Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος IV

,

Μπατίκας-αφιέρωση

,

*Συνέχεια από εδώ.

.

Ακολούθως ο συγγραφέας θίγει το ζήτημα της ιδεολογικής παρέμβασης και των τρόπων που αυτή ασκείται όχι μόνο μέσω των οργάνων του αστικού κράτους, αλλά και εκ μέρους των καπιταλιστών. Ο στόχος όλων τους φυσικά είναι ο αποπροσανατολισμός της εργατικής τάξης απ’ τον ιστορικό της ρόλο:

Ιδεολογικά παρεμβαίνουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές και δεν εννοούμε μόνο μέσω του αστικού τύπου και των ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών και τηλεοπτικών καναλιών που έγιναν διαδεδομένο φαινόμενο από το 1989 και δώθε και επιδίδονται “πλουραλιστικά” στη διάδοση των αστικών ιδεών, πραγματοποιώντας τη σύγχρονη μονοπωλιακή δικτατορία της πληροφόρησης. Το μεγάλο κεφάλαιο διαθέτει πολλά ακόμα μέσα ιδεολογικής παρέμβασης. Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι ίδιοι οι καπιταλιστές, με την έκδοση ειδικών φυλλαδίων, εφημερίδων και περιοδικών που απευθύνονται στους μισθωτούς των εργοστασίων τους, με την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, τη διοργάνωση δωρεάν εκδρομών του προσωπικού τους, την παροχή υποτροφιών σε παιδιά των εργατών τους, ανέπτυξαν πλούσια δραστηριότητα η οποία σε πολλές περιπτώσεις έφτανε ως τη γελοιοποίηση του εργάτη με τη διοργάνωση ανάμεσα στις εργάτριες επιδείξεων μόδας και διαγωνισμών για την ανάδειξη της Μις Εργάτρια!

Και τάσσεται ξεκάθαρα ενάντια στα εργοστασιακά σωματεία στα οποία σαφώς οι καπιταλιστές έχουν ευκολότερη πρόσβαση και άρα έλεγχο, αναλύοντας τα βασικά τους μειονεκτήματα. Επέλεξα λοιπόν το παρακάτω σημείο της κριτικής του που θεωρώ πως συμπυκνώνει τη σκέψη του:

Το πιο σημαντικό μειονέκτημα του εργοστασιακού σωματείου είναι το γεγονός ότι κλείνει τη συνδικαλιστική δράση των εργατών στο πλαίσιο του εργοστασίου, την “γκετοποιεί” διοχετεύοντας τη ενάντια στο δικό της εργοδότη, δυσκολεύοντας την πάλη ενάντια σε όλους τους εργοδότες και το κράτος τους. Αποκόβει τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων απ’ τους συναδέλφους τους των μικρών, απομονώντας τον πυρήνα της εργατικής τάξης απ’ την υπόλοιπη τάξη.

Δεν είναι μόνο οι καπιταλιστές πάντως που δείχνουν να ανέχονται πιο εύκολα την ύπαρξη εργοστασιακών σωματείων:

Οι σχετικοί νόμοι όλων των μεταχουντικών κυβερνήσεων της αστικής τάξης, είτε αυτές ήταν κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή όλων, μαζί και της Αριστεράς (οικουμενική), έδειξαν μια συγκαλυμμένη ή προκλητικά ανοιχτή προτίμηση στο εργοστασιακό σωματείο, τοποθετώντας το σε προνομιακή θέση σε σχέση με άλλες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, ιδιαίτερα σε σχέση με την οργάνωση κατά κλάδο παραγωγής. Κανένας π.χ. απ’ τους σχετικούς νόμους δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει παραρτήματα των κλαδικών συνδικάτων στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς.

Έτσι, μέσω διοικητικών ελέγχων και νόμων:

Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε και δρα ένα καλοστημένο σύστημα κρατικών μηχανισμών παρέμβασης στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού μας κινήματος, που είναι αμφίβολο αν όμοιό του υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου!

Κι οι λόγοι σχετίζονται και με την ιστορική ιδιαιτερότητα της χώρας μας όσον αφορά τον συνδικαλισμό:

Στη χώρα μας το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι παραχωρήθηκε στην εργατική τάξη πριν απ’ την ταξική αγωνιστική της αφύπνιση, δεν κερδήθηκε μέσα στους αγώνες, όπως αλλού, δεν ήταν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, δεν κατακτήθηκε, ήταν μια δωρεά απ’ τα πάνω και κατοχυρώθηκε συνταγματικά. Οι Έλληνες εργαζόμενοι απέκτησαν το δικαίωμα να ιδρύουν νόμιμα τα συνδικάτα τους πολύ πριν το κατακτήσουν οι συνάδελφοι τους σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώθηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα του 1864, όχι ειδικά για την εργατική τάξη, αλλά για κάθε λογής συνεταιρισμούς και συλλόγους (…) Δεν ήταν ωστόσο στην πράξη αρκετά αποτελεσματικό γιατί δεν ήταν νόμιμα άλλα βασικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, και κύρια το δικαίωμα της απεργίας. Το απεργιακό κίνημα είναι αναγκασμένο ν’ αναπτυχθεί σε ανειρήνευτη αντίθεση με τους αστικούς νόμους και την απεργοκτόνα πρακτική των καπιταλιστών.

Όσο για την εποχή μας:

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι πλέον ο μοναδικός φορέας διάδοσης των αστικών αντιλήψεων στην εργατική τάξη και το κίνημα της. Υπάρχει, στο μεταξύ, ένα ανεπτυγμένο στρώμα εργατικής αριστοκρατίας, το οποίο έφερε η καπιταλιστική ανάπτυξη, ένα στρώμα καλοπληρωμένων μισθωτών που δεν βρίσκεται μόνο και κυρίως στις επιχειρήσεις του δημοσίου, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά ιδιαίτερα στις μεγάλες βιομηχανικές και άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Τις τελευταίες δεκαετίες πιο συγκεκριμένα, να πως εξελίχτηκαν τα πράγματα στο συνδικαλιστικό κίνημα από νομοθετικής πλευράς, σύμφωνα με την οπτική του Κώστα Μπατίκα, που στηλιτεύει την ανάμειξη εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων:

Το σύστημα της κρατικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη μακρόχρονη ιστορία του εκσυγχρονίστηκε και τελειοποιήθηκε απ’ τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Προστέθηκαν σ’ αυτό ορισμένα νέα στοιχεία απ’ την Οικουμενική, με το νόμο για τις συλλογικές συμβάσεις, καθώς και απ’ την κυβέρνηση της ΝΔ με τον περαιτέρω περιορισμό και την ποινικοποίηση του δικαιώματος της απεργίας και με την ίδρυση του Ινστιτούτου Εργασίας που προετοιμάστηκε αλλά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί απ’ το ΠΑΣΟΚ. Αυτό το σύστημα είναι πανέτοιμο να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί, για την κατάπνιξη της αντίστασης των εργατών.

(…) Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει αλλού, στη χώρα μας το δικαίωμα των μελών των συνδικάτων να συντάσσουν ελεύθερα και σύμφωνα με τη θέληση τους το καταστατικό τους, γνωρίζει μεγάλους περιορισμούς, αφού υπόκειται στην κρατική κηδεμόνευση, που υπαγορεύει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να περιέχει ένα καταστατικό.

(…) Η δημοκρατική εκλογή των εφορευτικών επιτροπών με το σύστημα της απλής αναλογικής και η συμμετοχή σε ολόκληρη την εκλογική διαδικασία εκπροσώπων των συνδυασμών που παίρνουν μέρος στις εκλογές, είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης της γνησιότητας και της δημοκρατικότητας των αρχαιρεσιών. Αποτελεί ντροπή για την εργατική τάξη να επιτρέπει την ανάμιξη στα εσωτερικά της οποιωνδήποτε εκπροσώπων του ταξικού της εχθρού και της κρατικής του εξουσίας και ο δικαστικός αντιπρόσωπος είναι τέτοιος. Και είναι τέτοιος απ’ τη φύση της κρατικής λειτουργίας που εκτελεί και εντελώς ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά του πιστεύω.

(…) Δεν φαίνεται να κατανοείται πως άλλο πράγμα είναι οι βουλευτικές και δημοτικές εκλογές, που είναι υπόθεση όλων των πολιτών και οργανώνονται απ’ τις κρατικές αρχές, και άλλο πράγμα οι αρχαιρεσίες των συνδικάτων, που είναι οργανώσεις της εργατικής τάξης και κάθε συμμετοχή και ανάμιξη σ΄αυτές εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων αποτελεί θανάσιμο τραυματισμό της ταξικής τους ανεξαρτησίας (…) Αλήθεια, πως δεν σκέφτηκε ο νομοθέτης να στείλει δικαστικό αντιπρόσωπο στις αρχαιρεσίες του ΣΕΒ ή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ;

Όπως είχα γράψει και στην αρχή αυτής της σειράς των αναρτήσεων, ήταν δύσκολο να επιλέξω τα συγκεκριμένα αποσπάσματα και δεν ακολουθούσα πάντα τη ροή των κεφαλαίων του. Υπάρχουν άλλωστε τόσα πολλά σημεία στο βιβλίο του που χρήζουν υπογραμμίσεων, αλλά θα τα δείτε μόνοι σας, όταν το διαβάσετε. Εσκεμμένα για παράδειγμα, δεν αναφέρω περισσότερα για τις θέσεις του σχετικά με την διασύνδεση των κομμάτων και των συνδικάτων. Κι όταν γράφω των κομμάτων, εννοώ των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Δεν θα περιμένατε κάτι διαφορετικό εξάλλου από έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν τις μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, έτσι δεν είναι;

Κι είχε τέτοια ηθική ακεραιότητα, που και στο βιβλίο του κάνει την αυτοκριτική του και δεν διστάζει να κρύψει τίποτα, για όσα έκανε αλλά και δεν έκανε ως μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, για τη συμμετοχή του στο ΝΑΡ κτλ.

Θέλω λοιπόν να γράψω κλείνοντας δυο πράγματα για τον Κώστα, που αξίζει νομίζω να τα καταθέσω. Το πρώτο είναι πως δεν προσπάθησε ποτέ μα ποτέ να μας κάνει ύπουλα και πονηρά τον καθοδηγητή (εννοώ σε όλους όσους γνώρισε μαζί με μένα εκείνη την περίοδο που συνεργαστήκαμε μαζί του), αν και ήταν ξεκάθαρος στις πολιτικές του θέσεις και τις υπεράσπιζε με κάθε κόστος και τίμημα. Και το δεύτερο είναι, πως δεν ήταν καθόλου ξεκομμένος απ’ τη ζωή. Και το τονίζω αυτό γιατί μια πάγια κριτική για τους παλιούς κομμουνιστές, ας το θέσω έτσι, είναι κι αυτή. Ήταν πολύ μορφωμένος, μπορούσε να συζητήσει κάθε τι κι όχι μόνο τα των πολιτικών εξελίξεων, μας συμβούλευε στα νεανικά μας αδιέξοδα με σεβασμό κι αντικειμενικότητα, προσπαθούσε να μας προβληματίσει, να μας αφυπνίσει και να μας βάλει να σκεφτούμε όταν πίστευε πως κάτι τέτοιο θα μας βοηθούσε, αλλά και γελούσε και σάρκαζε όταν χρειαζόταν.

Κι αυτή τη γελαστή κι εύθυμη εικόνα του κρατάω στο νου μου. Με λυπεί αφάνταστα βέβαια που έφυγε τόσο νωρίς, ενώ είχε κι άλλα να προσφέρει. Μας άφησε όμως σημαντική παρακαταθήκη τα βιβλία του και ζωντανεύει ο λόγος του μέσα απ’ αυτά.

Εκτός απ’ αυτό που παρουσίασα εγώ, έχει γράψει και το Η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Αυτό που θέλω να τονίσω αντί άλλου επιλόγου, ήταν το πόσο με συγκίνησε το σχόλιο της στενής μου φίλης Ευανθίας Σακελλάρη που έγραψε δημόσια αλλά και μου είπε από κοντά, όταν διάβασε τις προηγούμενες αναρτήσεις: «είναι σαν να τον ακούω«. Κι αυτό ήθελα: τον δικό του λόγο να προβάλλω, τη δική του μνήμη να τιμήσω. Να τον ‘ακούσουμε’ πάλι κι ας μην είναι μαζί μας. Αφού με πολλούς άλλους τρόπους είναι και θα είναι στη σκέψη μας. Πάντα.-

,

,

,

,

,

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Μαΐου 31, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s