Παρουσίαση βιβλίου: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης»

.

100_1478.jpg

.

Όταν σας παρουσίασα πρόσφατα το πρώτο μέρος του αφιερώματος που έκανε το σπουδαίο περιοδικό «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής» στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούν Φωνές σ’ αυτή την ανάρτηση, σας είχα προϊδεάσει πως σύντομα θα σας παρουσιάσω ένα σχετικό βιβλίο και σας είχα εξηγήσει πως για το λόγο αυτό σκοπίμως άφηνα εκτός συγκεκριμένες πληροφορίες.

Σήμερα ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου και να σας παρουσιάσω το εν λόγω συλλογικό έργο που τιτλοφορείται: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης» και το υπογράφουν οι: Prof. Marius Romme, Dr. Sandra Escher, Jacqui Dillon, Dr. Dirk Corstens και Prof. Mervyn Morris.

Στο βιβλίο βέβαια βρήκα κι άλλα γνωστά ονόματα προσώπων για τα οποία ήδη έχουν γίνει εδώ αναφορές παλιότερα όπως για παράδειγμα ο Ron Coleman, αλλά και τα ονόματα όσων έχουν έρθει κι έχουν μιλήσει στη χώρα μας για τις εμπειρίες τους με τις φωνές όπως ο Peter Bullimore.

Τόσο τις δικές τους ιστορίες όσο και των άλλων ανθρώπων που ανάρρωσαν τις διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό που είδα ως κοινό στοιχείο σε όλες τους ήταν η παταγώδης αποτυχία της κυρίαρχης ψυχιατρικής ν’ αντιμετωπίσει καταστάσεις όπως το ν’ ακούει κάποια-ος φωνές.

Γιατί δεν γράφω ακουστικές ψευδαισθήσεις; Γιατί μ’ αυτόν τον επιστημονικοφανή όρο ακυρώνεται το βίωμα ως ψευδές και γιατί συνήθως με τέτοια «συμπτώματα» παρόντα δίνεται μ’ ευκολία θα έλεγα η διάγνωση της σχιζοφρένειας.

Κι όμως, όπως αναφέρεται στο βιβλίο και σαφώς γνωρίζουμε καλά όσες-οι έχουμε κάνει σχετικές σπουδές, οι φωνές αναφέρονται και σε άλλες κλινικές εικόνες όπως για παράδειγμα η αποσυνδετική διαταραχή, η μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας αλλά και η κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία.

Δεν είναι λοιπόν παρούσες οι φωνές μόνο στην κλινική εικόνα της σχιζοφρένειας κι επιπλέον δεν είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης πως το άτομο πάσχει: «Έρευνες από τη δεκαετία του 1990 έχουν δείξει ότι η εμπειρία των φωνών, και πιο συγκεκριμένα εκείνων που πληρούν τα κριτήρια της ψυχιατρικής για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, εμφανιζονται στον Δυτικό κόσμο σ’ ένα ποσοστό περίπου 4% του γενικού πληθυσμού, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι περίπου το ένα τρίτο του 4% έχει πράγματι ανάγκη φροντίδας, αλλά τα υπόλοιπα δύο τρίτα δεν έχουν τέτοια ανάγκη, επειδή, για παράδειγμα, δεν φαίνονται να ενοχλούνται ή να νιώθουν άρρωστα. Αντίθετα αυτή η ομάδα βιώνει τις φωνές κυρίως ως βοηητικές, ως οδηγό ζωής για καθημερινά προβλήματα ή για προβλήματα υπαρξιακού χαρακτήρα» (σελ. 37).

Προσέξατε κάτι στην προηγούμενη παράγραφο; Έγινε λόγος για τον Δυτικό κόσμο κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Μελέτες απ’ το χώρο της Εθνοψυχιατρικής έχουν δείξει πως το βίωμα του ν’ ακούει κάποια-ος φωνές αξιολογείται διαφορετικά καθώς είναι πολιτισμικά καθορισμένο. Εκτός της Δύσης, αφενός θεωρείται κοινή εμπειρία κι αφετέρου παίρνει θετικό πρόσημο.

Όταν διαβάσετε την ιστορία του Odi Oquosa που αναφέρεται στο βιβλίο θα καταλαβετε περισσότερα αλλά ως τότε αξίζει να σας αναφέρω ενδεικτικά και την έρευνα της Tanya M. Luhrmann του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, που έδειξε πως στην Άκρα της Γκάνας οι μισοί και παραπάνω απ’ τους είκοσι συμμετέχοντες θεωρούν τις φωνές καλές και χρήσιμες. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στο Τσενάι της Ινδίας: τουλάχιστον οχτώ άτομα από αυτή την ομάδα χαρακτήρισαν θετική εμπειρία τις φωνές, αφού εκτός όλων των άλλων, τους προτρέπουν να μην καπνίζουν, να μην πίνουν, να τρώνε σπιτικό φαγητό και να είναι καθαροί.

Εκτός αυτού, υπάρχουν βεβαια και γνωστά σε όλους μας ιστορικά πρόσωπα που άκουγαν φωνές όπως αναφέρεται στην ιστορική αναδρομή που επιχειρεί ο Prof. Marius Romme, όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, η Ζαν ντ’ Αρκ, ο Γκάντι, ο Ρίλκε, ο Σούμαν κ.α. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η νοηματοδότηση των φωνών ήταν διαφορετική και βεβαίως δεν τους εμπόδιζε απ’ το να συνεχίσουν ο καθένας το έργο του.

Προφανώς το συγκεκριμένο βιβλίο στοχεύει να βοηθήσει ανθρώπους που βιώνουν τις φωνές τους, αντιθέτως απ’ τους παραπάνω όχι ως βοηθητικές και θετικές, αλλά ως αρνητικές. Ανθρώπους που τους αποδιοργανώνει αυτή η εμπειρία και τους δυσκολεύει στο ν’ ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, είτε έχουν πάρει είτε όχι τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Αλλά έγινε πολύς λόγος γι’ αυτή τη διάγνωση ήδη επειδή πραγματικά θεωρείται ένα είδος ταφόπλακας για τη ζωή κάποιου κι αυτή η αντίληψη είναι που πρέπει ν’ αλλάξει.

Ανήκω κι εγώ στη γενιά που εκπαιδεύτηκε με την αντίληψη πως δεν πρέπει να μιλούν οι πάσχοντες για τις φωνές τους, πως δεν πρέπει να συζητάμε μαζί τους γι’ αυτές γιατί έτσι «μπαίνουμε στην τρέλα τους» κι επιπλέον «τους κάνουμε κακό» αφού δεν είναι πραγματικές κι ας έβλεπα όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοι πως έβγαινε νόημα απ’ ότι έλεγαν αυτές οι φωνές. Πως συνδέονταν με την ιστορία του ανθρώπου που τις άκουγε. Χαίρομαι λοιπόν διπλά που βλέπω ν’ αλλάζει αυτή η αντίληψη μιας και πάντα είχε μέσα μου την αμφιβολλία γι’ αυτό το θέσφατο.

Σήμερα πια γνωρίζουμε ότι «στο 70% των ‘ασθενών’ (των ανθρώπων που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις φωνές τους) οι φωνές σχετίζονται με τραύμα και καταστάσεις βιωμένης αβοηθητότητας.Στις τραυματικές καταστάσεις περιλαμβάνονται η σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, η συναισθηματική παραμέληση, η παιδική βία και ο εκφοβισμός (bullying), τα υψηλά επίπεδα στρες (stress) και γενικά καταστάσεις που προκαλούν ανασφάλεια στην ευαίσθητη παιδική ηλικία» (σελ.38).

Το βιβλίο λοιπόν εστιάζει στο πως μπορούν τα άτομα με τέτοιες εμπειρίες που ακούν φωνές, να τις διαχειριστούν, όταν το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, θα το ξαναγράψω, αποτυγχάνει σ’ αυτό παταγωδώς. Και πως αποδεικνύεται αυτή του η αποτυχία; Απ’ τα λόγια των ίδιων των ανθρώπων που ζήτησαν βοήθεια κι αντ’ αυτής έλαβαν φαρμακευτική αγωγή και παροτρύνθηκαν ν’ αποδεχτούν το ανίατο της κατάστασής τους. Για να διαβάσουμε μαζί τι έχουν γράψει μερικές-οι απ’ αυτούς, όπως η Jacqui Dillon:

«Μου είπαν πως είχα μια αρρώστια: ήμουν ψυχασθενής. Περίμεναν να γίνω ο παθητικός δέκτης της θεραπείας αυτής της διαταραχής και η φαρμακευτική αγωγή ήταν η μόνη επιλογή που υπήρχε για μένα. Μου είπαν τι να κάνω λέγοντάς μου αντικρουόμενα πράγματα -πως ο μόνος τρόπος για να γίνω καλύτερα ήταν να πάρω φάρμακα αλλά, ουσιαστικά, ούτως ή άλλως δεν θα γινόμουν ποτέ πραγματικά καλά. Κανένας ποτέ δεν με ρώτησε τι πίστευα πως θα βοηθούσε, καθώς ένιωθα πως τα είχα καταφέρει θαυμάσια μέχρι τότε. Αυτό που βίωνα δεν θεωρήθηκε ποτέ πως ήταν μια φυσική και ανθρώπινη αντίδραση σε πράγματα που είχαν συμβεί στη ζωή μου. Το γεγονός ότι άκουγα τις φωνές μου ήταν η απόδειξη της ασθένειάς μου, και το να θέλω να τις κρατήσω με σκοπό να καταλάβω περισσότερα για τον εαυτό μου θεωρήθηκε πως έδειχνε αντίσταση στην θεραπεία» (σελ. 208).

Και η Eleanor Longden (μπορείτε να την δείτε κι εδώ να μιλάει) μας δίνει τη δική της μαρτυρία:

«Η ψυχίατρος εξίσωσε το άκουσμα των φωνών με την τρέλα και μου έδωσε τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μ’ αυτό εγώ έλαβα το μήνυμα πως ήμουν το παθητικό θύμα της παθολογίας. Δεν μ’ ενθάρρυνε να κάνω τίποτα που θα με βοηθήσει ενεργά. Θεραπεία σήμαινε φαρμακευτική θεραπεία. Ήταν απίστευτα αποκαρδιωτικό. Όλα υπονόμευαν την αυτό-εικόνα μου, ενισχύοντας όλες τις αμφιβολίες που είχα για τον εαυτό μου. Η καταστροφική επίπτωση βοήθησε ακριβώς στο να κάνει τις φωνές πιο δυνατές και πιο επιθετικές, γιατί άρχισα να τις φοβάμαι περισσότερο (…) Όλα αυτά συνέβησαν σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Μπήκα σ’ αυτό το νοσοκομείο ως ταραγμένη, συγκεχυμένη, δυστυχισμένη 18χρονη και βγήκα σχιζοφρενής και ήμουν και καλή. Έφτασα στο να ενσαρκώνω το πως δείχνει και τι αίσθηση δίνει η ψύχωση» (σελ. 163-4).

Απ’ τα τραγικότερα πράγματα που διάβασα ήταν αυτό το απόσπασμα. Γιατί δείχνει πόσο άχρηστοι κι επικίνδυνοι επιπλέον μπορούν να φανούν αυτοί που θεωρούνται ειδικοί όταν ένα άτομο που πάσχει προσφεύγει σ’ αυτούς ως χρήστρια-ης υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Και λυπάμαι αφάνταστα γιατί εκεί έξω υπάρχουν ακόμη άτομα που σπούδασαν ψυχολογία και ψυχιατρική και σταθερά ψέγουν κι απαξιώνουν όσες κι όσους προβάλλουν κι άλλες λύσεις πέρα απ’ το μονόδρομο των ψυχοφαρμάκων. Και δεν βλέπουν πόσο ανήθικο είναι ν’ αποκρύπτεις τέτοιες πληροφορίες, ούτε καταλαβαίνουν πως δεν κάνουμε όλοι την ίδια «δουλειά», ακόμα κι αν είμαστε τύποις στον ίδιο επιστημονικό ας πούμε χώρο. Ίσως σήμερα τους γίνει πιο σαφές. Για να πάμε σε δύο ακόμη μαρτυρίες και πρώτα σ’ αυτήν της Antje Muller:

«Κανένας δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα γι’ αυτές, παρ’ όλο που οι φωνές ήταν εκείνες που μου είχαν κάνει τη ζωή αβίωτη. Δηλαδή όλες οι συζητήσεις που είχα κάνει στο νοσοκομείο ήταν για πολλά πράγματα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, δεν είχαν σχέση μ’ εμένα. Ήταν για πράγματα γύρω από μένα και γύρω από διάφορα θέματα που σχετίζονταν μ’ εμένα, αλλά όχι πραγματικά για μένα» (σελ.136)

Και της Audrey Reid:

«Μέσα σε μια βδομάδα είχα δύο συναντήσεις και ενώ την Τρίτη μου είπαν ότι έχω μανιοκατάθλιψη, την Πέμπτη μου είπαν ότι ήταν σχιζοφρένεια. Τι να τα κάνεις αυτά; Είναι τελείως αλλόκοτα λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Πως μαθαίνεις να τ’ αντιμετωπίζεις ή τι να κάνεις μ’ αυτό; Δεν μπορώ ούτε να συλλαβίσω τη λέξη σχιζοφρένεια. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις με όλες αυτές τις αλλόκοτες διαγνώσεις; Και όλα όσα σου προσφέρουν είναι μόνο φάρμακα» (σελ.140-1).

Αμφιβάλλει κανείς πλέον πως το σύστημα αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτών των ανθρώπων; Και φυσικά όταν αναφέρομαι στο σύστημα, δεν εννοώ μόνο το ψυχιατρικό. Δεν είναι μόνο θέμα ορισμένων «συναδέλφων» το ότι αντι-επιστημονικά και αντι-δεοντολογικά δρουν διαχειριζόμενοι έτσι την ‘τρέλα’. Θα έπρεπε να είναι όλων μας. Το είχα εντάξει και στο παρελθόν σε ανάρτηση αυτό που τονίζει με κάθε ευκαιρία ο Ron Coleman, αλλά έχει νόημα να το θυμηθούμε πάλι, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: «Στην κουλτούρα των Αβορίγινων», λοιπόν «όταν κάποιος τρελαίνεται, όλη η φυλή συγκεντρώνεται να συζητήσει τι έκανε η φυλή και προκάλεσε την τρέλα του ατόμου. Μπορείς να το φανταστείς αυτό στην κουλτούρα μας; Νομίζω πως όχι» (σελ.301).

Δυστυχώς θα έλεγα, όχι. Κατηγορηματικά όχι, γιατί στην κουλτούρα μας κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Δεν συνδέσουμε το ατομικό με το συλλογικό και το πολιτικό όπως θα έπρεπε. Κι αν κάποιος παίρνει τη διάγνωση της κατάθλιψης για παράδειγμα μετά από μακροχρόνια ανεργία, δεν σκεφτόμαστε πως αυτές οι ακραίες οικονομικές συνθήκες που οδηγούν στην φτωχοποίηση και την επακόλουθη συναισθηματική κατάρρευση είναι που πρέπει να’ αλλάξουν, αλλά του χορηγούνται αφειδώς και «γενναιόδωρα» ψυχοφάρμακα. Το σύστημα έχει κάνει τη «δουλειά» του κι έχει τελειώσει μαζί του. Όπως και με πολλές άλλες «περιπτώσεις».

Αν κάτι μ’ αρέσει λοιπόν σ’ αυτό το βιβλίο είναι πως το υπογράφουν άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις απ’ τις επικρατούσες στην κυρίαρχη ψυχιατρική. Άνθρωποι που συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, μιας και στις απανταχού ομάδες των «Hearing Voices» (εδώ κι εδώ πληροφορίες για τις ελληνικές ομάδες) βοηθήθηκαν όσες-οι κατέθεσαν την εμπειρία τους. Άνθρωποι που καταλαβαίνουν πως οι πολιτικές επιλογές πρέπει ν’ αλλάξουν.

Τη σύνδεση με όλα αυτά θεωρώ πως την τονίζουν τα λόγια μιας πρώην χρήστριας υπηρεσιών ψυχικής υγείας και νυν ψυχολόγου, της Helen: «Αυτή η προπαγάνδα άγνοιας (ενν: γύρω απ’ το βίωμα των φωνών) μπόρεσε ν’ ανθίσει λόγω της έλλειψης ηθικών αρχών (π.χ. τέθηκε το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο), διεφθαρμένων οικονομικών, πολιτικών και επιστημονικών συμφερόντων και λόγω έλλειψης διαλόγου με τους Ειδικούς μέσω Εμπειρίας. Οι υπάρχοντες τρόποι εργασίας είναι αντιδεοντολογικοί, στηρίζονται στον στιγματισμό, στην προκατάληψη και στην άγνοια κι είναι άκρως επιβλαβείς σε πολλούς Επιζήσαντες του τραύματος και της κακοποίησης που γίνονται ασθενείς στο σύστημα» (σελ. 204).

Και σ’ αυτό θέλω να σταθούμε, λίγο πριν το τέλος. Αν κάποιος έχει το δικαίωμα να διαχειριστεί την ‘τρέλα’ του και να γνωρίζει γι’ αυτήν, είναι όποια-ος πάσχει. Φυσικά και είναι απαραίτητο και ζητούμενο να είμαστε κοντά του αν μας χρειάζεται κι εμείς οι ‘ειδικοί’, αλλά να μην ξεχνάμε αυτό που υπογραμμίζει ο Ron Coleman:

«Το κλειδί για την ανάρρωση είναι η κυριότητα, η ανάληψη της ευθύνης και της κυριότητας των εμπειριών μας. Οι γιατροί δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Ομοίως δεν μπορούν ούτε οι νοσηλευτές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εθελοντές, οι εργοθεραπευτές, οι ψυχοθεραπευτές, οι φροντιστές και οι φίλοι. Ακόμα και οι εραστές και οι ερωμένες μας δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα. Πρέπει να την έχουμε εμείς. Μόνο μέσα από την κυριότητα της τρέλας μας μπορούμε ν’ αναρρώσουμε από την τρέλα. Το ταξίδι μέσα από την τρέλα είναι ουσιαστικά ένα ατομικό ταξίδι. Μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους μόνο ένα μέρος από το ταξίδι μας. Το μεγαλύτερο μέρος είναι δικό μας και μοναχικό» (σελ. 302).

Για όσες κι όσους λοιπόν το ταξίδι είναι δύσκολο και χρειάζονται βοήθεια για να διαχειριστούν τις φωνές τους, αλλά και για όσες-ους θέλουν ν’ αποδειχτούν χρήσιμοι συν-ταξιδιώτες, δηλαδή τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ενδείκνυται αυτό το βιβλίο. Αναλύει πως μπορεί όποια-ος έχει τέτοιες εμπειρίες να κατανοήσει τι εκφράζουν οι φωνές, να τις αποδεχτεί, ν’ αλλάξει τη σχέση της-του μαζί τους αν δεν γίνεται νa τις εξαλείψει και ν’ αποκτήσει εντέλει έλεγχο της ζωής της-του. Είναι ένα βιβλίο που μεταγγίζει ελπίδα κι είμαι βέβαιη πως θ’ αποδειχτεί βοηθητικό για όσες-ους το επιλέξουν. Κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις «Νησίδες» και την μετάφρασή του έχουν κάνει ο Στέφανος Βασάκος κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης.-

.

.

.

.

.

 

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Νοέμβριος 4, 2016.

Ένα Σχόλιο to “Παρουσίαση βιβλίου: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης»”

  1. […] περισσότερα για το θέμα μπορείτε να διαβάσετε σ’ αυτή (για τη δουλειά του Marius Romme και της Sandra Escher) και σ’ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: