Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος IV

.

Μπατίκας-αφιέρωση

.

*Συνέχεια από εδώ.

.

Ακολούθως ο συγγραφέας θίγει το ζήτημα της ιδεολογικής παρέμβασης και των τρόπων που αυτή ασκείται όχι μόνο μέσω των οργάνων του αστικού κράτους, αλλά και εκ μέρους των καπιταλιστών. Ο στόχος όλων τους φυσικά είναι ο αποπροσανατολισμός της εργατικής τάξης απ’ τον ιστορικό της ρόλο:

Ιδεολογικά παρεμβαίνουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές και δεν εννοούμε μόνο μέσω του αστικού τύπου και των ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών και τηλεοπτικών καναλιών που έγιναν διαδεδομένο φαινόμενο από το 1989 και δώθε και επιδίδονται “πλουραλιστικά” στη διάδοση των αστικών ιδεών, πραγματοποιώντας τη σύγχρονη μονοπωλιακή δικτατορία της πληροφόρησης. Το μεγάλο κεφάλαιο διαθέτει πολλά ακόμα μέσα ιδεολογικής παρέμβασης. Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι ίδιοι οι καπιταλιστές, με την έκδοση ειδικών φυλλαδίων, εφημερίδων και περιοδικών που απευθύνονται στους μισθωτούς των εργοστασίων τους, με την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, τη διοργάνωση δωρεάν εκδρομών του προσωπικού τους, την παροχή υποτροφιών σε παιδιά των εργατών τους, ανέπτυξαν πλούσια δραστηριότητα η οποία σε πολλές περιπτώσεις έφτανε ως τη γελοιοποίηση του εργάτη με τη διοργάνωση ανάμεσα στις εργάτριες επιδείξεων μόδας και διαγωνισμών για την ανάδειξη της Μις Εργάτρια!

Και τάσσεται ξεκάθαρα ενάντια στα εργοστασιακά σωματεία στα οποία σαφώς οι καπιταλιστές έχουν ευκολότερη πρόσβαση και άρα έλεγχο, αναλύοντας τα βασικά τους μειονεκτήματα. Επέλεξα λοιπόν το παρακάτω σημείο της κριτικής του που θεωρώ πως συμπυκνώνει τη σκέψη του:

Το πιο σημαντικό μειονέκτημα του εργοστασιακού σωματείου είναι το γεγονός ότι κλείνει τη συνδικαλιστική δράση των εργατών στο πλαίσιο του εργοστασίου, την “γκετοποιεί” διοχετεύοντας τη ενάντια στο δικό της εργοδότη, δυσκολεύοντας την πάλη ενάντια σε όλους τους εργοδότες και το κράτος τους. Αποκόβει τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων απ’ τους συναδέλφους τους των μικρών, απομονώνοντας τον πυρήνα της εργατικής τάξης απ’ την υπόλοιπη τάξη.

Δεν είναι μόνο οι καπιταλιστές πάντως που δείχνουν να ανέχονται πιο εύκολα την ύπαρξη εργοστασιακών σωματείων:

Οι σχετικοί νόμοι όλων των μεταχουντικών κυβερνήσεων της αστικής τάξης, είτε αυτές ήταν κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή όλων, μαζί και της Αριστεράς (οικουμενική), έδειξαν μια συγκαλυμμένη ή προκλητικά ανοιχτή προτίμηση στο εργοστασιακό σωματείο, τοποθετώντας το σε προνομιακή θέση σε σχέση με άλλες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, ιδιαίτερα σε σχέση με την οργάνωση κατά κλάδο παραγωγής. Κανένας π.χ. απ’ τους σχετικούς νόμους δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει παραρτήματα των κλαδικών συνδικάτων στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς.

Έτσι, μέσω διοικητικών ελέγχων και νόμων:

Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε και δρα ένα καλοστημένο σύστημα κρατικών μηχανισμών παρέμβασης στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού μας κινήματος, που είναι αμφίβολο αν όμοιό του υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου!

Κι οι λόγοι σχετίζονται και με την ιστορική ιδιαιτερότητα της χώρας μας όσον αφορά τον συνδικαλισμό:

Στη χώρα μας το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι παραχωρήθηκε στην εργατική τάξη πριν απ’ την ταξική αγωνιστική της αφύπνιση, δεν κερδήθηκε μέσα στους αγώνες, όπως αλλού, δεν ήταν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, δεν κατακτήθηκε, ήταν μια δωρεά απ’ τα πάνω και κατοχυρώθηκε συνταγματικά. Οι Έλληνες εργαζόμενοι απέκτησαν το δικαίωμα να ιδρύουν νόμιμα τα συνδικάτα τους πολύ πριν το κατακτήσουν οι συνάδελφοι τους σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώθηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα του 1864, όχι ειδικά για την εργατική τάξη, αλλά για κάθε λογής συνεταιρισμούς και συλλόγους (…) Δεν ήταν ωστόσο στην πράξη αρκετά αποτελεσματικό γιατί δεν ήταν νόμιμα άλλα βασικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, και κύρια το δικαίωμα της απεργίας. Το απεργιακό κίνημα είναι αναγκασμένο ν’ αναπτυχθεί σε ανειρήνευτη αντίθεση με τους αστικούς νόμους και την απεργοκτόνα πρακτική των καπιταλιστών.

Όσο για την εποχή μας:

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι πλέον ο μοναδικός φορέας διάδοσης των αστικών αντιλήψεων στην εργατική τάξη και το κίνημα της. Υπάρχει, στο μεταξύ, ένα ανεπτυγμένο στρώμα εργατικής αριστοκρατίας, το οποίο έφερε η καπιταλιστική ανάπτυξη, ένα στρώμα καλοπληρωμένων μισθωτών που δεν βρίσκεται μόνο και κυρίως στις επιχειρήσεις του δημοσίου, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά ιδιαίτερα στις μεγάλες βιομηχανικές και άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Τις τελευταίες δεκαετίες πιο συγκεκριμένα, να πως εξελίχτηκαν τα πράγματα στο συνδικαλιστικό κίνημα από νομοθετικής πλευράς, σύμφωνα με την οπτική του Κώστα Μπατίκα, που στηλιτεύει την ανάμειξη εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων:

Το σύστημα της κρατικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη μακρόχρονη ιστορία του εκσυγχρονίστηκε και τελειοποιήθηκε απ’ τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Προστέθηκαν σ’ αυτό ορισμένα νέα στοιχεία απ’ την Οικουμενική, με το νόμο για τις συλλογικές συμβάσεις, καθώς και απ’ την κυβέρνηση της ΝΔ με τον περαιτέρω περιορισμό και την ποινικοποίηση του δικαιώματος της απεργίας και με την ίδρυση του Ινστιτούτου Εργασίας που προετοιμάστηκε αλλά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί απ’ το ΠΑΣΟΚ. Αυτό το σύστημα είναι πανέτοιμο να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί, για την κατάπνιξη της αντίστασης των εργατών.

(…) Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει αλλού, στη χώρα μας το δικαίωμα των μελών των συνδικάτων να συντάσσουν ελεύθερα και σύμφωνα με τη θέληση τους το καταστατικό τους, γνωρίζει μεγάλους περιορισμούς, αφού υπόκειται στην κρατική κηδεμόνευση, που υπαγορεύει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να περιέχει ένα καταστατικό.

(…) Η δημοκρατική εκλογή των εφορευτικών επιτροπών με το σύστημα της απλής αναλογικής και η συμμετοχή σε ολόκληρη την εκλογική διαδικασία εκπροσώπων των συνδυασμών που παίρνουν μέρος στις εκλογές, είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης της γνησιότητας και της δημοκρατικότητας των αρχαιρεσιών. Αποτελεί ντροπή για την εργατική τάξη να επιτρέπει την ανάμιξη στα εσωτερικά της οποιωνδήποτε εκπροσώπων του ταξικού της εχθρού και της κρατικής του εξουσίας και ο δικαστικός αντιπρόσωπος είναι τέτοιος. Και είναι τέτοιος απ’ τη φύση της κρατικής λειτουργίας που εκτελεί και εντελώς ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά του πιστεύω.

(…) Δεν φαίνεται να κατανοείται πως άλλο πράγμα είναι οι βουλευτικές και δημοτικές εκλογές, που είναι υπόθεση όλων των πολιτών και οργανώνονται απ’ τις κρατικές αρχές, και άλλο πράγμα οι αρχαιρεσίες των συνδικάτων, που είναι οργανώσεις της εργατικής τάξης και κάθε συμμετοχή και ανάμιξη σ΄αυτές εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων αποτελεί θανάσιμο τραυματισμό της ταξικής τους ανεξαρτησίας (…) Αλήθεια, πως δεν σκέφτηκε ο νομοθέτης να στείλει δικαστικό αντιπρόσωπο στις αρχαιρεσίες του ΣΕΒ ή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ;

Όπως είχα γράψει και στην αρχή αυτής της σειράς των αναρτήσεων, ήταν δύσκολο να επιλέξω τα συγκεκριμένα αποσπάσματα και δεν ακολουθούσα πάντα τη ροή των κεφαλαίων του. Υπάρχουν άλλωστε τόσα πολλά σημεία στο βιβλίο του που χρήζουν υπογραμμίσεων, αλλά θα τα δείτε μόνοι σας, όταν το διαβάσετε. Εσκεμμένα για παράδειγμα, δεν αναφέρω περισσότερα για τις θέσεις του σχετικά με την διασύνδεση των κομμάτων και των συνδικάτων. Κι όταν γράφω των κομμάτων, εννοώ των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Δεν θα περιμένατε κάτι διαφορετικό εξάλλου από έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν τις μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, έτσι δεν είναι;

Κι είχε τέτοια ηθική ακεραιότητα, που και στο βιβλίο του κάνει την αυτοκριτική του και δεν διστάζει να κρύψει τίποτα, για όσα έκανε αλλά και δεν έκανε ως μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, για τη συμμετοχή του στο ΝΑΡ κτλ.

Θέλω λοιπόν να γράψω κλείνοντας δυο πράγματα για τον Κώστα, που αξίζει νομίζω να τα καταθέσω. Το πρώτο είναι πως δεν προσπάθησε ποτέ μα ποτέ να μας κάνει ύπουλα και πονηρά τον καθοδηγητή (εννοώ σε όλους όσους γνώρισε μαζί με μένα εκείνη την περίοδο που συνεργαστήκαμε μαζί του), αν και ήταν ξεκάθαρος στις πολιτικές του θέσεις και τις υπεράσπιζε με κάθε κόστος και τίμημα. Και το δεύτερο είναι, πως δεν ήταν καθόλου ξεκομμένος απ’ τη ζωή. Και το τονίζω αυτό γιατί μια πάγια κριτική για τους παλιούς κομμουνιστές, ας το θέσω έτσι, είναι κι αυτή. Ήταν πολύ μορφωμένος, μπορούσε να συζητήσει κάθε τι κι όχι μόνο τα των πολιτικών εξελίξεων, μας συμβούλευε στα νεανικά μας αδιέξοδα με σεβασμό κι αντικειμενικότητα, προσπαθούσε να μας προβληματίσει, να μας αφυπνίσει και να μας βάλει να σκεφτούμε όταν πίστευε πως κάτι τέτοιο θα μας βοηθούσε, αλλά και γελούσε και σάρκαζε όταν χρειαζόταν.

Κι αυτή τη γελαστή κι εύθυμη εικόνα του κρατάω στο νου μου. Με λυπεί αφάνταστα βέβαια που έφυγε τόσο νωρίς, ενώ είχε κι άλλα να προσφέρει. Μας άφησε όμως σημαντική παρακαταθήκη τα βιβλία του και ζωντανεύει ο λόγος του μέσα απ’ αυτά.

Εκτός απ’ αυτό που παρουσίασα εγώ, έχει γράψει και το Η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Αυτό που θέλω να τονίσω αντί άλλου επιλόγου, ήταν το πόσο με συγκίνησε το σχόλιο της στενής μου φίλης Ευανθίας Σακελλάρη που έγραψε δημόσια αλλά και μου είπε από κοντά, όταν διάβασε τις προηγούμενες αναρτήσεις: «είναι σαν να τον ακούω«. Κι αυτό ήθελα: τον δικό του λόγο να προβάλλω, τη δική του μνήμη να τιμήσω. Να τον ‘ακούσουμε’ πάλι κι ας μην είναι μαζί μας. Αφού με πολλούς άλλους τρόπους είναι και θα είναι στη σκέψη μας. Πάντα.-

.

.

.

.

.

Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς – Το νέο βιβλίο του Αντώνη Τσόκου

 

 

.

11271770_10153326887699264_1513577831_o.

Μετά το «Σουίνγκ με τ’ άστρα» ο Αντώνης Τσόκος επιστρέφει με νέο βιβλίο, απ’ τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. «Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς» ο τίτλος του και γεμάτο από υπέροχα ποιήματα. Πρωτότυπες συνδέσεις, δυνατές εικόνες, απόλυτα προσωπικό ύφος. Αυτά τα στοιχεία πάντα τον χαρακτηρίζουν.

Είναι δύσκολο λοιπόν να ξεχωρίσω κάτι δικό του, αφού μου αρέσει απίστευτα ο τρόπος που γράφει και χάνομαι κάθε φορά στο ποιητικό του σύμπαν, αλλά το «Πένθιμα αναμενόμενο» ξέρει πόσο με συγκίνησε απ’ την πρώτη στιγμή που το διάβασα και μου έκανε το χατήρι να μου επιτρέψει να το δημοσιεύσω.

Έχω τόσους πολλούς λόγους για να τον Ευχαριστήσω επειδή με τιμά με τη φιλία του, επειδή μου έγραψε και μου αφιέρωσε μοναδικά ποιήματα, επειδή με διάλεξε για να σταθώ δίπλα του σε σημαντικές του στιγμές, επειδή… επειδή… Κι άλλους τόσους για να του ευχηθώ να ‘ναι κι αυτή η ποιητική του συλλογή καλοτάξιδη. Να μεθύσουν οι λέξεις του τους ανθρώπους που σταθερά τον διαβάζουν και να τον μάθουν κι άλλοι, πολλοί, γιατί το αξίζει.

Τον θαυμάζω, τον παρακολουθώ εδώ και χρόνια και χαίρομαι πάρα πολύ που γνωρίζω αυτό το τόσο χαρισματικό και ταλαντούχο πλάσμα.

Το blog του μπορείτε να το βρείτε εδώ και συχνά δημοσιεύει ποιήματά του στο The Machine.

.  

Πένθιμα αναμενόμενο

.

Πρέπει να βρούμε τρόπο

να γεφυρώσουμε

τον έρωτα ανάμεσά μας.

Δεν πάει άλλο.

Με κούρασε η πτώση

στο κενό.

Έχω στα χέρια μου

τα Άνθη του Κακού.

Στο κεφάλι μου

ένα φρικτό πονοκέφαλο.

Δεν ξέρω αν πρέπει

να πιω μια ασπιρίνη

ή να ερωτευθώ την πρώτη Μαρία

που θα βρεθεί μπροστά μου.

Είναι κι αυτός ο χειμώνας

που με βυθίζει στο

αναπάντεχο.

Είσαι κι εσύ, που επιμένεις

ν’ αγαπώ το αναμενόμενο.

 .

Αντώνης Τσόκος*

.

*Ο Αντώνης Τσόκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Η ενασχόλησή του με το γράψιμο δεν είναι καινούργια, η δε αγάπη του για την ποίηση έχει στρέψει όλο του το ενδιαφέρον προς το μέρος της τα τελευταία έξι χρόνια. Γράφει επίσης πεζά, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μύρτιλο», στο ηλεκτρονικό περιοδικό ποίησης «Το παράθυρο», στον χώρο τέχνης και λόγου «το βιβλίο.net» και σε άλλα λογοτεχνικά ιστολόγια. Τα περισσότερα από τα έργα του αναρτώνται στο προσωπικό του ιστολόγιο «στεριανή ζάλη».

Το «Σουίνγκ με τ’ άστρα» είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή και το »Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς» η δεύτερη.

Η φωτογραφία του εξωφύλλου στο «Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς» είναι του Κωστή Χριστοδούλου.

.

.

.

.

.

Τριήμερο εκδηλώσεων στη Λέρο για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση: 19, 20 και 21 Ιουνίου

.

.

print_dokimio

.

ΑΦΙΣΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΛΕΡΟΥ

.

print_dokimio

.

.

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ

.

.

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ

.

Χωρίς να πάρει την δημοσιότητα (συνήθως κατασκευασμένη γιατί «πουλάει») που παίρνουν άλλα αντίστοιχα, ή πολύ μικρότερης σημασίας συμβάντα, πέρασε το τραγικό συμβάν του θανάτου που προκάλεσε, την περασμένη Κυριακή, 17 Μαίου, νοσηλευόμενος σε τμήμα εισαγωγών του ΨΝΑ (Δαφνί) σε άλλον νοσηλευόμενο στον ίδιο θάλαμο με αυτόν. Κι΄ όμως, το συμβάν αυτό ήταν τουλάχιστον αντίστοιχης σοβαρότητας (αν όχι πιο σοβαρό), πχ, με αυτό που υπερπροβλήθηκε και έγινε γνωστό ως υπόθεση της «μικρής Αννυ». Αλλά, προφανώς, δεν υπήρχε, εν προκειμένω, το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή του θεάματος που θα έτρεφε τον ρατσισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό : επρόκειτο για «δυο τρελούς», «μέσα στο ψυχιατρείο» (αυτό το «μέσα» έχει τη σημασία του, δεν ήταν έξω, «δίπλα μας»), που ο ένας σκότωσε τον άλλο. Και μάλιστα, όπως τονιζόταν, και οι δυο «βαρέως πάσχοντες», έτσι ώστε να μειώνεται το αξιακό βάρος της απώλειας.

Κι΄ όμως, το συμβάν αυτό δεν πρέπει να περάσει και να ξεχαστεί μέσα από την ένθεν κακείθεν συμφωνία για την ταχεία, διεκπεραιωτικού χαρακτήρα διερεύνησή του και την ένοχη σιωπή γύρω από τους πραγματικούς λόγους που το έκαναν δυνατό να συμβεί.

Ηταν και οι δυο μηχανικά καθηλωμένοι, το θύμα 8 μέρες συνεχώς από την ημέρα της εισαγωγής του, ενώ ο «θύτης», με συνεχείς, διαδοχικές καθηλώσεις από 6μήνου και δεμένος από το ένα χέρι εκείνη τη μέρα, είχε καταφέρει να λυθεί και να εκτονώσει την συσσωρευμένη απελπισία και οργή του με τον πιο τυφλό τρόπο πάνω σ΄ έναν ανυπεράσπιστο συν-νοσηλευόμενο – ο οποίος, πιθανόν, αν δεν ήταν δεμένος, θα μπορούσε να αμυνθεί. Αλλωστε το φονικό αναφέρεται ότι έγινε με ένα κουτάλι, ενώ υπήρχαν και άλλοι, μη καθηλωμένοι νοσηλευόμενοι στον ίδιο θάλαμο.

Είναι σίγουρο, ότι, όπως πάντα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν θα μάθουμε ποτέ την πλήρη αλήθεια (την ιστορία του προσώπου, τις εμπειρίες, την φωνή που εξέπεμπε, το πόσο και πώς αυτή ακούστηκε, ή αγνοήθηκε και απλώς ήταν αντικείμενο ελέγχου και εξάλειψης, τις απαντήσεις που διαδοχικά είχε πάρει, ή δεν είχε πάρει) παρά μόνο το βολικό και απαλλακτικό των πάντων στρογγύλεμα των γεγονότων που ως συνήθως αφηγούνται άμεσα εμπλεκόμενοι και θεσμικές εξουσίες : ο, όπως πάντα, «επικίνδυνος» και «δύσκολος» ασθενής, για τον οποίο, και πάλι όπως πάντα, δεν υπήρχε άλλη προσέγγιση από τον μονόδρομο του ψυχοφάρμακου και το δέσιμο και που, καθώς δεν τον «έπιαναν» τα φάρμακα (το σύνηθες αδιέξοδο του κάθε μονόδρομου), είχε ζητηθεί, όπως πάντα, να μεταφερθεί αλλού, σε άλλη δομή.

Η απάντηση στο αίτημα της αποπομπής για «όπου αλλού», ήταν, από πλευράς του «πραγματογνώμονα» του ακόμα παραμένοντος Διοικητή του ΨΝΑ Π. Θεοδωράκη (του γνωστού «παιδιού του Αδωνι» και εντεταλμένου νεοφιλελεύθερου, μνημονιακού κατεδαφιστή του ψυχιατρείου), μια «ειδική δομή» : εννοώντας άραγε, με αυτή την γνωστή ορολογία της απόρριψης των ιδιαίτερων αναγκών του πάσχοντος υποκειμένου, μιαν απομόνωση (λευκό κελί), ή το δικαστικό ψυχιατρείο/φυλακή, που ήταν προεκλογικά στα σκαριά, αλλά δεν έπαψε ποτέ να επιδιώκεται από την ψυχιατρική κοινότητα;

Οι καταγγελίες από την μεριά των θεσμικών συνδικαλιστών είναι, όπως πάντα, αμυντικού χαρακτήρα και επικεντρώνουν στο αναντίρρητο γεγονός της αποψίλωσης του νοσοκομείου από προσωπικό και στην κάτω των ορίων ασφαλείας λειτουργία του.

Ωστόσο, η επείγουσα ανάγκη για μαζικές προσλήψεις προσωπικού όλων των ειδικοτήτων στο ΨΝΑ και σε όλη την Ψυχική Υγεία δεν θα έλυνε, καθεαυτή, το ζήτημα της δομικής βαρβαρότητας του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, εντός ή εκτός του ψυχιατρείου (καθώς η κατάσταση είναι απολύτως όμοια, κατασταλτική και αντιθεραπευτική, και στα γενικά νοσοκομεία), που προϋπήρχε της κρίσης, με την ανέκαθεν παροιμιώδη φτώχεια των θεραπευτικών επιλογών του, με την απλοποιητική του προσέγγιση απέναντι στην πολυπλοκότητα της ψυχικής οδύνης, την αδυναμία του να την ‘διαβάσει’ ως κάτι πέρα από συμπτώματα και αφηρημένες διαγνωστικές κατηγορίες, ως βιώματα του υποκειμένου που μπορούν και πρέπει να τύχουν μια ριζικά διαφορετικής ανάγνωσης, κατανόησης και απάντησης, όχι μέσα από τον έλεγχο συμπτωμάτων, αλλά μέσα από την ανάπτυξη σφαιρικών, πολύπλοκων θεραπευτικών προγραμμάτων, πρακτικών και υπηρεσιών, που ν΄ ανταποκρίνονται στην πολυπλοκότητα του «αντικειμένου» τους, που είναι το πάσχων υποκείμενο, υποκείμενο οδύνης, αλλά και δικαιωμάτων. Σε αυτό άλλωστε θα συνίστατο η «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» αν, έστω και κατ΄ ελάχιστον, είχε ποτέ υπάρξει.

Η εγγενής βία του κυρίαρχου ψυχιατρικού θεσμού, το αυτονόητο των μηχανικών καθηλώσεων, οι κλειδωμένες πόρτες, ο μονόδρομος του ψυχοφάρμακου κοκ, έγκειται ακριβώς σε αυτή την απλοποιητική απάντηση στην πολυπλοκότητα του ψυχικού πόνου. Η κατασκευή του «επικίνδυνου ψυχασθενή» είναι προϊόν αυτής ακριβώς της απλοποητικής κατασταλτικής προσέγγισης, με τη αναγωγή των όρων, που συνιστούν μιαν «επικίνδυνη κατάσταση», στο άτομο, στις ιδιότητές του, στην αρρώστια του κλπ. Πράγμα που αποτελεί την δικαιολογία για περαιτέρω καταστολή αυτού που το ίδιο το σύστημα δημιούργησε, όντας ανίκανο να κατανοήσει και ν΄ αντιμετωπίσει το πρόβλημα διαφορετικά, καταλήγοντας, έτσι, στο αίτημα για περαιτέρω εξοβελισμό της «δυσκολίας» σε «ειδικές δομές».

Αυτές, από τη στιγμή που θα γίνουν, θα είναι «ανοικτές» για τον εγκλεισμό όλων όσων θα οριστούν, και με ποια κριτήρια, ως «δύσκολοι», «επικίνδυνοι», που δεν τους «πιάνουν» τα φάρμακα, ως «βαρέως πάσχοντες», ως «επικίνδυνοι», χωρίς καν να έχουν ακόμα διαπράξει κάτι, αλλά ωθώντας τους διαρκώς σε υπαρξιακούς και ιδρυματικούς όρους να διαπράξουν.

Αλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη μονάδα «υψίστης ασφαλείας», πριν από τις φυλακές, δοκιμάστηκε και λειτουργεί εδώ και χρόνια στο Δαφνί, για τον ασθενή Δ, σε ένα δωμάτιο απομόνωσης, όπου τον επιτηρούν από μια οπή στον τοίχο, χωρίς να έρχεται σε επαφή με κανέναν και χωρίς κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο.

Το ζήτημα, εν προκειμένω, δεν είναι η άρνηση ότι υπάρχουν «δύσκολες περιπτώσεις», αλλά το πώς αυτές κατανοούνται, πώς «κατασκευάζονται» και ποιες είναι οι εναλλακτικές προσεγγίσεις και απαντήσεις. Πίσω από τις δράσεις, τις πράξεις, τις ενέργειες των υποκειμένων με τα όποια προβλήματα ψυχικής υγείας και υπό καθεστώς εγκλεισμού, είναι (πέραν των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και ως εντολοδόχος αυτών) ένα ολόκληρο σύστημα, ο τρόπος λειτουργίας του ψυχιατρικού θεσμού, που οριοθετεί, επιβάλλει, ελέγχει, στερεί, ματαιώνει, ρυθμίζει τον χώρο, τον χρόνο και τις ανάγκες των εγκλείστων, τροφοδοτώντας, ή και παράγοντας (με άνωθεν συμπεριφορές, στάσεις, πρακτικές) εκρήξεις, ξεσπάσματα, βία απέναντι στην βία που κάποιος βιώνει, υφίσταται, κλπ. Το έγκλημα είναι ο θεσμός, όχι ο ασθενής εντός αυτού και υπό την «καταπιεστική προστασία» του.

Είναι αυτή η πάγια κουλτούρα και πρακτική της πλειονότητας της ψυχιατρικής κοινότητας που έρχεται να συναντηθεί με τις διαλυτικές επιπτώσεις των διαδοχικών μνημονίων και της απεξάρθρωσης των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και του Κράτους Πρόνοιας. Οι συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί, εγκυμονούν τραγικά συμβάντα, όπως αυτό της περασμένης Κυριακής, συμβάντα κραυγαλέα, που θα γίνονται «ακουστά» εκτός των τειχών. Συμβάντα που, αν πραγματικά «ακουστούν», μιλούν, ακόμα και γι΄ αυτούς που «δεν ξέρουν», για την καθημερινή τραγωδία που επιτελείται στο εσωτερικό των μονάδων ψυχικής υγείας, για τα συμβάντα που «δεν ακούγονται», με την απάλειψη και των τελευταίων ιχνών θεραπευτικότητας και το βούλιαγμα της λειτουργίας των μονάδων σε έναν αργό, καθημερινό θάνατο – με τους ασθενείς ανάμεσα στο γρήγορο εξιτήριο και στην απλή εναπόθεση εντός και το προσωπικό σε μιαν αμετάστρεπτη εξάντληση, που το ωθεί, όλο και πιο πολύ, σε μιαν απλώς διεκπεραιωτική λειτουργία και στην απέναντι, από τους ασθενείς, όχθη.

Γι΄ αυτό ηχεί ως ασεβής διακωμώδηση της σοβαρότητας της κατάστασης, στην οποία έχει
περιέλθει η Ψυχική Υγεία, το φραστικό συμπλήρωμα της υπουργικής ανακοίνωσης στο πόρισμα Θεοδωράκη, το οποίο αποδέχεται ασυζητητί, προσθέτοντας ‘λέξεις’ για «επανασχεδιασμό της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», «πρωτοβάθμια φροντίδα και πρόληψη που θα συμβάλλουν στην αποτροπή τέτοιων περιστατικών» (!!!), «κατευθυντήριες οδηγίες για τον τρόπο περίθαλψης» στα τμήματα εισαγωγών (προς Θεού, πριν το κάνετε, πείτε μας από πού θα πάρετε τις σοφές συμβουλές, από ποια ψυχιατρική τρόικα).

Αλλά δεν έμειναν στην ανακοίνωση αυτή. Ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Α. Ξανθός έσπευσε να υιοθετήσει και να κάνει πλήρως αποδεκτή την πρόταση από τους ψυχιάτρους του πολιτικού του χώρου για την προώθηση της κατασταλτικής και τιμωρητικής πρακτικής των απομονώσεων και των «ειδικών δομών» για τα «δύσκολα περιστατικά» (βλ. δηλώσεις του στο Capital). Πόσο «αριστερή» είναι, και στην Ψυχική Υγεία, μια κυβέρνηση που, ελαφρά τη καρδία, διακηρύσσει την προώθηση δομών για περιστατικά «διαβαθμισμένης» «βαρύτητας» και «επικινδυνότητας»; Αυτή είναι η «μεταρρύθμιση» του Σύριζα; Τα «λευκά κελιά» και τα κλειδωμένα τμήματα για «βαριά περιστατικά» εντός των τμημάτων εισαγωγών (ή και εκτός, δεν έχει σημασία) που έχουν προταθεί εδώ και πολύ καιρό από τις πιο συντηρητικές συνιστώσες της ψυχιατρικής κοινότητας; Και εδώ, λοιπόν, μια «αριστερά» που, πιο δεξιά δεν γίνεται….

Κι όλα αυτά ύστερα από σχεδόν τέσσερις μήνες της νέας κυβέρνησης, που το Υπουργείο δεν είχε πει κουβέντα για την Ψυχική Υγεία, έχοντάς την πλήρως εγκαταλειμμένη και τώρα, με αφορμή το τραγικό συμβάν στο ΨΝΑ, να βγαίνει και να δηλώνει προθέσεις για μια πολιτική προς την πιο αντιδραστική κατεύθυνση.

Είναι επείγουσα ανάγκη να υπάρξει αντίδραση, κινητοποίηση και διεκδίκηση από όλους τους εμπλεκόμενους στην Ψυχική Υγεία, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, λειτουργούς/εργαζόμενους, κινήματα.

Η διεκδίκηση άμεσων απαντήσεων στην διάλυση της ψυχικής υγείας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποσυνδεθεί από την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής, της κουλτούρας της και των πρακτικών της.

.

21/5/2015

psyspirosi.gr

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος ΙΙΙ

.

Κώστας Μπατίκας-Συνδικάτα και πολιτική

.

(συνέχεια από εδώ)

.

Στη συνέχεια του βιβλίου ο Κώστας Μπατίκας αναφέρεται στα πρώτα Εργατικά Κέντρα της χώρας. Κάποια εξ’ αυτών υπήρχαν πριν την ψήφιση του σχετικού νόμου του 1914, αλλά δεν είχαν την μορφή που ξέρουμε σήμερα:

Το πρώτο είναι το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το οποίο ιδρύθηκε στις 30/11/1908. Αρχικά ήταν Ένωση προσώπων και όχι σωματείων, είχε μέλη του εργάτες απ’ όλα τα επαγγέλματα (το 1909 είχε 400 μέλη), διατηρούσε γραφεία όπου γίνονταν διαλέξεις και άλλες εκδηλώσεις. Αρχικά ήταν περισσότερο ένα πανεργατικό σωματείο, παρά Εργατικό Κέντρο με τη σημερινή έννοια του όρου (…)

Τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας και Πειραιά φαίνεται να ήταν απ’ την αρχή ενώσεις σωματείων και όχι προσώπων. Όπως και να είναι, Εργατικά κέντρα όπως τα ξέρουμε σήμερα, δημιουργήθηκαν κι επεκτάθηκαν μετά το 1914.

Που οφείλεται το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό μας κίνημα κατά την πρώτη προσπάθεια συνένωσης του πήρε το δρόμο της ομοσπονδιακής σύνδεσης σε τοπικό και αργότερα σε πανελλαδικό επίπεδο; Γιατί δεν μπόρεσε να ακολουθήσει οργανωτικές μορφές συγκεντροποίησης της δύναμης του;

Σ’ αυτό το ερώτημα παραθέτει τις απόψεις διάφορων μελετητών, αλλά προσπαθεί να δώσει και τη δική του εξήγηση ο συγγραφέας:

Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη αυτή ήταν το χαμηλό επίπεδο οικονομικής και βιομηχανικής ανάπτυξης που είχε ως επακόλουθο τη διασπορά της εργατικής τάξης. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη μαρξιστικής κατεύθυνσης στο σοσιαλιστικό κίνημα, διευκόλυνε τις προσπάθειες της φιλελεύθερης αστικής τάξης, η οποία ευνοούσε τη χαλαρή σύνδεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να μπορεί ευκολότερα να τις ελέγξει. Η νομοθεσία του Βενιζέλου που καθόριζε τη μορφή οργάνωσης και τον ομοσπονδιακό τρόπο συνένωσης των συνδικάτων ευνοούσε τον κατακερματισμό του κινήματος που, σε συνδυασμό με την έλλειψη μεγάλων κέντρων συγκέντρωσης της εργατικής τάξης λόγω της απουσίας μεγάλης βιομηχανίας, εμπόδιζε την εργατική τάξη να κατανοήσει την αναγκαιότητα συγκεντροποιημένης κεντρικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, περιόριζε το οπτικό της πεδίο στο τοπικό επίπεδο και στη χαλαρή συνένωση.

Κανένας παράγοντας δεν ευνοούσε μια διαφορετική πορεία, παρόμοια με εκείνη των άλλων βαλκανικών χωρών. Σ’ αυτές η εξέλιξη ήταν διαφορετική, γιατί υπήρχε ένας βασικός παράγοντας, η μαρξιστική κατεύθυνση στο σοσιαλιστικό κίνημα, η οποία κατόρθωσε να υπερνικήσει τις αντικειμενικές δυσκολίες και τις προσπάθειες της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της.

Ακολούθως φτάνουμε στην ίδρυση της ΓΣΕΕ και αποσαφηνίζεται περαιτέρω ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου σε όλα αυτά, πάντα σύμφωνα με τον Κώστα Μπατίκα:

Μέσα σε ένα καθεστώς έντονων και απροσχημάτιστων παρεμβάσεων της ασικής τάξης, των κομμάτων και του κράτους της, σε μια κατάσταση όπου το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχε καταφέρει ακόμα να αποκτήσει πανελλαδική συγκρότηση κατά επάγγελμα, η ίδρυση της ΓΣΕΕ, το 1918 αποτελεί τεράστια επιτυχία. Προηγούμενες προσπάθειες για πανελλαδική συνένωση της εργατικής τάξης, όπως ήταν η ίδρυση της Πανελλήνιας Εργατικής Ομοσπονδίας το 1914, είχαν αποτύχει.

Στο ιδρυτικό Συνέδριο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας πήραν μέρος εκπρόσωποι 214 σωματείων με 65.000 μέλη.

Είναι βέβαια μια ιστορική αλήθεια ότι στην ίδρυση της ΓΣΕΕ σημαντικό ρόλο έπαιξε το κόμμα των φιλελευθέρων και ο ίδιος ο Βενιζέλος, ο οποίος βιαζόταν να ιδρυθεί πανελλαδική οργάνωση της εργατικής τάξης για δικούς του λόγους. ‘Ήθελε, δηλαδή, την πανελλαδική οργάνωση της εργατικής τάξης κάτω απ’ τη δική του επιρροή για να τη χρησιμοποιήσει ως απόδειξη ότι έχει τη στήριξη των λαϊκών μαζών στις δικές του πολιτικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής.

Η πολύπαθη ΓΣΕΕ πέρασε από πολλά στάδια έκτοτε (κωμικοτραγικές καταστάσεις διαδραματίστηκαν σε περιόδους εκλογής αντιπροσώπων, όταν έπρεπε να γίνουν τροποποιήσεις καταστατικού κτλ), αλλά ως φαίνεται το πιο σημαντικό εξ΄αυτών για τον συγγραφέα, ήταν η περίοδος που η Κεντρική Επιτροπή της ΕΕΑΜ ανέλαβε τα καθήκοντα της προσωρινής διοίκησης της ΓΣΕΕ:

Για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, η ΓΣΕΕ απέκτησε διοίκηση, που είχε την πιο πλατιά στήριξη και τη γενική αναγνώριση της εργατικής τάξης. Ακριβώς απ’ αυτήν την γενική αναγνώριση της απ’ τους εργάτες αντλούσε η διοίκηση της ΓΣΕΕ την νομιμότητά της. Αντί, όμως, στηριγμένη στη θέληση και στη δύναμη των εργατών να προχωρήσει στην προκήρυξη γενικών συνδικαλιστικών αρχαιρεσιών, αγνοώντας τους αστικούς νόμους, η προσωρινή διοίκηση της ΓΣΕΕ, δηλαδή η ΚΕ του ΕΕΑΜ, επιζήτησε την αστική νομιμότητα, τον επίσημο διορισμό της απ’ την αστική κυβέρνηση Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχε και το ΕΑΜ. Ακολούθησε έτσι τις συνταγματικές αυταπάτες και την πολιτική ουράς, απέναντι στην αστική τάξη, της ηγεσίας του κινήματος, που ενώ διέθετε τη γενική λαϊκή αναγνώριση και στήριξη, η αστική νομιμοφροσύνη της δεν της επέτρεψε να διοχετεύσει τη λαϊκή της δύναμη στην οικοδόμηση μιας νέας λαϊκής εξουσίας και ν’ απομονώσει έτσι απ’ τις λαϊκές μάζες την έτσι κι αλλιώς ανυπόληπτη αστική πολιτική ηγεσία της εποχής. Ο άκρατος οπορτουνισμός της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ  την οδήγησε σε επαίσχυντα λάθη και στη προδοσία του λαϊκού κινήματος. Φοβισμένη μήπως απομονωθεί απ’ την αστική τάξη, περιφερόταν περιδεής από κει κι από δω “μοιραία και άβουλα”, για να παραδώσει στην Γκαζέρτα και στο Λιβανο το λαϊκό κίνημα στην εκδικητική μανία της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, θέτοντάς το υπό τις διαταγές του Σκόμπυ και της αστικής κυβέρνησης Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχε με δύο υπουργούς. Και αφοπλίζοντας το αργότερα με τη Βάρκιζα.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως θεωρεί εκείνη τη χρονική στιγμή, μια χαμένη ευκαιρία για τη ΓΣΕΕ. Αλλά για να πάμε πίσω πάλι στο χρόνο και να δούμε τι γράφει για τις πρώτες απεργίες. Απ’ τα στοιχεία που παραθέτει καταλαβαίνουμε όλοι πιστεύω τι δυσκολίες συνάντησαν όσοι-ες συμμετείχαν σ’ αυτές:

Στον προηγούμενο ακόμα αιώνα, με την ανάπτυξη των μεγάλων απεργιακών αγώνων, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν οι αγώνες του Λαυρίου, η άρχουσα τάξη έστειλε ενάντια στους απεργούς εργάτες την αστυνομία και το στρατό της. Οι πρώτοι νεκροί εργάτες ανοίγουν το χορό των θυσιών της εργατικής τάξης στον αγώνα για την κοινωνική της απελευθέρωση. Οι απεργιακοί αγώνες αναπτύσσονται μαζικά μετά το 1910 και συμβάλλουν ουσιαστικά στις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Στα 1914 μια γενική απεργία των καπνεργατών στις κυριότερες καπνεργατικές πόλεις της Μακεδονίας αναγκάζει την αστική τάξη να κάνει σοβαρές υποχωρήσεις αλλά και τη σπρώχνει να δείξει το τρομοκρατικό της πρόσωπο. Καθοδηγητής αυτής της απεργίας ήταν η σοσιαλιστική οργάνωση της Θεσσαλονίκης, Φεντερασιόν. Η κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, τρομαγμένη απ’ τη μεγάλη επιτυχία της απεργίας, προβαίνει σε τρομοκρατικά μέτρα, σε συλλήψεις, ανακρίσεις και δίκες ενάντια στους εργάτες καθοδηγητές της. Οι ηγέτες της απεργίας και της Φεντερασιόν, Γιονιάς και Μπεναρόγιας, συλλαμβάνονται και εξορίζονται στη Νάξο. Είναι η πρώτη πολιτική εξορία εργατών στο νεοελληνικό κράτος.

Άλλοι όπως θα διαβάσετε εξορίστηκαν στη Φολέγανδρο κι άλλοι ακόμη χειρότερα κατέληξαν στις φυλακές της Αίγινας και στο Παλαμήδι, για πολλά χρόνια. Κι ο αγώνας της εργατικής τάξης συνεχιζόταν:

Η βία και η τρομοκρατία κατά των εργατικών οργανώσεων κορυφώθηκε το 1929 με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, το οποίο ανάμεσα σε άλλα, απαγόρευσε τη δράση του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, της Ενωτικής ΓΣΕΕ και των σωματείων της.

Ο Ριζοσπάστης έγραφε για τον απολογισμό της τρομοκρατίας και της βίας του 1929. «Στη διάρκεια του έγιναν 1.495 συλλήψεις, 554 καταδίκες με 2.532 μήνες φυλάκισης, 125 εξορίες με 237 μήνες, 265 τραυματισμοί και 3 νεκροί εργάτες. Ακόμα 107 επιθέσεις σε σωματεία».

.

(συνεχίζεται εδώ).

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος ΙΙ

.

Κώστας Μπατίκας-Συνδικάτα και πολιτική

.

(συνέχεια από εδώ)

.

Στη συνέχεια του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στις συντεχνίες κι εξετάζει ιστορικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, τις συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία των συνδικάτων:

Στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, στην απλή συνεργασία, όπου οι συνθήκες παραγωγής δεν διέφεραν ποιοτικά απ’ αυτές της συντεχνιακής χειροτεχνίας και η διαφορά ήταν μόνο ποσοτική, οι ελπίδες των μισθωτών να επιστρέψουν στην προηγούμενη συντεχνιακή κατάσταση ήταν ακόμα ζωντανές.

Μόνο στη μανιφακτούρα, στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής, έπαψε να υπάρχει κάθε ελπίδα επιστροφής στη συντεχνία και οι εργάτες πια δεν είχαν άλλη δυνατότητα για την επιβίωση τους απ’ την πώληση της εργατικής τους δύναμης. Η μετατροπή τους από παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες ήταν πλέον οριστική.

Αρχικά οι εργάτες, κατέστρεφαν τις μηχανές, αντιδρώντας σ’ αυτή την κατάσταση:

Εξεγέρσεις και καταστροφές μηχανών έχουμε σε ολόκληρη την περίοδο των πρώτων χρόνων της Βιομηχανικής Επανάστασης, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία, και τα μέσα του 19ου αιώνα στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Και στην Ελλάδα, αν και σε μικρότερη έκταση συναντάμε το φαινόμενο της καταστροφής των μηχανών στις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι καπιταλιστές κι οι κυβερνήσεις τους απάντησαν στις εργατικές εξεγέρσεις με έντονη τρομοκρατία, με σκλήρυνση των τρομοκρατικών τους νόμων και με άγριες δολοφονίες εργατών. Ο Β. Αμπεντροτ γράφει για τις μαζικές εξεγέρσεις και το σπάσιμο των μηχανών στην Αγγλία:

«Απ’ το 1811 και έπειτα το κίνημα πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε η κυβέρνηση της Παλινόρθωσης, αναγκάστηκε επανειλλημένα να καταφύγει σ’ έναν τρομοκρατικό νόμο, που προέβλεπε την ποινή του θανάτου για την καταστροφή των μηχανών. Ακόμα και ο θαραλλέος λόγος του λόρδου Μπάυρον, το Φλεβάρη του 1812 στη Βουλή των Λόρδων, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αποδοχή του».

Στη συνέχεια, οι εργάτες συνειδητοποίησαν πως πρέπει διαφορετικά να οργανώσουν την ταξική τους πάλη:

(…) Συνδικαλιστική δράση, όμως, και συνδικάτα με τη σημερινή έννοια του όρου έχουμε στο βιομηχανικό καπιταλισμό, και ιδιαίτερα από τότε που η εργατική τάξη κατέκτησε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Τα συνδικάτα της εργατικής τάξης είναι προϊόν του  καπιταλισμού που έφτασε σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης και δεν αποτελούν συνέχεια των συντεχνιών του Μεσαίωνα.

(…)Τα συνδικάτα δεν είχαν πάντα τη σημερινή τους μορφή. Απ’ τη γέννηση τους και ώσπου να φτάσουν στο σημερινό τους οργανωτικό επίπεδο, χρειάστηκε ν’ αλλάξουν πολλές φορές και να τελειοποιήσουν τις μορφές οργάνωσης. Αυτό γινόταν για να αντιστοιχούν οι μορφές οργάνωσης στις αλλαγές που συντελούνταν στην υλική παραγωγή και στην ίδια την εργατική τάξη.

Πάντως, πρέπει να ειπωθεί ότι τις περισσότερες φορές οι μορφές οργάνωσης των συνδικάτων ακολουθούσαν την οργανωτική συγκρότηση των Ενώσεων των καπιταλιστών, που συνήθως προϋπήρχαν των συνδικάτων. Στην Ελλάδα πέρασαν αρκετές δεκαετίες, ώσπου το συνδικαλιστικό κίνημα να οργανωθεί σε πανεθνική κλίμακα.

Φυσικά ξεκινά την ιστορική του αναδρομή με όσα συνέβησαν στην Αγγλία αλλά αναφέρεται εκτενώς και σε όσα διαδραματίστηκαν στην Γαλλία και στη Γερμανία, στα Βαλκάνια, στην Ελλάδα βέβαια, αλλά και σε πιο μακρινές χώρες:

Οι νόμοι που απαγόρευαν την ελεύθερη συνδικαλιστική δράση καταργήθηκαν ύστερα από σκληρή πάλη της εργατικής τάξης. Στην Αγγλία, οι νόμοι αυτοί έπεσαν το 1824. Στη Γαλλία μέσα από ταξικές συγκρούσεις οι νόμοι αυτοί θα καταργηθούν ντε φάκτο κατά την περίοδο της επανάστασης του 1848 και στις μέρες της Παρισινής Κομμούνας. Τελικά, όμως, μόνο το 1884 οι Γάλλοι εργάτες θ΄ αποκτήσουν το νόμιμο δικαίωμα να οργανώνουν ελεύθερα τις οργανώσεις τους. Περίπου την ίδια εποχή τελείωσαν και τα απαγορευτικά μέτρα και για τους εργάτες της Γερμανίας και άλλων χωρών της Ευρώπης. Η παγκόσμια ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος αρχίζει ακριβώς τότε…

(…) Οι εμπειρίες του αγγλικού προλεταριάτου συνέβαλαν θετικά στην εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος στις άλλες χώρες. Οι εργάτες της ηπειρωτικής Ευρώπης αξιοποιώντας την πείρα των Άγγλων εργατών θα μπορούσαν να περάσουν γρηγορότερα σε ανώτερες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης. Αυτό έγινε, π.χ. Στη Γερμανία. Εκεί το προλεταριάτο είχε την τύχη να καθοδηγείται άμεσα απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς, απ’ την πρώτη στιγμή της οργανωτικής του αφύπνισης. Τα γερμανικά συνδικάτα γεννήθηκαν και αυτά σαν τοπικές ενώσεις κατά επάγγελμα, μετασχηματίστηκαν όμως, αμέσως μετά τη δημιουργία τους σε πανγερμανικές συνδικαλιστικές ενώσεις κατά επάγγελμα.

Η Διεθνής των αναρχικών του Μπακούνιν είχε σημαντική επιρροή και γερά στηρίγματα σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία. Το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα αναπτύχτηκε ιδιαίτερα σ’ αυτές τις χώρες. Στη Γαλλία αυτό το ρεύμα γονιμοποιήθηκε, καθώς διασταυρώθηκε με την προυντονική παράδοση (…)

Σε ό,τι αφορά την ομοσπονδιακή εξέλιξη της συνδικαλιστικής μορφής οργάνωσης στην Ελλάδα, δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι ήταν αποτέλεσμα της δράσης ενός αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος. Οι κάποιες αναρχοσυνδικαλιστικές επιρροές που υπήρξαν στη χώρα μας δεν ήταν οι “μαμές” αυτής της μορφής οργάνωσης στην Ελλάδα. Αυτήν την μορφή οργάνωσης εδώ την επέβαλε η φιλελεύθερη αστική τάξη της χώρας μας, που τη βρήκε ιδιαίτερα βολική και αρμονική, με ένα συνδικαλιστικό κίνημα αστικής επιρροής που επιδίωκε να δημιουργήσει. Έτσι, βλέπουμε τους Βενιζελικούς, στο τέλος της πρώτης, αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας, να πρωτοστατούν στην ίδρυση των Εργατικών Κέντρων, αυτών των ελληνικών “bourses du travail”.

Ειδικά για τη χώρα μας, γράφει πως ξεκίνησαν όλα:

Απεργίες αναφέρεται ότι έγιναν πριν ακόμα ιδρυθεί το νεοελληνικό κράτος. Μια τέτοια απεργία έγινε στα Αμπελάκια και η πρώτη νεοελληνική απεργία έγινε στα 1826 απ’ τους τυπογράφους του εθνικού τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Πάντως, όπως βεβαιώνεται από διάφορες πηγές, απεργίες υπήρξαν πριν την εμφάνιση των πρώτων εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων (…) Πριν ακόμα γεννηθούν τα εργατικά συνδικάτα, η αστική τάξη, στην προσπάθεια της να εμποδίσει την αφύπνιση των εργατών, παίρνει διάφορα μέτρα. Μέτρα απαγόρευσης της απεργίας και επιβολής εξοντωτικής καταστολής της, αλλά και μέτρα ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης. Έτσι, π.χ., στα 1869 μοιράστηκε, όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος, σε όλες τις πόλεις, όπου υπήρχαν εργάτες, το “εγκόλπιο” ή “συμβουλαί εις τους χειρωνάκτας”, που ήταν μετάφραση μιας γαλλικής μπροσούρας προσαρμοσμένης στις ελληνικές συνθήκες. Το εγκόλπιο συμβούλευε τους εργάτες να είναι υπομονετικοί, να κάνουν ό,τι τους λέει ο εργοδότης τους, γιατί αυτό είναι θέλημα Θεού, οι απεργίες είναι έργο του Σατανά.

Παρά τα εμπόδια όμως, τελικά ιδρύεται το πρώτο εργατικό συνδικάτο:

Αυτό που χαρακτηρίζει τη ιδιαίτερα τη γέννηση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι ότι αυτή έγινε με συμβολαιογραφική πράξη. Το πρώτο, είναι κατά τον Κορδάτο, το εργατικό  συνδικάτο που ιδρύθηκε στη Σύρο το 1879. Οι εργάτες του Ναυπηγείου ιδρύουν με συμβολαιογραφική πράξη και με τον τίτλο «Αδελφικός Σύνδεσμος Ξυλουργών του Ναυπηγείου Σύρου» τη συνδικαλιστική τους οργάνωση. Το καταστατικό του συνδέσμου πήρε τον τίτλο συμφωνητικού.

(…) Τον ίδιο περίπου καιρό οργανώθηκαν και οι εργάτες των βυρσοδεψείων της Σύρου. Απ’ το 1879 και ως τα 1910, η συνδικαλιστική οργάνωση γνωρίζει μια αρκετά πλατιά οργάνωση. Οι συνδικαλιστικές  οργανώσεις κατά επάγγελμα εμφανίζονται με διάφορες ονομασίες, όπως: Αδελφότης, Αλληλοβοηθητική Αδελφότης, Συντεχνία, Σύνδεσμος, Σύλλογος, Ένωση, Συνδικάτο, Σωματείο.

Τι εννοούμε όμως όταν κάνουμε λόγο για Συνδικάτο; Σε τι διαφέρει απ’ το Σωματείο; Ο Κώστας Μπατίκας εξηγεί:

Στην ονομασία Συνδικάτο αξίζει να σταθούμε για λίγο, γιατί χρησιμοποιήθηκε με διάφορες εκδοχές. Αρχικά με την ονομασία συνδικάτο υποδηλωνόταν η συνδικαλιστική οργάνωση, μέλη της οποίας, ήταν εργαζόμενοι συναφών ειδικοτήτων. Το εργατικό συνδικάτο Άμυνα Αθήνας είχε ως ως μέλη του υπαλλήλους ξενοδοχείων, εστιατορίων, καφενείων και οικιών. Αργότερα, συνδικάτο ήταν μια τοπική ένωση ξεχωριστών σωματείων συναφών επαγγελμάτων. Τέτοιο ήταν το Συνδικάτο Πρόοδος Αθήνας, που ήταν ένωση των σωματείων της Αθήνας, των υπαλλήλων καφεπωλείων, των γκαρσονιών, των μαγείρων και των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Ακόμα και σήμερα πολλοί εργάτες, όταν γίνεται λόγος για συνδικάτο, εννοούν μια συνδικαλιστική οργάνωση που έχει μέλη της εργάτες συναφών ειδικοτήτων. Έτσι, π.χ., οι οικοδόμοι ονομάζουν σωματείο την οργάνωση μιας ειδικότητας (σωματείο ελαιοχρωματιστών), ονομάζουν όμως συνδικάτο την οργάνωση που έχει μέλη της  από όλες τις ειδικότητες των οικοδόμων (Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι επέζησε η πρώτη εκδοχή της έννοιας συνδικάτο.Οι ονομασίες «σύνδεσμος» και «ένωση» χρησιμοποιούνταν περισσότερο για να υποδηλώσουν οργανώσεις που είχαν μέλη τους από όλα τα επαγγέλματα ή ειδικότητες σε μια πόλη.

Ανεξάρτητα πάντως απ’ την ονομασία τα πρώτα ελληνικά συνδικάτα ήταν απ’ την άποψη της οργανωτικής μορφής: 1) οργανώσεις κατά επάγγελμα και πόλη (π.χ. Τυπογράφοι Αθήνας), 2) οργανώσεις όλων των εργατών μιας πόλης (π.χ. Εργατικός Σύνδεσμος Πατρών), 3) οργανώσεις κατά επιχείρηση (π.χ. Σύνδεσμος Υπαλλήλων Τροχιοδρόμων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων, που μπορούσε να συμπεριλάβει όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρηση), 4) οργανώσεις κατά επάγγελμα ή ειδικότητα σε μια επιχείρηση (π.χ. Ξυλουργοί Ναυπηγείου Σύρου).

Όλες ήταν τοπικού επιπέδου. Εκείνες οι οργανώσεις, όπως η Πανελλήνια Ένωση Μηχανικών των Εμπορικών Ατμοπλοίων, είναι «πανελλήνιες» λόγω της φύσης του ναυτικού επαγγέλματος. Δεν έχουμε, δηλαδή, σ’ αυτήν την περίοδο και μέχρι το 1918, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οργανώσεις που να ενώνουν κεντρικά ή ομοσπονδιακά τους εργάτες του ίδιου επαγγέλματος σε πανελλαδικό επίπεδο.

Ο Κώστας Μπατίκας συγκέντρωσε στο βιβλίο του πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία σ’ αυτό το κεφάλαιο. Μαθαίνουμε για παράδειγμα λεπτομέρειες για την εξέλιξη των αγγλικών συνδικάτων (και την λεγόμενη εργατική αριστοκρατία που αναδύθηκε εκεί), των γαλλικών «bourses du travail», για τα σοβιετικά συνδικάτα φυσικά, για τις «Company Unions» της Αμερικής, για όσα διαδραματίστηκαν στη Σερβία και τη Βουλγαρία, κ.α.

Απ’ τα σημεία που προσωπικά ξεχώρισα ήταν πως ήδη από το 1870 στα γερμανικά συνδικάτα ήταν μέλη περίπου 1000 εργάτριες (και δεν ήταν αυτονόητο ξέρετε να συμμετέχουν γυναίκες στη συνδικαλιστική οργάνωση, παντού), πως στην Ιαπωνία κάποια στιγμή ήταν σε ισχύ 44 χιλιάδες (!) συμβάσεις εργασίας και άλλα που αξίζει να διαβάσετε κι εσείς.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.