Ψυχίατρος και Ψυχολόγος στην Υπηρεσία Ψυχικής Υγείας που λειτουργεί* σε 24ωρη βάση στην Τεργέστη – Με αφορμή τη θεραπευτική σχέση

.

*Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 80, αλλά θεωρώ πως εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και γι’ αυτό το αναρτώ εδώ σήμερα. Η μετάφραση είναι του ψυχιάτρου Θ. Μεγαλοοικονόμου, που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει.

.

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΕ 24ΩΡΗ ΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ – ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Roberto Mezzina, ψυχίατρος, Paolo Borghi, ψυχολόγος
Ψυχιατρικές Υπηρεσίες της Τεργέστης

.

Αναφερόμενοι στην εμπειρία μας σε υπηρεσίες που λειτουργούν σε 24ωρη βάση και οι οποίες γεννήθηκαν από το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, θα θέλαμε να εκθέσουμε κάποιες απόψεις πάνω στη σημασία της ‘θεραπευτικότητας’, ή της θεραπευτικής πράξης.

Εχουμε συχνά μιλήσει γι΄ αυτό αποδίδοντάς το σε μια ποιότητα διάχυτη, σύμφυτη με την οργανωτική δομή της υπηρεσίας και στο πλέγμα των σχέσεών της («διευρυμένη θεραπευτική κοινότητα», η οποία επεκτείνεται προς τα έξω και η οποία ορίζεται στιγμή προς στιγμή σε μια διαρκή σχέση προς τον τομέα ευθύνης της). Ξεκινώντας από τους θεσμικούς μας ρόλους και από την ιδιαιτερότητά τους (ως ψυχιάτρου και ως ψυχολόγου) με την επίγνωση ότι αυτός μπορεί να είναι ένας από τους άπειρους τρόπους ανάγνωσης της ύπαρξής μας ως υποκειμένων σε έναν νέου τύπου θεσμικό ορίζοντα.

Μακριά από το να θέλουμε να εξαντλήσουμε την πολυπλοκότητα αυτής της ατομικής και κοινωνικής διάστασης, θέλουμε να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για ρόλους που διασταυρώνονται με το νόημα των δράσεών μας ιδωμένων ταυτόχρονα προς «το εντός» και προς «το εκτός» της υπηρεσίας, στην οργανωτική, στρατηγική και τεχνολογική της διάσταση.

Είναι ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα, αρθρωμένη σύμφωνα με κριτήρια που την δομούν και της εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή, που αναγκάζει και κατευθύνει τους ίδιους τους ρόλους και την λειτουργικότητα πέρα από άκαμπτα σχήματα τα οποία θα λειτουργούσαν σύμφωνα με μιαν αμετάστρεπτη διαδικασία.

Πρέπει να ξεκινήσουμε, λοιπόν, από εκεί που βρισκόμαστε: μια ψυχιατρική υπηρεσία ανοικτή 24 ώρες το 24ωρο, που δεν έχει ανάγκη να παραπέμπει σε άλλες δομές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις των ‘χρηστών’, που γνωρίζει να απαντά με διαφοροποιημένο τρόπο, είτε με προγράμματα αποκαταστασιακού χαρακτήρα, είτε αναλαμβάνοντας τις καταστάσεις οξείας κρίσης, που διασχίζει και παρακινεί την περιοχή (κοινότητα) εντός της οποίας λειτουργεί. Μια τέτοια υπηρεσία τοποθετείται κριτικά απέναντι στον κλινικο-επανορθωτικό παράδειγμα (αρρώστια -θεραπεία – ανάρρωση), το οποίο αποκλείει όλο αυτό που υποθετικά δεν είναι ιάσιμο, παραπέμποντας την διαχείρισή του στο ψυχιατρείο, ή στον δρόμο. Γι΄ αυτή την υπηρεσία θα έχει επομένως αξία το πρόβλημα της οδύνης του ατόμου και της ιστορίας του και όχι η «ποιότητα» της αρρώστιας του και, ως εκ τούτου, στο θεραπευτικό πλάνο με τους ασθενείς μας θα δοθεί σημασία στην αυτονομία της ζωής τους, στην δυνατότητα σχέσεων, στην εξουσία που το άτομο έχει, ή μπορεί ν΄ αποκτήσει, στην κοινωνικότητα.

Πέρα από τις ιδιαίτερες αρμοδιότητες, αυτό αναγκάζει τον ψυχίατρο και τον ψυχολόγο, στο βαθμό που είναι «σφαιρικοί λειτουργοί», να αναλαμβάνουν το υποκείμενο «μέσα από αυτό το ίδιο» και επομένως, ν΄ ασχοληθούν με την αντιμετώπισή του. Ολες οι θεσμικές στιγμές έχουν ένα προφανές βάρος πάνω στην ‘θεραπευτικότητα’, είναι οι όροι της δυνατότητάς της, τα εργαλεία της, το πραγματικό της πλαίσιο: από το πρόβλημα της καθαριότητας στην ποικιλία του φαγητού που διατίθεται. Από την δυνατότητα της ιδρυματοποίησης της χρήσης του φαρμάκου στην εφαρμογή αποκαταστασιακών προγραμμάτων, από την ‘διαλεκτικοποίηση’ της σχέσης που έχει η υπηρεσία με άλλα ιδρύματα (νοσοκομείο φυλακή, γηροκομείο, δικαστήριο κλπ) μέχρι τα προγράμματα στις γειτονιές. Από την προσοχή σε πιθανές ακαμψίες και σε κλείσιμο της υπηρεσίας στον εαυτό της, σε προγράμματα πολιτιστικών και κοινωνικοποιητικών δραστηριοτήτων. Η υπηρεσία, λοιπόν, ωθεί στην δόμηση και στην κατεύθυνση της δουλειάς αυτών των λειτουργών (ψυχίατρου και ψυχολόγου) και των άλλων, προς μεθοδολογίες που εκφράζουν το ξεπέρασμα των κλασσικών μοντέλων. Σε μια υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου, οι απαντήσεις που διατίθενται και από τις δυο αυτές φιγούρες λειτουργών, ανταποκρίνονται σε κριτήρια προκαθορισμένα και εκδιπλώνονται σύμφωνα με άκαμπτους τρόπους, που δεν αφορούν μόνο το setting, αλλά τους ίδιους τους όρους της διάθεσης των απαντήσεων, την θέση τους μέσα στο σύνολο των θεσμικών δράσεων της συγκεκριμένης υπηρεσίας, την φτώχεια των πόρων της και των στρατηγικών της στόχων.

Αυτή η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μειώσει τις μορφές πρόσβασης και αιτήματος, ή να επιλέγει ενεργητικά στη βάση της συμφωνίας, ή της μη συμφωνίας, των αιτημάτων σε σχέση με τα θεραπευτικά μοντέλα τα οποία υιοθετεί, ή με την ικανότητα ανάληψης σε σχέση με την βαρύτητα του ίδιου του αιτήματος, που, πέρα από καθορισμένα όρια, δεν θεωρεί ότι είναι στην αρμοδιότητά της. Είναι σίγουρο ότι η σχέση ανάμεσα στον τύπο της δουλειάς και τον θεσμό είναι μια αλληλεπίδραση διπλής κατεύθυνσης: η μια δομεί την άλλη και το αντίθετο, ακριβώς όπως οι προσχηματισμένες απαντήσεις σε μια υπηρεσία που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως θα παρέμεναν παροχές άγονες στο βαθμό που θα ήταν ανεπαρκείς απέναντι στη πολυπλοκότητα των αιτημάτων και του πλαισίου εντός του οποίου εμφανίζονται.

Ένα από τα κομβικά κριτήρια της λειτουργικότητας είναι ακριβώς αυτή της κεντρικότητας της υπηρεσίας σε σχέση με την δική της περιοχή ευθύνης. Στην υπηρεσία έχει αποδοθεί εκ των πραγμάτων ένας ρόλος προαγωγής της ψυχικής υγείας αναφορικά με εκείνον τον συγκεκριμένο πληθυσμό και αυτό εμφανίζεται ως μια υπευθυνότητα που αλλάζει την ίδια τη θέση του λειτουργού. Αυτός δεν μπορεί να είναι πάροχος ενός έργου κατά κάποιον τρόπο αδιάφορος ή απόμακρος σε σχέση με το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται, αλλά πρέπει να ασχοληθεί ακριβώς με αυτό το πλαίσιο. Η διαρκής σχέση αλληλεπίδρασης με την κοινότητα τείνει στην διαμόρφωση των εργαλείων παρέμβασης και της ίδιας της λειτουργικότητας σε σχέση με την διαρκή επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων τους.

Υπάρχει η αναγκαιότητα το υποκείμενο, που εισέρχεται στο ψυχιατρικό κύκλωμα, να μπαίνει ή να ξαναμπαίνει σε συνθήκες που του επιτρέπουν να κινείται στον κοινωνικό χώρο, να είναι κοινωνικά δρών. Η άμεση επιβεβαίωση είναι πόση εξουσία καταφέρνει κανείς να δώσει σε αυτόν ο οποίος είναι σταματημένος, ακίνητος στο πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και πόσο χώρο υπαρξιακό, πόσο χώρο προόδου ή χειραφέτησης (όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για το κοινωνικό του δίκτυο) καταφέρνει να του εγγυηθεί. Αναγκαστικά τα υλικά για τα θεραπευτικό κομμάτι θα είναι αυτά πού θα προέλθουν από το άτομο. Είναι ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος που ξεκινά από την ανάλυση των φαινομένων που δεν ανήκουν στη γνώση αλλά στην ζωή την ίδια, δηλαδή, αυτά τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την πραγματική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο που το περιβάλλει».

Τα δυαδικά ψυχαναλυτικά μοντέλα βασίζονται πάνω στην διαχείριση μιας σχέσης που αφορά εσωτερικευμένα αντικείμενα, που έχουν αποσπαστεί από την πραγματική ζωή και έχουν καταστεί μετα-αντικείμενα. Το βασικό, αντίθετα, που μας ενδιαφέρει είναι η συνάρθρωση ανάμεσα στη συγκεκριμένη ζωή και στην υποκειμενικότητα του προσώπου. Είναι σημαντικό συνεπώς να αξιολογούμε τον πρακτικό πειραματισμό του ίδιου του προσώπου ως κοινωνικά δρώντος και να προσδιορίσουμε την απόκτηση νέων εργαλείων, υλικών και γνωστικών, από κοινού με την επανεπεξεργασία των παλιών. Σε σχέση με αυτό οι τεχνικοί καλούνται να παρακινήσουν, να διαπιστώσουν, να συγκρουστούν με τους χρήστες σε ένα setting διαφορετικό «όπου η αντιμετώπιση του προσώπου με την πρακτική ενέργεια, οι φόβοι του, οι δυσκολίες, οι αντιστάσεις γίνονται αντικείμενο προνομιακής ανάλυσης. «Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η ιδιαιτερότητα της πράξης, που την διαφοροποιεί από μια συμπεριφορά ή από μια διαγωγή, της οποίας η γνώση είναι ουσιαστική για την κατανόησή της, κάθε ενέργεια είναι, από τη μια πλευρά, ενέργεια ενός ατόμου, μια πλευρά της βιογραφίας του, μια έκφραση του εαυτού του : ενώ, από την άλλη πλευρά, είναι η ενέργεια ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κόσμου, μια πλευρά των κοινωνικών σχέσεων, μια έκφραση των αντικειμενικών ιστορικών συνθηκών».

Ολο αυτό κάνει ν΄ αναδυθεί η ανάγκη για το ξεπέρασμα μιας θεραπευτικής σχέσης άκαμπτα δομημένης (πάνω στην οποία ακριβώς διαμορφώνεται η λειτουργικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου σε μιαν υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου). Θεωρούμε σημαντικό να δίδεται προσοχή στην υποκειμενικότητα του άλλου, ειδικά αν η προσέγγιση σ΄ αυτόν γίνεται από πλευράς περισσότερων λειτουργών της υπηρεσίας και να λαμβάνει υπόψιν τις διαφοροποιημένες στιγμές της ζωής του προσώπου και των αναγκών που την διασχίζουν. Ολο αυτό διαμεσολαβείται όχι μόνο μέσω της γλώσσας, αλλά και ενεργώντας «μαζί». Η διπολικότητα της θεραπευτικής σχέσης πρέπει αναγκαστικά να εισέλθει σε μια συνολική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε περισσότερα επίπεδα παρέμβασης και στο σύνολο των σχέσεων που παρακινεί η υπηρεσία.

Οποιαδήποτε δυαδική σχέση γίνεται πιο πολύπλοκη μέσα σ΄ αυτό το σύστημα των σημείων και των γεγονότων με τα οποία συναρτάται βαθιά και από τα οποία δεν μπορεί να αποχωριστεί. Ολο αυτό που προβάλλεται σε μια σχέση δεν μπορεί να παραμείνει στο εσωτερικό της, αλλά για να πραγματωθεί συγκεκριμένα πρέπει να χρησιμοποιήσει τους πόρους της υπηρεσίας (υλικούς και ανθρώπινους) και πρέπει με κάποιο τρόπο να γίνει δράση που αγγίζει τους άλλους λειτουργούς και διαμεσολαβείται μέσω διαφορετικών υποκειμενικοτήτων.

Δεν πρόκειται, όπως στην δικανική ψυχοθεραπεία, «για αναζήτηση ενός αποθέματος πιο αυστηρού που θα μετατόπιζε σε αυτό το νέο περιβάλλον τα στοιχεία του δυαδικού αποθέματος : κοινωνικοί χώροι… πρόσωπα συγκεκριμένα τοποθετημένα στον θεσμό.… έχουν ήδη την λειτουργία της υποστήριξης των (θεσμικών) μεταφορών και των αντιμεταφορών». Ούτε σκοπεύουμε μ΄ αυτό ν΄ αναφερθούμε μόνο στην οργάνωση της δουλειάς, με τους καταμερισμούς της και τις ανασυνθέσεις της, με τις εξουσιαστικές της διαρθρώσεις, αλλά πρωτίστως στην ιδιοποίηση των θραυσμάτων νοήματος αυτού που επιτελείται. Αν μια τεχνικού χαρακτήρα κίνηση (τεχνικού εννοούμενου ως «η γνώση των πραγμάτων») δεν διαπερνά τουλάχιστον κατ΄ εφαπτομένην ένα μέρος της υπηρεσίας, αυτή κινδυνεύει να απολέσει (και να εκκενωθεί από) την επάρκειά της.

Σ΄ αυτή την δυναμική, που είναι η διυποκειμενικότητα της θεραπευτικής διαδικασίας περισσότερο παρά μια «διάχυτη θεραπευτικότητα», αναγκάζεται η θεραπευτικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου, όπως και του κοινωνικού λειτουργού και του νοσηλευτή να τροποποιηθεί και να θραυστεί, να γίνει κομμάτια τεχνικής που αλλάζουν μορφή για να μπορούν να ταιριάξουν στις ανάγκες του χρήστη. Δεν είναι μόνο σημαντικό να βρούμε αυτό που είναι κοινωνικοποιήσιμο ανάμεσα στα θραύσματα της χρησιμοποιούμενης γνώσης, όσο το να κάνουμε ορατό αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στον λειτουργό και τον χρήστη. Αυτό χρησιμεύει για να μετακινήσουμε τη δέσμη φωτός του θεσμού σε αυτό το πρόσωπο, να το αποκαταστήσουμε στη ζώνη της εξουσίας.

Είναι ακριβώς αυτά που αντιπροσωπεύουν, με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, λίγο ως πολύ αποκωδικοποιημένο, το αφετηριακό σημείο για την κατανόηση και για την γνώση τι να χρησιμοποιήσουμε και τι μπορεί να γίνει αντιληπτό ως χρήσιμο από την πλευρά του ατόμου. Αυτό συνεπάγεται μιαν επίπονη δουλειά στοχασμού πάνω στην αντιπαράθεση των προτάσεων της υπηρεσίας και του αιτήματος, με τον κίνδυνο το ένα να εξουδετερώνει το άλλο και αντίστροφα. Το θεραπευτικό, κατά την άποψή μας, έχει συχνά τη θέση του στην ένταση ανάμεσα σ΄ αυτούς τους δυο πόλους και στην αμοιβαία τους κίνηση για αλλαγή.

Και όχι μόνο: γι’ αυτόν που ακόμα τείνει να είναι «τεχνικός της πρακτικής γνώσης» δεν αρκεί να ικανοποιείται με την καλώς εννοούμενη λειτουργικότητα, όπως με την αποδόμηση των κωδικοποιημένων τεχνικών. Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί το κοινό αίσθημα. Η αποϊδρυματοποίηση της καθημερινής ζωής είναι μια οριακή έκφραση που μπορεί να υπαινίσσεται την ένταση απέναντι στην κρυμμένη τρέλα του πραγματικού, την αποκάλυψη της ψυχιατρικής ως απόκρυψης θεμελιακών ανθρώπινων γεγονότων, το να ξαναμπούν σε συζήτηση στόχοι και επιδιώξεις που βασίζονται σε μια ψευδή συνείδηση.

Ο κόσμος που έρχεται στην Υπηρεσία ζητά παροχές στο εσωτερικό αυτού που ο Goffman αποκαλούσε «σχέση υπηρεσίας». Εναπόκειται στον λειτουργό, βασιζόμενο στο ρόλο του, να βρει ακολούθως τις κατάλληλες στρατηγικές για ανίχνευση του αιτήματος, που συχνά είναι έντονα ιατρικοποιημένο και ψυχολογικοποιημένο. Είναι εμβληματική η περίπτωση μιας γυναίκας που παρουσιάζεται με μια ψυχωτική κρίση. Ερχόταν με μια γλώσσα ήδη δομημένη σαν ένας ιστός της αράχνης, μέσα στην οποία ήταν μπερδεμένη και δεν καταλάβαινε πια τίποτα. Αυτή τη γλώσσα έπρεπε να την αποδομήσουμε και να την κάνουμε κομμάτια για να παρακάμψουμε ένα πεδίο ψευδούς εξειδίκευσης. Ως εκ τούτου χρειάζεται ταυτόχρονα να είμαστε, από τη μια πλευρά, έτοιμοι να αναλάβουμε το αίτημα και, από την άλλη, να εστιάσουμε στα αληθινά προβλήματα που, εν τέλει, αναδύονται.

Οταν λέμε να θέσουμε ή να ξαναθέσουμε ένα άτομο στην κατάσταση του να είναι κοινωνικά δρών, σκοπός μας δεν είναι μόνο να παράσχουμε εργαλεία και ευκαιρίες σχέσης, να δουλέψουμε πάνω στο δυναμικό των ψυχολογικών πόρων και των ικανοτήτων «προσαρμογής», αλλά, επίσης, να το βοηθήσουμε να φέρει στην επιφάνεια και να φωτίσει τα περιεχόμενα που η κρίση εκφράζει ή τείνει να εκφράσει. Συμβαίνει ενίοτε, μετά από πολύν καιρό, να δούμε, σκανδαλιζόμενοι, αυτό που είναι βυθισμένο, αυτό που το άτομο δεν κατάφερνε να κάνει να αναδυθεί, να αποκαλύπτει οριστικά ότι η ιστορία ήταν μια άλλη και ότι αυτό το νόημα παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στο άτομο, κρυμμένο από τα μάτια των οικείων, του πλαισίου όπως το δικό μας.

Ως εκ τούτου, συχνά η δουλειά ενδυνάμωσης του υποκειμένου σημαίνει να έλθει στο φως αυτό που είναι δύσκολο να αναδυθεί, διαφορετικά ο κίνδυνος είναι το κλείσιμο εκ νέου σε μια σχέση με πρόσημα τεχνικού χαρακτήρα. Είναι θεμιτό, σ΄ αυτό το σημείο, να αναρωτηθούμε αν αναγνωρίζουμε μιαν εγγενή αξία στην ίδια την θεραπευτική σχέση, για το πώς αυτή σταθεροποιείται στο εσωτερικό μιας υπηρεσίας (που είναι, ούτως ή άλλως, μια θεσμική σχέση), ή αν μόνο το ξεπέρασμα αυτής της θεσμικής σχέσης, του πραγμοποιημένου χαρακτήρα της, των επακριβώς ορίων της, εγγυάται το δυναμικό μετασχηματισμού των συνθηκών της οδύνης. Από τη στιγμή που, όλο και πιο συχνά, αυτή η σχέση φορτώνεται με μια παιδαγωγική αξία, ακόμα και στην εκδοχή της «παιδαγωγικής της απελευθέρωσης», ο κίνδυνος που υπάρχει είναι αυτός της επαναφοράς μιας δράσης χειραγωγικού χαρακτήρα στο εσωτερικό της οποίας ο τεχνικός παραμένει ο θεματοφύλακας των σωστών αξιών.

Πιστεύουμε ότι σήμερα ακριβώς η απουσία του τοίχου και οι όροι του θεραπευτικού συμβολαίου, από τη μια μεριά, μπορούν να υπερτονίσουν αυτό τον τρόπο τοποθέτησης του λειτουργού, στην αναζήτηση των ορίων στο εσωτερικό των οποίων κατευθύνει την συμπεριφορά του άλλου, πράγμα που συχνά καταλήγει μόνο στην άσκηση ελέγχου. Από την άλλη, βλέπει (ο λειτουργός) τον χρήστη να παίζει το χαρτί της ελευθερίας του, που, ανεπανόρθωτα, θέτει σε απειλή τα προσχηματισμένα πλάνα του θεραπευτή. Πιστεύουμε ότι είναι αναγκαίο να κινηθούμε με την προσήκουσα αμφιλογία μέσα σε αυτό παιχνίδι, η θέση στο οποίο είναι το να είμαστε μέσα και έξω από τους κώδικες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο Franco Basaglia μιλούσε για το διπλό ξεσκέπασμα από την αμφισβήτηση του ιδρύματος που επέτρεπε η θεραπευτική κοινότητα. Ο ψυχίατρος ξεσκεπάζεται μέσα από την ρητή αποκάλυψη των κανόνων της εξουσίας. Ο ασθενής διαμέσου του ρόλου του ασθενούς μέσα στο ίδιο ίδρυμα. Η αποδόμηση σήμερα, περισσότερο και από τους ρόλους μας, των λειτουργιών μας, την ίδια στιγμή που τις ασκούμε, μπορεί να μετατοπίσει το κοινωνικό παιχνίδι της ιδρυματικής σχέσης προς κάτι που αλλάζει και για τα δυο υποκείμενα. Οσο ο τεχνικός περιορίζεται να διανέμει αυτό που του ανατίθεται χωρίς να το θέτει υπό συζήτηση, αυτό που, αντίθετα, κάνει, είναι ν΄ αναπαράγει το αίτημα ίδιο και απαράλλακτο. «Εμείς διατρέχαμε πάντα έναν κίνδυνο πολύ μεγάλο, γιατί όταν δώσαμε την ελευθερία στον ασθενή και ο ασθενής βγήκε στο δρόμο, γνώριζε ότι είχε μια σχέση αλληλεγγύης με τον θεραπευτή του, που έπρεπε να σέβεται και το αντίθετο…. Αυτή η σχέση μας έφερε, όταν κάποιος μας ρωτά τι είναι το ίδρυμα, στο να τον παίρνουμε από το χέρι, να τον φέρνουμε μέσα στο δρόμο και να λέμε ‘είναι αυτό’. Με αυτό τον τρόπο εμείς καταστρέφουμε την έννοια του κλειστού ιδρύματος, καταστρέφουμε την έννοα το ανοιχτού ιδρύματος και τοποθετούμαστε σε μια διάσταση ολοκληρωτικά άλλη: μια διάσταση στην οποία η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο είναι καθοριστική για την κοινωνική μας ζωή».

Από την άλλη, το συμβόλαιο που στηρίζει μια θεραπευτική σχέση στην υπηρεσία που λειτουργεί σε 24ωρη βάση, τίθεται από την αρχή σαν συμβόλαιο διευρυμένο, που πρέπει να λάβει υπόψη του, για παράδειγμα, τον πόλο-οικογένεια ή άλλα υποκείμενα που είναι σημαντικά στο κοινωνικό δίκτυο και τις πολλαπλές θεσμικές φιγούρες που επιδρούν στην θεραπευτική σχέση. Σε άλλες περιπτώσεις το αίτημα δεν διατυπώνεται από τον χρήστη, αλλά καταφθάνει στην υπηρεσία σαν αίτημα για έλεγχο. Η υπηρεσία πρέπει να επινοήσει το πώς θα αναπτύξει μορφές συμβολαίου που επιτρέπουν σε διαφορετικά υποκείμενα, που συχνά είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους, να αλληλεπιδράσουν και, ως εκ τούτου, να εμπλακούν από κοινού στην αλλαγή.

Ο γείτονας που μας καλεί, παραδόξως διατυπώνει και για τον εαυτό του ένα αίτημα ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που αισθάνεται ότι έχει εμπλακεί στην ιστορία της κρίσης του άλλου και ρωτά πώς να κατανοήσει και πώς να σχετισθεί με διαφορετικό τρόπο.

Το συμβόλαιο, περαιτέρω, δεν μπορεί να μην επηρεαστεί βαθιά από αυτό που πριν οριζόταν ως αρχή της υπευθυνότητας για την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι αδύνατο να λυθεί το συμβόλαιο και να οριστεί ‘το τέλος’ του : το υποκείμενο υπάρχει στον ορίζοντα της υπηρεσίας επίσης και σε μια χρονική προβολή και οι μελλοντικές του συνθήκες, ψυχικές και υπαρξιακές, θα είναι, ή θα μπορούν να είναι, οπωσδήποτε αντικείμενο παρέμβασης. Το συμβόλαιο αλλάζει, τελικά, γιατί αλλάζουν οι χρονικές συνιστώσες εντός των οποίων αυτό δομείται. Με αυτή την έννοια, η λειτουργία της υπηρεσίας σε 24ωρη βάση είναι η συνθήκη της δυνατότητας η κρίση να αναλαμβάνεται και να τοποθετείται στο κέντρο της λειτουργίας στην κοινότητα. Είναι σε αυτό που αυτή η αντιμετώπιση είναι εναλλακτική στη μορφή – νοσηλεία με την νοσοκομειακή έννοια.

Περαιτέρω, η κυκλικότητα τα 24 ωρών, ο κυκλικός χρόνος, συντελούν να ξεπεραστεί η άκαμπτη χρονική αλληλουχία και ρυθμική διαδοχή των τεχνικών ενεργειών. Η στιγμή κατά την οποία ένα άτομο, ύστερα από μια συνέντευξη, συνεχίζει να παραμένει στην υπηρεσία για την περίοδο της κρίσης του και επίσης, εξέρχεται από αυτήν, δεν είναι πια ένα όριο τελείως καθαρό σε σχέση με αυτό που η υπηρεσία προσφέρει.

Η απόσταση από ένα άτομο και επίσης, η συμβολαιακή του ικανότητα τίθενται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό συμβαίνει σε μια διπλή κατεύθυνση: από τη μια, η υπηρεσία έχει πιο πολλά μάτια που παρατηρούν και αυτή η πολλαπλότητα των βλεμμάτων βοηθάει στην κατανόηση της κατάστασης. Διαφορετικές φιγούρες ανταλλάσσουν με το άτομο στιγμές σχέσης και η αντιμετώπιση της κρίσης γίνεται μέσα από την διαμεσολάβηση από άπειρες οπτικές γωνίες, θραυσμάτων αξιακών και σχέσης.

Από την άλλη, συμβαίνει και το αντίθετο: ο χρήστης βλέπει τον λειτουργό σαν ένα υποκείμενο που βρίσκεται σε ένα χώρο ανοικτό 24 ώρες. Αφού μιλήσουν, μοιράζεται μαζί του τις καθημερινές ενέργειες μέσα στην υπηρεσία και έξω (μέσα στους χώρους που ζει). Αυτό συντελεί στο να βγει έτσι κι αλλιώς από την στενότητα του ρόλου. Οι 24 ώρες γίνονται ένα δυναμικό εργαλείο ξεσκεπάσματος του ιδρυματικού χαρακτήρα της σχέσης. Αν η υπηρεσία είναι διαμορφωμένη πάνω στις διάρκειες της πραγματικής ζωής, η ανάδυση των αναγκών γίνεται με πιο φυσικό τρόπο και είναι, επίσης, λιγότερο δυνατό να μείνουν αόρατες. Ο χρόνος δεν μπορεί να είναι μόνο ένας ιδρυματικός χρόνος, όπως αυτός του ψυχιατρείου. Αυτός πρέπει να προσαρμοστεί σ΄ αυτό που το άτομο θέλει και ανοίγεται στο ‘ξαναγέμισμα’ μιας εν δυνάμει ζωής.

.

.

.

.

.

.

Advertisements