Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

.

 

Ξεκαθαρίζοντας αυτές τις μέρες, ένα μέρος απ’ το αρχείο που διατηρώ εδώ και πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε ένα δημοσίευμα για τον John Cadigan, για τον οποίο σας είχα γράψει αυτήν εδώ την ανάρτηση. Όπως συνήθως συμβαίνει δεν θυμόμουν πως το έχω, μιας και χρονολογείται απ’ το 2004 (26/9/2004).

Να που ήρθε ξανά στο φως λοιπόν, δέκα χρόνια μετά και λίγο καιρό αφότου δημοσίευσα κάτι για κείνον και δείξατε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθετε περισσότερα για την ταινία του και τον ίδιο. Ευχής έργον δηλαδή κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση.

Το υπογράφει η κυρία Σάντυ Τσαντάκη, είχε δημοσιευτεί στο “Κ” της εφημερίδας “Καθημερινή” (δεν υπάρχει πουθενά στο internet) και την εικονογράφηση είχε κάνει ο Νίκος Κούρτης. Θεωρώ πως συμπληρώνει την δική μου ανάρτηση κι έτσι σκέφτηκα να το μοιραστώ αυτούσιο, μαζί σας.

 

.

Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

Ο κόσμος λέει ότι είμαι τρελός. “People say I’m crazy”: Ένα ταξίδι 84 λεπτών στο μυαλό του 34χρονου σήμερα Τζον Κάντιγκαν, που έκανε ντοκιμαντέρ τη ζωή του με τη σχιζοφρένεια και βρήκε τη λύτρωση μέσα από την τέχνη και το τρίτο μάτι της βιντεοκάμερας. Ένα ταξίδι απ’ το σκοτάδι στο φως. “Ήθελα να δείξω στον κόσμο τι έχω στο μυαλό μου. Ένα χαοτικό κόσμο γεμάτο παράνοια, δημιουργικότητα, φόβο, επιθυμία. Έπρεπε να είμαι απόλυτα ειλικρινής, να αποκαλύψω τα πάντα. Η ταινία με βοήθησε να αντιμετωπίσω την αρρώστια μου. Κυρίως τη σκοτεινή της πλευρά”.

   Ο Τζον αρχίζει να μιλάει. Μας καλωσορίζει στο μυαλό του. Στην αρχή βλέπουμε μόνο τα μάτια του. Σαν να φοβάται. “Νομίζω ότι οι άνθρωποι γύρω μου με μισούν”, λέει ξανά και ξανά. “Ότι όλοι με παρακολουθούν για να με εξοντώσουν”. Θα δούμε μαζί φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία, το όμορφο αγόρι που ονειρευόταν μια μέρα να γίνει ποδοσφαιριστής. “Τα παιδιά στο σχολείο με είχαν ψηφίσει ως τον πιο αθλητικό, δημοφιλή και δημιουργικό τύπο της τάξης. Λίγα χρόνια αργότερα, έλεγαν ότι είμαι το πιο ήσυχο και αντικοινωνικό παιδί στο σχολείο. Δεν είχαν άδικο”.

.

“Νόμιζα ότι όλοι με μισούν”

Τον παρακολουθούμε από τα 21 του χρόνια, τελειόφοιτο του Πανεπιστημίου Κάρνεγκι Μέλον, όταν εκδηλώνεται η ασθένεια και για μια δεκαετία γινόμαστε μάρτυρες στις καλές και τις κακές στιγμές, τα φάρμακα, τη ζωή στα ιδρύματα, τις κρίσεις. Όμως η τέχνη τον βοηθάει να αντισταθεί. Όπως και οι σταυροί που φοράει στο στήθος, το διπλό μαχαίρι που έχει φυλαχτό. “Συμβολίζει το καλό και το κακό. Το μαχαίρι με το οποίο σκαλίζω το ξύλο στην τέχνη μου είναι καλό. Και τα μαχαίρια που βλέπω στις παραισθήσεις μου είναι διαβολικά.

   Η κάμερα γίνεται σύμμαχος και εχθρός, λευκός καμβάς και κόκκινο πανί. “Εδώ έζησα. Αυτό είναι το παράθυρο μου. Δεν έβγαινα ποτέ έξω, παρά μόνο για ποτό και μπύρα”. Και η ζωή στο πανεπιστήμιο΄ “Άρχισα να μην πηγαίνω στα μαθήματα, νόμιζα ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο μου, πίστευα ότι η τηλεόραση έστελνε προσωπικά, απειλητικά μηνύματα. Ήταν πολύ τρομακτικό. Νόμιζα ότι όλοι μου έλεγαν: ‘Σε μισούμε Τζον. Είσαι απαίσιος άνθρωπος Τζον’. Ξέρω ότι ακούγεται χαζό αλλά μου συμβαίνει διαρκώς”.

   Στις μέρες της κρίσης, όλοι είναι ύποπτοι για τον Τζον, όλοι θέλουν το κακό του. “Εγώ 21 χρονών στα πρώτα στάδια της αρρώστιας”. Ακούμε τη γιατρό του νοσοκομείου να λέει: “Είναι παγωμένος, ακίνητος, δεν μπορεί ν’ ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του”. Χρόνια μετά, ο ίδιος θυμάται ότι δεν μπορούσε να καταπιεί ούτε το σάλιο του. “Στην αρχή ήμουν άρρωστος διαρκώς. Δεν μπορούσα ούτε να διαβάσω ούτε να δω τηλεόραση. Άρχισα να μεθάω σχεδόν καθημερινά. Ξεκίνησα να κάνω τρεις ενέσεις την εβδομάδα”. Με τα φάρμακα βάζει 75 κιλά. Τον βλέπουμε με γενιάδα, ρόμπα και γυαλιά, στο σπίτι,αφύσικα γερασμένο. “Δεν βλέπω φως. Κανένα φάρμακο δεν έχει απόλυτη επίδραση”.  Όχι, εδώ δεν έχει θέση η “μελό” χολιγουντιανή ματιά στη σχιζοφρένεια, όπως στο “Ένας υπέροχος άνθρωπος”, με τον Ράσελ Κρόου· μόνο η ωμή αλήθεια.

.

“Χρωστάω τα πάντα στην αδερφή μου”

Ο Τζον Κάτιγκαν χρωστάει τη ζωή του στην αδερφή του Κέιτι’ “Είναι απίστευτα θετικός άνθρωπος, πάντα γελάει. Σ’ εκείνην πηγαίνω κάθε φορά που αρρωσταίνω. Μαζί της και με τη μητέρα μου νιώθω ασφαλής”. Η 43χρονη Κέιτι, έμπειρη ντοκιμαντερίστρια, τον βοήθησε να ολοκληρώσει την ταινία της ζωής του, που τον έφερε την περασμένη βδομάδα και στην Αθήνα, στις “Νύχτες Πρεμιέρας”, για την πρώτη της ευρωπαϊκή προβολή.

   Ο πατέρας του ζει στο Τέξας, έχει χωρίσει με τη μητέρα του αλλά η οικογένεια σύντομα θα ξαναενωθεί για να τον στηρίξει: “Μαμά, ποια ήταν η δυσκολότερη στιγμή;” “Ω, Τζον! Υπάρχουν 100 δύσκολες στιγμές. Το να βλέπω το παιδί μου να υποφέρει μέσα στο κεφάλι του, είναι αβάσταχτο, κυρίως γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σε βοηθήσω”. Και για τον αδερφό του, τον Στιβ; Ποια είναι η πιο δύσκολη στιγμή; “Το να βλέπω τα μάτια σου να κοιτούν στο κενό”. Και για την Κέιτι; “Όταν άρχισες να έχεις τάσεις αυτοκτονίας”.

   Ο Τζον δεν θέλει να κρύψει τίποτα. Θέλει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε. “Δεν φταις εσύ που είσαι σχιζοφρενής ούτε κάποιος απ’ την οικογένεια σου. Είναι σαν το Πάρκινσον, το Αλτσχάιμερ, την επιληψία, χρειάζεται θεραπεία. Ο κόσμος νομίζει ότι σχιζοφρενής είναι ο δολοφόνος με το πριόνι. Για μένα είναι η απόδραση από την πραγματικότητα· αποτελεί μία καθημερινή πάλη να ανακαλύψω τι είναι αληθινό και τι δεν είναι. Όλοι νομίζουν ότι οι σχιζοφρενείς είναι απλώς τεμπέληδες και ανίκανοι να κάνουν κάτι για να θεραπευτούν. Κανείς δεν ξέρει πως ακριβώς η αρρώστια χτυπάει τη λογική και τη συγκέντρωση, κάτι τόσο απλό όπως το να πλύνεις ένα ποτήρι, μοιάζει σαν να πρέπει να κατακτήσεις το Έβερεστ”.

.

“Φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”

Στο ίδρυμα ο Τζον δεν είναι ευτυχισμένος, αν και έχει αρκετούς φίλους. “Οι περισσότεροι εδώ είναι βετράνοι”, λέει καθώς μας ξεναγεί: “Εδώ είναι το σαμπουάν μου, ο κοινόχρηστος χώρος, η αγαπημένη μου καρέκλα. Κι αυτός είναι ο συγκάτοικος μου, ο Τζον”, ένας ασπρομάλλης με γουόκμαν στα αφτιά. “Στο ίδρυμα συνήθιζα να κατουράω σε μπουκάλια γιατί φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”.

   Δεν εκδηλώνεται εύκολα στους άλλους. Κλαίει μόνο μπροστά στα μέλη της οικογένειας του. Δεν κοιτάζει ποτέ το φακό όταν μιλάει. Προτιμά να έχει το βλέμμα στο πάτωμα. Σπανίως γελάει. Μας συστήνει την Αν, “μία αληθινή φίλη που μου στάθηκε όταν βυθιζόμουν στο μαύρο σκοτάδι. Ξέρει ακριβώς που ήμουν, έχει βρεθεί εκεί και η ίδια”. Θα τους δούμε μαζί στο αγαπημένο τους καφέ, εκεί όπου πηγαίνουν για τσάι και μπισκότα.

   Η Αν παίρνει το λόγο: “ Η υγεία του έχει βελτιωθεί τόσο πολύ. Το ίδιο και η τέχνη του. Νιώθω περήφανη που μπορώ να τον αποκαλώ φίλο μου”.

   Στον Τζον αρέσει το αυτοκίνητο, η κίνηση στους δρόμους. Δεν του αρέσει να βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο. “Στα 27 μου είδα ότι δεν υπήρχε ελπίδα. Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να με θεραπεύσει. Ώσπου συνάντησα μια καταπληκτική γιατρό. Η ζωή μου έγνε λιγότερο αβάσταχτη, κάποιες φορές, ακόμα και απολαυστική. Αν δεν υπήρχαν η οικογένεια μου και η γιατρός μου, αυτήν τη στιγμή θα ήμουν μάλλον νεκρός”.

   Η κάμερα είναι εκεί για να καταγράψει τις μετέπειτα συναντήσεις τους. Τον ρωτάει η γιατρός του: “Πως νιώθεις με την κάμερα;” Κι ο Τζον απαντά: “Φοβάμαι ότι με εκμεταλλεύονται, ότι θα με κόψουν στην τελική κόπια”. Η γιατρός προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα συναισθήματα και τις φοβίες του. Κι εκείνος συνεχίζει: “Υπάρχουν φορές που είμαι σε απόγνωση και η Κέιτι μου λέει να βγάλουμε την κάμερα έξω κι εγώ λέω, να την ξεγράψουμε την ταινία, νιώθω απαίσια. Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι ότι η αδερφή μου με εκμεταλλεύεται, δεν νοιάζεται για μένα, παρά μόνο για το φιλμ. Επιμένω να λέω στον εαυτό μου ότι αυτό δεν είναι αλήθεια, όμως το μυαλό μου κάνει τρελά παιχνίδια”.

   Μια φορά την εβδομάδα κάνει εξέταση αίματος.»Ένα από τα φάρμακα που παίρνω μπορεί να αποβεί θανατηφόρο». Ζωγραφίζει ένα κύκλο και γράφει σχηματικά το καθημερινό του πρόγραμμα: κοιμάται, τρώει, κοιμάται, δουλεύει, πηγαίνει σινεμά ή στη μητέρα του, ξανακοιμάται. “Ο λόγος που κοιμάμαι τόσο πολύ είναι εξαιτίας των φαρμάκων. Και ο λόγος που οδηγώ πολλές φορές τόσες ώρες είναι γιατί δεν θέλω να πάω στο ίδρυμα. Νιώθω φριχτά το πρωί. Τίποτα δεν με εμπνέει. Έχω κατάθλιψη.”

.

“Ο διάβολος με κυνηγάει”

Ευτυχώς που υπάρχει και το στούντιο του. “Νιώθω ασφαλής εδώ. Αλλά δεν μπορώ να δουλέψω πάντα”.

   Όταν νιώθω χάλια δεν μπορώ να δουλέψω. Σκαλίζει το ξύλο, κάτι που λειτουργεί, όπως λέει, θεραπευτικά. Δείχνει τις πληγές στα χέρια του και σιγοτραγουδάει Βάγκνερ. Μετά βγάζει το σκύλο του βόλτα, ύστερα τον βλέπουμε να ψωνίζει με την αδερφή του από το πολυκατάστημα για “Big and tall, να πηγαίνει για μπόουλινγκ, σε φαστ φουντ.

   “Η φαντασία μου είναι βίαιη. Βίαιες εικόνες εναλλάσονται στο μυαλό μου και με φρικάρουν. Τα τελευταία εφτά χρόνια δουλεύω με μαχαίρι. Η τέχνη μου έχει να κάνει με την κοπή. Δεν νομίζω ότι θα τραυμάτιζα ποτέ κανέναν. Ορισμένες φορές νομίζω ότι είμαι διαβολικός”.

   Από την απόλυτη θλίψη περνάμε σε στιγμές οικογενειακής ευτυχίας. Και αμηχανίας. Μεταφερόμαστε στην εκκλησία. “Παντρεύεται ο αδερφός μου, ο Στιβ. Μου ζήτησε να είμαι ένας από τους κουμπάρους. Νιώθω περίεργα, σαν να με κοιτάνε όλοι. Είναι διαβολικό. Και ο διάβολος με κυνηγάει”. Βλέπουμε τα χέρια του να ιδρώνουν, “είναι δύσκολο να επικοινωνήσω με τους άλλους, να γίνω φίλος”. Δεν είναι τυχαίο πως όλοι του οι φίλοι πάσχουν από κάποιας μορφής σχιζοφρένεια.

   Στην επόμενη σκηνή, ο Τζον Κάντιγκαν σβήνει μπροστά στην κάμερα 30 κεράκια, μαζί με την οικογένειά του. “Εύχομαι ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση. Ελπίζω απλώς ότι θα νιώθω καλύτερα. Είμαι 30 χρονών. Ζω μια δεκαετία σχεδόν τώρα με την αρρώστια. Ο πατέρας μου είπε ότι στα 50 τα συμπτώματα εξασθενούν. Δεν ξέρω. Για μένα αυτό σημαίνει άλλα 20 χρόνια πάλης”.

.

“Η τέχνη είναι η ανάσα μου”

Σήμερα ο Τζον Κάντιγκαν έχει καταφέρει να αποκτήσει το δικό του διαμέρισμα και μαζί, την ανεξαρτησία του. Εξακολουθεί να πάσχει από σχιζοφρένεια, αλλά η δουλειά του αναγνωρίζεται, το ντοκιμαντέρ του “ταξιδεύει” στα φεστιβάλ και διατίθεται για διδακτικές προβολές σε πανεπιστήμια, τα χαρακτικά του πωλούνται από το site του http://www.peoplesayimcrazy.com ενώ ο ίδιος συνεχίζει να χρησιμοποιεί την κάμερα για ένα μελλοντικό πρότζεκτ.   

   Πρωταγωνίστρια η φίλη του Αν, επίσης σχιζοφρενής. Στην αρχή δεν ήθελε καθόλου να κινηματογραφηθεί. Αργότερα του επέτρεψε να δείξει τα πόδια της και τώρα μπορεί να εμφανίσει και τα χέρια της. “Σύντομα, εύχομαι, να αποκαλύψει και το πρόσωπό της”.    

   Διαβάζουμε σε συνέντευξη του: “Όλα πάνε καλά για μένα. Είναι ωραία να έχω τον χώρο μου. Γνώρισα μια υπέροχη φίλη, τη Μισέλ που μένει στον ίδιο όροφο. Πήγα στα Γουέιτ Γουότσερς και έχασα μέχρι τώρα 50 κιλά. Παραμένω νηφάλιος τα τελευταία εννιά χρόνια. Η τέχνη για μένα είναι η ανάσα μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Όσο περισσότερο δουλεύω, τόσο περισσότερο θεραπεύομαι”.-

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πορεία στο Χαϊδάρι ενάντια στο βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων – Σάββατο 31/5/2014 στις 11 πμ

.

.

ΑΦΙΣΑ ΠΟΡΕΙΑΣ 31-5 ΤΕΛΙΚΟ ΝΕΟ_0001

 

keimeno poreia 31-5

 

.

.

.

.

.

.

 

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙΙ

 

Δημήτρης Τζαβέλλας
Σκίτσο του Δημήτρη Τζαβέλα (κατά δήλωσή του), του πρώτου Έλληνα που στιγμάτισε ολόκληρο το σώμα του με τατουάζ

update: 29/8/2020

*Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Προφανώς οι τρόποι που περιγράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχουν μετεξελιχτεί πια. Τα τατουάζ των φυλακών όμως, παραμένουν πάντα αυτοσχέδια και διάφορα υλικά χρησιμοποιούνται, για να επιτευχθούν οι απεικονίσεις που ενδιαφέρουν τους έγκλειστους. Προτιμούνται σαφώς αυτά που μπορούν να βρεθούν πιο εύκολα.

Έτσι, οδοντόβουρτσες, στυλό διαρκείας, ξυριστικές μηχανές, πλαστικό, γρανάζια, χορδές κιθάρας, αγκάθια ψαριών, φυτών, μεταμορφώνονται σε μηχανές και βελόνες. Ούρα, σαμπουάν, φούμο, καμένες σόλες παπουτσιών, κάρβουνο, χυμός σταφυλιού, λάδι ανακατεμένο με άλλα υλικά, υγρά μπαταρίας, μετατρέπονται σε μελάνι. Τα διαφορετικά χρώματα (μπλε, πράσινο, κόκκινο) προκύπτουν απ’ τις επιμέρους προσμείξεις, αν και το μαύρο τείνει πια να είναι το πιο διαδεδομένο.

Στο παρελθόν, κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, είχε χρησιμοποιηθεί και κιννάβαρι, cinnabar, ορυκτός υδράργυρος -παρά την τοξικότητα του που ήταν γνωστή-, για να βγει το κόκκινο χρώμα στα σχέδια (εδώ μάλιστα υπάρχει ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο), ενώ πριν αιώνες οι ώχρες, η κιμωλία, ο μπλε ισάτης, το φυτό urukú έδιναν τις αποχρώσεις που επιθυμούσαν, όσοι ήθελαν να διακοσμήσουν το σώμα τους με ποικίλα σχέδια (στο βιβλίο «Skin: A Natural History» υπάρχουν αυτές οι πληροφορίες και πολλές ακόμα, εξίσου ενδιαφέρουσες, για τον τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε το δέρμα μας) Οι μολύνσεις ήταν συχνές και οι θάνατοι όχι σπάνιοι.

«Τα τατουάζ των καταδίκων», γράφει ο προαναφερόμενος συγγραφέας «παρουσιάζουν μια κλειστή θεματολογία: καρδιές (μαχαιρωμένες, λαβωμένες, με φυλλοκάρδια, με γυναικεία ονόματα, με άχ-βαχ), άγκυρες, σταυροί, στιλέτα, γκόμενες (…) Στις απάνθρωπες Νέες Φυλακές της Θεσσαλονίκης εγνώρισα έναν κατάδικο που είχε στο πέος του έναν τσαμπουκά που απεικόνιζε ένα φίδι με τα αρχικά ΑΠ (=Αστυνομία Πόλεων). Ο ίδιος είχε στη γλώσσα του ζωγραφισμένα ψάρια (δηλαδή ότι, είναι εχέμυθος)».

Ο πρώτος Έλληνας πάντως που εμφανίστηκε με ολόκληρο το κορμί του στιγματισμένο (με 387 συνολικά φιγούρες άγριων ζώων και πτηνών, λουλουδιών, γεωμετρικών σχεδίων κτλ) και το επιδείκνυε ως «κινητή πινακοθήκη» (άνθρωποι με τατουάζ ήταν σύνηθες να εμφανίζονταν σε τσίρκο άλλωστε τότε), με εισιτήριο 50 λεπτών, σε μια αίθουσα ξενοδοχείου δίπλα στο Ταχυδρομείο Αθηνών στα τέλη του 19ου αιώνα,  ήταν κατά δήλωση του, ο Δημήτρης Τζαβέλας, γιος του Κίτσου Τζαβέλα, του γνωστού ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης. Το σκίτσο του απ’ την εφημερίδα «Εστία» του 1893, τον απεικονίζει με τατουάζ ακόμη και στο πρόσωπο (παρόμοια φωτογραφία όμως μπορείτε να δείτε κι εδώ) κι ο βίος του ήταν περιπετειώδης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σε άρθρο του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη (εφημερίδα Real News, 7/6/2014) .  Ωστόσο υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που μπορείτε να τα πληροφορηθείτε  απ’ αυτό το άρθρο, αφού εγώ δεν έχω λόγο να αναπτύξω περισσότερο το θέμα της ταυτότητάς του. Αρκεί μόνο να γράψω ότι οι ειδικοί της εποχής είχαν αποφανθεί ότι τα σχέδια στο σώμα του πρέπει να είχαν γίνει στην Μπούρμα ( πρώην Βιρμανία, σημερινή Μιανμάρ), χώρα με μεγάλη παράδοση στη δερματοστιξία κι ότι είχε χρησιμοποιηθεί σ’ αυτά κιννάβαρι και μπλε ισάτης. Ενδεικτικά θ’ αναφέρω ότι για τους Λαϊτού και τους Τσιν (φυλές της Μιανμάρ), το ολοπρόσωπο σχέδιο για παράδειγμα, θεωρείται υπέρτατη ομορφιά (οι Λαϊτού προτιμούν τον ιστό αράχνης κι οι Τσιν σχήματα με άνθη) και γενικότερα ήταν διαδεδομένη στη χώρα η πεποίθηση ότι το τατουάζ στο μέρος της καρδιάς μπορεί να σταματήσει τις σφαίρες. Για να επιστρέψουμε όμως στα δικά μας…

Σήμερα λοιπόν, στις ελληνικές φυλακές η θεματολογία είναι ευρύτερη. Ας μην ξεχνάμε πως αρκετοί αλλοδαποί συνωστίζονται πλέον με Έλληνες εγκλείστους κι ο επηρεασμός είναι αναπόφευκτος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα προς το παρόν, να βρω κάποια σχετική έρευνα, για να σας την παρουσιάσω. Θυμάμαι ωστόσο, από διηγήσεις Γεωργιανών κρατουμένων (πριν μερικά χρόνια που συζητήσαμε το θέμα), πως η πιο διαδεδομένη μέθοδος ανάμεσα τους, αφορούσε στη χρήση καμένου και τροποποιημένου στυλού διαρκείας ή ξυριστικής μηχανής. Η μπίλια του στυλού έβγαινε και χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία του σχεδίου. Η δική τους θεματολογία βέβαια, σχετιζόταν με τον τόπο καταγωγής τους.

Ενδιαφέρον είναι πάντως το γεγονός, πως ενώ παλιότερα, ‘παραδοσιακά’ τατουάζ στη χώρα μας, έφεραν μικρά κοριτσάκια, αξιοσέβαστες ηλικιωμένες γυναίκες, θρησκευόμενοι άντρες κτλ (και αυτά απεικόνιζαν κυρίως σταυρουδάκια γι’ αυτό τα έλεγαν και σταυροτυπώματα, ελιές, κυπαρίσσια, λουλούδια, κύκλους κτλ), από ένα σημείο και πέρα, συνδέθηκαν αναπόσπαστα με την κουλτούρα του υποκόσμου (και κυρίως της φυλακής). Αν κάποι@ από σας ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα,  μπορεί να διαβάσει εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάρτηση για τα τατουάζ των Βλάχων, στην οποία όμως αναφέρονται και οι συμβολισμοί πολλών άλλων πολιτισμών.

Στις μέρες μας, ωστόσο, τα τατουάζ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες, είναι πλέον μόδα (καλλιτεχνικό τατουάζ). Αλλά διαχρονικά συνδέθηκαν με δύο συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: με τους φυλακισμένους και τους ναυτικούς. Στους δεύτερους δημιουργούσαν έναν νοητό δεσμό, μια ταύτιση με την ομάδα (των ναυτικών γενικότερα), τα μέλη της οποίας ασκούσαν ένα τόσο σκληρό επάγγελμα (σε μερικές περιπτώσεις πτώματα σε ναυάγια αναγνωρίστηκαν μόνο απ’ τα τατουάζ τους). Υπάρχει μάλιστα μια εξαιρετική περιγραφή απ’ το Φώτη Κόντογλου, στο μικρό διήγημα «Ο Καπετάν Γρίτσας» , για το πως γινόταν η ανάλια σ’ έναν ήρωά του, τον Καπετάν Νικόλα ( όπως γράφει χαρακτηριστικά:»πλουμίδια κεντημένα απάνου στο πετσί του») με μπαρούτι και λιβάνι.

Το ίδιο εντέλει έγινε και με τους φυλακισμένους: τα τατουάζ ενισχύουν το δεσμό της έσω-ομάδας (συμβάλλουν στην σταθεροποίηση της ταυτότητας της ομάδας), αυξάνουν τη συνοχή, διαχωρίζουν τα μέλη απ’ τους εκτός ομάδας, δηλώνουν την προσωπική δέσμευση των μελών και κυρίως εκφράζουν την ιδεολογία του κλειστού αυτού κύκλου στον οποίο ανήκουν.

Ο Eero Wahlstedt, ειδικά για όσους ανήκουν σε συμμορία και φέρουν όμοια τατουάζ υπογραμμίζει και μια άλλη χρησιμότητα: «Το τατουάζ επιτρέπει σε κάθε μέλος να συνδέσει τον εαυτό του εμφανώς με τη συμμορία, και έτσι να στηρίζεται στην ομάδα του για προστασία και να προστατεύεται επίσης από αυθαίρετες επιθετικές πράξεις τρίτων, ακόμα κι αν τα άλλα μέλη της ομάδας δεν είναι παρόντα». Γιατί τ’ αντίποινα είναι δεδομένα και το σκέφτεται κανείς διπλά πριν επιτεθεί σε μέλος συμμορίας. Η θεματολογία δηλαδή που επιλέγεται όσον αφορά αυτούς τους κρατούμενους, σχετίζεται και με την επιβίωση τους. Τους κάνει ταυτόχρονα στόχο άλλων, αντίπαλων συμμοριών, αλλά αυτό εντάσσεται στο ρίσκο των επικίνδυνων ‘παιχνιδιών’ που παίζουν με τις ζωές τους. Οπωσδήποτε όμως εκφράζει και τα εγκληματικά τους ‘κατορθώματα’. Δείχνει σε τι είναι σπεσιαλίστες.

Σε κάποια μέρη του κόσμου βέβαια, όπως θα δούμε, τα τατουάζ έχουν φτάσει σε ύψιστο βαθμό συμβολισμού. Το γιατί όμως, συνέβη αυτό, θα το αναλύσουμε στη συνέχεια. Τα περισσότερα στοιχεία αφορούν αυτά των Ρώσων εγκλείστων, αλλά ιδιαιτέρως περίπλοκα είναι και εκείνα που φέρουν όσοι ανήκουν στην Γιαπωνέζικη μαφία (Γιάκουζα). Αντιθέτως, οι Σικελοί μαφιόζοι δεν συνδέθηκαν ποτέ με τα τατουάζ. Οι λόγοι είναι πολλοί και σχετίζονται ιστορικά με την ανάδυση αυτής της μαφίας, αλλά αρκεί να αναφέρουμε έναν για να γίνει κατανοητή η διαφοροποίηση: είχαν πάντοτε ισχυρές σχέσεις με την κοινωνία. Δεν ήθελαν να διαφοροποιηθούν απ’ αυτήν..

12x16" photo prints
Φωτογραφία του Sergei Vasiliev (υπάρχει στο βιβλίο του Danzig Baldaev)

.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πάντως, πως κάποια σύμβολα ερμηνεύονται διαφορετικά, ανάλογα με το που τα συναντάμε και ποιας εθνικότητας άτομα τα φέρουν. Για παράδειγμα η σβάστικα σε συμμορίες της Αμερικής, σημαίνει ακριβώς την πίστη στην υπεροχή της λευκής φυλής. Στην πρώην ΕΣΣΔ όμως, συμβολίζει κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για ένα είδος πολιτικού χλευασμού, για μια τρόπον τινά πολιτική δήλωση: καλύτερα ναζιστής παρά κομμουνιστής, είναι περίπου το νόημα της. Ακόμα και στις φυλακές του ίδιου κράτους, της Ρωσίας κυρίως, τα ίδια σύμβολα μπορεί να έχουν διαφορετικά νοήματα. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις η σβάστικα συμβολίζει επίσης τα ισόβια δεσμά, δηλώνει πως το άτομο δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τη φέρουν αυτοί οι κρατούμενοι, που όντως η νοοτροπία τους διέπεται απ’ τον αντισημιτισμό.

Υπάρχει θα έλεγα, μια γενική παραδοχή για κάποια απ’ αυτά, αλλά όχι για όλα. Οι νεκροκεφαλές συμβολίζουν συνήθως τον αριθμό των ανθρωποκτονιών (το ίδιο και οι σταγόνες αίματος πάνω σε ξίφος), οι καθεδρικοί με τους τρούλους τα έτη της ποινής, οι επωμίδες την υψηλή διαβάθμιση του μέλους στον εγκληματικό υπόκοσμο, οι σπασμένες χειροπέδες τις αποδράσεις, τα οκτάγωνα αστέρια στα γόνατα πως το άτομο δεν γονατίζει σε καμιά εξουσία, οι καμπάνες στα πόδια δείχνουν ότι ο έγκλειστος εξέτισε την ποινή του στο ακέραιο («στο κουδούνι»), η γάτα είναι σύμβολο των κλεφτών, οι πειρατές επίσης συμβολίζουν τις κλοπές, το στιλέτο-μαχαίρι σημαίνει πως ο κρατούμενος εκτελεί κατά παραγγελία δολοφονίες, ο ιστός αράχνης την εμπλοκή με τα ναρκωτικά κτλ.

Ακόμα και το σημείο του σώματος όμως, στο οποίο απεικονίζεται κάτι, οδηγεί σε διαφορετική ερμηνεία. Για παράδειγμα τα μάτια χαμηλά στην κοιλιά δηλώνουν πως ο έγκλειστος τα βλέπει όλα (ή ότι είναι ομοφυλόφιλος και το δηλώνει περίτρανα), αλλά το ίδιο σύμβολο στα οπίσθια, δηλώνει πως ο κρατούμενος είναι σεξουαλικά διαθέσιμος για όλους και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το τατουάζ γίνεται διά της βίας. Χρησιμοποιούνται δηλαδή τιμωρητικά και μες τις φυλακές, απ’ τους ίδιους τους έγκλειστους που θέλουν για κάποιο λόγο να στιγματίσουν έναν συγκρατούμενό τους. Στέλνουν μ’ αυτού του είδους τις απεικονίσεις ένα ισχυρό μήνυμα, για το τι θα συμβεί σ’ όποιον παραβιάσει τον κώδικα της φυλακής.

Οι κάστες στη φυλακή επίσης, είναι μια πραγματικότητα. Στη Ρωσία για παράδειγμα, υπήρχαν οι Vory-v-zakone ( οι κλέφτες) που ήταν και η μεγαλύτερη κατηγορία εγκλείστων και που βαρύνονταν με πολλαπλές εγκληματικές πράξεις κι ακολουθούσαν oι Muzhiks. Οι πρώτοι συνήθως είχαν τατουάζ με τον Χριστό στον Σταυρό. Η ζωή τους επρόκειτο να έχει τραγικό τέλος και έδειχναν μ’ αυτόν τον τρόπο, πως το γνώριζαν. Τα τατουάζ με την Παναγία βρεφοκρατούσα σήμαιναν πως το άτομο από μικρή ηλικία είχε μπει στο δρόμο της παρανομίας.

Στις δεκαετίες μεταξύ 1920 και 1950 πάλι, οι πιο σκληροί κρατούμενοι ήταν οι blatnye (αλλεπάλληλες καταδίκες για ποικίλες εγκληματικές πράξεις) κι ακολουθούσαν οι vory-v- zakone (οιthieves-in-law που προανέφερα). Στη χειρότερη μοίρα και στο έλεος όλων, ήταν οι προδότες, όσοι συνεργάστηκαν με το σύστημα, που τους στιγμάτιζαν με τη λέξη cyka (=σκύλα), αλλά αργότερα άλλαξαν ξανά κι αυτές οι ισορροπίες.

Από τις αρχές του 1930 πάντως σύμφωνα με τον Danzig Baldaev, σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι άρχισαν να καλύπτονται με τατουάζ, ενώ προηγουμένως το έκανε περίπου το 25% αυτών. Σε κείνη την χρονική περίοδο, τη δεκαετία του ’30 δηλαδή, ήταν σαν να έγινε σαφές πως η επιστροφή στην κοινωνία, αποκλείεται κι έτσι η μόνη ‘σταδιοδρομία’ είναι η εγκληματική καριέρα.

Οι λόγοι σχετίζονταν με την πολιτικό-οικονομική κατάσταση (πόλεμοι, λιμοί, πολιτικές αλλαγές) που οδήγησε στο δρόμο μεταξύ άλλων και εκατομμύρια παιδιά (από τη δεκαετία του ’20 είχαν μείνει άστεγα και ορφανά περίπου 2,5 εκατομμύρια), τα οποία ασχολήθηκαν με παράνομες δραστηριότητες για να επιβιώσουν) κι έχουν αναλυθεί εκτενώς απ’ τους Ρώσους εγκληματολόγους. Αν σας ενδιαφέρει περισσότερο το θέμα, μπορείτε ν’ αναζητήσετε σχετικές εργασίες, στις οποίες εξηγείται και η perekovka, η προσπάθεια αναμόρφωσης των αποκλινόντων και πως οι ίδιοι αντέδρασαν σ’ αυτήν. Οι ποινικοί κρατούμενοι επίσης, ήθελαν οπωσδήποτε να ξεχωρίζουν απ’ τους πολιτικούς και τα τατουάζ ήταν ένας τρόπος.

Κι η πρακτική αυτή συνεχίστηκε για κάποιες δεκαετίες. Σήμερα πάντως, η τάση είναι να μην κάνουν πια τόσα τατουάζ οι κρατούμενοι αυτών των φυλακών, επειδή αντιλήφθηκαν τα μειονεκτήματα, επειδή έσπασε η ομοιογένεια κάποιων ομάδων με την εισροή νέων κρατουμένων, επειδή η επικοινωνία πλέον γίνεται με τα σύγχρονα μέσα, επειδή με τα χρήματα πια αγοράζονται όλα (ακόμα και η αυστηρή ιεραρχία που δηλωνόταν παλιά μέσω αυτών των απεικονίσεων) κι έτσι μειώθηκε η αξία τους ως αξιόπιστων σημαινόντων κ.α. Στην εργασία του Eero Wahlstedt, αναλύονται διεξοδικά οι λόγοι.

Όσοι-ες ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα αξίζει να δείτε το ντοκιμαντέρ που ακολουθεί. Διάλεξα αυτό από άλλα παρόμοια κι εξίσου κατατοπιστικά, επειδή μιλούν οι ίδιοι οι έγκλειστοι σε όλη τη διάρκεια του (μεταξύ αυτών και κάποιες γυναίκες), ακούγονται τραγούδια της φυλακής, εξηγούν οι πιο ηλικιωμένοι κρατούμενοι γιατί παλιά έκαναν τατουάζ στο στήθος τους το Λένιν και τους άλλους ηγέτες τους, υπάρχει σ’ αυτό αρχειακό υλικό με τατουάζ προηγούμενων δεκαετιών, δείχνουν στη πράξη τους δρόμους, το πως δηλαδή επικοινωνούν μεταξύ τους (οι δρόμοι είναι διαδομένη συνήθεια επικοινωνίας αλλά και μεταφοράς μικροαντικειμένων στις φυλακές) κ.α. Το ντοκιμαντέρ είναι ρώσικο, αλλά υπάρχουν αγγλικοί υπότιτλοι. Θεωρώ πως δεν θα δυσκολευτείτε να καταλάβετε. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους.

Και βέβαια πρέπει να σας ενημερώσω πως όσα γνωρίζουμε για τα τατουάζ των Ρώσων εγκλείστων προηγούμενων δεκαετιών, αναφέρονται κυρίως στα βιβλία του Danzig Baldaev, για τα οποία θα γίνει λόγος στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Σουΐνγκ με τ’ άστρα: Παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Τσόκου στο «Μωβ Σκίουρο» – 30 Μαΐου 2014 στις 7.30 μ.μ.

αντώνης τσόκος

 

Έγραψα κάποτε, όταν μου ζήτησαν να αναλύσω ένα ποίημα μου:

Πάντα πίστευα πως το να εξηγείς εκτεταμένα ένα ποίημα, είναι ένα είδος νοερής ταφής. Σαν να του βάζεις μια ετικέτα, να το ‘στριμώχνεις’ σ’ ένα κουτί, να το ‘τακτοποιείς’ σ’ ένα ράφι και να μην μπορεί να είναι πια κάτι άλλο, παρά μόνο αυτό που εσύ όρισες.

Τα ποιήματα χρειάζονται αναπνοές… Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Καινούρια βλέμματα να τα ντύνουν με προσδοκίες, απορίες, αμηχανία ίσως, αλλά και πιθανότητες. Να μην είναι μονοσήμαντα, αλλά να μετασχηματίζονται και ν’ αλλάζουν.

Να σκύβουν πάνω τους χαμογελαστά πρόσωπα, σκυθρωπά, θυμωμένα, μπερδεμένα, γαλήνια και να βρίσκουν μέσα τους κάτι διαφορετικό.. Ή και κάτι ίδιο. Κανείς να μην έχει απόλυτα δίκιο και κανείς να μην έχει απόλυτα άδικο, ως προς το τι είναι ένα ποίημα.. 

 

Δεν είναι εύκολο λοιπόν, ν’ αναλύσεις ένα ποίημα. Και φυσικά τα πράγματα γίνονται δυσκολότερα, όταν καλείσαι να παρουσιάσεις όχι ένα μόνο, αλλά πολλά ποιήματα: ολόκληρο βιβλίο.

Θα προσπαθήσω όμως να το κάνω και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, γιατί ο Αντώνης είναι ένας απ’ τους ανθρώπους που εκτιμώ απεριόριστα, τον θαυμάζω για τον τρόπο που γράφει, τον θεωρώ εξαιρετικά ταλαντούχο, αλλά κι ανεκτίμητο φίλο και θέλω να στέκομαι δίπλα του σε τέτοιες όμορφες στιγμές. Με τιμά πραγματικά η επιλογή του και κυρίως με συγκινεί.

Οι άνθρωποι που ξεχωρίζω, δεν είναι πολλοί. Αλλά στην καρδιά μου, έχουν ιδιαίτερη θέση. Κι ο Αντώνης είναι ένας απ’ αυτούς. Θα χαρώ λοιπόν αν έρθετε να τον γνωρίσετε και ν’ ακούσετε τα ποιήματά του.

Θα σας περιμένουμε, παρέα με τη Νατάσσα Αναγνώστου, ηθοποιό και συγγραφέα, σ’ αυτόν τον πολύ ζεστό χώρο. Θα είστε εκεί;

.

.

.

.

.

Η «ψυχιατρική των ράντζων» ξέμεινε και από ράντζα…

*Αναδημοσίευση από εδώ.

Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ

ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΕΠΙ ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΩΝ ΤΟΥ

ΟΤΑΝ Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΤΩΝ ΡΑΝΤΖΩΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΡΑΝΤΖΑ

ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΜΕΤΡΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ… Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Μια περίπτωση αντιπροσωπευτική της κατάρρευσης του συστήματος ψυχικής υγείας, της βαναυσότητας και της απόρριψης με τις οποίες ο ψυχικά πάσχων, όλο και πιο πολύ, αντιμετωπίζεται από τις θεσμικές εξουσίες που εμπλέκονται στη διαχείριση των πολύπλοκων προβλημάτων του. Μια περίπτωση όλο και πιο καθημερινή:

Πρώτο στάδιο : η αστυνομία. Μια πολυμελής ομάδα αστυνομικών από το ΑΤ Ν. Ηρακλείου εκτελεί (αρχές Μαΐου) μια εισαγγελική παραγγελία για εγκλεισμό ξυλοφορτώνοντας άγρια τον ασθενή (επειδή αυτός, αρνούμενος και ανθιστάμενος στην προσαγωγή του, έφτυσε έναν αστυνομικό και σήκωσε το χέρι του) μέχρι να του βάλει τις χειροπέδες για μεταφορά του στο εφημερεύων νοσοκομείο. Κατά την μεταφορά εκεί (στο πρώτο από τα νοσοκομεία στο οποίο έγινε απόπειρα να εισαχθεί), υπήρξε μια αναμονή ωρών μέσα στο περιπολικό, με τον ασθενή δεμένο με χειροπέδες, μέχρι ν΄ αποφασιστεί αν υπήρχε κρεβάτι για να γίνει δεκτός. Εκνευρισμένος από την χωρίς καμιά πληροφόρηση αναμονή, κλώτσησε (όντας δεμένος με τις χειροπέδες) έναν αστυνομικό που καθόταν δίπλα του, ο οποίος απάντησε γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο. Τα σημάδια από τον ξυλοδαρμό ήταν ακόμα εμφανή στην περιοχή γύρω από τα μάτια, μια βδομάδα μετά. Γνωρίζοντας το βάναυσο τρόπο με τον οποίο λειτουργούν γενικώς, στη βάση ποιας κουλτούρας, «εκπαίδευσης» και ποιών οδηγιών, άνωθεν, για την αντιμετώπιση διαδηλωτών, μεταναστών, τοξικοεξαρτημένων, κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων κλπ, τι γνώσεις (δεν) έχουν (και που ούτε κανείς από την θεσμική τους ιεραρχία ενδιαφέρεται, ή θέλει, να έχουν) για το πώς μπορείς και πρέπει να διαχειριστείς την επιθετική συμπεριφορά κάποιου (πόσο μάλλον να μην την παροξύνεις), ιδιαίτερα μάλιστα αν αυτός είναι ψυχικά πάσχων, χωρίς να τον σπάσεις στο ξύλο, ίσως να περιττεύουν τα όποια σχόλια επί του προκειμένου. Απλώς χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι, σ΄ αυτή τη χώρα, οι εισαγγελικές παραγγελίες εξακολουθούν να εκτελούνται μέσω της αστυνομίας, αντί μέσω των υγειονομικών υπηρεσιών, όπως γίνεται σε άλλες χώρες και όπως είναι το δέον.

Δεύτερο στάδιο: η (προσπάθεια για) ψυχιατρική νοσηλεία. Ο ασθενής μεταφέρεται, κατ΄ αρχήν, στο εφημερεύον ψυχιατρικό τμήμα του νοσοκομείου «Αγία Ολγα». Εκεί, όμως, δηλώνεται ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη κλίνη, ούτε καν σε ράντζο. Έτσι, ξανά στο περιπολικό για μεταφορά στο, επίσης εφημερεύον την ίδια μέρα, ψυχιατρικό τμήμα του Γενικού Κρατικού Αθηνών («Γεννηματάς»), όπου, όμως, και εδώ δεν υπάρχει ούτε ράντζο διαθέσιμο. Επειδή, ωστόσο, «είναι αργά μέσα στη νύχτα», αποφασίζεται να παραμείνει εδώ (όχι, φυσικά, σε θάλαμο νοσηλείας, αλλά στα «Επείγοντα») μέχρι το πρωί, οπότε και διακομίζεται στο εφημερεύον, την επόμενη μέρα, ψυχιατρικό τμήμα του «Θριασίου». Καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της διαδοχικής αποπομπής από τις διαδοχικές ψυχιατρικές μονάδες ενός ψυχικά πάσχοντα σε κατάσταση κρίσης, μεταφερόμενο από εδώ εκεί με χειροπέδες…..

Η εικόνα συμπληρώνεται από τα εξής δυο στοιχεία:

Πρώτον, στο ΨΝΑ (Δαφνί), σε τρεις πρόσφατες, διαδοχικές, εφημερίες, οι εφημερεύοντες γιατροί ψάχνουν απεγνωσμένα για ράντζα για να νοσηλεύσουν τους νεοσεισερχόμενους…. και δεν υπάρχουν ράντζα. Έχουν χαθεί; Έχουν τελειώσει; Η κατάσταση έχει φτάσει στο σημείο όπου πρέπει ν΄ αγοράσουν (και αγοράζουν) κι΄ άλλα ράντζα…. Αυτό από μόνο του σηματοδοτεί το «σημείο μηδέν» της κατάστασης της ψυχικής υγείας σ΄ αυτή τη χώρα.

Το δεύτερο στοιχείο αφορά στις προετοιμασίες για μεταφορά, όπως-όπως, κλινικών των εναπομεινάντων ψυχιατρείων (που έχει αποφασιστεί να κλείσουν) σε γενικά νοσοκομεία, με όλο και πιο ορατή την πιθανότητα (έως βεβαιότητα), αυτή η μεταφορά, πέραν όλων των άλλων, να σηματοδοτεί και μείωση των κλινών. Σε μια χώρα που ο αριθμός των ψυχιατρικών κλινών (για τα τμήματα εισαγωγών) υπολείπεται κατά πολύ (το λιγότερο κατά 400 ) του αριθμού που απαιτείται για την στοιχειωδώς αξιοπρεπή νοσηλεία και φροντίδα των ψυχικά πασχόντων.

Ως προς την έκβαση της περιπέτειας του προαναφερόμενου ασθενή, ο επίλογος που δόθηκε, ήταν μέσα από διαδικασίες σε κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη από αυτήν, τις συνέπειες της οποίας είχε υποστεί μέχρι τότε : μετά από λίγες μέρες, ύστερα από συνεννόηση του ιδίου, των θεραπόντων ιατρών και της οικογένειας, μεταφέρθηκε για να συνεχίσει τη νοσηλεία του σε τμήμα του ΨΝΑ όπου λειτουργεί και η θεραπευτική ομάδα που τον στήριζε και τον φρόντιζε για χρόνια, κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει από την αρχή, αν είχαν υπάρξει τα στοιχειώδη, έστω, βήματα για μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση σ΄ αυτή τη χώρα (τομεοποίηση κλπ), που ποτέ δεν υπήρξαν…

12/5/2014

Psyspirosi.gr

.

.

.

.

.

«Το ρούχο της αθωότητας»: Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Φαφαλιού – Τετάρτη 14 Μαΐου στον πολυχώρο «Άγκυρα»

To ρούχο της αθωότητας

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Δ.Ε.Κ.Α. (Δίκτυο Εθελοντών Κοινωνικής Αισθητικής) και το «Καλειδοσκόπιο» (Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία), σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Φαφαλιού «Το ρούχο της αθωότητας«, ποίηση ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας), στις 14 Μαΐου 2014, 7:00 μ.μ. στον Πολυχώρο ΑΓΚΥΡΑ Σόλωνος 124 & Εμμ. Μπενάκη, Αθήνα.

Θα μιλήσουν ο Γιώργος Αστρινάκης (ψυχίατρος), ο Γιώργος Κακουλίδης (ποιητής), η Τίμη Πατζίκα (σντονίστρια του Δ.Ε.Κ.Α.) και η συγγραφέας Μαρία Φαφαλιού.

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν ο Μάνος Δελαβίνιας (απαγγελία ποιημάτων) και ο Στάθης Κλείτσας (ποιήματα με συνοδεία κιθάρας).

Θα προβληθούν έργα ζωγραφικής ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία.

Δ.Ε.Κ.Α. , Ζακύνθου 3, τηλ. 210 8231000

«Καλειδοσκόπιο», Σόλωνος 140, τηλ. 210 3818300