Hotels

.

Visions 40

.

Ταξιδεύω… Ταξιδεύω πάντα. Ταξιδεύω στ’ αλήθεια, νοερά, με βιβλία, με ταινίες, με μουσικές. Ταξιδεύω στις ζωές των άλλων. Ταξιδεύω στο σκοτάδι τους, στο φως τους. Ταξιδεύω πάντα.

Κι απόψε σκεφτόμουν μια εποχή, που δεν ήξερα σε ποιο ξενοδοχείο ξυπνούσα. Μια εποχή που έκανα μια πολύ ευχάριστη δουλειά, με συνεχείς μετακινήσεις Και μου ‘λειψε για λίγο εκείνη η φάση του κάθε μέρα κι αλλού. Μου ‘λειψε η μουσική εκείνης της περιόδου. Μου ‘λειψαν κάποιες καταστάσεις, κι ας μην ξέρω πια, πόσο τις έχει ωραιοποιήσει η νοσταλγία μου. Γιατί μερικές φορές -θα το ‘χετε νιώσει κι εσείς-, μας λείπουν πράγματα, που δεν υπήρξαν ποτέ…

 Και το μυαλό μου πήγε σε τόπους που ακόμα θυμάμαι με χαμόγελο. Και σ’ άλλους που με φιλοξένησαν και τους περπάτησα χαμένη στις σκέψεις μου. Kι είτε έτσι, είτε αλλιώς, ήταν ωραία.Ήταν ωραία…

Θυμήθηκα ένα σωρό ξενοδοχεία. Ονόματα που κρατάω ακόμα στη μνήμη μου, άλλα που ξέχασα. Μεγάλα ξενοδοχεία, μικρά, πολυτελή, γραφικά, παρατημένα, ανακαινισμένα, πολύβουα, σιωπηλά, σκονισμένα, υπέρλαμπρα.

Θυμήθηκα εκείνο το ξενοδοχειάκι σε μια piazza της Βενετίας, που σέρβιρε το πιο γευστικό τσάι κεράσι. Κάποιο άλλο στην Πράγα και τις μεγάλες τζαμαρίες του απ’ όπου έβλεπα τ’ ατέλειωτα βεγγαλικά να χρωματίζουν τον ουρανό. Μιαν ασήμαντη πανσιόν στην Σητεία και τη νύχτα με τη σκοτεινή πανσέληνο. Την αυλή ενός υπέροχου ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο Τολέδο κι έναν αξέχαστο, μοναδικό, χορό.

Την ταράτσα ενός δωματίου στους Παξούς και τη φανταστική θέα που συνόδευε τον πρωινό καφέ. Τα ξυλόγλυπτα που άγγιζα με τις άκρες των δαχτύλων, στο ασανσέρ ενός πολυτελούς ξενοδοχείου της Μπανγκόκ. Τη δροσιά ενός φτιαγμένου από πέτρα, ησυχαστηρίου της Μήλου. Την απόλυτη απομόνωση κάποιου διαμερίσματος πνιγμένου στο πράσινο, στη Ζάκυνθο.

Τον παλιό ανεμιστήρα που γυάλιζε στο φως, σ’ ένα ξεχασμένο ξενοδοχείο του Άργους. Το πανδοχείο δίπλα στο Ρήνο και τις μεθυσμένες νύχτες που ζήσαμε, τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι εκεί. Ένα κάτασπρο πουκάμισο που ανέμιζε έξω απ’ το παράθυρο, σ’ ένα πνιγηρό δωμάτιο της Νάξου. Τις γαλάζιες ορτανσίες που ακουμπούσαν στον τοίχο, σε μια τυλιγμένη στην ομίχλη σοφίτα, στη Ζαγορά.

Το ροζ ξενοδοχείο της Εγνατίας, που κανείς θόρυβος του δεν με κρατούσε ξύπνια. Ένα παλιό πηγάδι με τριανταφυλλιές, σ’ έναν παραδοσιακό ξενώνα στο Νυμφαίο. Τον τελευταίο όροφο, ενός μοντέρνου ξενοδοχείου στο Άαρχους, και τα τσιγάρα που κάπνισα καθισμένη οκλαδόν στον διάδρομο, χαζεύοντας τον κόσμο έξω απ’ την γυάλινη του πρόσοψη. Τον ίσκιο της κληματαριάς, σ’ ένα δωματιάκι στο Αγαθονήσι και τη μυρωδιά της ακύμαντης θάλασσας.

Θυμήθηκα… Κι ήταν ωραία. Κι ήταν ωραία…

.

.

.

.

.