Vincent Van Gogh: Η ψυχολογία μιας παρεξηγημένης ιδιοφυίας – Τα ψυχιατρικά άσυλα, οι διαγνώσεις κι οι γιατροί του

.

self-portrait-with-bandaged-ear-1889
Self Portrait with Bandaged Ear, 1889

.

update: 30/1/2019

Μέρος Ι

Πριν από καιρό ολοκληρώθηκε στο Παρίσι, στο Musee d’ Orsay, μια διαφορετική απ’ τις συνηθισμένες εκθέσεις για τον Vincent Van Gogh.

Είδα τα έργα στον ιστότοπο του Μουσείου, τα συνοδευτικά τους κείμενα κι αφού πλησιάζει η επέτειος του θανάτου του, αποφάσισα να σας γράψω μερικά πράγματα που έχω μάθει όσα χρόνια διαβάζω περιστασιακά για τον σπουδαίο Ολλανδό καλλιτέχνη, σε μια σειρά αναρτήσεων που θα συμπληρωθούν στο μέλλον, καθώς ο όγκος των στοιχείων είναι τεράστιος.

Για να πάρετε μια ιδέα, αρκεί πιστεύω να σας αναφέρω πως μέχρι το 2002, πάνω από εκατόν πενήντα ψυχίατροι και γιατροί άλλων ειδικοτήτων είχαν ασχοληθεί με την περίπτωση Van Gogh. Έχει αναλυθεί, ακόμα και η προτίμηση του προς το έντονο κίτρινο χρώμα. Και φυσικά η σχετική βιβλιογραφία απαιτεί δεκάδες ώρες ανάγνωσης.

Το αψέντι που κατανάλωνε, η δακτυλίτιδα που ίσως του χορηγήθηκε, το αρσενικό που περιείχαν οι μπογιές του κ.α., μπαίνουν στο κέντρο διαφόρων μελετητών που υποστηρίζουν πως έπασχε από διπολική διαταραχή ή επιληψία κροταφικού λοβού ή κυκλοειδή ψύχωση ή… ή…

Πριν φτάσουμε όμως σ’ αυτά και πριν μπούμε σε τέτοιες λεπτομέρειες, ας επιστρέψουμε στην αφορμή αυτής της ανάρτησης. Στην έκθεση για την οποία ήδη έγινε λόγος κι είχε τίτλο: «Ο αυτόχειρας της».

Βασίστηκε στο ομώνυμο δοκίμιο («Van Gogh, le suicidé de la société») του Γάλλου ποιητή, σκηνοθέτη, ηθοποιού και θεωρητικού του θεάτρου, Antonin Artaud. Και με τη σειρά του το κείμενο της έκθεσης επηρέασε τον Julian Schnabel, που σκηνοθέτησε την εκπληκτική ταινία «Η πύλη της αιωνιότητας», αφού περιηγήθηκε σ’ αυτήν.

O Artaud το έγραψε το 1947, ένα χρόνο πριν πεθάνει κι αφού είδε έργα του  μεγάλου ζωγράφου να εκτίθενται στην  l’Orangerie και διάβασε αποσπάσματα που τον εξόργισαν απ’ το βιβλίο του Δρ Francois-Joachim Beer, το «Du démon de Van Gogh» στο σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού τέχνης, «Art».

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς σ’ αυτό το κείμενο υποστηρίζει πως ο Van Gogh δεν ήταν τρελός, αλλά οδηγήθηκε στην αυτοκτονία από μια κοινωνία που απέρριπτε το έργο του και τον απομόνωσε. Από μια κοινωνία που αντιλαμβανόταν τους πίνακες του σαν επίθεση προς τους θεσμούς της, δια μέσου των οποίων απαιτεί συμμόρφωση και χρησιμοποίησε την ψυχιατρική για να τον εξοντώσει.

Συνηθισμένη τακτική έναντι όλων όσων οι αλήθειες τους ενοχλούν. Στα άσυλα στραγγαλίζονται μεταφορικά όλοι εκείνοι που με τον ένα ή άλλο τρόπο αρνούνται να γίνουν συνεργοί στις ατιμίες της κοινωνίας, υποστήριξε. Κι ο Van Gogh ήταν κατά τη γνώμη του ένας απ’ αυτούς.

Διόλου τυχαία κι οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτη μια τέτοια κριτική από έναν άνθρωπο που έζησε από μέσα τα ψυχιατρεία, για δέκα περίπου χρόνια. Υπέστη για παράδειγμα, 58 θεραπείες με ηλεκτροσόκ μόνο τη διετία 1943 – 1945. Ήταν δυνατόν να μην ταυτιστεί με τον σπουδαίο Ολλανδό καλλιτέχνη;

.

expo-van-gogh-artaud

.

Στην ελληνική μετάφραση του δοκιμίου που έχει κάνει η Δέσποινα Ψάλλη για τις εκδόσεις «Αιγόκερως», αναγράφονται τα εξής στο οπισθόφυλλο:

«Η ζωγραφική του Βαν Γκογκ δεν επιτίθεται σε κάποιον κομφορμισμό ηθών, αλλά στον κομφορμισμό των ίδιων των θεσμών. Ακόμη και η φύση, με τα κλίματα της, τις παλίρροιές της και τις ισημερινές καταιγίδες της, δεν μπορεί πια να κρατήσει την ίδια έλξη, μετά το πέρασμα του Βαν Γκογκ από τη γη. Ακόμη πιο έντονα, σε κοινωνικό επίπεδο, οι θεσμοί αποσυντίθενται και η ιατρική μοιάζει με πτώμα αχρησιμοποίητο και αλλοιωμένο, που παρουσιάζει τον Βαν Γκογκ σαν τρελό. Μπρος στη διαύγεια ενός Βαν Γκογκ που δουλεύει, η ψυχιατρική δεν είναι παρά ένα κλουβί με γορίλες, που από μόνοι τους ήδη, έχουν έμμονες ιδέες και συμπεριφέρονται σαν καταδιωκόμενοι, και για ν αντισταθμίσουν τα πιο φρικτά άγχη και την ανθρώπινη ασφυξία, χρησιμοποιούν μια γελοία ορολογία, προϊόν άξιο των ανάπηρων μυαλών τους».

Δεν υπήρχε ίχνος τρέλας στη συνήθεια του Van Gogh να κυκλοφορεί μ’ ένα καπέλο στο οποίο στερέωνε δώδεκα κεριά για να ζωγραφίσει τη νύχτα ένα τοπίο επί τόπου, το κάψιμο του χεριού του ήταν καθαρός ηρωισμός και το κόψιμο του αυτιού του απλή λογική, για τον δημιουργό του θεάτρου της σκληρότητας.

Επισημαίνει πως ο ίδιος σε μια παρόμοια κατάσταση, δεν θ’ άντεχε να μην κάνει έγκλημα αν του έλεγαν συνέχεια: «Κύριε Αρτό, δεν ξέρετε τι λέτε». Κι ο Van Gogh άκουσε πολλές φορές αυτή τη φράση, που τον έσπρωξε στα άκρα.

Και στη ζωγραφική του υπογραμμίζει, «δεν υπάρχουν φαντάσματα, οράματα, παραισθήσεις». Δηλαδή δεν υπάρχουν ίχνη ψυχιατρικής διαταραχής.

.

Van Gogh-Psychologie d’un génie incompris

.

Δεν είναι ο μόνος φυσικά που αμφισβητεί την τρέλα του μεγάλου καλλιτέχνη. Με τη διάγνωση αυτή διαφωνεί κι ο Καθηγητής François-Bernard Michel, έστω κι αν το κάνει για άλλους λόγους.

Εκείνος πιστεύει πως αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα, ήταν πως οι γιατροί με τους οποίους ήρθε σ’ επαφή αυτή η παρεξηγημένη μεγαλοφυΐα, απέτυχαν να τον κατανοήσουν και να θεραπεύσουν την μελαγχολία του.

Μια μελαγχολία που όπως υποστηρίζει ήταν οικογενειακό χαρακτηριστικό των Van Gogh και τη διέθετε τόσο ο αδερφός του Theo, όσο και η αδερφή του Willemina.

H δεύτερη, που ήταν και η μόνη απ’ τις αδερφές του με την οποία αλληλογραφούσε, δεν παντρεύτηκε ποτέ και πέθανε έγκλειστη στο Ψυχιατρείο Veldwijk το 1941. Είχε εισαχθεί το 1902, τρεφόταν με τεχνητά μέσα και μόλις που μιλούσε. Η διάγνωση της ήταν Dementia praecox (πρώιμη άνοια).

Ίσως δεν είναι αυτό πάντως, το μόνο οικογενειακό ‘μυστικό’. Εικάζεται από κάποιους κι από άλλους θεωρείται βέβαιο, πως αυτοκτόνησε κι ο μικρός αδερφός του, ο Cornelis.

.

.

Ο πατέρα τους επίσης, σκεφτόταν να κλείσει το γιο του Vincent, στο ψυχιατρείο. Ο αδερφός του Theo, τον είχε προειδοποιήσει σχετικά. Τελικά, δεν απέφυγε τον εγκλεισμό.

Η ψυχιατρική επιστήμη εκείνη την εποχή ήταν πολύ πίσω, γράφει ο Michel, οι σταθεροποιητές της διάθεσης δεν είχαν εφευρεθεί απ’ τις φαρμακευτικές εταιρίες κτλ.

Μπορούν ίσως όλα αυτά ν’ αποτελέσουν ‘ελαφρυντικά’ για τους ειδικούς που δεν κατάλαβαν τον Van Gogh. Υπολείπονταν σε γνώσεις, δεν διέθεταν τα μέσα (αντικαταθλιπτικά χάπια κτλ), αλλά απέτυχαν ως φαίνεται και σε κάτι πιο βασικό: στη σχέση τους με τον μεγάλο ζωγράφο.

Ποιοι ήταν όμως; Σύμφωνα με τα αρχεία της Ιατρικής Σχολής του Montpellier και την αλληλογραφία του Ολλανδού καλλιτέχνη, που μελέτησε διεξοδικά ο προαναφερόμενος Καθηγητής για να γράψει το ενδιαφέρον βιβλίο «Van Gogh : Psychologie d’un génie incompris» (κυκλοφόρησε το 2013, απ’ τις εκδόσεις Odile Jacob), με τρεις κυρίως ειδικούς της εποχής ήρθε σε επαφή ο Van Gogh, το διάστημα 1888 ως 1890 που αυτοκτόνησε.

Τον διευθυντή του ασύλου Saint-Paul-de Mausole του Saint-Rémy-de-Provence, Δόκτωρ Théophile Peyron,  τον νεαρό Jean-Félix Rey που ήταν εσωτερικός στο άσυλο της Arles και τον γιατρό της Auvers-sur-Oise, Paul Gachet.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

Σάλπισμα – Μύρων Ζολωτάκης

Munch_Melancholy_1892

.

ΣΑΛΠΙΣΜΑ

.

Τεντωμένο σύρμα καραβιού

Αντιστέκομαι ακόμα

Στους συμβιβασμούς του νερού

Στης σκουριάς το δέρμα

Στις αναμετρήσεις της αλμύρας

Και των ανέμων

.

Τα χείλη του ποτηριού

Η άκρη του σύμπαντος

Στην άκρη του σύμπαντος

Το χέρι του Θεού

Δε με ξεγέλασαν

Δεν με άλλαξαν

Μάχομαι ακόμα

Κερδίζω χάνοντας

Κάνω περισσότερο το τίποτα

Μοιράζοντας το.

.

Μύρων Ζολωτάκης

.

Στα σπίτια – Γιάννης Φιλιππίδης

zoi

.

Στα σπίτια

Όχι στη γη και τ’ αναγνωστικά, μόνο στα σπίτια όπου έζησες, απλώνεις, όσα στη διαδρομή αντιλαμβάνεσαι σα στέρεη πατρίδα: γλώσσα, παιδεία, υπερηφάνεια, αισθήματα, αγαπημένα πρόσωπα, στιγμές που καταγράφονται στη μνήμη, σαν κεφάλαια της εθνικής ιστορίας που αφορά εσένα, για σένα λέμε έτσι κι αλλιώς.

Σπίτια θα χτίζεις, όσο ψάχνεις για το μέλλον, που θες να απελευθερώνει τα ενδεχόμενα με τρόπο γενναιόψυχο. Στη διαδρομή απ’ το προηγούμενο στο επόμενο, θα εξακολουθήσεις να ονειρεύεσαι, έτσι όπως έμαθες, στραβοπατώντας μονοπάτια που δεν φέραν γέλια, ούτε γεμίσαν βάζα με λουλούδια. Κι ίσως να ντύσαν τοίχους με φωνές κι ήχους παλιών σου επιγνώσεων, όπως αφουγκραζόσουν τα περιθώρια του στατιστικού λάθους στο μοιραίο.

Σπίτια που αγάπησες παλιά, θα εγκαταλείπεις περιοδικά και θα μιλάς γι’ αυτά με τρυφερότητα και νοσταλγία, ίσως να αφήνεις μάλιστα ένα περιθώριο στον πόνο ν’ αγγίξει λίγο πιο κάτω από ‘κει που καταγράφει ένα τσίμπημα περαστικό, το δέρμα.

.

Γιάννης Φιλιππίδης*

*Aπ’ το «Ζωή με λες«, ένα κείμενο απ’ αυτά που με συγκίνησαν πολύ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε απ’ την «Άνεμος εκδοτική» το 2011 και μπορείτε κι εσείς να διαβάσετε τις πρώτες είκοσι σελίδες του εδώ. Οι φωτογραφίες είναι της Ρενέ Ρεβάχ.

.

Επιστολή Θ.Μεγαλοοικονόμου προς την υφυπουργό Υγείας κα Παπακώστα για την έλλειψη γιατρών στο ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων και το επαπειλούμενο κλείσιμό του

 

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟ ΥΓΕΙΑΣ

κ. Κ. Παπακώστα

ΚΟΙΝ. Δ/ΝΣΗ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

.

7/7/2014

.

Κυρία υφυπουργέ

Αναγκάζομαι να απευθυνθώ απευθείας σε σας για ένα κρίσιμο ζήτημα λειτουργίας μονάδων του ΨΝΑ, ύστερα από τη συστηματική άρνηση του Διοικητή του ψυχιατρείου κ. Π. Θεοδωράκη να με δεχτεί για να συζητήσουμε επ΄ αυτού. Μια συστηματική άρνηση εδώ και 9 μήνες, από την ημέρα, δηλαδή, που διορίστηκε ως Διοικητής, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες αιτήσεις μου για μια συνάντηση προκειμένου να ενημερωθεί και να δώσει λύσεις σε φλέγοντα προβλήματα.

Πρόκειται για το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Αγίων Αναργύρων, του οποίου είμαι επιστημονικά υπεύθυνος, καθώς και για το 9ο Ψυχιατρικό τμήμα Εισαγωγών (ΨΤΕ) του ΨΝΑ, με το οποίο το ΚΨΥ λειτουργεί σε διασυνδεδεμένη βάση και του οποίου είμαι συντονιστής διευθυντής.

Εδώ και πολύν καιρό, το 9ο ΨΤΕ λειτουργεί με έναν (1) μόνο ειδικευμένο ψυχίατρο, όπως, επίσης, με έναν (1) ειδικευμένο ψυχίατρο λειτουργεί και το ΚΨΥ. Ο υπογράφων μοιράζει το χρόνο του μεταξύ των δυο. Ηδη, η λειτουργία και των δυο μονάδων είναι εξαιρετικά προβληματική και εξοντωτική, στα όρια της κατάρρευσης. Ιδιαίτερα στο 9ο ΨΤΕ, δύσκολα θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις για μια ουσιαστική θεραπευτική προσέγγιση, όπως θα την θέλαμε και όπως την ασκούσαμε στο παρελθόν.

Στο τέλος του περασμένου χρόνου έφυγε σε σύνταξη ένας ψυχίατρος, που επίσης μοίραζε το χρόνο του μεταξύ 9ου ΨΤΕ και ΚΨΥ, χωρίς ν΄ αντικατασταθεί, αφήνοντας εκατοντάδες ασθενείς «στον αέρα». Ομοίως και ο υπογράφων φεύγει στο τέλος του χρόνου σε σύνταξη και, ακόμα και από καθαρά αριθμητική άποψη, το ΚΨΥ θα αδυνατεί πλήρως να λειτουργήσει αν δεν υπάρξει έγκαιρη αντικατάσταση. Με τη δική μου αποχώρηση επίσης εκατοντάδες ασθενείς θα μείνουν χωρίς καμιά δυνατότητα να αναληφθεί και να συνεχιστεί η φροντίδα τους από ψυχίατρο. Λάβετε, δε, υπόψιν, ότι με τις υποχρεώσεις των γιατρών είτε σε εξωτερικά ιατρεία, είτε στην κάλυψη εξωνοσοκομειακών δομών, είτε για τις ανάγκες της εφημερίας, και φυσικά του ρεπό μετά την εφημερία, θα υπάρχουν πολλές μέρες της εβδομάδας στο 9ο ΨΤΕ, είτε στο ΚΨΥ, που δεν θα υπάρχει καθόλου ειδικευμένος ψυχίατρος.

Όπως ίσως γνωρίζετε, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) Αγίων Αναργύρων λειτουργεί, από τον Νοέμβριο του 2006, ως αποκεντρωμένη μονάδα του ΨΝΑ, σε τομεοποιημένη βάση, καλύπτοντας το πλήρες φάσμα των αναγκών ψυχικής υγείας μιας ορισμένης περιοχής (Αγ. Ανάργυροι/Καματερό, Νέα Φιλαδέλφεια/Ν. Χαλκηδόνα, Μεταμόρφωση), καθώς τις ανάγκες της μετανοσοκομειακής φροντίδας ασθενών από μια πολύ ευρύτερη περιοχή (Ν. Ηράκλειο, Ν. Ιωνία, 4ο διαμέρισμα Δήμου Αθηναίων), οι οποίοι νοσηλεύονται στο ΨΝΑ και επομένως στο 9ο ΨΤΕ.

Είναι διασυνδεδεμένο με το 9ο ΨΤΕ του ΨΝΑ, έτσι ώστε, όλοι όσοι νοσηλεύονται σ΄ αυτό (κάτοικοι όλων των ως άνω περιοχών), ν΄ αναλαμβάνονται και να στηρίζονται, εν συνεχεία, με επισκέψεις στο ΚΨΥ, με επισκέψεις κατ΄ οίκον και με προγράμματα στο Κέντρο Ημέρας του ΚΨΥ. Η λειτουργία αυτή του ΚΨΥ έγινε δεκτή από την αρχή και λειτούργησε ως πιλοτικό πρόγραμμα. Οι ετήσιες επισκέψεις στο ΚΨΥ έφτασαν, το 2013, τις 9000 περίπου, ενώ, την ίδια περίοδο, οι κατ΄ οίκον επισκέψεις έφτασαν τις 2500.

Η λογική, στη βάση της οποίας λειτουργεί το ΚΨΥ, είναι αυτή που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να διέπει το δίκτυο των δημόσιων ολοκληρωμένων κοινοτικών υπηρεσιών, των οποίων η ύπαρξη, ποιοτικά και ποσοτικά, θα ήταν η εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου. Το «κλείσιμο» του ψυχιατρείου, στο βαθμό που δεν συλλαμβάνεται ως κατάργηση, ή, απλώς, ως μεταφορά υπηρεσιών, θα έπρεπε να είναι συνυφασμένο με την ίδρυση δεκάδων άλλων ΚΨΥ σαν αυτό των Αγ. Αναργύρων.

Δεν υπάρχει καμιά λογική εξήγηση στην αντίφαση που βιώνουμε ανάμεσα σε διακηρύξεις ότι χρειάζεται να γίνουν ΚΨΥ και ταυτόχρονα να οδηγείται στο κλείσιμο το ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων, που προσπαθεί ακριβώς σ΄ αυτή την εναλλακτική κατεύθυνση.
Λάβετε υπόψιν ότι το ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων στελεχώθηκε, σε ποσοστό περίπου 90%, με προσωπικό του ΨΝΑ όλων των ειδικοτήτων, σε μια λογική «μετατροπής των πόρων» (ανθρώπινων, οικονομικών κλπ), εγκαθιδρύοντας μια νέα, εναλλακτική υπηρεσία με περίπου μηδαμινό επιπλέον κόστος.

Το ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων, παρ΄ όλες τις δυσκολίες του, μπορεί, για το προβλεπτό μέλλον, να «επιβιώσει» αν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της έλλειψης γιατρών (αν και δεν είναι το μόνο).

Θεωρώ ότι οι όποιες διαφωνίες και γενικότεροι διαφορετικοί προσανατολισμοί, αναπόφευκτοι παντού, πόσο μάλλον στον χώρο της ψυχικής υγείας, δεν θα πρέπει να μπαίνουν εμπόδιο στην ενδοθεσμική επικοινωνία και στην από κοινού αντιμετώπιση ζωτικών προβλημάτων της υπηρεσίας, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με εκδικητικό τρόπο και πρακτικές στοχοποίησης : από αυτές τις πρακτικές και τους τρόπους διαχείρισης της υπηρεσίας, αυτοί που κυρίως βγαίνουν, τελικά, ζημιωμένοι είναι οι χρήστες των υπηρεσιών, είναι οι ασθενείς μας.

Το ΚΨΥ, στην διασυνδεδεμένη λειτουργία του με το 9ο ΨΤΕ, χρειάζεται αυτή τη στιγμή, επειγόντως, τουλάχιστον δυο (2), επιπλέον, ειδικευμένους ψυχιάτρους (αν και τέσσερις (4) και ήταν ο αριθμός που θα κάλυπτε πραγματικά τις ανάγκες), διατεθειμένους να εργαστούν στη λογική της ως άνω περιγραφείσας λειτουργίας. Υπάρχει πολυκλαδική ομάδα, αλλά, όπως καταλαβαίνετε, χωρίς ψυχιάτρους δεν μπορεί να λειτουργήσει μια υπηρεσία ψυχικής υγείας όπως η ως άνω.

Παρά την δραματική έλλειψη ψυχιάτρων στο ΨΝΑ συνολικά, μια προσεκτική ανακατανομή τους, ενόψει της απολύτως αναγκαίας πρόσληψης ψυχιάτρων για όλο το ψυχιατρείο, θα μπορούσε να εξασφαλίσει την επιβίωση του ΚΨΥ.

Εναλλακτικά, ή σε συνδυασμό, χρήσιμη θα ήταν η πρόσληψη τριών (3) επικουρικών ψυχιάτρων με δυνατότητα ανανέωσης της παραμονής τους στο ΚΨΥ (και το 9ο ΨΤΕ) πολύ πέραν του ενός έτους.

Σας παρακαλώ να δείτε με τη δέουσα προσοχή και ενδιαφέρον το αίτημα αυτό γιατί, η μη αντιμετώπισή του, συνεπάγεται την ολοσχερή αδυναμία λειτουργίας του ΚΨΥ και το εντός ολίγων μηνών κλείσιμό του.

Αυτό θα έχει ως συνέπεια όχι μόνο την επιδείνωση της ψυχικής υγείας εκατοντάδων ανθρώπων, αλλά και την περαιτέρω κοινωνική απόρριψη και εγκατάλειψή τους και την απειλή για την ίδια τη ζωή πολλών εξ΄ αυτών, καθώς οι πολλαπλοί λόγοι για τους οποίους χάνουν τη ζωή τους οι ψυχικά πάσχοντες είναι, συχνά, αφανείς και, όχι σπάνια, συνδέονται με την ανεπαρκή θεραπευτική και κοινωνική φροντίδα και στήριξη.

Θ. Μεγαλοοικονόμου

Δ/ντής ψυχίατρος

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: Το αγόρι που μιλούσε με τους πλανήτες – Η αληθινή ιστορία του Τζέικομπ Μπαρνέτ

.

Το αγόρι που μιλούσε με τους πλανήτες

.

Αυτό το βιβλίο, που θα σας παρουσιάσω σήμερα, μου το έκανε δώρο η φίλη μου,  η Βάσια. Δεν πρόλαβα να το διαβάσω όταν μου το έδωσε, το έκανα πρόσφατα όμως και θέλω να την ευχαριστήσω κι από ‘δω για την εξαιρετική της επιλογή. «Το αγόρι που μιλούσε με τους  πλανήτες» λοιπόν, είναι η αληθινή ιστορία ενός παιδιού που διαγνώστηκε πολύ μικρό με αυτισμό, έτσι όπως την κατέγραψε η μαμά του, Κριστίν Μπαρνέτ.

Στην αρχή, όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν καλά, μέχρι που διάφορες συμπεριφορές του παιδιού κι η σταδιακή του απόσυρση, οδήγησαν τους γονείς του στους ειδικούς. Η διάγνωση ήταν πλήρης αυτισμός, μέτριος ως βαρύς κι όλοι μπορούμε να καταλάβουμε τι πλήγμα αποτέλεσε αυτό το γεγονός για την οικογένεια του μικρού. Αν και ο δείκτης νοημοσύνης του ήταν υψηλός όπως τονίζεται πολλάκις στο κείμενο, οι λειτουργικές μετρήσεις τον τοποθετούσαν στο φάσμα της λεγόμενης ‘νοητικής υστέρησης’.

Τις απόψεις μου για το IQ τις ξέρετε νομίζω, όσοι είστε συχνοί επισκέπτες αυτού του ιστολογίου και αν όχι, μπορείτε πάντα να δείτε τα στοιχεία που έχω παραθέσει εδώ, εδώ κι εδώ. Θεωρώ έντιμο να τονίσω πόσο διαφοροποιούμαι μεν, αλλά δεν παραβλέπω σαφώς πως κι ο δείκτης νοημοσύνης είναι υπό προϋποθέσεις ένα (αλλά όχι το μόνο)  ενδεικτικό στοιχείο. Αν μη τι άλλο, παρωπίδες δεν έχω, ωστόσο ο σκεπτικισμός μου μ’ οδηγεί στο ν’ αντιμετωπίζω με δυσπιστία (μεταξύ άλλων) και τις περιπτώσεις των παιδιών-θαυμάτων.

Ειλικρινά όμως, παρά τις θέσεις μου για το θέμα γενικότερα, θεώρησα εξ’ αρχής σφάλμα το γεγονός πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεώρησαν οι ειδικοί ότι ο Τζέικομπ έπρεπε να ενταχτεί στην ειδική αγωγή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το δυναμικό και την εξέλιξη παιδιών τόσο μικρών (ήταν τριών τότε) και το να αποφαινόμαστε με τελεσίδικο τρόπο για την πορεία τους, προσωπικά το θεωρώ αντι-επιστημονικό κι αδιανόητο. Γίνεται όμως και το γνωρίζω δυστυχώς.

Είναι το χειρότερο κατά τη γνώμη μου, το να βάζει όρια ένας ειδικός στο τι μπορεί να καταφέρει ένα παιδί και γι’ αυτό επιλέγω στο συγκεκριμένο ζήτημα να εστιάσω σήμερα. Οι εμπλεκόμενοι λοιπόν, παιδαγωγοί και ψυχολόγοι, ήταν βέβαιοι για το μέλλον και την πορεία του Τζέικομπ. Τόσο, που με καθόλου κομψό τρόπο, επέμενε η δασκάλα του πως έπρεπε οι δικοί του ν’ αλλάξουν τις προσδοκίες τους για το παιδί τους: δεν θα μάθαινε ποτέ να διαβάζει, άρα ποιος ο λόγος να κουβαλάει μαζί του κάρτες με την αλφαβήτα; Μάλλον δεν θα ήταν ικανός, ούτε τα κορδόνια των παπουτσιών του να δέσει, σύμφωνα με τη διάγνωση.

Το σύνδρομο του Θεού βλέπετε, εκτός απ’ τους γιατρούς, απαντάται και σε μας τους ψυχολόγους, στους παιδαγωγούς και σε όσους γενικά θεωρούν πως κατέχουν το μονοπώλιο της γνώσης και μια διάγνωση τους είναι ένα είδος ταφόπλακας για το μέλλον κάποιου: κάτι δηλαδή οριστικό κι αμετάκλητο. Αυτό που ξεχνούν οι περί ου ο λόγος είναι όμως,  πως μια διάγνωση λέει κάτι γενικά, αλλά δεν λέει τα πάντα για την πορεία ενός συγκεκριμένου ατόμου. Δεν μπορεί να προβλεφθεί επακριβώς το μέλλον κάποιου, απλώς και μόνο επειδή διαγνώστηκε έτσι ή αλλιώς.

Φυσικά, αν οι γονείς τολμήσουν να αμφισβητήσουν τους ειδικούς, αν έχουν αυτό το σθένος -γιατί πραγματικά είναι πολύ τρομακτικό να αγνοείς αυτούς που επιμένουν πως ξέρουν τι είναι καλύτερο για το παιδί σου αλλά κι εξίσου θαρραλέο-, θα βρεθούν κι αυτοί με μια άτυπη ‘διάγνωση’ να αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια τους: άρνηση. «Αρνούνται να δουν την κατάσταση του παιδιού τους«, είναι αυτό που θα μουρμουρίσουν οι εμπλεκόμενοι πίσω απ’ την πλάτη τους.

Κι όμως. Τα πράγματα δεν είναι πάντα άσπρο-μαύρο. Υπάρχουν γονείς που σοκάρονται, ναι, με τέτοιες διαγνώσεις και δεν θέλουν να τις πιστέψουν και χρειάζονται υποστήριξη ώστε με τη σειρά τους να βοηθήσουν το παιδί τους, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που τις ακούν μεν, ωστόσο δεν θεωρούν απαραίτητο να τις λάβουν υπόψη σε σημείο τέτοιο που κάθε τους πράξη να καθορίζεται απ’ αυτές. Ποιος στα σοβαρά, δικαιούται να τους κατηγορήσει; Μήπως δεν έχουμε δει παιδιά να εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά απ’ ότι έλεγαν οι προβλέψεις μας, επειδή και μόνο το υποστηρικτικό τους δίκτυο (οικογένεια, φίλοι, κοινότητα) τα βοήθησε ν’ ανθίσουν; Ή μήπως είμαστε αλάνθαστοι οι ειδικοί κι όλες οι διαγνώσεις μας είναι πάντα σωστές;

Η Κριστίν, η μητέρα του Τζέικομπ, έκανε την γενναία επιλογή ν’ αγνοήσει τις προγνώσεις και να πάρει το παιδί της απ’ την ειδική αγωγή. Όπως γράφει κάπου στο βιβλίο, αυτές τις κάρτες με την αλφαβήτα για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω, μπορεί να μάθαινε να τις διαβάζει ο μικρός, μπορεί και όχι, αλλά τι πειράζει να τις έχει; Αλλά τι πείραζε να προσπαθήσουν να τις μάθει; Σε τι μπορεί να βλάψει ένα παιδί (και κάθε άνθρωπο συνακόλουθα) το να του δοθούν ευκαιρίες, παράλληλα με όσες θεραπείες χρειάζεται; Γιατί θα πρέπει να αλληλεπιδρούν όλοι μαζί του βάζοντας πρώτη την ταμπέλα της διάγνωσης του; Όχι να φτάνουν βέβαια οι γονείς στο άλλο άκρο και να πιέζουν τα παιδιά τους να επιτύχουν πράγματα που δεν μπορούν, αλλά να μην τους στερούν και τις ευκαιρίες μάθησης. Αυτός είναι τρόπον τινά ο χρυσός κανόνας.

Περιττό ν’ αναφέρω, πως αυτή η μητέρα πήρε την καλύτερη απόφαση. Κι επίσης κατάλαβε κάτι πολύ σημαντικό που αν και μοιάζει αυτονόητο δεν είναι: τα παιδιά πρέπει να έχουν παιδική ηλικία και να μην ιατρικοποιείται όλη η ζωή τους. Όσο απαραίτητες κι αν είναι οι θεραπείες, άλλο τόσο απαραίτητη είναι κι η διασκέδαση, οι διακοπές, η ανεμελιά. Πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία και να μην γεμίζει ασφυκτικά το ημερήσιο κι εβδομαδιαίο πρόγραμμα του παιδιού με συνεδρίες. Να υπάρχει πάντα χρόνος για παιχνίδι.

Κι ευτυχώς βρέθηκαν στο δρόμο της και κάποιοι άλλοι ειδικοί που όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια αντιμετωπίζουν τα παιδιά όχι ως προβλήματα που πρέπει να λυθούν ή ως αξιολύπητα πλάσματα, αλλά απλά ως ανθρώπους. Έχει μεγάλη σημασία αυτό και μακάρι όσοι χρειαστείτε κάποιους να σας υποστηρίξουν στα δύσκολα, τέτοιους ειδικούς να βρείτε.

Για να επανέλθουμε όμως στην ιστορία μας, ίσως ήδη να ξέρετε τι απέγινε ο Τζέικομπ, μιας κι έχει βγει ήδη αρκετές φορές στα ΜΜΕ και να γνωρίζετε με τι ασχολείται σήμερα, αλλά ακόμα κι αν είναι έτσι, αξίζει να διαβάσετε και το βιβλίο.

.

.

Προσωπικά δεν μ’ ενδιαφέρει ν’ ασχοληθώ περισσότερο με  το ζήτημα της ευφυίας του, για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω κι επειδή επίσης θεωρώ πως είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλο επίτευγμα το να ξεφεύγει ένα παιδί απ’ τις προβλέψεις της διάγνωσης του και σ’ αυτό επιθυμώ να μείνει η προσοχή μας. Ας μην αποπροσανατολιζόμαστε αναλύοντας το αν έχει ή δεν έχει τόσο IQ. Σας προτείνω βέβαια να διαβάσετε κι αυτό το άρθρο που αποσαφηνίζει κάποια θολά σημεία σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, αλλά σε τίποτα δεν μειώνει την αξία του βιβλίου, αφού μεταφέρει μηνύματα ελπίδας, θάρρους, κουράγιου, από ανθρώπους που ήρθαν αντιμέτωποι με αλλεπάλληλα χτυπήματα  στη ζωή τους ( η διάγνωση του αυτισμού του παιδιού τους, ήταν μόνο η αρχή του ‘κακού’) και δεν παρέδωσαν τα όπλα.

Κι αυτό θέλω να κρατήσετε: την επιμονή των ανθρώπων αυτών. Κι εύχομαι να σας εμπνεύσει, όποια προβλήματα κι αν αντιμετωπίζετε, γιατί η πρόκληση στην οποία έχει νόημα ν’ ανταποκρινόμαστε, είναι όπως έγραψαν κάποιοι που θαυμάζω, να ποθούμε το αδύνατο, να φτάνουμε εκεί που δεν μπορούμε. Εμπόδια θα υπάρχουν πάντα, αλλά η θέληση είναι από μόνη της αυτή που δημιουργεί τα θαύματα. Πιστέψτε στους ανθρώπους, έτσι όπως αυτή η μητέρα πίστεψε στο παιδί της, και που ξέρετε; Μπορεί ν’ αποδειχτεί πως ήταν ο,τι σοφότερο κάνατε ποτέ.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στη χώρα μας, απ’ τις εκδόσεις «Ψυχογιός» (εδώ περισσότερες πληροφορίες) σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ : Ένα κείμενο για την Ψυχική Υγεία

.

18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ

9ο ΨΤΕ ΨΝΑ, ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων,

Ξενώνες/οικοτροφεία «Σεμέλη»,

«Μετάβαση», «Ιρις», «Οδύσσεια»

«Αμάλθεια», «Διαμερίσματα Αχαρνών 1».

.

.

Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

.

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο χώρο της ψυχικής υγείας δεν μπορεί φέτος, στο 18ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, να περιγραφτεί με τους ίδιους όρους και τρόπους που μιλούσαμε γι΄ αυτήν όλα τα τελευταία χρόνια της κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων, ως κάτι, δηλαδή, στο οποίο οδηγούμαστε: κι΄ αυτό γιατί, η συνθήκη του «τέλους» του όποιου δημόσιου συστήματος ψυχικής υγείας υπήρχε μέχρι τώρα, είναι αυτή που διαμορφώνει την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε.

Το λουκέτο που έχουν προγραμματίσει για τα τρία εναπομείναντα ψυχιατρεία στο τέλος του επόμενου χρόνου, δεν είναι ένα γεγονός που απλώς «αναμένεται να συμβεί»: είναι μια διαρκής διαδικασία εσωτερικής κατάρρευσης του όλου συστήματος, πρωτοφανούς αποψίλωσης από προσωπικό, δραστικών περικοπών στους προϋπολογισμούς, ακύρωσης των όποιων θεραπευτικών παραμέτρων μπορούσαν να υπάρχουν στο κυρίαρχο ιδρυματικό σύστημα, περαιτέρω ενδυνάμωσης των κατασταλτικών πρακτικών, εκβαρβαρισμού και απανθρωποποίησής του.

Το βιαστικό κλείσιμο των ψυχιατρείων, σε συνάρτηση με την δραματική αποδυνάμωση των όποιων δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας, είναι συστατικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης απεξάρθρωσης/ισοπέδωσης κάθε έννοιας δημόσιου και «κοινωνικού κράτους» και πλήρους εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών. Δεν συνιστά «μεταρρύθμιση» και «ξεπέρασμα» του ψυχιατρικού ασύλου ως κατασταλτικού και αντιθεραπευτικού θεσμού, αλλά σηματοδοτεί, αντιθέτως, την συστηματική, διευρυμένη και εντατική αναπαραγωγή αυτών των στοιχείων στην κατεύθυνση ενός «αδύναμου» συστήματος υπηρεσιών γύρω από έναν άξονα δομών «υψίστης ασφαλείας» (στο ψυχιατρικό, όπως και στο σωφρονιστικό σύστημα) για τον εγκλεισμό και την διαχείριση της λεγόμενης «επικινδυνότητας».

Τα ψυχιατρεία δεν «αποιδρυματοποιούνται» : απλώς «αδειάζουν». Στη θέση τους δεν οικοδομείται ένα κοινοτικά βασισμένο και χειραφετητικό σύστημα ψυχικής υγείας. Κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αλλάζει ο «τρόπος σκέψης και πράξης» και η λειτουργία του συστήματος με άξονα τον εγκλεισμό. Το μόνο «καινούργιο», εν μέσω της ερήμου από τις όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αυτό που είναι στα σκαριά, είναι το «δικαστικό ψυχιατρείο» – για τον εγκλεισμό των λεγόμενων «ακαταλόγιστων», αλλά, εν δυνάμει και προοπτικά, και όποιων άλλων η «κοινωνική επικινδυνότητα», με όποιους όρους και από όποιον αυτή οριστεί, πάρει μια ψυχιατρική διάγνωση.

Όπως όλα τα κοινωνικά στρώματα που ορίζονται ως «παρεκκλίνοντα» (όλοι αυτοί που αδυνατούν ή αρνούνται να προσαρμοστούν στον εκάστοτε, ιστορικά δοσμένο, καταμερισμό της εργασίας), έτσι και ο ψυχικά πάσχων αντιμετωπίστηκε, από παλιά, με δύο, συμπληρωματικούς μεταξύ τους, τρόπους: θεραπεία, από τη μια, εκμηδένιση, από την άλλη.

Τι σήμαινε «θεραπεία»; Ηταν, παραδοσιακά, υπό μιαν ευρεία έννοια, η εφαρμογή ενός συστήματος εννοιών και πρακτικών που εξασφαλίζει ότι οι πραγματικοί (ή, οι εν δυνάμει) παρεκκλίνοντες θα παραμένουν εντός των κυρίαρχων και θεσμοποιημένων ορισμών της «κανονικότητας». Σ΄ αυτό τον ορισμό είναι προεξάρχουσα η παράμετρος της «συμμόρφωσης» και η ομαλοποιητική λειτουργία των υπηρεσιών, ως προσαρμογή στο εκάστοτε δοσμένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, στο εσωτερικό των αντιφάσεων του οποίου αναδύεται ο ψυχικός πόνος.

Αλλά, ενώ η θεραπεία χρησιμεύει για να κρατάει τους πάντες μέσα στους ορισμούς που η επικρατούσα Κοινωνική Τάξη δίνει για το «κανονικό», η εκμηδένιση αποσκοπεί στη εξολόθρευση οποιουδήποτε είναι (ή ωθείται) εκτός αυτής της Τάξης. Η εκμηδένιση αποδίδει στον παρεκκλίνοντα μιαν αρνητική ιδιότητα, ένα καθεστώς κατωτερότητας και χρησιμοποιείται εκεί όπου κρίνεται άσκοπη (ή, μη επιθυμητή, πλέον) η, υπό την ευρεία έννοια, θεραπευτική αντιμετώπιση (ξένοι, ψυχασθενείς κλπ). Οι άνθρωποι αυτοί ορίζονται ως μετέχοντες λιγότερο στο «ανθρώπινο».

Η κίνηση από την εκμηδένιση στη θεραπεία, ή, αντίθετα, το προχώρημα από τη θεραπεία στη φυσική εξόντωση, όπως έχουμε δει μέσα στην ιστορία, δεν είναι παρά ένα ζήτημα πολιτικών συσχετισμών και συγκυρίας.

Είναι αυτός ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει, αν δεν αντιμετωπιστεί, το νεοναζιστικό, ρατσιστικό και εγκληματικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, αντανακλώντας (και επιχειρώντας να δώσει έκφραση και να εκμεταλλευτεί) τις πιο σκοτεινές και αδιέξοδες όψεις της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού και της κονιορτοποίησης πλατειών κοινωνικών στρωμάτων από την κρίση και το μνημόνιο.

Μέσα σε μια κοινωνία, της οποίας οι ασυμφιλίωτες αντιφάσεις οδηγούν στον εξοστρακισμό διαφόρων ομάδων και στρωμάτων, κατασκευάζονται πάντα περιοχές – στρατόπεδα συγκέντρωσης, ψυχιατρεία, διάφορα απαρτχάϊντ και γκέτο, αλλά και πιο αφανείς μορφές διακρίσεων – όπου υλοποιείται ο αποκλεισμός του «άλλου». Οι πολιτικές του μνημονίου που βγάζουν εκτός κοινωνικού ιστού, ως ένα ανυπόφορο οικονομικά και περιττό κοινωνικά βάρος, τα πιο αδύναμα στρώματα (μετανάστες, ψυχικά ασθενείς, αναπήρους, ηλικιωμένους κλπ) μιας κοινωνίας της οποίας η πλειονότητα μετατρέπεται, με ταχείς ρυθμούς, σε «πλεονάζοντες» και «περιττούς», έχουν ήδη βρει στη «Χρυσή Αυγή» τους πιο πρόθυμους εκτελεστές του εξοστρακισμού σ΄ έναν κυριολεκτικό Καιάδα.

Η απάντηση στην ανθρωπιστική καταστροφή, που είναι σε εξέλιξη στο χώρο της ψυχικής υγείας, είναι η ανάδειξη αυτού ακριβώς που απορρίπτεται, όπως παντού, από τις fast track διαδικασίες του νεοφιλελεύθερου κλεισίματος των ψυχιατρείων: του πρωταγωνιστικού ρόλου των υποκειμένων – ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας, λειτουργών ψυχικής υγείας, οικογενειών, κοινωνικών κινημάτων.

Το ζήτημα της ψυχικής υγείας «μας αφορά όλους» και πρέπει ν΄ «ανοίξει» παντού : στις τοπικές κοινωνίες, στις γειτονιές, που κρύβουν στους κόλπους τους τεράστια προβλήματα ψυχικού πόνου. Να γίνει υπόθεση των κοινωνικών υποκειμένων, συλλογικοτήτων, κινημάτων, έτσι ώστε, αυτά τα κοινωνικά υποκείμενα, κινήματα κλπ, να έχουν λόγο και να κινητοποιούνται για ν΄ αλλάξουν τους κοινωνικούς όρους της ζωής τους (στη γειτονιά, στο χώρο εργασίας, στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον κλπ) – όρους που παράγουν αρρώστια, υλική και πνευματική φτώχια, κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση. Είναι, εν τέλει, αυτά τα κοινωνικά υποκείμενα, συλλογικότητες, κινήματα που θα μπορούσαν να θέσουν σε πρακτική αμφισβήτηση τους κοινωνικούς όρους, μέσα στους οποίους αναδύεται ο ψυχικός πόνος, τον ψυχιατρικό θεσμό που, αντί να θεραπεύει, αρρωσταίνει, και την κρατούσα εξουσία που διαλύει το σύστημα ψυχικής υγείας, ανοίγοντας για τους ψυχικά πάσχοντες δυο «εναλλακτικές» : το δρόμο, ή το ψυχιατρείο «υψίστης ασφαλείας» (το «δικαστικό ψυχιατρείο»).

4/7/2014

.

.

.

.

.