Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

.

 

Ξεκαθαρίζοντας αυτές τις μέρες, ένα μέρος απ’ το αρχείο που διατηρώ εδώ και πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε ένα δημοσίευμα για τον John Cadigan, για τον οποίο σας είχα γράψει αυτήν εδώ την ανάρτηση. Όπως συνήθως συμβαίνει δεν θυμόμουν πως το έχω, μιας και χρονολογείται απ’ το 2004 (26/9/2004).

Να που ήρθε ξανά στο φως λοιπόν, δέκα χρόνια μετά και λίγο καιρό αφότου δημοσίευσα κάτι για κείνον και δείξατε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθετε περισσότερα για την ταινία του και τον ίδιο. Ευχής έργον δηλαδή κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση.

Το υπογράφει η κυρία Σάντυ Τσαντάκη, είχε δημοσιευτεί στο “Κ” της εφημερίδας “Καθημερινή” (δεν υπάρχει πουθενά στο internet) και την εικονογράφηση είχε κάνει ο Νίκος Κούρτης. Θεωρώ πως συμπληρώνει την δική μου ανάρτηση κι έτσι σκέφτηκα να το μοιραστώ αυτούσιο, μαζί σας.

 

.

Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

Ο κόσμος λέει ότι είμαι τρελός. “People say I’m crazy”: Ένα ταξίδι 84 λεπτών στο μυαλό του 34χρονου σήμερα Τζον Κάντιγκαν, που έκανε ντοκιμαντέρ τη ζωή του με τη σχιζοφρένεια και βρήκε τη λύτρωση μέσα από την τέχνη και το τρίτο μάτι της βιντεοκάμερας. Ένα ταξίδι απ’ το σκοτάδι στο φως. “Ήθελα να δείξω στον κόσμο τι έχω στο μυαλό μου. Ένα χαοτικό κόσμο γεμάτο παράνοια, δημιουργικότητα, φόβο, επιθυμία. Έπρεπε να είμαι απόλυτα ειλικρινής, να αποκαλύψω τα πάντα. Η ταινία με βοήθησε να αντιμετωπίσω την αρρώστια μου. Κυρίως τη σκοτεινή της πλευρά”.

   Ο Τζον αρχίζει να μιλάει. Μας καλωσορίζει στο μυαλό του. Στην αρχή βλέπουμε μόνο τα μάτια του. Σαν να φοβάται. “Νομίζω ότι οι άνθρωποι γύρω μου με μισούν”, λέει ξανά και ξανά. “Ότι όλοι με παρακολουθούν για να με εξοντώσουν”. Θα δούμε μαζί φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία, το όμορφο αγόρι που ονειρευόταν μια μέρα να γίνει ποδοσφαιριστής. “Τα παιδιά στο σχολείο με είχαν ψηφίσει ως τον πιο αθλητικό, δημοφιλή και δημιουργικό τύπο της τάξης. Λίγα χρόνια αργότερα, έλεγαν ότι είμαι το πιο ήσυχο και αντικοινωνικό παιδί στο σχολείο. Δεν είχαν άδικο”.

.

“Νόμιζα ότι όλοι με μισούν”

Τον παρακολουθούμε από τα 21 του χρόνια, τελειόφοιτο του Πανεπιστημίου Κάρνεγκι Μέλον, όταν εκδηλώνεται η ασθένεια και για μια δεκαετία γινόμαστε μάρτυρες στις καλές και τις κακές στιγμές, τα φάρμακα, τη ζωή στα ιδρύματα, τις κρίσεις. Όμως η τέχνη τον βοηθάει να αντισταθεί. Όπως και οι σταυροί που φοράει στο στήθος, το διπλό μαχαίρι που έχει φυλαχτό. “Συμβολίζει το καλό και το κακό. Το μαχαίρι με το οποίο σκαλίζω το ξύλο στην τέχνη μου είναι καλό. Και τα μαχαίρια που βλέπω στις παραισθήσεις μου είναι διαβολικά.

   Η κάμερα γίνεται σύμμαχος και εχθρός, λευκός καμβάς και κόκκινο πανί. “Εδώ έζησα. Αυτό είναι το παράθυρο μου. Δεν έβγαινα ποτέ έξω, παρά μόνο για ποτό και μπύρα”. Και η ζωή στο πανεπιστήμιο΄ “Άρχισα να μην πηγαίνω στα μαθήματα, νόμιζα ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο μου, πίστευα ότι η τηλεόραση έστελνε προσωπικά, απειλητικά μηνύματα. Ήταν πολύ τρομακτικό. Νόμιζα ότι όλοι μου έλεγαν: ‘Σε μισούμε Τζον. Είσαι απαίσιος άνθρωπος Τζον’. Ξέρω ότι ακούγεται χαζό αλλά μου συμβαίνει διαρκώς”.

   Στις μέρες της κρίσης, όλοι είναι ύποπτοι για τον Τζον, όλοι θέλουν το κακό του. “Εγώ 21 χρονών στα πρώτα στάδια της αρρώστιας”. Ακούμε τη γιατρό του νοσοκομείου να λέει: “Είναι παγωμένος, ακίνητος, δεν μπορεί ν’ ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του”. Χρόνια μετά, ο ίδιος θυμάται ότι δεν μπορούσε να καταπιεί ούτε το σάλιο του. “Στην αρχή ήμουν άρρωστος διαρκώς. Δεν μπορούσα ούτε να διαβάσω ούτε να δω τηλεόραση. Άρχισα να μεθάω σχεδόν καθημερινά. Ξεκίνησα να κάνω τρεις ενέσεις την εβδομάδα”. Με τα φάρμακα βάζει 75 κιλά. Τον βλέπουμε με γενιάδα, ρόμπα και γυαλιά, στο σπίτι,αφύσικα γερασμένο. “Δεν βλέπω φως. Κανένα φάρμακο δεν έχει απόλυτη επίδραση”.  Όχι, εδώ δεν έχει θέση η “μελό” χολιγουντιανή ματιά στη σχιζοφρένεια, όπως στο “Ένας υπέροχος άνθρωπος”, με τον Ράσελ Κρόου· μόνο η ωμή αλήθεια.

.

“Χρωστάω τα πάντα στην αδερφή μου”

Ο Τζον Κάτιγκαν χρωστάει τη ζωή του στην αδερφή του Κέιτι’ “Είναι απίστευτα θετικός άνθρωπος, πάντα γελάει. Σ’ εκείνην πηγαίνω κάθε φορά που αρρωσταίνω. Μαζί της και με τη μητέρα μου νιώθω ασφαλής”. Η 43χρονη Κέιτι, έμπειρη ντοκιμαντερίστρια, τον βοήθησε να ολοκληρώσει την ταινία της ζωής του, που τον έφερε την περασμένη βδομάδα και στην Αθήνα, στις “Νύχτες Πρεμιέρας”, για την πρώτη της ευρωπαϊκή προβολή.

   Ο πατέρας του ζει στο Τέξας, έχει χωρίσει με τη μητέρα του αλλά η οικογένεια σύντομα θα ξαναενωθεί για να τον στηρίξει: “Μαμά, ποια ήταν η δυσκολότερη στιγμή;” “Ω, Τζον! Υπάρχουν 100 δύσκολες στιγμές. Το να βλέπω το παιδί μου να υποφέρει μέσα στο κεφάλι του, είναι αβάσταχτο, κυρίως γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σε βοηθήσω”. Και για τον αδερφό του, τον Στιβ; Ποια είναι η πιο δύσκολη στιγμή; “Το να βλέπω τα μάτια σου να κοιτούν στο κενό”. Και για την Κέιτι; “Όταν άρχισες να έχεις τάσεις αυτοκτονίας”.

   Ο Τζον δεν θέλει να κρύψει τίποτα. Θέλει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε. “Δεν φταις εσύ που είσαι σχιζοφρενής ούτε κάποιος απ’ την οικογένεια σου. Είναι σαν το Πάρκινσον, το Αλτσχάιμερ, την επιληψία, χρειάζεται θεραπεία. Ο κόσμος νομίζει ότι σχιζοφρενής είναι ο δολοφόνος με το πριόνι. Για μένα είναι η απόδραση από την πραγματικότητα· αποτελεί μία καθημερινή πάλη να ανακαλύψω τι είναι αληθινό και τι δεν είναι. Όλοι νομίζουν ότι οι σχιζοφρενείς είναι απλώς τεμπέληδες και ανίκανοι να κάνουν κάτι για να θεραπευτούν. Κανείς δεν ξέρει πως ακριβώς η αρρώστια χτυπάει τη λογική και τη συγκέντρωση, κάτι τόσο απλό όπως το να πλύνεις ένα ποτήρι, μοιάζει σαν να πρέπει να κατακτήσεις το Έβερεστ”.

.

“Φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”

Στο ίδρυμα ο Τζον δεν είναι ευτυχισμένος, αν και έχει αρκετούς φίλους. “Οι περισσότεροι εδώ είναι βετράνοι”, λέει καθώς μας ξεναγεί: “Εδώ είναι το σαμπουάν μου, ο κοινόχρηστος χώρος, η αγαπημένη μου καρέκλα. Κι αυτός είναι ο συγκάτοικος μου, ο Τζον”, ένας ασπρομάλλης με γουόκμαν στα αφτιά. “Στο ίδρυμα συνήθιζα να κατουράω σε μπουκάλια γιατί φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”.

   Δεν εκδηλώνεται εύκολα στους άλλους. Κλαίει μόνο μπροστά στα μέλη της οικογένειας του. Δεν κοιτάζει ποτέ το φακό όταν μιλάει. Προτιμά να έχει το βλέμμα στο πάτωμα. Σπανίως γελάει. Μας συστήνει την Αν, “μία αληθινή φίλη που μου στάθηκε όταν βυθιζόμουν στο μαύρο σκοτάδι. Ξέρει ακριβώς που ήμουν, έχει βρεθεί εκεί και η ίδια”. Θα τους δούμε μαζί στο αγαπημένο τους καφέ, εκεί όπου πηγαίνουν για τσάι και μπισκότα.

   Η Αν παίρνει το λόγο: “ Η υγεία του έχει βελτιωθεί τόσο πολύ. Το ίδιο και η τέχνη του. Νιώθω περήφανη που μπορώ να τον αποκαλώ φίλο μου”.

   Στον Τζον αρέσει το αυτοκίνητο, η κίνηση στους δρόμους. Δεν του αρέσει να βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο. “Στα 27 μου είδα ότι δεν υπήρχε ελπίδα. Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να με θεραπεύσει. Ώσπου συνάντησα μια καταπληκτική γιατρό. Η ζωή μου έγνε λιγότερο αβάσταχτη, κάποιες φορές, ακόμα και απολαυστική. Αν δεν υπήρχαν η οικογένεια μου και η γιατρός μου, αυτήν τη στιγμή θα ήμουν μάλλον νεκρός”.

   Η κάμερα είναι εκεί για να καταγράψει τις μετέπειτα συναντήσεις τους. Τον ρωτάει η γιατρός του: “Πως νιώθεις με την κάμερα;” Κι ο Τζον απαντά: “Φοβάμαι ότι με εκμεταλλεύονται, ότι θα με κόψουν στην τελική κόπια”. Η γιατρός προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα συναισθήματα και τις φοβίες του. Κι εκείνος συνεχίζει: “Υπάρχουν φορές που είμαι σε απόγνωση και η Κέιτι μου λέει να βγάλουμε την κάμερα έξω κι εγώ λέω, να την ξεγράψουμε την ταινία, νιώθω απαίσια. Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι ότι η αδερφή μου με εκμεταλλεύεται, δεν νοιάζεται για μένα, παρά μόνο για το φιλμ. Επιμένω να λέω στον εαυτό μου ότι αυτό δεν είναι αλήθεια, όμως το μυαλό μου κάνει τρελά παιχνίδια”.

   Μια φορά την εβδομάδα κάνει εξέταση αίματος.»Ένα από τα φάρμακα που παίρνω μπορεί να αποβεί θανατηφόρο». Ζωγραφίζει ένα κύκλο και γράφει σχηματικά το καθημερινό του πρόγραμμα: κοιμάται, τρώει, κοιμάται, δουλεύει, πηγαίνει σινεμά ή στη μητέρα του, ξανακοιμάται. “Ο λόγος που κοιμάμαι τόσο πολύ είναι εξαιτίας των φαρμάκων. Και ο λόγος που οδηγώ πολλές φορές τόσες ώρες είναι γιατί δεν θέλω να πάω στο ίδρυμα. Νιώθω φριχτά το πρωί. Τίποτα δεν με εμπνέει. Έχω κατάθλιψη.”

.

“Ο διάβολος με κυνηγάει”

Ευτυχώς που υπάρχει και το στούντιο του. “Νιώθω ασφαλής εδώ. Αλλά δεν μπορώ να δουλέψω πάντα”.

   Όταν νιώθω χάλια δεν μπορώ να δουλέψω. Σκαλίζει το ξύλο, κάτι που λειτουργεί, όπως λέει, θεραπευτικά. Δείχνει τις πληγές στα χέρια του και σιγοτραγουδάει Βάγκνερ. Μετά βγάζει το σκύλο του βόλτα, ύστερα τον βλέπουμε να ψωνίζει με την αδερφή του από το πολυκατάστημα για “Big and tall, να πηγαίνει για μπόουλινγκ, σε φαστ φουντ.

   “Η φαντασία μου είναι βίαιη. Βίαιες εικόνες εναλλάσονται στο μυαλό μου και με φρικάρουν. Τα τελευταία εφτά χρόνια δουλεύω με μαχαίρι. Η τέχνη μου έχει να κάνει με την κοπή. Δεν νομίζω ότι θα τραυμάτιζα ποτέ κανέναν. Ορισμένες φορές νομίζω ότι είμαι διαβολικός”.

   Από την απόλυτη θλίψη περνάμε σε στιγμές οικογενειακής ευτυχίας. Και αμηχανίας. Μεταφερόμαστε στην εκκλησία. “Παντρεύεται ο αδερφός μου, ο Στιβ. Μου ζήτησε να είμαι ένας από τους κουμπάρους. Νιώθω περίεργα, σαν να με κοιτάνε όλοι. Είναι διαβολικό. Και ο διάβολος με κυνηγάει”. Βλέπουμε τα χέρια του να ιδρώνουν, “είναι δύσκολο να επικοινωνήσω με τους άλλους, να γίνω φίλος”. Δεν είναι τυχαίο πως όλοι του οι φίλοι πάσχουν από κάποιας μορφής σχιζοφρένεια.

   Στην επόμενη σκηνή, ο Τζον Κάντιγκαν σβήνει μπροστά στην κάμερα 30 κεράκια, μαζί με την οικογένειά του. “Εύχομαι ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση. Ελπίζω απλώς ότι θα νιώθω καλύτερα. Είμαι 30 χρονών. Ζω μια δεκαετία σχεδόν τώρα με την αρρώστια. Ο πατέρας μου είπε ότι στα 50 τα συμπτώματα εξασθενούν. Δεν ξέρω. Για μένα αυτό σημαίνει άλλα 20 χρόνια πάλης”.

.

“Η τέχνη είναι η ανάσα μου”

Σήμερα ο Τζον Κάντιγκαν έχει καταφέρει να αποκτήσει το δικό του διαμέρισμα και μαζί, την ανεξαρτησία του. Εξακολουθεί να πάσχει από σχιζοφρένεια, αλλά η δουλειά του αναγνωρίζεται, το ντοκιμαντέρ του “ταξιδεύει” στα φεστιβάλ και διατίθεται για διδακτικές προβολές σε πανεπιστήμια, τα χαρακτικά του πωλούνται από το site του http://www.peoplesayimcrazy.com ενώ ο ίδιος συνεχίζει να χρησιμοποιεί την κάμερα για ένα μελλοντικό πρότζεκτ.   

   Πρωταγωνίστρια η φίλη του Αν, επίσης σχιζοφρενής. Στην αρχή δεν ήθελε καθόλου να κινηματογραφηθεί. Αργότερα του επέτρεψε να δείξει τα πόδια της και τώρα μπορεί να εμφανίσει και τα χέρια της. “Σύντομα, εύχομαι, να αποκαλύψει και το πρόσωπό της”.    

   Διαβάζουμε σε συνέντευξη του: “Όλα πάνε καλά για μένα. Είναι ωραία να έχω τον χώρο μου. Γνώρισα μια υπέροχη φίλη, τη Μισέλ που μένει στον ίδιο όροφο. Πήγα στα Γουέιτ Γουότσερς και έχασα μέχρι τώρα 50 κιλά. Παραμένω νηφάλιος τα τελευταία εννιά χρόνια. Η τέχνη για μένα είναι η ανάσα μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Όσο περισσότερο δουλεύω, τόσο περισσότερο θεραπεύομαι”.-

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Μαΐου 28, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: