Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙ

.

*Συνέχεια από το Μέρος Ι που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πάντως από σημειολογικής πλευράς, το γεγονός πως ενώ κάποτε το εκάστοτε σύστημα επέβαλλε στους εγκλείστους βασανιστήρια και τους στιγμάτιζε με σκοπό την αναγνώριση και την κοινωνικό εξοστρακισμό τους, με τα τατουάζ, τους τσαμπουκάδες, επιλέγουν οι ίδιοι να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μεγάλο σωματικό πόνο και παίρνουν το ρίσκο ν’ αναγνωριστούν και να καταχωρηθούν ως ‘αντικοινωνικά άτομα’. Πρόκειται για συνειδητή κι εθελοντική επιλογή.

«Αν και αποτελεί σύμβολο στίγματος δεν προσπαθούν να το κρύψουν» σημειώνει ο Erving Goffman στο βιβλίο του «Άσυλα«, για το τατουάζ. Kι είναι πράγματι έτσι. Οι έγκλειστοι προβάλλουν από μια χρονική στιγμή κι έπειτα (ίσως καταλάβουμε παρακάτω το πότε), το έγκλημα τους και αρχίζουν να καμαρώνουν γι’ αυτό, απεικονίζοντας το (σαν σύμβολο κύρους πλέον) στο ίδιο τους το σώμα . Επιλέγουν μάλιστα στην εποχή μας, σημεία που δεν κρύβονται με τα ρούχα κι έχουν τατουάζ στα μπράτσα, στο στήθος, στην πλάτη, στην κοιλιά, στους μηρούς, στους γλουτούς, αλλά και στο πέος, τη γλώσσα, τα βλέφαρα, το πρόσωπο.

«Το τατουάζ λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση του ποιος είναι ή ήταν ο φορέας του«, υπογραμμίζει, όμως, ο Goffman. Τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους γύρω του. Είναι ένα είδος ‘βιογραφικού’, ένα ποινικό μητρώο, σε κοινή θέα. Πράγμα που σημαίνει πως αν αλλάξουν τα πράγματα κι ο πρώην έγκλειστος θέλει ν’ απομακρυνθεί απ’ τον κόσμο της παρανομίας, αντιμετωπίζει έχοντας τέτοια τατουάζ, μια επιπρόσθετη και σημαντική δυσκολία. Αλλά ακόμα κι αν έχει την ‘ευκαιρία’ να συνεχίσει την εγκληματική δράση του, με την συστηματική καταγραφή που γίνεται πια εκ μέρους των αστυνομικών, κινδυνεύει ανά πάσα στγμή ν’ αναγνωριστεί από ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ‘στίγμα’.

Γι’ αυτό παλιότερα οι κρατούμενοι, έκαναν ο,τι μπορούσαν για να τα κρύψουν. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο βιβλίο του «Της φυλακής«, γράφει χαρακτηριστικά: «Τσαμπουκάς παναπεί τατουάζ. Η λέξη τσαμπουκάς ανήκει στη γλώσσα του υποκόσμου μας και είναι πολυσύμαντη. Εδώ δεν ενδιαφέρουν οι άλλες σημασίες της λέξεως (…) Οι τσαμπουκάδες είναι ανεξίτηλοι. Αυτό και μόνο απαγορεύει στους φυλακισμένους να κάνουν τσαμπουκάδες στο πρόσωπο, ή σε άλλα εμφανή σημεία του σώματος. Κι αυτό είναι μία απ’ τις αιτίες που οι μάγκες (και σχεδόν όλοι οι μάγκες έχουνε τσαμπουκάδες), φοράνε μακρυμάνικα πουκάμισα και αποφεύγουν τα μπάνια στη θάλασσα».

.

τατουαζ
Σχέδια παλιών τατουάζ απ’ το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Της φυλακής»

.

Οι συνθήκες όμως άλλαξαν και πλέον τα τατουάζ γίνονται σε εμφανή μέρη του σώματος. Γιατί άραγε; Για ποιους λόγους, παρά τα μειονεκτήματα, το κόστος (ακόμα και στην υγεία τους), οι κρατούμενοι επιμένουν σ’ αυτή τη συνήθεια; Σκέφτονται άραγε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες;

Στο απόσπασμα της προηγούμενης ανάρτησης, ο Καρκαβίτσας μέσα απ’ την περιγραφή του, μας δίνει μιαν προφανή  εξήγηση: για να δείξουν την παλληκαριά τους. Το κάνουν για να φανεί πως αντέχουν το σωματικό πόνο. Για τη μαγκιά, όπως περίπου γράφει ο Πετρόπουλος. Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη αιτία, ούτε και η εξήγηση τόσο απλή.

Τα τατουάζ γίνονται επίσης και για να σκοτώσουν την ώρα τους οι κρατούμενοι και για να αναπαραστήσουν πάνω τους κάτι που τους συνδέει με τον έξω κόσμο (εικόνες από αγαπημένα πρόσωπα, ρητά που εκφράζουν τις απόψεις τους για τη ζωή και την παρανομία, θρησκευτικά πιστεύω ακόμα-ακόμα κ.α.).

Ζώντας σε συνθήκες περιορισμού και απομόνωσης, έχουν ανάγκη από μια παρηγοριά, από ένα είδος σύνδεσης με την πραγματικότητα, υπενθύμισης τρόπον τινά της ιστορίας τους και φαίνεται πως τα τατουάζ καλύπτουν και τέτοιες ανάγκες.

Τα τατουάζ γίνονται όμως για να δείξουν οι έγκλειστοι και την αποστροφή τους προς την κοινωνία, να κάνουν σαφές πως δεν θεωρούν τους εαυτούς τους, μέρος της. Γεμίζοντας το σώμα τους τατουάζ, είναι σαν να δηλώνουν πως σε καμιά κοινωνική επανένταξη δεν προσβλέπουν, πως δεν τους ενδιαφέρει να ‘επιστρέψουν’ σε μια τέτοια κοινωνία αναμορφωμένοι. Απορρίπτουν, απαξιώνουν, αμφισβητούν λοιπόν μ’ αυτά, τόσο την κοινωνία όσο και τη φυλακή (που υποτίθεται σωφρονίζει). Είναι ένα είδος δήλωσης.  Σαν να λένε: «ξέρουμε πως το παιχνίδι είναι στημένο, ξέρουμε πως δεν υπάρχει επιστροφή». Κι όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, μερικές φορές κάνουν τα πάντα για ν’ ‘αναιρέσουν’ αυτή τους τη δήλωση, κάνουν τα πάντα για να σβήσουν τα τατουάζ.

.

mafia-tattoos-01

.

Στην εργασία βέβαια, του Eero Wahlstedt, που θα σας πρότεινα να διαβάσετε ολόκληρη, αναφέρονται εκτός απ’ αυτούς τους λόγους που διαβάσατε ήδη κι άλλοι. Με τα τατουάζ κυρίως, οι κρατούμενοι προσπαθούν να πάρουν, υποστηρίζει (αφού έχει συμβουλεύτηκε με τη σειρά του μελέτες κι άλλων ειδικών), τον έλεγχο των σωμάτων τους. Έναν έλεγχο που έχουν χάσει, αφού όλες τους οι δραστηριότητες, οι κινήσεις, οι ενασχολήσεις, διέπονται από κανονισμούς, χωροταξικές ρυθμίσεις, ωράρια κι αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα. Η ατομικότητα εξεγείρεται στην επιβαλλόμενη ομοιομορφία.

Επειδή, μέσω της συνεχούς επιτήρησης και της απομόνωσης, σύμφωνα με τον Michel Foucault, η φυλακή επιβάλλει μια ανακωδίκωση της ύπαρξης Σ’ αυτή την ανακωδίκωση φαίνεται πως αντιδρούν λοιπόν. Ίσως η χρονική στιγμή που η φυλακή άλλαξε, να ήταν η αφορμή ή η αιτία, για ν’ αλλάξει και η χρήση των τατουάζ.

Έμμεσα βέβαια μ’ αυτά οι έγκλειστοι, εκφράζουν και την περιφρόνηση τους προς το σωφρονιστικό σύστημα, καθώς τέτοιες ‘δραστηριότητες’, απαγορεύονται στη φυλακή ενώ παράλληλα αποκομίζουν οφέλη δείχνοντας σκληροί στον εγκληματικό υπόκοσμο (αυξάνουν το κύρος τους). Για μένα τουλάχιστον, αυτή η εξήγηση συνολικά, έχει βάση, σε σχέση με άλλες που καταγράφει ο Wahlstedt. Εσείς, αν ασχοληθείτε περισσότερο με το θέμα, θα βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Τελικά όμως, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, κάποια στιγμή οι κρατούμενοι, ο καθένας ξεχωριστά ή σε μικρές ομάδες,  αποφασίζουν να χτυπήσουν τατουάζ.  Πως το κάνουν άραγε; Με πολλούς τρόπους, που θα τους δούμε στη συνέχεια. Ο Ηλίας Πετρόπουλος πάντως, στο βιβλίο του που προανέφερα, καταθέτει τις δικές του πληροφορίες και εξηγεί περαιτέρω:

Οι τσαμπουκάδες της φυλακής γίνονται από ερασιτέχνες που δουλεύουν συνήθως χωρίς αμοιβή. Πάντως αυτός που θα υποστεί την τέχνη τους δεν παραλείπει να δόσει ένα μικρό φιλοδώρημα (μερικά πακέτα τσιγάρα). Ο τρόπος εκτέλεσης του τσαμπουκά είναι σχετικά απλός. Ο τεχνίτης, αρχικά σχεδιάζει τον επιθυμητό τσαμπουκά με μελανί μολύβι (κόπιας) επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Ύστερα βρέχει το σημείο του σώματος, όπου θα κεντήσει τον τσαμπουκά, και κολλάει εκεί το χαρτί. Όπως είναι επόμενο, το μολύβι ποτίζει και τότε το σχέδιο φαίνεται έντονα. Μετά ο τεχνίτης παίρνει τη βελόνα κι αρχίζει το κέντημα ακολουθώντας τις γραμμές του σχεδίου. Προηγουμένως ο τεχνίτης αφαιρεί το βρεγμένο χαρτί. Με το κέντημα η επιδερμίδα σχεδόν σκάβεται και το αίμα τρέχει άφθονο. Ωστόσο η στάμπα διακρίνεται. Ο τεχνίτης μαζί με το τσίμπημα κάνει και τον χρωματικό τόνο του σχεδίου, αφού βουτάει συνεχώς τη βελόνα στο χρώμα. Στο τέλος, για σιγουριά κάνει και μιαν επάλειψη με χρώμα. Πάνω στην γρατζουνισμένη στάμπα. Σε λίγες μέρες η πληγή πιάνει κουκούδι. Όταν απολεπιστεί το κουκούδι ο τσαμπουκάς είναι έτοιμος. Ως τότε ο κατάδικος δεν επιτρέπεται να πλύνει το μέρος όπου έγινε ο τσαμπουκάς.


Εκτός από τη μέθοδο της βελόνας έχουμε και την μέθοδο της σφραγίδας. Πρόκειται για μιαν άψυχη τυποποιημένη τεχνική εκτελέσεως τατουάζ. Σύμφωνα με τη μέθοδο της σφραγίδας, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μικρή-μικρή σανιδούλα όπου είναι μπηγμένες βελόνες που σφραγίζουν κάποιο σχέδιο (π.χ. Μια καρδιά). Η σχετική επέμβαση γίνεται με την πίεση της σφραγίδας πάνω στην επιδερμίδα. Επακολουθεί επάλειψη με χρώμα κτλ κτλ”.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Συνάντηση – Συζήτηση για την «επικινδυνότητα» / Σάββατο 3 Μαΐου 2014, 10:00 – 15:00

..

3th of May

..

 

 

Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός κινήματος στο χώρο της ψυχικής υγείας σας προσκαλεί σε ανοικτή συζήτηση γύρω από τα αδιέξοδα της ψυχιατρικής και την αναζήτηση εναλλακτικών πέρα από αυτή.

Στο κτήριο του Συλλόγου Αρχαιολόγων στο Θησείο θα διερευνήσουμε την έννοια της ‘επικινδυνότητας’ όρος που αποτέλεσε σύμφωνα με αρκετούς στοχαστές το θεμέλιο πάνω στο οποίο οργανώθηκε θεσμικά η ψυχιατρική. Όπως έχει κατά καιρούς διατυπωθεί δεν υπάρχει μια σαφώς καθορισμένη και καθολικά αποδεκτή άποψη για τον όρο επικινδυνότητα κι έτσι όλη η κυρίαρχη κοινωνική ηθική μπορεί εύκολα να διεισδύσει στον ορισμό αυτής, επιφέροντας δραματικά αποτελέσματα στην ελευθερία ενός ατόμου. Τόσο η επικινδυνότητα όσο και η ψυχική ασθένεια, δομούνται πάνω στην έννοια της ‘φυσιολογικότητας’, η οποία αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να προσαρμοστεί στις κυρίαρχες αξίες και κανόνες, έτσι ώστε κάθε απόκλιση να επιφέρει τελικά το ετικετάρισμα του ατόμου ως ‘τρελού’ ή ως ’επικίνδυνου’».

Από την άλλη υπάρχει μια διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη να αναζητήσουμε τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο εκείνες τις πρακτικές που μας απομακρύνουν από το κυρίαρχο βιολογικό λόγο, να αναδείξουμε την κουλτούρα εκείνη που αναζητά στην ανθρώπινη δυσφορία κάποιο νόημα, που δεν εγκλείει, δεν περιορίζει, δεν καταστέλλει. Αντίθετα χρειαζόμαστε προσωπικές και συλλογικές αφηγήσεις ανάρρωσης, αφηγήσεις που πιστοποιούν ότι μεγάλο μέρος της διεργασίας αυτής είναι εφικτή εκτός των ψυχιατρικών θεσμών, μέσα στην κοινότητα και μαζί με αυτή.

Τέλος θα αφιερώσουμε χρόνο για να συζητήσουμε τις τρέχουσες εξελίξεις, να κάνουμε έναν απολογισμό της δράσης της πρωτοβουλίας και να οργανώσουμε τα επόμενα βήματά της . Άλλη μια συνάντηση λοιπόν από μια πρωτοβουλία που επιδιώκει να συνδιαλλαγεί με όρους πολιτικούς σε ένα πνεύμα αντιιεραρχικό, οριζόντιο και ισότιμο, χωρίς κομματικές ταυτότητες και αναθέσεις αλλά με πολιτικό προσανατολισμό για μια άλλη κουλτούρα στα θέματα της ψυχικής υγείας, για ένα κίνημα ‘από τα κάτω’, που θα εμπεριέχει το λόγο των σημερινών αποκλεισμένων, που θα φέρει τα ζητήματα της (ψυχικής) υγείας πάλι πίσω στην κοινότητα.

.

Πρωτοβουλία για τη δημιουργία

ενός πολύμορφου κινήματος

στο χώρο της ψυχικής υγείας

.

.

.

.

.

 

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος Ι

.

western-shaft-tomb-tattoo

.

Σε χώρους κλειστής διαβίωσης όπως οι φυλακές, αναπτύσσονται συμπεριφορές και παγιώνονται συνήθειες, που συγκροτούν τελικά την ιδιάζουσα κουλτούρα των ανθρώπων που τους απαρτίζουν και τους χαρακτηρίζουν.

Τέτοιο δείγμα αποτελούν οπωσδήποτε, τα τατουάζ, οι τσαμπουκάδες της φυλακής, που χτυπούν ή κεντούν όπως συνηθίζουμε να λέμε, οι κρατούμενοι σε όλα σχεδόν τα σημεία του κορμιού τους Πρόκειται για ένα είδος σήμανσης ταυτότητας, διαφορετικότητας,  μια πολιτιστική κωδικοποίηση ατόμων που θεωρούν πως εντάσσονται σε συγκεκριμένες ομάδες (π.χ. ποινικοί κρατούμενοι) και υπο-ομάδες (πχ. μέλη συμμοριών).

Στη δεύτερη περίπτωση τα τατουάζ, πέραν της δήλωσης πίστης στην υπό-ομάδα, αποτελούν σημαίνοντα προς τους έξω για την ένταξη του φέροντος σ’ αυτήν, αναπαριστούν συχνά το σύνολο της εγκληματικής του δραστηριότητας (είναι δηλαδή ένα είδος βιογραφικού), το βαθμό, τη θέση που έχει στην υπο-ομάδα κτλ.

Η δερματοστιξία, έχει τις ρίζες της στους πρωτόγονους λαούς και συναντάται στους περισσότερους πολιτισμούς (εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο). Τα τατουάζ σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προστασίας, ως τρόποι θεραπείας, ως μαγικά σύμβολα, ως ένδειξη ευγενικής-αριστοκρατικής καταγωγής κτλ.

Στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται πως τα τατουάζ διαδόθηκαν απ’ την Περσία τον 6ο αιώνα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος και οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους τα υιοθέτησαν απ’ τους Έλληνες. Χρησιμοποιήθηκαν για να στιγματίζονται οι εγκληματίες και οι δούλοι, ώστε ακόμα κι αν διέφευγαν να μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν.

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο του Archaeology, απ’ όπου άντλησα τις πληροφορίες αυτές, οι Αθηναίοι στιγμάτισαν τους ηττημένους Σαμιώτες με ένα τατουάζ κουκουβάγιας (το έμβλημα της θεάς Αθηνάς) κι οι Σαμιώτες με τη σειρά τους όταν νίκησαν ‘σημάδεψαν’ τους αιχμαλώτους τους με ένα Σαμιακό πολεμικό πλοίο (Σάμαινα).

Αλλά στη Θράκη, πάντα κατά τον Ηρόδοτο,  η δερματοστιξία είχε άλλο νόημα καθώς σηματοδοτούσε την ευγενική καταγωγή.

.

thracian-tattoos

.

Πολλοί αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί, αναφέρονται στην τιμωρητική χρήση των τατουάζ. Στην αρχαία Ρώμη μάλιστα φαίνεται πως τέτοια ‘στίγματα’ έφεραν στρατιώτες και λεγεωνάριοι επίσης. Ο Καλιγούλας στιγμάτιζε και τους μονομάχους, για να είναι σαφές πως αποτελούν δημόσια περιουσία κτλ.

Ήταν διαδεδομένο μάλιστα, να στιγματίζονται τα πρόσωπα, όσων θεωρούνταν για κάποιο λόγο αποδιοπομπαίοι τράγοι, πράγμα που απαγόρεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ.

Έτσι η δερματοστιξία περιορίστηκε στο σώμα, μέχρι το 787 μ.Χ. που ο Πάπας Αδριανός την απαγόρεψε γενικώς (κι όλοι οι διάδοχοι του επίσης, έκτοτε), με αποτέλεσμα τα τατουάζ σχεδόν να ‘εξαφανιστούν’  στο χριστιανικό κόσμο, μέχρι το 19ο αιώνα.

Συναντούνται όμως, στις φυλακές της Ευρώπης, στους εκεί έγκλειστους. Όπως αναφέρει ο Michel Foucault  στο βιβλίο του «Επιτήρηση και τιμωρία-Η γέννηση της φυλακής»:

“Χαραγμένα πάνω τους είναι τα εμβλήματά τους -είτε μια λαιμητόμος χαραγμένη στον αριστερό βραχίονα, είτε πάνω στο στήθος τους, ένα ξίφος που χώνεται βαθιά σε ματωμένη καρδιά…”

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα δε, σε μια ποινική υπόθεση στην Γερμανία,  για πρώτη φορά γίνεται η ‘επίσημη’ σύνδεση των τατουάζ με την εγκληματολογική δραστηριότητα. Τίθεται τότε κατά τη διάρκεια της δίκης το ερώτημα αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (ως μέσο θετικής ταυτοποίησης), το συγκεκριμένο τατουάζ του φερόμενου εκείνη την εποχή ως δράστη, για να εξασφαλιστεί η καταδίκη του.

«Η υπόθεση«, όπως σχολιάζει ο Eero Wahlstedt στην ενδιαφέρουσα εργασία του που συμβουλεύτηκα, «ήταν λιγότερο σημαντική από τις συνέπειές της, καθώς οδήγησε σε μια ευρύτερη μελέτη και καταγραφή των τατουάζ με σκοπό τη διάκριση των «εργατικών τάξεων» απ’ τις «επικίνδυνες τάξεις«. Η υπόθεση είναι ότι αυτοί που έχουν τατουάζ ήταν πιο αντικοινωνικοί και επικίνδυνοι (Caplan,1997: 106-9)». 

Ο Ιταλός εγκληματολόγος Cesare Lobroso, με τη σειρά του πίστευε πως ήταν θέμα χαρακτήρα, προδιάθεσης. Δηλαδή πως o ίδιος καταναγκασμός που οδηγεί κάποιον να εκγληματίσει, τον οδηγεί και να στο σημαδεύει κατά τέτοιον τρόπο, το σώμα του.

Θα δούμε στη συνέχεια, κι άλλες σχετικές αναφορές, αλλά εντωμεταξύ ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στη χώρα μας. Η συνήθεια αυτή έφτασε και στην Ελλάδα λοιπόν κι έτσι κατά την επίσκεψη του στις φυλακές του Ναυπλίου (η σχετική ανάρτηση εδώ), στα τέλη του 1800, ο λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας, γίνεται μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής και την καταγράφει:

“Ο ένας ήταν γονατιστός κ’ είχε ολόγυμνο το κορμί εμπρός ‘; την πόρτα και οι άλλοι δύο εστέκοντο σκυμμένοι επάνω του. Εστοχάσθην ότι ήταν λαβωμένος και τον επεριπιούντο. Επλησίασα να ιδώ. Τι να ιδώ; Ανατρίχιασα όλος. Και οι δύο με ψιλά βελόνια εις τα χέρια τους εκέντουν το κορμί του γονατισμένου μέχρι αφαιμάξεως. Από τον σβέρκο, αμέσως κάτω από τα μαλλιά άρχιζε ένα ογκώδες κεφάλι φοβερού φιδιού, με ανοικτό στόμα και γλώσσα έξω βγαλμένη κατακόκκινη. Το φίδι κατέβαινε εις την ραχοκοκκαλιά, έπειτα έκλινε κάτ’ από τη ζερβιά μασχάλη, έβγαινε μπρος εις το στήθος και κατ’ από το δεξιό βυζί και την μασχάλην εγύριζε πάλι εις την ράχη. Φοβερό ήταν το σώμα του ερπετού, ολόπλουμο με χίλιες δυο φολίδες και μύρια χρώματα που ασπρογάλιαζαν επάνω εις το δέρμα σαν τ’ αληθινού φιδιού.

-Θα κάμετε πολύ ακόμη ερώτησα τον ένα.

-Θα το φτάσουμε κάτου ‘ς τη φτέρνα.

-Και δε σε πονεί; ερώτησα εκείνον

-Τσ’ μου έκαμε μ’ επώδυνον όμως έκφρασιν.

Η παλληκαριά του δεν άφινε να ομολογήση τους πόνους του. Η καρδιά του όμως ή καλλίτερα το τομάρι του το ήξερε”.

 

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

.

A dream

.

A dream

.

Ένας δρόμος με ομίχλη… Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Τον διασχίζω και κάτι ξεχασμένα “αν” προσπαθούν να με τραβήξουν απ’ το μανίκι. Δεν γυρίζω. Αφήνουν όμως ίχνη στο μαύρο μου πουκάμισο. Με λερώνουν… Κι ύστερα, βρίσκομαι μ’ ένα ποτήρι στο χέρι μου. Κόκκινο ποτό. Όπως πάντα… Ένα παγάκι θολό, αναδεύεται σαν να χορεύει.

Μα δεν ακούω μουσική. Ίσως επειδή έρχεσαι από κάπου και καταλαβαίνω πως σ’ ακολουθούν οι νότες. Σκορπίζονται γύρω σου και ίπτανται στο δωμάτιο, σαν πολύχρωμες φυσαλίδες. Μου μιλάς, αλλά δεν ξέρω τις λέξεις σου. Δεν τις καταλαβαίνω. Ούτε κι εσένα. Ποτέ δεν σε κατάλαβα… Ούτε όταν στέκεσαι σιωπηλός και κοιτάς τις γραμμές των τρένων, σαν να μην ξέρεις που στ’ αλήθεια θες να πας…

Θα σου μιλούσα ίσως, αλλά με τα “ίσως” δεν τα πάω καλά. Θα φταίει που κοιμήθηκα με κάμποσα από δαύτα. Μερικά προσπάθησαν να με σκοτώσουν. Άλλα μου άφησαν πληγές, σαν καύτρες τσιγάρων. Φωσφορίζουν όταν βρέχει και κυλάει πάνω μου ο άνεμος. Κι όταν περνάω σε επόμενη πίστα, ρίχνουν στα πόδια μου τις βόμβες τους.

Με πλησιάζεις… Προσπαθείς. Μου δείχνεις πρόσωπα σε παλιές φωτογραφίες. Κοιτάζω προσεκτικά. Θέλω να διώξω τη σκόνη. Α, είσαι εσύ.. Έπρεπε να το καταλάβω. Παντού είσαι εσύ. Μα δεν σε βλέπω. Σκορπίζεσαι σε τόσα πρόσωπα και τελικά μόνο μια αδιόρατη θλίψη απ’ τα μάτια σου κρατάω… Γιατί φοβάσαι; Θες να φύγεις για να μην μάθω; Μου λες “μείνε, περίμενε με…” Αλλά σου έχω γυρίσει την πλάτη.

Δεν σε αποστρέφομαι. Με τίποτα. Απλώς με κουράζει το μαχαίρι σου. Γυαλίζει πολύ η λεπίδα του και με ζαλίζει. Δεν στο ‘χω πει πως με χαϊδεύει το σκοτάδι; Είναι στοργικό και έχει έλεος. Μου πάει. Θα γυρίσω πίσω… Μην ανησυχείς. Μοιάζει να φεύγω στην εικόνα που βλέπεις, αλλά εμπιστεύσου με. Θα γυρίσω.

Δεν έχω πάει μακριά. Είμαι εκεί που πρέπει. Κρυμμένη, αλλά υπάρχω. Πρέπει να σκάψεις λίγο με τα νύχια σου για να με βρεις. Έχουν πέσει πάνω μου πολλές ματαιώσεις και με σκέπασαν. Μυρίζω ανάγκη και παραίτηση. Αλλά καμιά φορά απ’ το λαιμό μου στάζουν νυχτολούλουδα…

.

.

.

.

.

Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Οι φυλακές του Ναυπλίου»

.

30ed0f79-9d49-48d3-a3e1-9e7c72b17321_1

.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, είναι γνωστός σε όλους μας, σαν ένας από τους μεγάλους Έλληνες διηγηματογράφους (απ’ τους βασικούς εκπροσώπους του ηθογραφικού διηγήματος), που άφησαν πίσω τους πλούσιο λογοτεχνικό έργο (“Λόγια της πλώρης”, “Ο ζητιάνος” κ.α.).

Σ’ αυτή την ανάρτηση λοιπόν, όπως ήδη καταλάβατε απ’ τον τίτλο, θα μας απασχολήσει ένα γραπτό του με ιδιαίτερη σημασία μιας και καταγράφει την κατάσταση στις φυλακές του Ναυπλίου (εδώ θα βρείτε ένα πολύ ενδιαφέρον σχετικό άρθρο), στα τέλη του 1800.

Φυσικά, θεωρώ πως είναι ενδεικτικό για την κατάσταση των φυλακών γενικότερα στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή. Άλλωστε, τα νατουραλιστικά στοιχεία στα διηγήματα του Καρκαβίτσα, δεν αμφισβητούνται.

Αι φυλακαί του Ναυπλίου”: αυτός είναι ο ακριβής τίτλος του έργου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εστία” (σελ. 241-245), στα 1892 και καταγράφει τις εντυπώσεις του Καρκαβίτσα από την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο (1891-1892).

Στη διάρκεια της, επισκέφτηκε τις φυλακές: “Μιλτιάδης”, “Μπούρτζι”, “Άγιος Ανδρέας” και “Βουλευτικό”, συνομίλησε με τους εκεί κρατουμένους, τους δημίους, είδε τα κελιά τους, παρακολούθησε πως περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους και ενδιαφέρθηκε γενικότερα, για τις συνθήκες κράτησης τους.

Συγκλονίστηκε δε, τόσο πολύ απ’ όσα είδε, που έγραψε (σελ. 27), χαρακτηριστικά:

.

“…Ο Χριστός, τρομώ και λέω, αν έμεν’ ένα ξάμηνο εκεί, βέβαια θα ξέχανε το “αγαπάτε αλλήλους”…”

 .

Με όσα ήρθαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας για το Ψυχιατρείο και το Νοσοκομείο Κορυδαλλού, δεν είναι τυχαίο που διάλεξα να σας μεταφέρω το απόσπασμα που ακολουθεί. 

Σ’ αυτή την περίοδο λοιπόν, κατά την οποία οι δήμιοι στο Μπούρτζι αμείβονταν με το σημαντικότατο ποσό των 300 δραχμών το μήνα (συν 100 δραχμές για κάθε εκτέλεση), ο διορισμένος γιατρός για τους κρατούμενους, έπαιρνε μόνο 30 δραχμές:

“Είνε ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Κάν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί ν’ ανεβοκαταβαίνη το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται για φυλακισμένους!…”

Νοσοκομείο Κρατουμένων διέθετε η φυλακή του Αγίου Ανδρέα, αλλά σίγουρα δεν ήταν όπως το περίμενε ο συγγραφέας:

“Πρώτα εμπήκα μέσα εις το νοσοκομείο… Πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί άρρωστοι (…) Εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δύο ψηλές σανίδες καθένας, διπλωμένοι κουβάρι μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα, απ’ ό,τι είχαν (…) Διότι μην ακούτε νοσοκομείο και νομίζετε ότι οι άρρωστοι έχουν και τα καλά του νοσοκομείου. Καθόλου. Μόνον τους βγάζουν από τα υγρά δώματα και τους μπάζουν εις ένα κάπως υποφερτό. Κατά τα  άλλα τα ίδια όπως και οι λοιποί (…) Τα γιατρικά παίρνουν απ’ το στρατιωτικό νοσοκομείον. Αλλ’ αν στείλη σήμερα συνταγήν ο γιατρός, τα φάρμακα θα φθάσουν εις τας φυλακάς τ’ ολιγώτερον έπειτ’ από είκοσι ‘μέρες, όταν ο άρρωστος ή θα είνε σηκωμένος ή θα κατάκοιται ‘ς το μνήμα”. 

Τους παραλληλισμούς με τη σημερινή κατάσταση, αφήνω να τους κάνει ο καθένας από ‘σας, με τη σκέψη του.

Και με τα λόγια του συγγραφέα, τα τόσο ουσιαστικά, θα κλείσω αυτή την ανάρτηση (αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης εργασίας μου, για το μάθημα «Σωφρονιστική» που δίδασκε ο καθηγητής Νομικής του Α.Π.Θ., Στέργιος Αλεξιάδης), χωρίς να σχολιάσω τίποτα άλλο. Θα καταλάβετε γιατί και πόσο δίκιο είχε ο Καρκαβίτσας.

Όσοι-ες ενδιαφέρεστε πάντως να μάθετε περισσότερα, αξίζει να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο του (εδώ κι εδώ οι λεπτομέρειες για τις σχετικές εκδόσεις).

Καλή ανάγνωση.

..

Τι μαθήματα αυστηρής και ήμερης ζωής ημπορούν αν δώσουν εις τον έξω άνθρωπο αυτές οι φυλακές! Εκεί, όχι εις τα σχολεία, όχι εις τα μοναστήρια, μον’ εκεί διδάσκεται με μεγαλόφωνη σιωπή ο αληθινός λόγος του Θεού. Εκεί είνε η αληθινή του Σιλωάμ πηγή όπου βαφτίζεται η ψυχή και βγαίνει αγνή και απαλή και μεγαλόχαρη σαν από την πνοή του δημιουργού.

Στοχάζομαι πως τον μεγαλύτερο κακούργο αν αντί αν τον κλείσουν μέσα τον έπαιρναν μόνο και τον εγύριζαν εις αυτές τις άγριες σπηλιές και του έδειχναν εκείνα τα φοβερά κλειδιά και τον έκαναν να ακούση το θλιβερό στέναγμα των θυρών, να μυρισθή τη μούχλα, να αισθανθή την υγρασία, ν’ ακροασθή το άφωνο μίλημα που κάνουν τα ντουβάρια κ’ έπειτα του έλεγαν: “Να, εδώ θα σ’ εβάναμε να ζήσης δέκα, είκοσι χρόνια, όλη σου τη ζωή, δίχως φίλους κ’ εδικούς για να ξεπλύνης το κακό πώκαμες, μα σ’ αφίνομε. Γύρισε ‘ς το σπίτι σου και γένου καλός άνθρωπος” θα εγνώριζε ευθύς το ανόμημά του. Θα έφευγε με τα τέσσερα και θα επήγαινε με τη μοναχή φροντίδα πως να το ξεπλύνη. Μα, να μη μείνη μέσα εκεί ούτε μια βδομάδα, ούτ’ ένα ημερονύχτι για το Θεό!

Γιατί ξέρομε τι θα ειπή άνθρωπος.


Βάλε τον εις ένα φοβερό, πυκνοντυμένο θεοσκότεινο δάσος. Ρίξε τον σε μια σπηλιά με λύκους και λεοντάρια και τίγρεις. Χώσε τον μέσα ‘ς το απαισιώτερο νεκροταφείο. Αν τον αφίσης για μια στιγμή και τον πάρης πάλι, θα έχη σ’ όλη του τη ζωή την ανατριχίλα του δάσους επάνω του, τ’ άγρια οδοντοκοπήματα και τους μουγκρισμούς των θερίων ‘ς την ακοή του, την απελπιστική παγωνιά του νεκροταφείου ‘ς την ψυχή του και θα τρέμη μήπως πέση πάλι εκεί. Αν τον παρατήσης όμως για πολύ, σιγά σιγά θα συνηθίση το κορμί ‘ς την ανατριχίλα, η ακοή θα συνηθίση ‘ς τα οδοντοκοπήματα, η ψυχή θα παγώση περισσότερο, τα νεύρα θα γίνουν παλαμάρια, και άγριος θα ριχθή να κάψη το δάσος, να μανιώση τα θερία, για να τ’ ακούση αγριώτερα να μουγκρίζουν, ν’ ανοίξη τους τάφους και να παίξη με τα κόκκαλα των νεκρών κλωτσοσκούφι. Ούδε δάκρυα, ούδε στηθοκοπήματα, ούδε παρακλήσεις θα τον συγκινούν πλέον ουδέ φοβέρες…”

.

.

.

.

.

Πωλείται: Κεραυνοβόλος έρωτας… – Αντώνης Τσόκος

.

10003454_10152283352254264_1108899784_n

.

.

Απ’ τις «Πικρές Αγγελίες» – «Σουίνγκ με τ’ άστρα» (εκδ. Γαβριηλίδης)

.

.

.

.