Yayoi Kusama: Η Καλλιτέχνιδα και η Τρέλα

.

 

 

My art originates from hallucinations only I can see. I translate the hallucinations and obsessional images that plague me into sculptures and paintings. All my works in pastels are the products of obsessional neurosis and are therefore inextricably connected to my disease. I create pieces even when I don’t see hallucinations, though.

Yayoi Kusama

.

kusama-with-flowers

.

Την Yayoi Kusama, για την οποία αποφάσισα να σας γράψω απ’ το καλοκαίρι αλλά τώρα καταφέρνω να δημοσιεύσω τη σχετική ανάρτηση, την είδα  για πρώτη φορά πριν από αρκετά χρόνια στο τηλεοπτικό κανάλι της Νοτίου Κορέας, Arirang, όπου έδινε συνέντευξη. Δεν ήξερα τίποτα τότε για κείνη κι αυτό που μου έκανε κυρίως εντύπωση ήταν το με πόσο ζοφερό τρόπο περιέγραφε την παιδική της ηλικία.

H Kusama γεννήθηκε στο Matsumoto της Ιαπωνίας, το 1929, και ήταν ο παρίας της εξαιρετικά συντηρητικής όσο και εύπορης οικογένειάς της, όπως ισχυρίζεται. «Οι γονείς μου ήταν πραγματικός πόνος» έχει πει σε συνέντευξή της «δεν μπορούσα να το αντέξω«. Κακοποιήθηκε ποικιλοτρόπως απ’ την μητέρα της που την χτυπούσε, της έσκιζε τα έργα της, την έβαζε να κατασκοπεύει τον πατέρα της στις συναντήσεις του με διάφορες ερωμένες κ.α. Εκείνος με τη σειρά του έλειπε συνεχώς, ήταν κάτω απ’ την οικονομική επιρροή της συζύγου του και συνεπώς αδύναμος ως πατρική φιγούρα. Η αδερφή της ντρεπόταν για την ύπαρξή της και δεν έχανε ευκαιρία να της το δείχνει, o μεγαλύτερος αδερφός της ήταν αντίθετος με την τάση της να ζωγραφίζει κτλ.

Στην αρχή της εφηβικής της ηλικίας η Kusama είχε ψευδαισθήσεις ως συνέπεια της ψύχωσης της και συνακόλουθες τάσεις αυτοκτονίας. Η ίδια θυμάται, ότι δίπλα στο σπίτι της κυλούσε ένα ποτάμι και ότι τα λουλούδια της μιλούσαν:

One day, I suddenly looked up to find that each and every violet had its own individual, human-like facial expression, and to my astonishment they were all talking to me”.

Εξωραϊσμός μιας σκληρής πραγματικότητας ή εντελώς κατασκευασμένες εικόνες; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Στις διηγήσεις της τα όρια είναι δυσδιάκριτα και σίγουρα ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι της δημοσιότητας. Ζητούσε από μικρή να τη φωτογραφίζουν μεγάλοι φωτογράφοι και δεν θέλει να την συγκρίνουν με κανένα άλλο καλλιτέχνη όπως αποκάλυψε σε συνέντευξη της η Frances Morris, η γυναίκα που οργάνωσε την μεγάλη ρετροσπεκτίβα για κείνη στην Tate Modern. Αλλά δεν έχει και σημασία ν’ απαντηθεί το ερώτημα. Σημασία έχει πως η Κusama, παρ’ όλες τις αντιξοότητες κατάφερε να γίνει σπουδαία καλλιτέχνιδα. Τόσο σπουδαία που ο αριθμός των επισκεπτών στην τελευταία έκθεση που την αφορούσε έφτασε τους 9.000 ημερησίως και οι πίνακες της πωλούνται σε εξωφρενικά υψηλές τιμές.

.

.

Για να πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή και να δούμε πως εξελίχτηκε η ζωή της. Στην Ιαπωνία, πριν αναχωρήσει για την Αμερική, αντί να παντρευτεί όπως περίμενε το συντηρητικό της περιβάλλον (μιας κι εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο οι γυναίκες να ασχολούνται με την καριέρα τους ποικιλοτρόπως) πρόλαβε να σπουδάσει nihonga και να παρουσιάσει τότε σε δύο προσωπικές εκθέσεις τα έργα της. Στη διάρκεια της δεύτερης έκθεσης, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του καθηγητή ψυχολογίας στο Shinshû University, Nishimaru Shihô, που μελετούσε τους εγκεφάλους διαπρεπών ανθρώπων κι ιδιαιτέρως καλλιτεχνών. Εκείνος πίστεψε πως διέκρινε σημάδια σχιζοφρένειας στο πρόσωπο της Kusama. Μίλησε μαζί της επί τόπου και διέγνωσε πως πάσχει από hallucinatory cenesthopathy (υπάρχουν διαταραχές αισθητικότητας, ιατρικώς ανεξήγητες σ’ αυτές τις περιπτώσεις).

Προσωπικά, θέλω να υπογραμμίσω πως τα διάβασα όλα αυτά με μεγάλη επιφύλαξη. Η προχειρότητα της εξέτασης και η διατύπωση διάγνωσης αν έγιναν όντως με τέτοιο τρόπο, εγείρουν πολλά ερωτηματικά. Στο πορτραίτο της πάντως ο διαπρεπής ψυχολόγος συμπλήρωσε πως είχε και διπολικές τάσεις (περιόδους εναλλασσόμενης μανίας με μελαγχολία) που έλεγχε όμως επαρκέστατα. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1952 παρουσίασε εργασία του μάλιστα για την Κusama σε ψυχιατρικό συνέδριο (Kantô Psychiatric and Neurotic Association) με τίτλο: Genius Woman artist with Schizophrenic Tendency.

Σε ηλικία 27 ετών η καλλιτέχνιδα έφυγε απ’ τη χώρα της όπως ήδη σας ανέφερα, με προορισμό την Νέα Υόρκη, χωρίς να ξέρει καλά τη γλώσσα και με λίγα κρυμμένα χρήματα πάνω της. Είχε προηγηθεί η αλληλογραφία της με την Georgia O’Keeffe, που την είχε προειδοποιήσει βέβαια για τις δυσκολίες της ζωής στις ΗΠΑ. Η Kusama όμως, που προκειμένου να έχει κάποια έσοδα, ξόδευε τότε το χρόνο της στην Ιαπωνία ράβοντας αλεξίπτωτα για τον πόλεμο και φοβόταν πως η οικογένειά της θα την ανάγκαζε να παντρευτεί, αποφάσισε να ρισκάρει και να κάνει αυτό το ταξίδι.

Στη Νέα Υόρκη απ’ το 1965 και μετά διοργάνωσε αξέχαστα happenings («Body Festivals«) σε κεντρικά σημεία της πόλης, όπως στο Central Park, στην Brooklyn Bridge και αλλού. Συνδέθηκε με σημαντικά ονόματα του καλλιτεχνικού χώρου σαν τον Claes Oldenburg και τον Andy Warhol κι έγινε γνωστή όχι μόνο λόγω της εκκεντρικής της συμπεριφοράς (συνήθιζε να χρησιμοποιεί τα γυμνά σώματα ως εκθέματα), αλλά κυρίως λόγω του μοναδικού ύφους των έργων της που στηρίχτηκε σε μοτίβα με τελείες, αλλά και σχηματισμούς που έμοιαζαν με δίχτυα και λουλούδια.

Χρησιμοποίησε επίσης καθρέφτες και ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Έφτιαξε πίνακες, γλυπτά, installations. Τάχτηκε κατά του πολέμου του Βιετνάμ, διαμαρτυρήθηκε εντόνως μέσω της τέχνης της και παρά το ότι δηλώνει ασεξουαλική, προσφέρθηκε τότε να κάνει σεξ με τον Πρόεδρο Nixon προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθώ λίγο, μιας και στο ζήτημα του σεξ επανέρχεται συχνά η ίδια στις συνεντεύξεις της κι όπως εξηγεί δεν την ενδιαφέρει. Στην αυτοβιογραφία της έχει γράψει πως «μόλις μια γυναίκα κοιμηθεί μ’ έναν άντρα, χάνει το μοναδικό της όπλο» κι έχει εκφράσει αρκετές φορές φόβο για το αντρικό σώμα. Για να τον ξορκίσει δημιουργεί όπως λέει, φαλλόσχημα γλυπτά αν και θεωρεί εξαιρετικά άσχημα τα αντρικά γεννητικά όργανα: “η σεξουαλική εμμονή κι ο φόβος σε μένα, κάθονται δίπλα-δίπλα» ανέφερε κάποτε. Παρά το ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα με το γυμνό ουδέποτε και οπωσδήποτε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σεμνότυφη, μάλλον οι σχέσεις της με το άλλο φύλο παρέμεναν πλατωνικές. Ίσως έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και το ότι κλήθηκε απ’ τη μητέρα της όπως αναφέρθηκε ήδη, να κατασκοπεύει τον πατέρα της στις σεξουαλικές του περιπέτειες . Ο πιο γνωστός δεσμός της πάντως ήταν με τον γλύπτη Joseph Cornel, 29 χρόνια μεγαλύτερό της.

.

Infinity Net- The Autobiography of Yayoi Kusama

.

Να επιστρέψουμε όμως στη Νέα Υόρκη, όπου την είχαμε αφήσει για να δούμε πως εξελίχτηκε η ζωή της. Αν και η ίδια έχει δηλώσει πως ένιωθε άνετα εκεί ψυχολογικά, όχι μόνο δεν κατάφερε να βγάλει χρήματα από την δουλειά της (ο χώρος ήταν κυρίως ανδροκρατούμενος), αλλά αναζωπυρώθηκε κι η ψύχωση της μετά το θάνατο του πατέρα της και του Cornel.

Στην ενδιαφέρουσα εργασία μάλιστα της Midori Yamamura που θα βρείτε εδώ, αναφέρεται μεταξύ άλλων πως στις 22 Ιουλίου του 1960 η Kusama πήδηξε απ’ το παράθυρο του δεύτερου ορόφου όπου διέμενε. Είχε πιεστεί πολύ από οικονομικά προβλήματα αλλά κι από ζητήματα που σχετίζονταν με την τέχνη της και όσα εκείνο τον καιρό δημιουργούσε. Σ’ αυτό μάλιστα το άρθρο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι λίγους μήνες πριν απ’ αυτό είχε δοκιμάσει μεγάλη απογοήτευση καθώς ενώ δούλευε με κάτοπτρα, ένας άλλος πρωτοποριακός τότε καλλιτέχνης, ο Λουκάς Σαμαράς, κατόρθωσε να εκθέσει την δική του κατοπτρική εγκατάσταση στην διάσημη γκαλερί Pace.

Ζούσε σε μεγάλη ένδεια, χωρίς θέρμανση, τρέμοντας τους χειμώνες μες τα κιμονό της. Η μόνη τροφή που μπορούσε να αντέξει οικονομικά ήταν οι πατάτες και τα κρεμμύδια και μονίμως τέτοια τηγάνιζε κι έτρωγε όπως αναφέρεται σ’ αυτό το άρθρο. Έχει γραφτεί πως για κρεβάτι είχε μια πόρτα και συχνά έψαχνε στα σκουπίδια για κεφάλια ψαριών, μήπως και μπορέσει κάτι να φάει και το έχει επιβεβαιώσει κι η ίδια σε συνέντευξη της. Για να αποσπά τη σκέψη της απ’ όλα αυτά, αφοσιωνόταν στα έργα της, μέχρι την ημέρα που πήδηξε απ’ το δεύτερο όροφο.

Με την πτώση, χτύπησε τα πλευρά της σε ένα ποδήλατο που ήταν εκεί παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο κι όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της φυσικά πονούσε πολύ.

Στις 17 Νοεμβρίου το 1962 έκανε την πρώτη της κλήση στον ψυχίατρο Yashihiko Takemoto και στις 9 Δεκεμβρίου άρχισε να κάνει κανονικά ψυχοθεραπεία. Είχε μεσολαβήσει μια σύντομη νοσηλεία της, στην οποία διαγνώστηκε ως υποχονδριακή. Το Μάιο του 1963, έφτασε να τον επισκέπτεται δύο φορές την εβδομάδα. Εντούτοις στη Νέα Υόρκη δεν ήταν γνωστή ως ψυχικά πάσχουσα καλλιτέχνιδα, αλλά ως η “πουά πριγκίπισσα» εξαιτίας των μοτίβων των έργων της:

“Polka dots symbolize disease. The couch bristled with phalluses. The macaroni-strewn floor symbolizes fear of sex and food, while the nets symbolize horror toward infinity of the universe. We can not live without the air«.

.

.

Αλλά οι φήμες για τις «άσεμνες» δραστηριότητες της που αναφέρονταν στις ιαπωνικές εφημερίδες έκαναν την οικογένειά της να αισθάνεται ντροπή για κείνη. Εν τω μεταξύ, το σχολείο της έσβησε το όνομά της από τους αποφοίτους του. Όλη αυτή την αποδοκιμασία φαινόταν να την αντέχει η Kusama αλλά οι απώλειες που βίωσε επιδείνωσαν την κατάστασή της.

Εξαιτίας όλων των παραπάνω γεγονότων λοιπόν, αναγκάστηκε το 1973 να επιστρέψει στην Ιαπωνία. «Με την θέληση της, διαμένει απ’ το 1977 ως σήμερα σε γνωστό ψυχιατρείο» γράφεται συνήθως στα άρθρα που την αφορούν, αλλά είναι έτσι; Κι από τι ακριβώς πάσχει;

Η ίδια βάζει τα πράγματα στη θέση τους: “I was hospitalized because of my obsessive-compulsive neurosis. In the articles written about me it is assumed that I voluntarily chose to live in the hospital; this is wrong. I am not suffering from manic-depressive psychosis, either» δηλώνει εδώ κατηγορηματικά. Όσο για το «ψυχιατρείο» δεν είναι αυτό ακριβώς που φαντάζεστε. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα Jungian Αrt Τherapy Ιnstitution που βρίσκεται στο Τόκιο. Και πως είναι εκεί το καθημερινό πρόγραμμα; Έτσι ακριβώς: » At the hospital there are art therapy programs such as calligraphy, karaoke singing, movie appreciation, and painting classes. Being the only professional artist in the hospital, I take no part in those activities«.

Σε κοντινό studio δημιουργεί τα διάσημα πλέον έργα της. Επίσης, έχει δημοσιεύσει στο παρελθόν, ανθολογίες και νουβέλες και φτιάχνει η ίδια ακόμη και τα ρούχα της, αναπαριστώντας στην ουσία μοτίβα των έργων της.

Τη ρώτησαν: “Γιατί έχετε αποφασίσει να παραμείνετε στην ανοιχτή πτέρυγα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;» κι απάντησε: «Γράφω μυθιστορήματα και ποιήματα, κι επίσης ζωγραφίζω στο νοσοκομείο. Αυτοί (οι άνθρωποι) είναι σωτήρες μου«. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί όλο και πιο απλές εκφράσεις στα αγγλικά (γι’ αυτό σε κάποια σημεία παραθέτω τις δηλώσεις της χωρίς μετάφραση) με την δικαιολογία πως ξεχνάει τη γλώσσα.

.

.

Ονομάζει την τέχνη της ψυχαναγκαστική τέχνη (obsessional art) κι εξήγησε σε συνέντευξή της το 2007 στο Art Review (Issue 15), το λόγο:

Stereotypical action, repetition, hallucination, accumulation, obsession, the curtain of depersonalisation, emptiness, infinity, psychosomatic art, proliferation, ‘vacuum’, cell, segmentation, eternity, driving image. These are some of the themes I have used for my artworks: paintings, sculptures as well as films”.

Στην αυτοβιογραφία της γράφει: “I fight pain, anxiety, and fear every day, and the only method I have found that relieves my illness is to keep creating art” και λέει πως η ενασχόληση της θα μπορούσε να εκληφθεί ως “art-medicine” τόσο για την ίδια όσο και για μας που βλέπουμε τα έργα της. Και συμπληρώνει: “I wanted to start a revolution, using art to build the sort of society I myself envisioned”.

Τον Οκτώβριο του 2006, έγινε η πρώτη γυναίκα στην Ιαπωνία που τιμήθηκε με το βραβείο Praemium Imperiale, που δίνεται σε διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες. Το 2014 ανακηρύχτηκε World’s Μost Popular Artist. Στην γενέτειρα της, στο πρόσφατα χτισμένο Μatsumoto Performing Art Center, εκτίθενται πλέον και δικά της έργα.

Περισσότερα για την Kusama, μπορείτε να βρείτε στο επίσημο site της, αλλά κι εδώ. Για να γράψω αυτή την ανάρτηση είδα πολλές συνεντεύξεις της και διάβασα αφιερώματα σε περιοδικά τέχνης όπως για παράδειγμα στο Art Review. Tα παραθέτω όχι μόνο επειδή πρέπει να αναφέρουμε τις πηγές μας όταν γράφουμε κάτι, αλλά κι επειδή μπορεί να σας ενδιαφέρουν οι συγκεκριμένοι σύνδεσμοι.

Ειδικά δε για τα βιβλία που την αφορούν και την αυτοβιογραφία της, όσες κι όσοι ενδιαφέρεστε εδώ μπορείτε να μάθετε περισσότερα. Η συγκεκριμένη ακριβοδίκαιη κριτική παρουσίαση θίγει όλα όσα έχω προσέξει κι εγώ και προσπάθησα να τονίσω ή να υπαινιχτώ κατά περίπτωση σε όσα σας έγραψα παραπάνω. Η ίδια πάντως λέει για τη γραφή της: “I want to continue to write about the dark side of society since the bright side of society is written by famous conservative writers. I write about the shadow side of outsiders«.

Παρακολουθώ πολλά χρόνια τώρα την πορεία της Kusama και την ξεχωρίζω, γιατί κατάφερε να παλέψει τις αυτοκτονικές της τάσεις, χάρη στην τέχνη της, κάτι που και η ίδια δεν σταματάει να υπογραμμίζει:

“If it were not for art, I would have killed myself a long time ago«.

Κι αυτό νομίζω, είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα της ζωής της.-

.

.

.

Πηγές:

1. The fantastical world of Yayoi Kusama
2. Kusama: «I promised myself I’d conquer the world»
3. To infinity and beyond with Yayoi Kusama
4. The Art of the Flame-Out
5. Yayoi Kusama to exhibit in London: at 85, «the ideas just keep coming»
6. Yayoi Kusama named world’s most popular artist in 2014
7. Yayoi Kusama is named the most popular artist in the world
8. The dame of the Japanese avant-garde talks about obsession and fame

.

.

.

Εκδήλωση-συζήτηση: Αναζητώντας διεξόδους πέρα από την κατασταλτική Ψυχιατρική και ενάντια στη βαρβαρότητα των μνημονίων / Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

.

εκδηλωση 11.11.2

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

.

Καλούμε όλες και όλους στην εκδήλωση/συζήτηση με θέμα: «Αναζητώντας διεξόδους πέρα από την κατασταλτική ψυχιατρική και ενάντια στην βαρβαρότητα μνημονίων»,που οργανώνει η «Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», σε συνεργασία με τη ΑΡΣΥ ΨΝΑ, την Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015, ώρα 11 πμ, στο ΨΝΑ, Λεωφόρος Αθηνών 374, στην αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων του ψυχιατρείου. 

Πίσω από τους τρεις θανάτους από πυρκαγιά, στις 4/9 στο ΨΝΑ , όπως και από πολλά άλλα τραγικά συμβάντα, αλλά προπαντός πίσω από την τραγική καθημερινότητα σε όλες τις μονάδες ψυχικής υγείας,  ο «ένοχος», ο «επικίνδυνος»,είναι η ανέκαθεν κυρίαρχη και εσαεί ανθιστάμενη σε κάθε μεταρρυθμιστική διαδικασία κατασταλτική ψυχιατρική, σε αγαστή συνέργεια και αλληλεπίδραση με τις διαλυτικές επιπτώσεις των διαδοχικών μνημονίων, δεξιών και «αριστερών», στο σύστημα της ψυχικής υγείας, όπως σε όλη την κοινωνία.

Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, η αξιοπρέπεια και ο ουσιαστικός θεραπευτικός ρόλος των λειτουργών ψυχικής υγείας δεν μπορεί να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων (έμπρακτη και όχι στα λόγια)και την αξιοπρέπεια των ψυχικά πασχόντων, μέσα από μια ισότιμη θεραπευτική σχέση που σέβεται την ελευθερία του άλλου, σε μια διαδικασία θεραπευτική, κοινωνική και πολιτική, αμοιβαίας χειραφέτησης. 

Μετά το τέλος της συζήτησης, θα ακολουθήσει η θεατρική παράσταση: «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν«, της Αννα Ζέγκερς, με την Ιωάννα Μπιλίρη.

.

.

.

.

.

Experimenter : Η νέα κινηματογραφική ταινία για τον Stanley Milgram

.

Life can only be understood backwards, but it must be read forwards.

Søren Kierkegaard

.

.

.

Όπως καλά γνωρίζετε όσες κι όσοι διαβάζετε αυτό το blog, για τον Stanley Milgram, τον κοινωνικό ψυχολόγο που έγινε γνωστός σ’ όλο τον κόσμο εξαιτίας των πειραμάτων του σχετικά με τη συμμόρφωση και την υποταγή στην εξουσία, έχουν γραφτεί εδώ τα προηγούμενα χρόνια τρεις αναρτήσεις. Η πρώτη αναφέρεται συνολικά στο έργο του  η δεύτερη στη βιογραφία του και η τρίτη στο βιβλίο που ασχολείται  με τα προαναφερόμενα πειράματά του αλλά αποκαλύπτει και νέες άγνωστες πτυχές τους.

.

Αν μη τι άλλο λοιπόν είχα μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο προσωπικό όσο κι ‘επαγγελματικό’, να δω και τη νέα ταινία που αναφέρεται σε κείνον και να σας γράψω λίγα πράγματα σχετικά. Ο τίτλος είναι «Experimenter» κι εδώ θα βρείτε το σχετικό site με όλες τις πληροφορίες. Αυτό που μπορώ να υπογραμμίσω εξ’ αρχής είναι πως όσα θα παρακολουθήσετε σ’ αυτήν είναι αρκούντως ακριβή. Τα γεγονότα, οι ημερομηνίες, τα ονόματα είναι σωστά.

.

Οπωσδήποτε έγινε μεγάλη έρευνα πριν γυριστεί κι όπως εγώ τουλάχιστον κατάλαβα οι συντελεστές πρέπει να είχαν την έγκριση της οικογένειας του εκλιπόντος (εμφανίζεται στο τέλος η σύζυγός του άλλωστε) κι έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε οι συγγενείς του να μείνουν ευχαριστημένοι απ’ το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Το τονίζω επειδή πρόσεξα πως δόθηκε έμφαση στο ρόλο της γυναίκας του, Alexandra (Sasha) Menkin, που όπως φαίνεται υποστήριξε με κάθε τρόπο το επιστημονικό του έργο και παραλείφτηκαν κάποιες ενοχλητικές ‘λεπτομέρειες’ όπως η ενασχόληση του Milgram με τα ναρκωτικά. Υπάρχουν δε μόνο υπόγειοι υπαινιγμοί σχετικά με το πόσο δύσκολος άνθρωπος ήταν («δεν τα πάω καλά με όλους τους φοιτητές μου» λέει σε κάποιο σημείο ο πρωταγωνιστής) και μία σκηνή στην οποία ο ηθοποιός που τον υποδύεται σε νεαρή ηλικία δηλώνει πως δεν ήταν όλες οι ιδέες του μεγαλοφυείς.

.

Στην ταινία γίνεται τρόπον τινά μια προσπάθεια αγιοποίησης του Milgram ή αν θέλετε να το διατυπώσω πιο κομψά μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματός του, ίσως όχι τυχαία, καθώς το βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική  το 2013 η Gina Perry και για το οποίο όπως ήδη σας ανέφερα έχω γράψει εδώ την άποψή μου, δεν ήταν ιδιαιτέρως κολακευτικό για κείνον. Και δεν είναι το μόνο που τον περιγράφει με μελανά χρώματα. Πολλοί τον παρουσίασαν ως τέρας.

.

Παρά το ότι ακόμα τα πειράματά του συζητούνται και επαναλαμβάνονται συχνά-πυκνά, όλο και κάποιος προσπαθεί να του ρίξει λάσπη. Σκεφτόμουν πως είναι μάλλον το μεγαλύτερο όνομα στο χώρο αυτό κι ως γνωστόν όσο κι αν αρέσει στους ανθρώπους να έχουν είδωλα, περισσότερο τους ικανοποιεί να τα γκρεμίζουν και να τ’ αποδομούν.

.

Η ταινία λοιπόν αποκαθιστά την χαμένη (;) τιμή του Milgram, δείχνοντας μάλιστα το ευρύ φάσμα του έργου του, που δεν περιοριζόταν στα πειράματα συμμόρφωσης στην εξουσία κι ας επέμεναν όλοι αυτά να θυμούνται όταν τον συναντούσαν και συζητούσαν μαζί του. Ο Milgram, όπως εξήγησα ήδη εδώ, αισθανόταν σαν ηθοποιός που ο κόσμος έμαθε από ένα ρόλο και τον ταύτιζε μόνο με αυτόν. Το ίδιο γίνεται εξάλλου ακόμη και σήμερα, τριάντα ένα χρόνια μετά το θάνατό του. Κι ως φαίνεται αδυνατούμε να τον συγχωρέσουμε επειδή μας αποκάλυψε πως το τέρας ζει μέσα μας.

.

Η προσωπική μου γνώμη πάντως απ’ όσα έχω διαβάσει για κείνον, είναι πως όντως πρέπει να τον αδίκησαν ακόμη κι άνθρωποι  του χώρου, κυρίως μάλιστα συνάδελφοί του ακαδημαϊκοί, που επέμεναν να του χρεώνουν λάθη και παραλείψεις.

.

Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως ο ιστορικός της Ψυχολογίας, Benjamin Harris, πιστώνει στον Milgram την πρώτη δημοσιευμένη και σε άρθρο μάλιστα, μετα-πειραματική διαδικασία κατά την οποία τα υποκείμενα ενημερώνονταν για τον σκοπό της έρευνας και καθησυχάζονταν σχετικά με την υγεία του υποτιθέμενων ‘μαθητών’ του πειράματος. Δεν μπορούν λοιπόν, θεωρώ, ακόμη και σήμερα κάποιοι τόσο πεισματικά να τον κατηγορούν για έλλειψη ενδιαφέροντος προς τους ανθρώπους που συμμετείχαν στα πειράματά του. Κι όμως το κάνουν.

.

Καταλαβαίνω λοιπόν για όλους αυτούς τους λόγους και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως πραγματικά η ζωή του έγινε δύσκολη μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων αυτών των πειραμάτων (δεν μπορούσε ακόμη-ακόμη να βρει δουλειά), την πιθανή ανάγκη των οικείων του να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Κι αυτό γίνεται με την ταινία που ασφαλώς μεροληπτεί υπέρ του, έστω κι αν σε ελάχιστες σκηνές παρουσιάζει κάποιες αμφιλεγόμενες συμπεριφορές του . Δεν πρέπει και κάποιοι να τον υπερασπιστούν έναντι της λαίλαπας των επικριτών του;

.

Φυσικά θα δείτε πως υπάρχουν και σκηνές που αναφέρονται στην πολυτάραχη σχέση του με τον Solomon Asch, απ’ του οποίου τα πειράματα εμπνεύστηκε τα δικά του, όπως κι άλλες με το φίλο του Paul Hollander κ.α.

.

Θα διαπιστώσετε επίσης πως στην ταινία ασκείται δριμεία κριτική για τον τρόπο που παρουσιάστηκε το έργο του στο «The Tenth Level» (πρωταγωνιστούσαν οι: William Shatner και Ossie Davis). Παρουσιάζεται μάλιστα η σύζυγός του, να διαφωνεί έντονα γι’ αυτή την παραγωγή.

.

Καταληκτικά όμως, αξίζει να δει κάποια-ος αυτή την ομολογουμένως ειδικού ενδιαφέροντος ταινία που έκανε πρεμιέρα στην Αμερική, στις 16 Οκτωβρίου και αν ναι, γιατί; Οπωσδήποτε αξίζει. Τη συνιστώ ανεπιφύλακτα και είναι βέβαιο πως όσες-οι δεν γνωρίζατε τίποτα για κείνον ή είχατε διαβάσει αποσπασματικά άρθρα θα φύγετε απ’ την αίθουσα με αρκετές πληροφορίες για το σύνολο του έργου του, πράγμα το οποίο θεωρώ πως είναι στα μεγάλα συν της ταινίας. Αλλά αν θέλετε να μάθετε περισσότερα και κυρίως να εμβαθύνετε στις ποικίλες πτυχές του πάμπολλων πειραμάτων του, οπωσδήποτε πρέπει να διαβάσετε τα αντίστοιχα βιβλία.

.

Για τα όποια άλλα θετικά κι αρνητικά της, θ’ αφήσω τους κριτικούς κινηματογράφου να γράψουν τη γνώμη τους (εδώ πάντως διάβασα μια εμπεριστατωμένη άποψη), μιας και είναι δική τους αρμοδιότητα. Εγώ εστίασα αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο και στα όσα γνωρίζω για τον σπουδαίο επιστήμονα και κανένα αλάθητο δεν διεκδικώ, όπως συνηθίζω να λέω.

.

Κλείνοντας επομένως, θα σας αναφέρω μόνο πως η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, την σκηνοθεσία και το σενάριο υπογράφει ο Michael Almereyda και παίζουν οι ηθοποιοί: Taryn Manning, Peter Sarsgaard, Winona Ryder, Edoardo Ballerini, Jim Gaffigan, Ned EisenbergLori Jacqueline Singer, κ.α.

.

.

.

.

.

.

Ξέχασέ με…

.

Τα τραγούδια των ανθρώπων απ’ τους ίδιους πιο όμορφα

απ’ τους ίδιους πιο λαχταριστά

απ’ τους ίδιους πιο λυπημένα

πιο μακρόβια απ’ τους ίδιους.

Αγάπησα τα τραγούδια τους πιότερο απ’ τους ανθρώπους

μπορούσα να ζήσω χωρίς άνθρωπο

χωρίς τραγούδι ποτέ

Έτυχε να ξεγελάσω το τριαντάφυλλό μου

το τραγούδι του ποτέ

Ποτέ δε με γελάσαν τα τραγούδια

 Τα κατάλαβα σ’ όποια γλώσσα κι αν ειπώθηκαν

κανένα, μα κανένα

απ’ όσα έφαγα κι ήπια στον κόσμο αυτό

απ’ όσα γύρισα και γνώρισα

απ’ όσα άκουσα,

απ’ όσα άγγιξα κι ένιωσα

δε μ’ έκανε ευτυχισμένο όσο τα τραγούδια

.

Ναζίμ Χικμέτ  (Μετάφραση: Τάσος Ιορδάνογλου)

.

.

Η σημερινή ανάρτηση θα ‘ναι λίγο διαφορετική, απ’ αυτές που έχετε συνηθίσει να διαβάζετε σ’ αυτό το blog… Όσοι βέβαια με γνωρίζετε καλά αλλά και πολλοί απ’ όσες κι όσους συναντιόμαστε στα social media, ξέρετε πως εδώ και κάποια χρόνια γράφω στίχους για τραγούδια που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός και πολύ τυχερή αισθάνομαι γι’ αυτό. Για ένα δικό μας τραγούδι λοιπόν θα σας κάνω λόγο σήμερα. Και συνηθίζεται να εξηγούν οι δημιουργοί των τραγουδιών μερικά παρασκηνιακά ας πούμε, πράγματα. Για το κορίτσι που έγραψε όμως αυτούς τους στίχους, εν προκειμένω, δεν έχω να σας πω και πολλά. Τα χαρτιά μου λένε πως η ιδέα μου ‘ρθε στο μυαλό κάποτε, στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να την κουβαλούσα κι απ’ την Κρήτη, ποιος ξέρει; Κι αυτό ειν’ όλο.

Δεν έχει σημασία όμως, γιατί πιο σημαντικό είναι να σας συστήσω το κορίτσι που το ερμηνεύει: τη Μαίρη Αθανασίου. Ένα πλάσμα όχι μόνο όμορφο, αλλά κυρίως ταλαντούχο. Μια νέα τραγουδοποιό, έναν άνθρωπο με ποιότητα, ενδιαφέρον και ζεστασιά που στα δικά μου μάτια τουλάχιστον την κάνει να ξεχωρίζει. Στα χρόνια που συνεργάζεται με μένα και με τον Παναγιώτη Λιανό, έχω δει κι άλλες αρετές της. Έχει υπομονή, επιμονή, ακούει, σέβεται, εξελίσσεται, προχωράει. Χαίρομαι που έτυχε απ’ όσα δικά μας τραγούδια έχει πει, να συστήνεται σήμερα σ’ όσους δεν την γνωρίζουν με το “Ξέχασέ με”. Ένα τραγούδι που αγαπήθηκε ήδη απ’ τα live τόσο των “Συν-πλην”, όσο κι απ’ τα δικά της. Κι αυτό οφείλεται εν πολλοίς σε κείνη: στη φωνή και τη σκηνική της παρουσία.

Όσο και στον Παναγιώτη, που δεν τον θαυμάζω απλώς για τον τρόπο που συνθέτει, αλλά κι επειδή καταφέρνει να με συγκινεί κάθε φορά με τη μουσική του. Οι γνώσεις του τον βοηθούν να κινείται με ευκολία ανάμεσα σε διάφορα είδη (θα το διαπιστώσετε αυτό ακούγοντας κι άλλα τραγούδια μας στο μέλλον) , πάντα φέρνει νέες ιδέες για τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών κι είναι εκείνος που αντέχει ακόμη και τους δύσκολους συνεργάτες, όπως είμαι εγώ για παράδειγμα.

Πέρα απ’ τους ανθρώπους που φαινόμαστε όμως σ’ αυτό το τραγούδι υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μας βοήθησαν όλα αυτά τα χρόνια Και πρώτα-πρώτα οι μουσικοί που μας εμπιστεύτηκαν, παρά το ότι σ’ αυτό το χώρο δεν μας ήξερε κανείς κι ήρθαν να ηχογραφήσουν τα τραγούδια μας. Έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, όπως κι ο Κώστας Παρίσσης, που στο δικό του studio, στο Praxis, γίνονται τα μικρά μας θαύματα κι είναι για ‘μας φύλακας άγγελος. Μας έχει βοηθήσει ν’ αποφύγουμε πολλές κακοτοπιές κι η συμπαράστασή του σε κάθε βήμα μας, ήταν πάντα αμέριστη.

Εξαιρετική δουλειά έκαναν και στο video clip, o σκηνοθέτης Δημήτρης Άντζους κι ο διευθυντής φωτογραφίας Νίκος Κακωνάς. Αυτό που θα παρακολουθήσετε σήμερα δηλαδή, είναι αποτέλεσμα της δικής τους προσπάθειας και μακάρι να συνεργαστούμε ξανά μαζί τους στο μέλλον. Ο άνθρωπος δε που παίζει κι εμφανίζεται στο video είναι ο  ηθοποιός Αργύρης Αποστόλου, τον οποίο επίσης ευχαριστούμε.

Όλα αυτά τα χρόνια, εγώ προσωπικά ζήτησα συμβουλές από πολλούς και θέλω να γράψω από ‘δω μερικά ευχαριστώ για όσες κι όσους έσπευσαν να δώσουν λύσεις όταν έβλεπα πως κάτι μας δυσκόλευε. Στην Γεωργία Χαριτάκη δηλαδή, στον Μάριο Αλεξόπουλο, στον Δημήτρη Καρπούζη, στον Γιώργο Τριανταφύλλου και στον Πάρη Λιβιτσιάνη. Οι δύο εκ των πέντε, είναι άνθρωποι που τους ξέρω απ’ το Ηράκλειο κι αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Δεν είναι οι μόνοι που ήταν κοντά μου, αλλά η δική τους βοήθεια έμελλε να είναι πιο καθοριστική.

Βασικά, όλους τους ανθρώπους που ασχολήθηκαν με τα τραγούδια μας, θέλω να τους ευχαριστήσω. Για τα σχόλια, τις υποδείξεις και τις καλοπροαίρετες κριτικές τους που μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι. Κι όσο έχω τέτοιους συνεργάτες, σαν τη Μαίρη και τον Παναγιώτη και τόσο πρόθυμους φίλους, δεν ανησυχώ καθόλου.

Είναι παράξενο αλλά και τόσο όμορφο, για μένα που ήμουν χρόνια πίσω από ένα μικρόφωνο κι έπαιζα τραγούδια άλλων, ν’ ακούω σήμερα ένα τραγούδι που εγώ έγραψα. Κι έχω τόσες στιγμές να θυμηθώ, απ’ όλο αυτό το διάστημα που προσπαθούμε να κυκλοφορήσουμε τόσο αυτό όσο κι άλλα δικά μας τραγούδια… Και δύσκολες κι όμορφες. Απ’ τις πιο όμορφες, ήταν για παράδειγμα, η μέρα που το ηχογραφήσαμε στο studio του Κώστα και βρισκόταν μαζί μας εκεί δύο απ’ τους πιο δικούς μου ανθρώπους, δύο απ’ τους πιο στενούς μου φίλους, η Ρεβέκκα Θεοδωροπούλου κι ο Χρήστος Φραγκιουδάκης. Κι όλη η ηχογράφηση ήταν ένα πάρτι.

Η ζωή μας δεν είναι έτσι, αλλά η δημιουργία μας βοηθά να ξεφεύγουμε απ΄όσα μας φθείρουν καθημερινά κι η μουσική μας ταξιδεύει. Ελπίζω να σας πάρει κι εσάς μαζί του λοιπόν το τραγούδι μας και να ξεχάσετε για λίγο, κάθε τι άσχημο. Γιατί όπως γράφει παραπάνω ο Ναζίμ Χικμέτ, τα τραγούδια μπορούν να μας κάνουν ευτυχισμένους.  Αν το πετύχουμε , δεν θα ‘ναι μικρό κέρδος για ‘μας. Για όλα όσα ζήσαμε κι όλα όσα θα ‘ρθουν, σας ευχαριστούμε…

Καλή σας ακρόαση

.

.

.

Τραγούδι: Μαίρη Αθανασίου
Στίχοι: Αικατερίνη Τεμπέλη
Μουσική-Ενορχήστρωση: Παναγιώτης Λιανός

Έπαιξαν οι μουσικοί:
Πάνος Σαρδέλης: τύμπανα
Δημήτρης Κομματάς: μπάσσο-β’ φωνητικά
Παναγιώτης Λιανός: ηλεκτρικές κιθάρες
Δημήτρης Καραγιάννης: σαξόφωνο

Η ηχογράφηση και η μίξη του τραγουδιού έγινε στο studio Praxis από τον Κώστα Παρίσση.

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Άντζους
Δ. Φωτογραφίας: Νίκος Κακωνάς
Εκτέλεση Παραγωγής: Creative Icon

.

Στίχοι:

Ξέχασε με σ’ ένα άστρο από χρόνια πια σβησμένο
σ’ ένα δρόμο, που κανείς δεν θα περνά
Ξέχασε με σ’ ένα κάστρο, σε δωμάτιο στοιχειωμένο
σε μια λίμνη, σε θολά βαθιά νερά..

Έλα και κάνε με κομμάτια
Φτιάξε το πιο όμορφο σου παζλ
Τα πλαστικά μου κάψε βράδια
Σβήσε με σαν φτηνό τατουάζ

Ξέχασε με σε μια νότα, σε τραγούδι λυπημένο
σε μια ομίχλη που σου πνίγει την καρδιά
Ξέχασε με σε μια νύχτα, σ’ ένα σκουριασμένο τρένο
σ’ ένα δάκρυ, σ’ ότι αγάπησες παλιά..

Έλα και κάνε με κομμάτια
Και μη διστάσεις, μη σκεφτείς
Πως φίλαγες αυτά τα μάτια..
Πως ορκιζόσουνα ..’για πάντα’ εδώ θα ζεις!

Ξέχασε με…

.

.

.