Παρουσίαση βιβλίου: Exploring the Impact of Mental Health Education on Adolescents’ Perceptions About Mental Health and Mental Illness – Improving community health

.

Evanthia Sakellari

.

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, είναι καινούριο και το έλαβα με ιδιαίτερη χαρά, πριν λίγο καιρό, απ’ το Turku της Φινλανδίας.

Πρόκειται για τη διδακτορική διατριβή της κυρίας Ευανθίας Σακελλάρη* και δείχνει πως με την παρέμβαση αγωγής ψυχικής υγείας, επηρεάζονται και αλλάζουν οι αντιλήψεις και στάσεις των εφήβων απέναντι στη ψυχική νόσο.

Τα συμπεράσματα που μπορείτε να διαβάσετε στην περίληψη που ακολουθεί, είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και μπορούν οπωσδήποτε ν’ αποτελέσουν εφαλτήριο για νέες έρευνες, με σκοπό την μείωση του στίγματος που επιφέρουν οι ψυχικές ασθένειες:

Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνήσει τις αντιλήψεις των εφήβων για την ψυχική υγεία και την ψυχική νόσο, καθώς και για τα άτομα με ψυχική νόσο, και περαιτέρω να εξετάσει την επίδραση μίας παρέμβασης αγωγής ψυχικής υγείας σε αυτές τις αντιλήψεις. Η βιβλιογραφική ανασκόπηση εντόπισε ένα μικρό αριθμό δημοσιεύσεων σχετικά με παρεμβάσεις αγωγής ψυχικής υγείας σε έφηβους με στόχο να επηρεάσουν τις γνώσεις και τις στάσεις απέναντι στην ψυχική νόσο.

Στην μελέτη αυτή συμμετείχαν 59 μαθητές ηλικίας 13-16 ετών από δύο τυχαία επιλεγμένα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Αθήνας. Η ομάδα παρέμβασης (28 μαθητές) συμμετείχε στην αγωγή ψυχικής υγείας, ενώ η ομάδα σύγκρισης (31 μαθητές) δεν συμμετείχε σε καμία παρέμβαση αγωγής υγείας. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ατομικών συνεντεύξεων με ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, ζωγραφιές και ένα ερωτηματολόγιο (Κλίμακα για τις Στάσεις για την Ψυχική Ασθένεια – O.M.I. scale).

Οι συμμετέχοντες περιέγραψαν την ψυχική υγεία και την ψυχική νόσο, πριν και μετά την παρέμβαση, χρησιμοποιώντας τις ίδιες εκφράσεις για τους δύο όρους. Μετά την παρέμβαση, μεταξύ των συμμετεχόντων της ομάδας παρέμβασης υπήρξαν αλλαγές στις περιγραφές, ενώ υπάρχουν και περιγραφές οι οποίες δεν άλλαξαν. Επιπλέον, η σύγχυση της ψυχικής υγείας με την ψυχική νόσο δεν υπάρχει στους συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης, οι οποίοι επίσης ανέφεραν διαγνώσεις, ότι η ψυχική νόσος αφορά στον καθένα και μπορεί να αντιμετωπιστεί, εκφράζοντας θετικές στάσεις απέναντι στα άτομα με ψυχικές ασθένειες.

Οι ψυχικά ασθενείς παρουσιάζονται αρχικά ομοίως στις ζωγραφιές και των δύο ομάδων. Μετά την παρέμβαση, οι ζωγραφιές των συμμετεχόντων στην ομάδα παρέμβασης είχαν αλλαγές, παρουσιάζοντας λιγότερα αρνητικά στοιχεία, ενώ οι ζωγραφιές της ομάδας σύγκρισης δεν άλλαξαν.

Όσον αφορά στα αποτελέσματα της κλίμακας «O.M.I.», βρέθηκε ότι οι τιμές του παράγοντα Κοινωνική Διάκριση μειώθηκαν σημαντικά στην β’ φάση και στις δύο ομάδες. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές για τον παράγοντα Κοινωνικός Περιορισμός και για τις δύο ομάδες μελέτης. Οι τιμές των παραγόντων Κοινωνική Φροντίδα και Κοινωνική Ενσωμάτωση είχαν σημαντική αύξηση μόνο στην ομάδα παρέμβασης.

Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν ότι η παρέμβαση αγωγής ψυχικής υγείας είχε θετικό αντίκτυπο στις αντιλήψεις σχετικά με την ψυχική υγεία και την ψυχική νόσο μεταξύ των εφήβων. Οι επαγγελματίες (ψυχικής) υγείας μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα αποτελέσματα αυτά για την εφαρμογή παρόμοιων παρεμβάσεων και την εκπόνηση περαιτέρω μελετών.

Στο τέλος της διατριβής υπάρχει παράρτημα στο οποίο συν τοις άλλοις, θα βρείτε και όσα σχετικά άρθρα για το θέμα δημοσίευσε η κυρία Σακελλάρη και σε ένα απ’ αυτά, θα μπορέσετε να δείτε και τις ζωγραφιές των εφήβων στους σχετικούς πίνακες, ώστε να πάρετε μια ιδέα της αλλαγής των στάσεων τους. Προσωπικά, στάθηκα αρκετά κι εκεί.

Καλή σας ανάγνωση.
.
.
.

*H Ευανθία Σακελλάρη, είναι καθηγήτρια Εφαρμογών στο ΤΕΙ Αθήνας (Τμήμα Δημόσιας Υγείας και Κοινοτικής Υγείας)

.

.

.

.

.

Ενα σχόλιο για το 5ο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο – Πανελλαδική συσπείρωση για την ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

.

 

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ
ΜΕ ΨΥΧΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΓΙΑ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ
ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

.

Παραμονές εκλογών συνέπεσε τελικά να γίνει το «5ο Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας», που οργανώνουν η Ψυχιατρική κλινική του Πανεπιστημίου Πατρών και η Ελληνική Νευροψυχιατρική Εταιρεία (22-24/1 στο Ναύπλιο). Παρόλο που αυτή η σύμπτωση, από μόνη της, λειτουργεί επισκιάζοντας τέτοια συνέδρια και εκδηλώσεις, ωστόσο υπάρχουν μερικά στοιχεία στο εν λόγω συνέδριο που, έστω με επιγραμματικό τρόπο, δεν θα έπρεπε να περάσουν απαρατήρητα.

Και δεν αναφερόμαστε στα πλείστα όσα θα είχε κανείς να παρατηρήσει σχετικά με τα περιεχόμενα του συνεδρίου, που, σε μεγάλο βαθμό, μόνο με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) δεν έχουν σχέση, στην έλλειψη προβληματισμού για το τι είναι ΠΦΥ (που, στην ουσία, είναι ανύπαρκτη στην Ελλάδα) και στη σχέση που πρέπει να αναπτυχθεί με τις ψυχιατρικές υπηρεσίες (σχέση που, επίσης, ουδόλως υπάρχει στην Ελλάδα).

Θα αναφερθούμε σε τρεις τίτλους παρουσιάσεων που, αν μη τι άλλο, προβληματίζουν.

Η μια αφορά την «Χειρουργική της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής» (από νευροχειρουργό), μια άλλη αφορά την «Ευθανασία και Υποβοηθούμενη Αυτοκτονία», ενώ ένα poster (από κλινική του ΨΝΑ) έχει παρόμοιο τίτλο («Ευθανασία και Υποβοηθούμενη Αυτοκτονία: Ηθικά διλλήματα και σύγχρονος προβληματισμός»).

Εκτός του ότι, ως θεματολογία, δεν σχετίζονται με αυτό που στοιχειωδώς εννοούμε ως «Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας» (και τη σχέση συνεργασίας της με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας), έχουμε εδώ, στην πρώτη περίπτωση, την αξιοποίηση, προφανώς, κάποιων δύσκολων περιπτώσεων ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (σχετικά σπάνιων) προκειμένου να (επανα)νομιμοποιηθεί η χρήση της ψυχοχειρουργικής, ως μια πιο εκσυγχρονισμένη μορφή αυτού που, στην ιστορική, συλλογική μνήμη, έχει γενικά αποτυπωθεί ως «λοβοτομή».

Και μετά θα υπάρξει μια άλλη, και μια άλλη (κοκ), διαγνωστική κατηγορία, σε «κάποιες δύσκολες» περιπτώσεις της οποίας θα μπορεί η ψυχοχειρουργική να (επανα) προτείνεται. Στην κατεύθυνση του άκρατου βιολογισμού και της πλήρους (επαν)ενσωμάτωσης, που διεθνώς προωθείται, Ψυχιατρικής και Νευρολογίας.

Με τον ίδιο τρόπο, η Ευθανασία και η Υποβοηθούμενη Αυτοκτονία, που σε όλη την Ευρώπη συζητούνται και τείνουν να θεσμοθετούνται, εισάγονται ως «πρώτη νύξη», που πρόκειται να έχει συνέχεια. Πατώντας πάνω σε μερικές πράγματι ανυπόφορες καταστάσεις αμετάκλητης οδύνης, η συζήτηση αυτή, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, και τα μέτρα στα οποία οδηγεί, ξεκινούν από αυτή την οδύνη για να στρώσουν το έδαφος στη βιοπολιτική της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης της κοινωνίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι και η ναζιστική ευθανασία των αναπήρων και ψυχικά πασχόντων προπαγανδίστηκε ως μια «συμπονετική» ευθανασία, για να μην υποφέρουν οι ζωές που ήταν «ανάξιες να ζουν».

Μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που λειτουργεί όλο και περισσότερο στην λογική της περιττοποίησης όλο και πιο πλατειών λαϊκών στρωμάτων και όπου η ιατρική και η ψυχιατρική, ως «γνώση – εξουσία», δεν έπαψαν ποτέ (πολύ περισσότερο σήμερα) να λειτουργούν σε συνάρθρωση και σε σύμπλευση με τις εκάστοτε ανάγκες αναπαραγωγής του κυρίαρχου συστήματος (μέσα από τους ορισμούς του φυσιολογικού και του παθολογικού και τους τρόπους ελέγχου και διαχείρισης τους) η αναφορά σε τέτοια ζητήματα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί να είναι υπόθεση των «ειδικών», σε «επιστημονικά» συνέδρια, με χορηγούς κάποιες φαρμακευτικές εταιρείες, μακράν και ερήμην της κοινωνίας …

Να σημειώσουμε, εν κατακλείδι, ότι, μέσα σε λίγους μήνες, είχαμε ένα συνεδριακό κατακλυσμό γύρω από τα μέτρα και τις μεθόδους της «νέας ψυχιατρικής διαχείρισης», πολύ «χαμηλού κόστους», που κυοφορείται: από το δικαστικό ψυχιατρείο, στην υποχρεωτική θεραπεία κατ΄ οίκον, στην ψυχοχειρουργική, στην ευθανασία και στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία…

21/1/2015

psyspirosi.gr

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: Α Beautiful Mind – Μέρος ΙΙ

.

.

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

.

Ο Nash κατάλαβε γρήγορα πως παιζόταν το παιχνίδι στο McLean κι άρχισε να προσποιείται (ίσως και πράγματι ελαφρώς βελτιωμένος) πως είναι καλύτερα, πως δεν αποτελεί απειλή για κανέναν, πως κατανοεί το παράλογο των προηγούμενων ιδεών του κτλ. Παράλληλα προσέλαβε δικηγόρο κι αυτός με τη σειρά του ψυχίατρο. O ψυχίατρος,  που ήταν ο γνωστός και φημισμένος στην εποχή του Albert Warren Stearns (είχε γνωμοδοτήσει και στην υπόθεση Sacco -Vanzetti), τον εξέτασε δύο φορές και δεν είδε τίποτα ψυχωτικό στην συμπεριφορά του. Πρότεινε λοιπόν την έξοδο του κι αφού ούτε οι γιατροί του έφεραν αντίρρηση, μετά από πενήντα μέρες εγκλεισμού και μια βδομάδα μετά τη γέννηση του γιου του, πήρε εξιτήριο.

Η γυναίκα του υποσχέθηκε να γίνουν διακανονισμοί, ώστε να τον παρακολουθήσει μετέπειτα κάποιος ειδικός. Eίχε φύγει απ’ το σπίτι που ζούσαν μαζί κι έμενε πια σ’ ένα διαμέρισμα με μια φίλη της. Με την έξοδο του ο Nash, έκανε ένα πάρτι για να το γιορτάσει κι αναφερόταν σ’ αυτό ως Mad Hatter’s Tea (αν σας ενδιαφέρει μπορείτε να δείτε εδώ περισσότερα για την σχετική ορολογία). H Alicia βοήθησε στην οργάνωση του πάρτι κι ας είχε γεννήσει μια βδομάδα πριν.

Απ’ τα πρώτα πράγματα που έκανε εκείνος αργότερα, ήταν να παραιτηθεί απ’ το ΜΙΤ και να ζητήσει να παίρνει μια μικρή σύνταξη. Θεωρούσε τους ανθρώπους εκεί συνένοχους στον ακούσιο εγκλεισμό του. Εκείνοι με τη σειρά τους, φοβόταν για το μέλλον του, αν έμενε χωρίς ασφάλεια με τόσο ακριβά νοσήλεια, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά ήταν μάταιο. Τελικά παραιτήθηκε κι η γυναίκα του τον ακολούθησε στην Γαλλία, τον Ιούλιο του ’59, αφήνοντας στην φροντίδα της μητέρας της το νεογέννητο, που αποκαλούσαν Baby Epsilon (μαθηματικό αστείο) και δεν είχαν συζητήσει πως θα το ονομάσουν.

Μια βδομάδα περίπου μετά την άφιξη τους,  εκείνος πήγε στο Λουξεμβούργο και προσπάθησε να παραιτηθεί της αμερικανικής του υπηκοότητας, εμπνεόμενος από κάτι παρόμοιο που είχε κάνει κάποιος Garry Davis. Ήταν φανερό πως είχαν αρχίσει πάλι τα προβλήματα. Η μητέρα του Virginia, όταν το έμαθε, έπεσε σε κατάθλιψη, άρχισε να πίνει τόσο, που κατέρρευσε τελικά ( έπαθε νευρικό κλονισμό) και εισήχθη για νοσηλεία (παρέμεινε στο νοσοκομείο για δύο βδομάδες).

Στη συνέχεια το ζευγάρι πήγε στη Γενεύη, όπου σχεδόν αμέσως η Alicia τον άφησε (απ’ τα παράξενα σημεία της ιστορίας τους, καθώς είχε πάει μαζί του για να τον προσέχει κι αυτός ήταν ο λόγος που άφησε πίσω και το μωρό τους) και πήγε με μια ξαδέρφη της στην Ιταλία διακοπές, για μερικές εβδομάδες. Φαίνεται πως ο Nash έμεινε μόνος για πέντε μήνες μήνες και στο διάστημα αυτό προσπαθούσε αδιάκοπα γράφοντας γράμματα (στα οποία κολλούσε εισιτήρια του μετρό, αποκόμματα εφημερίδων κτλ) κι απευθυνόμενος σε διάφορες αρχές, να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Άνοιξε επίσης λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες, με λίγα χρήματα και συχνά χρησιμοποιούσε ψεύτικα ονόματα. Τελικά κατέστρεψε μόνος το διαβατήριο του κι αρνιόταν να βγάλε καινούριο. Μετά από μια σειρά παρόμοιων γεγονότων, απελάθηκε απ’ τη Γαλλία.

Δυο χρόνια σχεδόν μετά την πρώτη του εισαγωγή ξαναμπήκε ακουσίως σε ψυχιατρείο, στο Τrenton State Hospital, όπου όλα ήταν διαφορετικά, σε σχέση με το McLean. Δυόμιση χιλιάδες ασθενείς βρίσκονταν εκεί, έξι ψυχίατροι ήταν υπεύθυνοι για 600 άντρες κι ένας για 500 χρόνιους ασθενείς. Μοιραζόταν το δωμάτιο με τριάντα ή σαράντα άλλους, δεν μπορούσε να φοράει καν τα ρούχα του ή να έχει ένα ντουλάπι για τα πράγματα του. Ήταν εν ολίγοις ένα ψυχιατρείο, σαν αυτά της χώρας μας. Ο γιατρός που τον ανέλαβε λεγόταν Baumecker και δεν του άρεσε καθόλου, γιατί το επώνυμο του άρχιζε από Β κι είχε κάτι εναντίον αυτού του γράμματος. Tο δε νοσηλευτικό προσωπικό τον αποκαλούσε ..Johnny.

Tο γιατί εισήχθη εκεί, αντί σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, εφόσον η γυναίκα του και η μητέρα του θα μπορούσαν να έχουν κάνει μια τέτοια επιλογή, είναι ένα ακόμη ασαφές σημείο, στην όλη ιστορία του. Ήταν απ’ τα χειρότερα μέρη που θα μπορούσε να βρεθεί πάντως, καθώς εκεί χρησιμοποιούσαν ως θεραπείες: ηλεκτροσόκ, ινσουλινικά κώματα και βαριές φαρμακευτικές αγωγές. Με ενέργειες ανθρώπων απ’ το Princeton που ενδιαφέρθηκαν μεταφέρθηκε στην μονάδα των ινσουλινικών κωμάτων, που ήταν ότι καλύτερο είχε να προσφέρει το νοσοκομείο.

Για έξι βδομάδες, πέντε μέρες τη βδομάδα του γινόταν σχετικές ενέσεις. “Μαρτύριο” ήταν για κείνον αυτές οι θεραπείες όπως είπε αργότερα. Και δεν είναι παράξενο, εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των θεραπειών εκτός όλων των άλλων που μπορούσαν να συμβούν, κάποιες φορές έσπαζαν τα κόκαλα των ασθενών και κάποιοι δεν βγήκαν ποτέ απ’ το προκαλούμενο κώμα. Η θεραπεία αυτή είχε εφαρμοστεί κάποτε και στο Δαφνί κι ας σας ενδιαφέρει εδώ θα διαβάσετε περισσότερα για το θέμα.

Γενικώς, έτσι πια γινόταν με τη ζωή του. Βελτιωνόταν, έβγαινε, προσπαθούσαν οι φίλοι του απ’ το Πανεπιστήμιο να του βρουν μια δουλειά να ορθοποδήσει, ξανάμπαινε στο ψυχιατρείο κτλ. Η Alicia κουρασμένη, ζήτησε και πήρε διαζύγιο, εκείνος κατέληξε να ζει με τη μητέρα του μέχρι που η Virginia πέθανε και μετέπειτα να γυρίζει ντυμένος παράξενα στο Princeton. Τον ήξεραν όλοι εκεί ως το Φάντασμα. Κι ενώ παρέμενε παγωμένος σε μια ονειρική κατάσταση ζητιανεύοντας τσιγάρα και ψιλά όπως γράφει η συγγραφέας, απλώνοντας συνήθως γύρω του ένα σωρό κουρελιασμένα χαρτιά κι οι περισσότεροι τον νόμιζαν νεκρό από καιρό, κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80 οι θεωρίες του άρχισαν ν’ απασχολούν σχεδόν τους πάντες: μελετήθηκαν σε σχέση με την εφαρμογή τους στην οικονομία, την εξελικτική βιολογία, τις πολιτικές επιστήμες κ.α. Μάλιστα, μιας και ζούμε σε προεκλογική περίοδο, ίσως να θελήσετε να διαβάσετε ένα άρθρο που θα βρείτε εδώ για τη σχέση των εκλογών με τη θεωρία των παιγνίων.

.

.

Όσο για το πως εξελίχτηκαν οι σχέσεις του με τη σύζυγο του, με τον μεγάλο γιο του, το εκτός γάμου παιδί του δηλαδή, αλλά και τον δεύτερο που κατέληξε κάποια στιγμή να νοσηλευτεί στο ίδιο ψυχιατρείο που είχε μπει κάποτε και ο πατέρας του (μιας και όπως κληρονόμησε την ευφυΐα του, κληρονόμησε και τη διαταραχή του), θα τα μάθετε διαβάζοντας το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο. Αναφέρονται αναλυτικά οι εισαγωγές του στα διάφορα ψυχιατρεία, οι θεραπείες που του έκαναν, αλλά κι η έρευνα του, οι σχέσεις του κι οι συναντήσεις του με άλλα ιερά τέρατα των Μαθηματικών, όπως ο Albert Einstein κι o John von Neumann. Θα μάθετε επίσης το παρασκήνιο της βράβευσης του και το πως εξελίσσεται η ζωή του τα τελευταία χρόνια.

Προσωπικά, στάθηκα αρκετά σε διαδραματίστηκαν στο ΜΙΤ, καθώς ήρθε κοντά με δύο ανθρώπους, που κι αυτοί έδιναν τις μάχες τους με τις διαταραχές τους: τον Norbert Wiener και τον Norman Levinson. Η κόρη του δεύτερου επιπλέον, έπασχε από μανιοκατάθλιψη κι ο πατέρας της σιχαινόταν τους ψυχιάτρους. Την ίδια στάση άρχισε να έχει από τότε κι ο Nash, μιμούμενος σχεδόν λένε κάποιοι τον Levinson. Αλλά κι αργότερα, έκανε στενή παρέα με τον Amasa Forrester, που αντιμετώπιζε με μεγάλη συμπάθεια τους ψυχικά πάσχοντες κι είχε τον τρόπο του να συνδέεται μαζί τους. Ίσως κατάλαβε περισσότερα πράγματα για τον ψυχισμό του Nash, από άλλους.

Για το τέλος άφησα ένα μεγάλο ερώτημα που υπάρχει σχετική με την ανάρρωση του. Πως είναι δυνατόν είπαν κάποιοι να θεραπευτεί απ’ τη σχιζοφρένεια, χωρίς μάλιστα να παίρνει κανένα απολύτως φάρμακο (ενώ στην ταινία βλέπετε να λέγεται εσκεμμένα κάτι διαφορετικό). Μήπως δεν ήταν ποτέ ψυχωσικός; Πολλοί απαντούν πως ήταν με βάση τα κριτήρια του DSM που όπως γνωρίζετε οι συχνοί εδώ επισκέπτες, δεν έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Θα σας πω λοιπόν, πως απ’ όσα διάβασα, προσωπικά δεν αμφιβάλλω πως ο άνθρωπος αυτός ήταν διαταραγμένος και πως όλη του η ζωή διαλύθηκε εξαιτίας όσων αντιμετώπιζε.

Δεν είναι επίσης όμως, ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που ανακάμπτει από τόσο σοβαρή ψυχική ασθένεια. Κι αυτό δεν το ισχυρίζομαι εγώ. Το επιβεβαιώνουν οι έρευνες που παραθέτει η συγγραφέας. Μεταξύ αυτών και η έρευνα των Winokur και Chuang σε 170 ασθενείς, η οποία έδειξε πως 30 χρόνια μετά την έναρξη της νόσου, ένα 8% μπορούν να θεωρούνται πως είναι πια καλά. Ίσως παίζουν το ρόλο τους οι ορμονικές αλλαγές, που λαμβάνουν χώρα λόγω ηλικίας, ίσως κι άλλα πράγματα που ακόμη δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως…

Ο Nash λοιπόν απέφυγε σθεναρά τη λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων απ’ το ’70 και μετά, όπως έχει εξηγήσει πάμπολλες φορές, άρα και τις παρενέργειες τους κι ίσως αυτό να ήταν που συνετέλεσε στο να μην μειωθεί η ευφυΐα του. Οπωσδήποτε όμως τον βοήθησε και το γεγονός πως για πολλά χρόνια κινούνταν σ’ ένα περιβάλλον, όπως αυτό του Princeton, που δεν ήταν απειλητικό, αλλά αντίθετα οικείο, υποστηρικτικό κι ασφαλές. Κι η γυναίκα του άλλωστε είπε εκ των υστέρων, πως μάλλον ήταν λάθος οι ακούσιες νοσηλείες του. Δεν του προσέφεραν στην πραγματικότητα τίποτα, πέρα από οδύνη.

Ο ίδιος λέει πως κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια ν’ απορρίπτει τις παραληρητικές ιδέες του και ν’ ασχολείται μόνο με τις λογικές, τα μαθηματικά προβλήματα κτλ. Αν ανατρέξετε σε συνεντεύξεις του που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ κι εδώ, θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, πόσο συγκροτημένος είναι ο λόγος του και φυσικά αξίζει να δείτε τα ντοκιμαντέρ που υπάρχουν στην ανάρτηση, όταν θα έχετε χρόνο, για να μάθετε περισσότερα.

Ο άνθρωπος που από παιδί δυσκολευόταν να αναπτύξει στενές σχέσεις με τους άλλους, που δεν υπήρξε καλός μαθητής, που ελάχιστοι συμφοιτητές του τον είχαν δει να διαβάζει, που δεν παρακολουθούσε τα μαθήματα του Πανεπιστημίου, που απαρτιώθηκε απ’ τη σχιζοφρένεια, που.. που… κατάφερε να πάρει πίσω τη ζωή του. Ή έστω, ένα μέρος της. Αλλά κι αυτό, δεν είναι λίγο. Είναι αντιθέτως, πολύ σπουδαίος άθλος. Γι’ αυτό και θέλω να κλείσουμε με δικά του λόγια, μ’ αυτά που διάβασα εδώ και μου έκαναν εντύπωση:

«...Τώρα μοιάζει να σκέφτομαι λογικά και πάλι με τη μορφή που είναι χαρακτηριστική στους επιστήμονες. Όμως αυτό δεν χαροποιεί, όπως θα χαροποιούσε κάποιον που βρήκε τη φυσική του υγεία. Μια πλευρά αυτού είναι ότι η λογικότητα της σκέψης βάζει όρια στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο… Δεν θα τολμούσα να πω ότι υπάρχει ευθεία σχέση μεταξύ μαθηματικών και τρέλας, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μεγάλοι μαθηματικοί υπέφεραν από μανιακά χαρακτηριστικά, ντελίριο και συμπτώματα σχιζοφρένειας…».

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

 

Παρουσίαση βιβλίου: Α Beautiful Mind – Μέρος Ι

.

Πιστεύω πως η ψυχική ασθένεια ή η τρέλα μπορεί να είναι και μια απόδραση. Οι άνθρωποι δεν εκδηλώνουν μια ψυχική ασθένεια επειδή βρίσκονται στην ευτυχέστερη των καταστάσεων συνήθως. Ένας γιατρός παρατήρησε ότι ήταν σπάνιο όταν οι άνθρωποι ήταν πλούσιοι να γίνονται σχιζοφρενείς. Αν ήταν φτωχοί ή δεν είχαν πολλά χρήματα, τότε ήταν πιο πιθανό. Και αυτό είναι φυσικό. Αν τα πράγματα πάνε πολύ καλά, μπορείς να είσαι ικανοποιημένος με τον κόσμο όπως είναι, όπως φαίνεται πως είναι. Αν τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά, μπορεί να είσαι αυτός που θα φανταστεί κάτι καλύτερο.

 John Nash

.

A Beautiful Mind

.

Συνήθως, όταν ένα βιβλίο μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη, πολλά αλλάζουν. Κι οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Στην περίπτωση όμως, για την οποία θα γίνει εδώ λόγος σήμερα, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κι αυτό συμβαίνει επειδή στη χώρα μας πάμπολλοι άνθρωποι παρακολούθησαν πριν αρκετά χρόνια την συγκινητική ταινία για τον ιδιοφυή John Forbes Nash, αλλά λίγοι ασχολήθηκαν με το βιβλίο, στο οποίο βασίστηκε. Κι έμειναν με την εντύπωση έκτοτε,  πως όσα είδαν, δείχνουν την αληθινή ιστορία του βραβευμένου με Nobel και Steel, επιστήμονα, που διαγνώστηκε ως σχιζοφρενικός. Δεν είναι όμως έτσι. Kι αυτό μου έδωσε την αφορμή για να σας αναλύσω τις διαφορές της ταινίας με την πραγματικότητα.

Η ταινία μπορεί να είναι αξιόλογη και ν’ αξίζει κάποιος να την παρακολουθήσει, αλλά δεν παύει να είναι φτιαγμένη στο Hollywood και ας μην ξεχνάμε πως προοριζόταν όταν βγήκε στις αίθουσες τo 2001, για βραβείο Όσκαρ. Πράγμα που σημαίνει πως αλλοιώθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα για χάρη της μυθοπλασίας. Και δεν ήταν ένα και δύο. Ας αρχίσουμε λοιπόν να εξετάσουμε κάποια απ’ αυτά.

Η γνωριμία λοιπόν του John Nash με τη σύζυγο του Alicia Larde, θα σας το χαλάσω ξέρω, αλλά δεν ήταν τόσο ρομαντική. Ούτε κι η κοινή τους ζωή είχε πολλά τέτοια στοιχεία. Όταν η όμορφη Alicia, μία απ’ τις 17 μόνο γυναίκες που σπούδαζαν τότε στο ΜΙΤ τον γνώρισε, εκείνος είχε ήδη ένα παιδί εκτός γάμου και μια ερωμένη με την οποία δεν ήξερε τι ακριβώς  ήθελε να κάνει στη ζωή του. Επιπλέον, είχε και μερικούς «special friends» όπως εξηγεί η συγγραφέας Sylvia Nasar.

Προσωπικά, δεν θα στεκόμουν καθόλου στο θέμα της φημολογούμενης ομοφυλοφιλίας του, για την οποία ο ίδιος αρνείται να διευκρινίσει οτιδήποτε και είναι δικαίωμα του, αν δεν καταλάβαινα πως μπορεί να έπαιξε μεγάλο ρόλο στην διάλυση του εύθραυστου ψυχικού του κόσμου. Ας μην ξεχνάμε τι πέρασαν άλλοι επιστήμονες, όπως ο Alan Turing για παράδειγμα (συμπτωματικά αυτό το διάστημα προβάλλεται μια ταινία για τη ζωή του), όταν μαθεύτηκε σε κείνα τα χρόνια, πως ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός ήταν διαφορετικός. Η Nasar, αναφέρει λοιπόν ένα περιστατικό σύλληψης του, επειδή βρέθηκε σε στενή επαφή ας πούμε με έναν άλλο άνδρα, το οποίο έγινε αφορμή για να χάσει μια σημαντική θέση σ’ ένα πρόγραμμα του Ναυτικού για το οποίο δούλευε. Και φυσικά οι φήμες έκτοτε τον ακολουθούσαν.

Όντως μπορεί να ήταν ψυχοπιεστική όλη αυτή η κατάσταση. Κι έπαιξαν ρόλο οπωσδήποτε κι άλλα γεγονότα στην κατάρρευση του. Πλησίαζε τα τριάντα και δεν είχε κερδίσει τα βραβεία που περίμενε, παρά τη μεγάλη φήμη του κι υπάρχει η κοινά διαδεδομένη αντίληψη στο χώρο των μαθηματικών, πως αν δεν παρουσιάσεις ως αυτή την ηλικία λαμπρά επιτεύγματα, μετά είναι πια πολύ αργά. Είχε πει χαρακτηριστικά:

«Εκείνη την εποχή, έχαιρα κάποιας αναγνώρισης. Σημείωνα κάποια πρόοδο επαγγελματικά, αλλά δεν ήμουν πραγματικά στην κορυφή. Δεν έχαιρα κορυφαίας αναγνώρισης, και έτσι όταν άρχισα να σκέφτομαι παράλογα, φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν να ήμουν επιπέδου Νούμερο 1. Ήμουν το πιο σημαντικό άτομο του κόσμου, και άνθρωποι όπως ο Πάπας ή ο πρόεδρος ήταν σαν εχθροί, που προσπαθούσαν να με μειώσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο«.

Ο ίδιος, έριξε σε κάποια ομιλία που έδωσε σε ψυχιάτρους, την ευθύνη της συναισθηματικής του αποσταθεροποίησης και την έναρξη της ψύχωσης, στην προσπάθεια του να λύσει τις αντιφάσεις της κβαντικής θεωρίας, με την οποία ασχολήθηκε το καλοκαίρι του ’57. Τον είχε πειράξει οπωσδήποτε λένε κάποιοι και το γεγονός πως ένας άλλος μαθηματικός είχε λύσει πριν απ’ αυτόν, ένα θεώρημα που έλυσε κι ο ίδιος και το ανακάλυψε αργότερα (πρόκειται για τον Ennio De Giorgi).

Κι αργότερα προσπαθώντας να λύσει την  υπόθεση του Riemann κατέληξε σε αδιέξοδο. Ήταν η εποχή, που τον είχε πιάσει μανία με τα χρήματα, επένδυσε τις οικονομίες της μητέρας του, τις έχασε κι απολογήθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον η σύζυγος του είχε μείνει έγκυος κι η αντίστροφη μέτρηση άρχισε.

Η λίστα των παράξενων συμπεριφορών που επέδειξε μετά την Πρωτοχρονιά του ’58 κι ως τον Φλεβάρη που όλοι πια κατάλαβαν πως κάτι δεν πάει καλά είναι μεγάλη. Κι αν δεν ήταν πάντα εκκεντρικός, θα είχαν καταλάβει νωρίτερα κάποιοι άνθρωποι τι του συνέβαινε. Αλλά το απέδιδαν σ’ αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του. Πουθενά δεν αναφέρεται στον βιβλίο πάντως πως έβλεπε πρόσωπα που δεν υπήρχαν (σ’ αντίθεση με όσα μπορεί να δείτε στην ταινία) κι ο ίδιος το έχει αποσαφηνίσει όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ: «ποτέ δεν έβλεπα τίποτα«. Αυτό που συνέβαινε συχνά ήταν πως μιλούσε χωρίς ν’ απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα.

Κι έχει εξηγήσει πως:

«Μέσα στην τρέλα μου, νόμιζα πως είχα ένα πολύ σημαντικό ρόλο, και, φυσικά, αυτό περιλαμβάνει την ιδέα του αγγελιοφόρου. Αυτή είναι μια Μουσουλμανική σύλληψη ιδιαίτερα με το Μωάμεθ. Είναι ο αγγελιοφόρος του Αλλάχ. Αυτό είναι, πιστεύω, μια καθιερωμένη έκφραση. Επομένως έβλεπα τον εαυτό μου σαν να είναι αγγελιοφόρος ή σαν να είχα μια ειδική αποστολή. Το έβλεπα στη λογική ότι υπήρχαν υποστηρικτές, αλλά κι αντίπαλοι, κι έτσι πίστευα πως αν με έβαζαν στο νοσοκομείο, θα ήταν πραξικόπημα από τους αντίπαλους.

Είχα αυτή την αίσθηση της καταδίωξης. Είχα την ιδέα ότι μερικοί από τους ανθρώπους –νομίζω πως ο Αϊζενχάουερ ήταν ακόμα πρόεδρος τότε –κι ο Πάπας κι οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να είναι εχθρικές απέναντί μου [sic]. Φανταζόμουν ένα κρυμμένο κόσμο όπου οι Κομμουνιστές κι οι μη-Κομμουνιστές ήταν μπλεγμένοι σε αυτό το πράγμα –ήταν κάτι σαν μηχανορράφοι.

Στην αρχή-αρχή μου ήρθε η ιδέα ότι θα λάμβανα ένα μήνυμα με κάποιο τρόπο. Αργότερα ένιωθα πως μπορεί να λάμβανα μια θεία αποκάλυψη βλέποντας ένα συγκεκριμένο αριθμό που θα εμφανιζόταν. Μια μεγάλη σύμπτωση μπορούσε να ερμηνευθεί ως μήνυμα από τον ουρανό«.

.

.

Άρχισε να πιστεύει λοιπόν, πως όσοι φορούσαν κόκκινες γραβάτες συμμετείχαν σε κάποια μυστική συνωμοσία (ήταν μάλλον κρυπτοκουμμουνιστές – τα χρόνια του Μακαρθισμού άραγε συνέβαλαν στο να κάνει τέτοιες συνδέσεις;), έστελνε γράμματα στους πρεσβευτές διαφόρων χωρών γράφοντας με τέσσερα διαφορετικά χρώματα συνήθως (μπλε, μαύρο, κόκκινο και πράσινο), εξηγώντας πως θα ιδρύσει κυβέρνηση, έλεγε πως οι εξωγήινοι του στέλνουν μηνύματα που μόνο αυτός μπορεί ν’ αποκρυπτογραφήσει, αρνήθηκε μια θέση προφασιζόμενος πως δεν μπορεί ν’ ασχοληθεί μ’ αυτήν καθώς σκόπευε να γίνει ..Αυτοκράτορας της Ανταρκτικής, ρωτούσε επίμονα την Alicia διάφορα πράγματα με τόνο που έδειχνε πως πίστευε ότι του έκρυβε κάτι, την απειλούσε πως θα πάρει όλες τις οικονομίες τους και θα φύγει στην Ευρώπη, ζωγράφισε ένα βράδυ όλο το υπνοδωμάτιο τους με μαύρες κηλίδες, όσα έλεγε σχετικά με μαθηματικά ήταν ασυναρτησίες, φλυαρούσε κι έδινε φριχτές, αλλόκοτες ομιλίες.

Η γυναίκα του φοβήθηκε κι ενημέρωσε τη μητέρα του Virginia και την αδερφή του Martha (δύο πρόσωπα πολύ σημαντικά, που δεν εμφανίζονται στην ταινία). Στην αρχή, προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ ανταπεξέλθει, ώστε να μην καταλάβουν οι άλλοι το πρόβλημα, γιατί φοβόταν για το κοινό τους μέλλον και για το μέλλον του παιδιού που κυοφορούσε, αλλά σύντομα κατέφυγε σε ψυχίατρο για συμβουλές. Κι αργότερα, πήρε και δεύτερη γνώμη. Δεν ήθελε όμως ν’ ακούσει για φάρμακα και ηλεκτροσόκ, γιατί φοβόταν οποιαδήποτε θεραπεία μπορούσε να βλάψει το μυαλό του, την ευφυΐα του.

Υπερίσχυσε όμως ο φόβος της για τη δική της ασφάλεια και του μωρού που θα έφερνε στον κόσμο και καθώς η κατάσταση του Nash επιδεινώθηκε προσπάθησε να τον πείσει με τη βοήθεια ειδικών να μπει εθελοντικά στο ψυχιατρείο, καθώς εκείνη την περίοδο το στίγμα ενός ακούσιου εγκλεισμού ήταν τεράστιο. Τον έκλεισαν τελικά, στο McLean Hospital, εκείνη και άνθρωποι απ’ το ΜΙΤ, προσπαθώντας να προλάβουν τα χειρότερα. Ένα βράδυ του Απρίλη, δύο αστυνομικοί τον προσήγαγαν, αν κι αντιστάθηκε σθεναρά.

Το McLean όμως τότε όπως και τώρα, ήταν συνδεδεμένο με την Ιατρική Σχολή του Harvard και σ’ αυτό νοσηλεύτηκαν κατά καιρούς κι άλλοι διάσημοι, όπως η Sylvia Plath κι ο Ray Charles. Στη συνείδηση του κόσμου δεν ήταν τόσο ψυχιατρικό νοσοκομείο, αλλά ένα είδος σανατορίου για ποιητές, καθηγητές, ανθρώπους που χρειάζονταν γενικά μια ιδιαίτερη φροντίδα για να ανακάμψουν ας πούμε. Ο Nash δεν δέχτηκε να υπογράψει το έγγραφο εθελοντικής εισαγωγής για 10ημερη παρακολούθηση καθώς πίστευε τότε πως δεν ήταν φυσικά τρελός αλλά “ο πρίγκηπας της ειρήνης”, ο ηγέτης ενός παγκόσμιου κινήματος ειρήνης.

Η μητέρα του ειδοποιήθηκε και ήρθε, αλλά έκλαιγε συνεχώς και δεν ήταν σε θέση να προσφέρει καμιά βοήθεια ή στήριξη στην έγγυο νύφη της. Ο  Nash μεταφέρθηκε στο Bowditch Hall, μια κλειστή πτέρυγα για άντρες, στην οποία σύντομα εισήχθη κι ο διάσημος ήδη τότε ποιητής Robert Lowell, με τον οποίο έκαναν στενή παρέα.

Eίχε δικό του δωμάτιο με θέα, η πόρτα του έκλεινε, είχε φωτάκι που μπορούσε να έχει ανοιχτό τη νύχτα, το νοσηλευτικό προσωπικό κι οι φοιτητές που τον επισκεπτόταν, τον αποκαλούσαν «κύριο Καθηγητή», το φαγητό ήταν εξαιρετικό, η ατμόσφαιρα πολιτισμένη και δεν υπήρχαν κραυγές ή βίαια επεισόδια ή ζουλρομανδύες. Αλλά του είχαν αφαιρεθεί τα εσώρουχα, η ζώνη, τα παπούτσια για λόγους ασφαλείας κι ο καθρέφτης που ξυριζόταν ήταν από μέταλλο κι όχι από γυαλί.

Η γυναίκα του είχε προτρέψει τους πάντες να τον επισκεφτούν κι είχε φτιαχτεί πρόγραμμα επισκέψεων. Όλοι αισθανόταν την ευθύνη να τον κάνουν να αισθανθεί καλύτερα, ώστε να επανακάμψει το δυνατόν συντομότερα. Του δινόταν θοραζίνη κι η διάγνωση ήταν παρανοική σχιζοφρένεια. Υπήρχε ομοφωνία των ψυχιάτρων, απ’ την αρχή της εισαγωγής του: ήταν σαφώς ψυχωτικός.

Και σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές που υπερίσχυαν τότε εκεί, όλα είχαν προκληθεί απ’ την ομοφυλοφιλία του. Ήταν κάτι που πίστευαν εκείνη την περίοδο όπως διευκρινίζει η συγγραφέας, για κάθε άντρα που εισαγόταν εκεί ως ψυχωτικός. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση ο Νash. Ο Alfred H. Stanton που διεύθυνε άλλωστε, ήταν φοιτητής του Harry Stack Sullivan, κορυφαίου μαθητή του Freud. Έβαλε τέλος στις λοβοτομές και στα ηλεκτροσόκ και η ψυχανάλυση μπήκε στην πρώτη γραμμή στην θεραπεία των ψυχώσεων στο McLean, στην εποχή του.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.