφήθηκε σε κάθε φάση της νόσου, από θυμό όπως υπογραμμίζει, εξαιτίας της παραπληροφόρησης που υπάρχει για τις ψυχικές ασθένειες, θέλησε να συνεχιστούν τα γυρίσματα. Ήθελε να μάθει ο κόσμος πως είναι να ζει κανείς με ταμπέλες όπως «ψυχωτικός», «σχιζοφρενής» κτλ.

Αναφέρει ειρωνικά και δικαίως, το παράδειγμα ενός καθηγητή Ψυχολογίας, ο οποίος ρώτησε την αδερφή του πόσες προσωπικότητες είχε ο John, ακριβώς για να τονίσει την παραπληροφόρηση που επικρατεί, μερικές φορές, ακόμη και στους κύκλους των ειδικών.

.

628x471

.

Το μήνυμα που θέλει να περάσει, είναι πως υπάρχει ελπίδα. Πως δεν πρέπει οι άνθρωποι που διαγιγνώσκονται ως ψυχικά πάσχοντες να αισθάνονται μόνοι κι αβοήθητοι. Πως με βοήθεια (φαρμακευτική ή όχι) και τη στήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, μπορεί κανείς να ανακάμψει και να συνεχίσει τη ζωή του, πως μπορεί να δει τα όνειρα του να γίνονται πραγματικότητα.

Ο ίδιος άλλωστε είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Σήμερα ζει ανεξάρτητος κι εργάζεται ως καλλιτέχνης, παρά το ότι τα συμπτώματα δεν τον έχουν εγκαταλείψει..

Εδώ μπορείτε να δείτε κάποια απ’ τα έργα του, εκθέσεις έχει κάνει σε διάφορες γκαλερί και χώρους τέχνης στην Αμερική κι έχουν γραφτεί για τη δουλειά του εξαιρετικές κριτικές, απ’ τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία εφημερίδες της χώρας.O ίδιος εξηγεί εδώ πως εμπνέεται και δημιουργεί.

Η ταινία του έχει προβληθεί σε συνέδρια, φεστιβάλ αλλά και μεγάλες κινηματογραφικές αίθουσες.  Η πρώτη ευρωπαϊκή της προβολή μάλιστα, είχε γίνει στην Ελλάδα, το 2004, στις «Νύχτες Πρεμιέρας». Ο John έχει κερδίσει σημαντικά βραβεία που μπορείτε να δείτε εδώ αναλυτικά, γράφτηκαν γι’ αυτήν διθυραμβικές κριτικές και βέβαια συνεχίζει να προβάλλεται.

Σε περίπτωση που κάποιον συνάδελφο ενδιαφέρει για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αξίζει ν’ αναφέρω πως πωλείται και σε dvd απ’ τον site απ’ το οποίο άντλησα μέρος των πληροφοριών που σας αναφέρω σήμερα.

Σας προτείνω όπως πάντα να δείτε τους συνδέσμους κι αν θέλετε να μάθετε περισσότερα να διαβάσετε κι αυτό το άρθρο.

Απ’ το να μιλάμε εμείς οι ειδικοί (εντός κι εκτός εισαγωγικών η λέξη), για τους ψυχικά πάσχοντες, είναι χίλιες φορές προτιμότερο να δίνεται ο λόγος στους ίδιους.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου (Μέρος ΙΙ) : Killer Dads – The Twisted Drives That Compel Fathers to Murder Their Own Kids

..

Killer Dads

..

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

..

Συνεχίζουμε σήμερα την παρουσίαση του βιβλίου της δημοσιογράφου Mary Papenfuss, που έχει ως θέμα τους τους παιδοκτόνους. Θα σας γράψω περισσότερες λεπτομέρεις για τους πατέρες που σκοτώνουν όλη τους την οικογένεια και μετά αυτοκτονούν, καθώς φαίνεται πως αυτές οι familicides (όπως είναι ο όρος στα αγγλικά απ’ το family και -cide.), παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τις μελέτες των ειδικών.

Για παράδειγμα, οι δράστες είναι σχεδόν πάντα άντρες, αφοσιωμένοι οικογενειάρχες, καλοί ‘κουβαλητές’, οι τελευταίοι άνθρωποι που θα περίμενε κανείς πως θα πράξουν κάτι αποτρόπαιο (με ανύπαρκτο ιστορικό βιαιοτήτων), αλλά που έχουν προφανώς λανθασμένες αντιλήψεις για την αγάπη και την παροχή φροντίδας και συγκεχυμένα όρια ταυτότητας.

Αδυνατούν να αντιμετωπίσουν μια κρίση (η κρίση αυτή σε πολλές περιπτώσεις σχετίζεται με την οικονομική τους έκπτωση) που παρουσιάζεται, τη βιώνουν ως εξευτελισμό και ταπείνωση κι αυτό τους οδηγεί στο να χάσουν τον έλεγχο. Η διεστραμμένη ‘λογική’ τους, τους υπαγορεύει τότε, πως προκειμένου να εκπέσει η οικογένεια οικονομικά και να υποφέρει (κοινωνική αποδοκιμασία, στέρηση αγαθών, αλλαγή κατοικίας κτλ), είναι προτιμότερο να πεθάνουν όλα τα μέλη της.

Το όλα, μερικές φορές, συμπεριλαμβάνει κάθε ζωντανό πλάσμα που ο πατέρας, αρχηγός της οικογένειας, θεωρεί ιδιοκτησία του (γιατί από μια τέτοια θέση παίρνουν αποφάσεις ζωής και θανάτου για τους άλλους, θεωρούν πως σαφώς και έχουν το δικαίωμα ν’ αποφασίζουν για τη μοίρα καθενός), δηλαδή και τα οικόσιτα ζώα (σκυλιά, γάτες, άλογα κ.α.).

Στο βιβλίο αναφέρονται δύο χαρακτηριστικά περιστατικά: η υπόθεση του πάμπλουτου Christopher Foster (εδώ μπορείτε να δείτε φωτογραφίες και να διαβάσετε τι συνέβη) που προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: έκαψε και κάθε τι που του ανήκε κι αυτή του William Parente (λεπτομέρειες εδώ).

Σε άλλες πάλι περιπτώσεις η οικογένεια εξοντώνεται απ’ τον δράστη εαν αυτός υποψιάζεται πως η σύντροφος, σύζυγος του είναι άπιστη επομένως πιστεύει πως και τα παιδιά δεν είναι δικά του τέκνα ή εαν φοβάται πως σκοπεύει να τον αφήσει. Σκοτώνει τα παιδιά για να τιμωρήσει τη γυναίκα για τις υποτιθέμενες σεξουαλικές της επιλογές, καθώς θεωρεί πως πρέπει να την καταστρέψει και να την κάνει να υποφέρει.

Γυναίκες που κακοποιούνται επίσης, κινδυνεύουν να πέσουν θύματα απ’ τους άντρες συντρόφους τους (ομοίως και τα παιδιά τους), όταν αποφασίσουν να τους εγκαταλείψουν.

Οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων, συχνά ωθούνται από μια εμμονή για κανονικότητα. Δημιουργούν οικογένειες για να αναπληρώσουν αυτό που τους έλειπε στην παιδική τους ηλικία, ν’ αποκτήσουν αξιοσέβαστη θέση στην κοινωνία κτλ. Όταν κάτι απειλεί να γκρεμίσει το ‘όνειρο’ τους, δρούν σπασμωδικά κι επικίνδυνα, σύμφωνα με τον Neil Websdale.

Και δεν πρόκειται ακριβώς για νέο ‘φαινόμενο’. Στην ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή που κάνει η συγγραφέας, διάβασα πως το πρώτο περιστατικό εξόντωσης ολόκληρης οικογένειας, έλαβε χώρα το 1750.

Υπάρχει πάντως, μια «διαπολιτισμικά πανταχού παρούσα σύνδεση μεταξύ της σεξουαλικής κτητικότητας των ανδρών και της βίας τους» όπως αναφέρεται στο βιβλίο κι αυτό βέβαια δεν είναι αυθαίρετο συμπέρασμα. Βασίζεται σε σχετικές μελέτες. Σ’ αυτή τη σύνδεση άλλωστε βρίσκεται εν πολλοίς και η απάντηση για τα λεγόμενα εγκλήματα τιμής, που θεωρούνται αποδεκτά σε κάποιες διαφορετικές πολιτισμικά, κοινωνίες.

Οι πατεράδες σκοτώνουν τις κόρες τους αν θεωρήσουν πως τους ατίμασαν με κάποιο τρόπο (αν έγιναν σεξουαλικά ενεργές), επειδή ακριβώς θεωρούν πως η σεξουαλικότητα των παιδιών τους τους ανήκει και μάλιστα είναι ‘αγαθό’ μεγίστης αξίας. Τα εγκλήματα τιμής όμως, δεν συμβάινουν μόνο σε μουσουλμανικές οικογένειες, όπως θα θέλαμε να πιστεύουμε. Η αντρική κυριαρχία ξεπερνά θρησκείες και πολιτισμούς. Εγκλήματα τιμής άλλωστε, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, είχαμε και στην Ελλάδα και συμβαίνουν παντού στον κόσμο.

Θεωρώ απαραίτητα την διευκρίνιση, επειδή υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που προσπαθούν να διαμονοποιήσουν όλους όσους δεν μοιράζονται τα ίδια ήθη κι έθιμα μ’ αυτούς, τη γλώσσα ή και την θρησκεία. Τα εγκλήματα τιμής, ας το καταλάβουμε, έχουν να κάνουν με τον έλεγχο των γυναικών και των θηλυκών παιδιών συνακόλουθα: με τον έλεγχο δηλαδή  της σεξουαλικότητας τους.

Θα μπορούσα φυσικά να σας αναφέρω πλήθος μελετών και ποσοστά για κάθε ‘περίπτωση’ παιδοκτονιών για την οποία ήδη έγινε λόγος εδώ (υπάρχει άλλωστε ένα ολόκληρο σχετικό κεφάλαιο, στο συγκεκριμένο βιβλίο). Δεν θα το κάνω όμως, αφενός επειδή αξίζει να το διαβάσετε κι αφετέρου επειδή υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, στατιστικό πρόβλημα, με την καταγραφή των περιστατικών και τη διασταύρωση των γεγονότων. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που δεν θα το κάνω, είναι η πεποίθηση μου πως το πρόβλημα δεν είναι ατομικό για να το αντιμετωπίσουμε και ως τέτοιο. Είναι πολυπαραγοντικό και ιδιαιτέρως περίπλοκο.

Συμφωνεί όπως κατάλαβα σ’ αυτό και η συγγραφέας, που ρώτησε πολλούς ειδικούς, για το τι πρέπει τελικά να γίνει, ώστε ν’ αποφευχθούν οι παιδοκτονίες, ώστε να γίνουν οι οικογένειες οι ασφαλείς χώροι που οφείλουν να είναι. Η πρόληψη σαφώς και είναι η λέξη-κλειδί στο θέμα μας. Απ’ τη στιγμή που ένα παιδί θα σκοτωθεί, ο,τι κι αν γίνει μετά δεν έχει νόημα: δεν μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή.

Μία και μόνο απάντηση βέβαια δεν υπάρχει. Κι οπωσδήποτε δεν πρόκειται για ατομικό πρόβλημα. Το να ρίχνουμε το ανάθεμα στους δράστες είναι μια τακτική στρουθοκαμηλισμού. Πολλά είναι αυτά που πρέπει ν’ αλλάξουν. Σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο. Να υποστηριχτούν οι οικογένειες που βρίσκονται σε κρίση, τα άτομα που βλέπουν τη ζωή τους ν’ ανατρέπεται, να συγκροτηθούν ανάλογες κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες, να ευαισθητοπιηθούν οι κοινότητες, να υπάρξει η απαιτούμενη χρηματοδότηση, αλλά κυρίως και πρωτίστως να υπάρξει η πολιτική βούληση ώστε ν’ αντιμετωπιστεί το θέμα.

Σύμφωνα με κάποια στοιχεία, που αναφέρει η συγγραφέας (αν και τονίζει τα στατιστικά προβλήματα για το οποία ήδη έγινε λόγος), η χώρα μας είναι σ’ αυτές με τα χαμηλότερα ποσοστά παιδοκτονιών παγκοσμίως (τα πιο υψηλά ποσοστά έχουν οι ΗΠΑ, το Μεξικό και η Πορτογαλία).

Αυτό βεβαίως είναι ευχάριστο, αλλά δεν θα πρέπει απ’ την άλλη να μας εφησυχάζει, γιατί η δολοφονία ενός παιδιού, είναι η τελευταία πράξη ενός εξελισσόμενου δράματος. Το θέμα είναι κανένα παιδί, σε καμιά χώρα του κόσμου, να μη βιώνει βία, απ’ τους ανθρώπους που θα έπρεπε να το αγαπούν και να το προστατεύουν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο. Κι αυτό δυστυχώς συμβαίνει.

Κι η οικονομική κρίση παγκόσμια, σχετίζεται με την αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας. Δεν θα σας γράψω πως ελπίζω ν’ ασχοληθούν οι ιθύνοντες και μ’ αυτό το θέμα, γιατί το βλέπετε όλοι, δεν ασχολούνται και με πολλά άλλα εξίσου σημαντικά ζητήματα. Αλλά εναποθέτω τις ελπίδες μου στις συλλογικότητες, που έχουν αποδείξει, πως πολλά πράγματα μπορούν να γίνουν, χωρίς τη ‘βοήθεια’ του συστήματος. Ευτυχώς.

Καλή σας ανάγνωση.

..

..

..

..

..