Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα -Μέρος Ι

.

Κώστας Μπατίκας

.

Ο λόγος που σήμερα αρχίζω εδώ την παρουσίαση μιας σειράς αναρτήσεων για το συγκεκριμένο βιβλίο που διαφέρει απ’ αυτά που έχετε συνηθίσει να βλέπετε, δεν είναι μόνο η αδιαμφισβήτη ιστορική αξία του, αλλά κι η προσωπική μου ανάγκη να τιμήσω τη μνήμη ενός ανθρώπου που εκτιμούσα απεριόριστα κι όσο περνούν τα χρόνια εξακολουθεί να μας λείπει. Πράγμα που σημαίνει πως το παρουσιάζω χωρίς την παραμικρή κριτική διάθεση, αλλά με σκοπό να φωτίσω τις ιδέες του Κώστα Μπατίκα, στις οποίες έμεινε πιστός ως το τέλος κι αυτό από μόνο του σαν γεγονός εμπνέει μεγάλο σεβασμό, ειδικά στην εποχή που ζούμε.

Άκουσα κάποιον να σχολιάζει όταν έφυγε, πως “αν είχε βάλει λίγο νερό στο κρασί του, θα είχε ανέβει στην ηγεσία του Κουμμουνιστικού Κόμματος”. Δεν ξέρω αν έχει αντικειμενική βάση μια τέτοια άποψη μιας και ποτέ δεν παρακολούθησα τις εσωτερικές διεργασίες και τα τεκταινόμενα στο εν λόγω ή άλλο κόμμα (άλλοι που γνωρίζουν συμφωνούν πως έτσι θα γινόταν), αλλά είμαι βέβαιη πως ο Κώστας δεν μπορούσε να κάνει εκπτώσεις και δεν τον ενδιέφεραν οι καρέκλες. Άλλες ήταν οι αξίες του. Κι αυτές και μόνο υπηρετούσε πιστά.

Έχω γράψει ξανά για κείνον λίγα λόγια εδώ και θα εξηγήσω πάλι, πως μιλούσαμε και για πολιτικά ζητήματα, αλλά μάλλον λιγότερο απ’ ότι θα μπορούσαμε. Για διάφορους λόγους που δεν σκοπεύω φυσικά να τους αναλύσω. Το μόνο που θέλω να γίνει σαφές μ’ αυτό που έγραψα μόλις, είναι πως συνειδητοποίησα τελικά ότι δεν είχαμε συζητήσει αρκετά σε τι συμφωνούσα και σε τι διαφωνούσα μαζί του, αλλά κάτι μου λέει πως και να το κάναμε  -παρά το ότι δεν θα άλλαζε η γνώμη μου-, στο τέλος εκείνος θα ‘κέρδιζε’ με τα επιχειρήματά του. Οι γνώσεις του ήταν αναμφισβήτητα, απείρως περισσότερες απ’ τις δικές μου.

Πιθανότατα λοιπόν να μην είμαι και το πιο κατάληλο πρόσωπο για να κάνω αυτή την παρουσίαση σύμφωνα με ορισμένους, πιθανότατα να περίμεναν να δουν αυτό το βιβλίο να παρουσιάζεται από κάποιον γνωστό θεωρητικό του Μαρξισμού με την ανάλογη κριτική.  Αλλά επειδή το μόνο που με οδηγεί είναι ο σεβασμός μου για κείνον, δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό στο να το κάνω. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει όπως ήδη έγραψα παραπάνω, είναι να εστιάσω στο δικό του λόγο και να τον παρουσιάσω όσο πιο αντικειμενικά μπορώ.

Έναν περασμένο Μάιο έφυγε (17 Μαΐου του 2009) βλέπετε και η επερχόμενη Εργατική Πρωτομαγιά, μου δίνει μια καλή αφορμή.

Αν μην σας κουράσω όμως περισσότερο με το δικό μου πρόλογο (ο μεγαλύτερος που έχω κάνει ποτέ εδώ) κι ας πάμε να δούμε τα του βιβλίου.

Κυκλοφόρησε το 1994 απ’ την Εργοεκδοτική, σε επιμέλεια Αριάδνης Αλαβάνου. Στα δικά μου χέρια έφτασε τον Απρίλη του 2003, απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα. Στην εισαγωγή του ο Κώστας Μπατίκας εξηγούσε:

Ο αρχικός σχεδιασμός τούτου του βιβλίου έγινε πριν αρκετά χρόνια και περιελάμβανε αποκλειστικά ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Για διάφορους λόγους δεν μπόρεσε να δει νωρίτερα το φως της δημοσιότητας. Το τωρινό αποτέλεσμα διαφέρει σε σχέση με τους αρχικούς σχεδιασμούς. Οι ανατροπές που συντελέστηκαν απ’ το ’89 και δώθε, εκτός των άλλων είχαν σαν αποτέλεσμα να επανέλθουν στη συζήτηση ζητήματα που θεωρούνταν προ πολλού λυμένα, και να επανεμφανιστούν παλιές λαθεμένες αντιλήψεις πάνω σε θεμελιακά ζητήματα του εργατικού κινήματος. Αυτές οι αντιλήψεις ενώ συνέβαλαν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, στον αποπροσανατολισμό και στην απομαρξιστικοποίηση του κινήματος, επαναπροβάλλονται σήμερα με την απαίτηση ν’ αναγνωριστούν ως οι μόνες γνήσιες και επαναστατικές στις σύγχρονες συνθήκες.

Η αντιπαράθεση μ’ αυτές τις αντιλήψεις δεν ήταν πλέον δυνατόν, να μη βρει τη θέση της σ’ ένα βιβλίο στο οποίο εξετάζονται ζητήματα του εργατικού κινήματος. Καταλαμβάνει μέρος αυτού του βιβλίου με αποτέλεσμα να εκτοπιστούν απ’ αυτό πολύ σημαντικά ζητήματα που προβλέπονταν στον αρχικό σχεδιασμό, όπως, τα ιδεολογικά ρεύματα στην ιστορική τους διαμόρφωση και ο ρόλος τους στην πορεία του συνδικαλιστικού μας κινήματος, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, το διεκδικητικό πλαίσιο των συνδικάτων και τα αιτήματα τους στην ιστορική τους διάσταση και στην εποχή μας, οι μορφές πάλης, ζητήματα ενότητας και διάσπασης και ορισμένα άλλα.

Η εξέταση αυτών ζητημάτων καθώς και μια διεξοδικότερη ανάλυση της σύγχρονης συνδικαλιστικής πρακτικής και των προβλημάτων που απορρέουν απ’ αυτήν παραμένουν στη στόχευση μας για μελλοντικές προσπάθειες.

Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του σχετικά με τα θέματα που παρέλειψε, ενώ έχει συμπεριλάβει πάμπολλά άλλα στα επτά μεγάλα κεφάλαια του βιβλίου του, το καθένα απ’ τα οποία συνοδεύεται από ξεχωριστή βιβλιογραφία και χάρη σε κείνον μαθαίνουμε τόσα για την ιστορική εξέλιξη των συνδικάτων. Θα τα δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, αλλά πριν παραθέσω κάποια αποσπάσματα στα οποία θεωρώ πως αποκρυσταλλώνονται οι απόψεις του για το ρόλο της εργατικής τάξης, να εξηγήσω πως είχε κριτική στάση έναντι στους “μαρξιστές” και “αριστερούς” (τα εισαγωγικά είναι δικά του) που ξέφευγαν απ’ την ορθόδοξη (ας μου επιτραπεί η έκφραση) ερμηνεία του Μαρξισμού, όπως είχε άλλωστε και για τους πρωτοπόρους του Αναρχισμού (π.χ. στον Προυντόν και στον Μπακούνιν αναφέρεται αρκετές φορές).

Εξετάζει τόσο τους Έλληνες που ασχολήθηκαν στα κείμενα τους με το Μαρξισμό όπως π.χ. ο Ευτύχης Μπητσάκης, όσο και τους ξένους, όπως π.χ. ο Κονστάντσο Πρέβε. Σε κάποια σημεία συμφωνεί μαζί τους αλλά σε άλλα που είναι ίσως και τα πιο θεμελιώδη, διαφωνεί. Δεν ήταν πάντως επ’ ουδενί αρνητικός στην κριτική θεώρηση της μαρξιστικής θεωρίας αλλά διευκρίνιζε:

Εμείς είμαστε σύμφωνοι ότι χρειάζεται κριτική αντιμετώπιση της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας. Είμαστε όμως της γνώμης, ότι για να αντιμετωπίσουμε κριτικά τη θεωρία, πρέπει πρώτα, αν όχι να τη μελετήσουμε, τουλάχιστον να τη διαβάσουμε στο πρωτότυπο. Αλλιώς τα συνθήματα για “κριτική αντιμετώπιση’”και για “μαρξιστική ανανέωση του μαρξισμού” θα παραμένουν συνθήματα χωρίς νόημα και θα οδηγούν αυτούς που τα προβάλλουν στη γελοιοποίηση, καθιστώντας τους επιστημονικά αναξιόπιστους.

Η λέξη επιστημονικά δεν τονίζεται φυσικά τυχαία από κείνον. Πίστευε με πάθος στον επιστημονικό σοσιαλισμό:

Η μαρξιστική θεωρία, επεξεργασμένη στις συνθήκες της Ρωσίας και εμπλουτισμένη με τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις του Λένιν, συνενώθηκε με το πρακτικό εργατικό κίνημα μέσω του μπολσεβίκικου κόμματος που γνώριζε την κοινωνική αναγκαιότητα, τους αντικειμενικούς νόμους κίνησης της κοινωνίας και γι’ αυτό μπόρεσε στην κατάλληλη στιγμή να μετατρέψει την αντικειμενική δυνατότητα της ανατροπής του καπιταλισμού σε πραγματικότητα, να καθοδηγήσει τη ρώσικη εργατική τάξη και να φτάσει την πάλη της ως την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, της κοσμοϊστορικής επανάστασης του Οχτώβρη του 1917. Ο Λένιν δεν ήταν ούτε δογματικός, ούτε υποκειμενιστής, βολουνταριστής. Ήταν πιστός μαθητής του Μαρξ και του Ένγκελς, ήταν μορφωμένος και γνήσιος μαρξιστής.

Δεν έβλεπε το σοσιαλισμό σαν μια επονόηση ονειροπόλων, τον έβλεπε όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς επιστημονικά, σαν τον “τελικό σκοπό και το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας”.

“Οι επαναστάσεις δεν γίνονται με διαταγές”. Αυτά τα λόγια του Μαρξ βρίσκονται ακριβώς στον αντίποδα των δογματικών, σεχταριστικών και βολουνταριστικών απόψεων. “Δεν είναι η θέληση ο προωθητικός τροχός της επανάστασης αλλά οι πραγματικές συνθήκες”. Χρειάζεται πολύχρονος και σκληρός αγώνας για να φτάσει η εργατική τάξη στην πραγματοποίηση της. Αυτός ο αγώνας πρέπει να γίνεται στη βάση της πραγματικότητας με επιστημονική γνώση των πραγματικών συνθηκών. Όχι φράσεις για την επανάσταση “όχι υποκατάσταση της επαναστατικής εξέλιξης με την επανάσταση της φράσης”.

Κι αλλού σχολίαζε:

Η συγκάληψη, η αντιστροφή, η μυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό, η αντιστροφή στην εμφάνιση τους στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας απαιτεί συνεχή ιδεολογικό αγώνα για την διαλεύκανση των μυστηρίων και για την αποκάλυψη της πραγματικότητας. Η εγκατάλειψη αυτού του αγώνα απ’ το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα για δεκαετίες ολόκληρες, οι διαστρεβλώσεις και η εγκατάλειψη της θεωρίας συσκότισαν τις διαδικασίες του σύγχρονου καπιταλισμού, συνέβαλαν στον αποπροσανατολισμό προοδευτικών διανοητών και ηγεσιών του κομμουνιστικού κινήματος, της προδοσίας των στόχων του, της εγκατάλειψης του έργου της κοινωνικής απελευθέρωσης, της διάλυσης και της υποταγής στον ιμπεριαλισμό. Το πως όλα αυτά μπόρεσαν να συμβούν, κάτω από ποιες αντικειμενικές συνθήκες, αποτελεί το ζητούμενο της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης που καλείται να ξανατοποθετήσει τη διαλεχτική στη σωστή της θέση με το κεφάλι προς τα πάνω και απαλάσσοντας τον επιστημονικό σοσιαλισμό απ’ τα αστικά και μικροαστικά δόγματα και αντιλήψεις να τον επαναφέρει στο επίπεδο των ιδρυτών και συνεχιστών του, στο επίπεδο των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν. Μόνο τότε είναι δυνατόν να δοθούν επιστημονικές απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα, να επανασυνδεθεί ο επιστημονικός σοσιαλισμός με το εργατικό κίνημα και να ανσυγκροτηθεί αυτό το κίνημα σε επαναστατική, σε κομμουνιστική βάση.

Ξεκαθάριζε τη θέση του δηλαδή σχετικά με το ποιο πρέπει να είναι το ζητούμενο της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης και κατέληγε:

Απαιτείται λοιπόν σύνδεση της οικονομικής με την ιδεολογική και πολιτική βάση. Αυτό είναι το βασικό καθήκον του επαναστάτη και του επαναστατικού κινήματος κι αυτό τον ξεχωρίζει απ’ τον αστό και την αστική πολιτική και όχι η υποστήριξη της οικονομικής πάλης γενικά και αυτοτελώς παρμένης, πράγμα που το κάνουν αστοί και ρεφορμισμός, αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα κι οργανώσεις.

Σαφώς αυτές του οι απόψεις του δεν γινόταν δεκτές απ’ όλους τους συντρόφους του μ’ ενθουσιασμό. Κάθε άλλο. Κι είναι σαν να τους απαντά με τον τρόπο του στο ακόλουθο απόσπασμα σε όσα προφανώς του καταμαρτυρούσαν:

Υπήρχαν περίοδοι όπως αυτή που προηγήθηκε της ανοιχτής κρίσης του 1989 στο ΚΚΕ, που κάθε άποψη, ακόμα και η χρησιμοποίηση λέξεων, όπως επανάσταση, ανατροπή του καπιταλισμού, ταξική πάλη, ταξική εξουσία, ταξική πολιτική κ.α. κατατροπώνονταν και εξοβελίζονταν και οι φορείς τους αναθεματίζονταν ως “αριστεριστές”, “δογματικοί”, “ξεκομμένοι απ’ τη ζωή”, και επιπλέον σαν άνθρωποι που δεν κατανόησαν τις ιδέες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Η αντίληψη να αφεθεί η πάλη για την εξουσία για ευθετότερο χρόνο, “όταν ωριμάσουν οι συνθήκες”, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον Μαρξ και τον μαρξισμό (…) Μια πολιτική που δεν θεωρεί αναγκαία την πάλη για την εξουσία ή που μεταθέτει στο απώτερο μέλλον την πάλη αυτή, στο όνομα των μεταρρυθμίσεων και στο όνομα του να βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων τώρα, δεν απεμπολεί μόνο το μέλλον του κινήματος. Είναι σε βάρος και του παρόντος, σε βάρος των κατακτήσεων και των δημοκρατικών δικαιωμάτων στα πλαίσια του συστήματος.

(…) Χωρίς το στόχο της ανατροπής και η παραμικρή καλυτέρευση στα πλαίσια του συστήματος είναι ουτοπία. Οι μόνες σωστές θέσεις για την επιτυχή έκβαση της πάλης για μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του συστήματος είναι οι θέσεις του μαρξισμού. Μόνο όταν το εργατικό κίνημα αφομοιώνει τις θέσεις του μαρξισμού, μόνο όταν παλεύει για την επανάσταση, μπορεί να πετυχαίνει συνεχή βελτίωση της θέσης των εργατών φέρνοντας παράλληλα πιο κοντά την ανατροπή του συστήματος.

Φυσικά αναφερόταν σε πολλά σημεία του βιβλίου ονομαστικά στα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και στα πολιτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά το 1974. Απαντούσε παράλληλα σε όσους πιστεύουν πως η εργατική τάξη δεν υπάρχει πια ή έχει αλλοτριωθεί, και άρα δεν μπορεί ν’ αποτελεί επαναστατική δύναμη. Εξηγούσε επίσης ποια ήταν η γνώμη του για την κατάρρευση του Κομμουνισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, έγραφε λίγα λόγια για για τα διαταξικά κινήματα, τι θεωρούσε πως πρέπει να γίνει στο μέλλον και άλλα πολλά που αξίζει να διαβάσετε μόνοι σας.

Πραγματικά δυσκολεύτηκα να καταλήξω στα συγκεκριμένα αποσπάσματα που παρέθεσα, αλλά ελπίζω τουλάχιστον να σας έδωσα να καταλάβετε μ’ αυτές μου τις επιλογές τι πίστευε και πρέσβευε σε γενικές γραμμές πριν προχωρήσουμε στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή της δημιουργίας των συνδικάτων παγκόσμια και της σχέσης τους με την πολιτική εξουσία.

Περισσότερα για την δική του πορεία, μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι αν σας ενδιαφέρει να βρείτε δικά του άρθρα υπάρχουν εδώ, στο αρχείο του περιοδικού «Αριστερή Ανασύνταξη«, στο οποίο αρθρογραφούσε μέχρι τον θάνατο του.

.

(συνεχίζεται)

.

.

.

.

.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

2 σκέψεις σχετικά με το “Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα -Μέρος Ι”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s