Παρουσίαση βιβλίου : «Τα σκοτάδια μου» του James Ellroy – Η τρέλα κι ο εγκλεισμός / Μέρος Ι

.

ELLROY-SKOTADIA.jpg

.

Ομολογώ πως δεν είμαι φανατική του αστυνομικού μυθιστορήματος. Αν τύχει ευχαρίστως θα διαβάσω κάτι, αλλά σίγουρα δεν παρακολουθώ την εξέλιξη των μετρ του είδους, όχι επειδή το σνομπάρω αλλά καθαρά από έλλειψη χρόνου. Επειδή οι προτεραιότητές μου μοιραία μ’ οδηγούν στις επιστημονικές εκδόσεις.

Όταν ήρθε στα χέρια μου λοιπόν το συγκεκριμένο βιβλίο χαμογέλασα, αφού ο άνθρωπος που μου το δώρισε ξέρει καλά πως αν κάτι αντιμετωπίζω αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό, λέω πως «έχω τα σκοτάδια μου». Βάζω μάλιστα και μια ηρωίδα μου στο μυθιστόρημα που τώρα γράφω να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη έκφραση.

«Ανησύχησα» λοιπόν αρχικά μήπως διέπραξα άθελά μου λογοκλοπή, αλλά τελικά ο πρωτότυπος τίτλος είναι «My dark places» (στα ελληνικά κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Άγρα» σε μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη). Άρα εντάξει είμαστε. Κι ακολούθως κατάλαβα πως για άλλο λόγο έφτασε στα χέρια μου. Κι αυτός ο λόγος είναι η αιτία που διαβάζετε σήμερα τη συγκεκριμένη ανάρτηση.

Δεν ξέρω πόσα ακριβώς γνωρίζετε όσοι είστε λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος για τον Ellroy, αλλά προσωπικά μόνο το βιβλίο του «Η Μαύρη Ντάλια« είχα διαβάσει. Φυσικά έχω υπόψη μου τα βραβεία του, πως κάποια βιβλία του έγιναν ταινίες και έτερον ουδέν. Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου λοιπόν όταν έμαθα μελετώντας το συγκεκριμένο έργο του, πως η μητέρα του δολοφονήθηκε όταν ήταν πολύ μικρός (τότε ακριβώς τραβήχτηκε η φωτογραφία που βλέπετε στο εξώφυλλο) κι αφού είχαν ήδη χωρίσει οι γονείς του κι οι σχέσεις τους ήταν εξαιρετικά τεταμένες.

Έκτοτε τα όσα έζησε ξεπερνούν θεωρώ οτιδήποτε έχει γράψει ως συγγραφέας μυθοπλασίας. Δεν υπερβάλλω. Όσες/οι διαβάσετε το συγκεκριμένο βιβλίο που αποτελεί αυτοβιογραφία και παράλληλα εξετάζει λεπτομερώς τη δολοφονία εκείνης που σας προανέφερα, θα το διαπιστώσετε. Ένα μόνο μικρό απόσπασμα θα παραθέσω αν και δεν είναι αρκετό για να σας προϊδεάσει, επειδή θέλω αλλού να δώσετε βάση, στη συνέχεια. Αλλά ως τότε, να πως περιγράφει ο ίδιος τον εαυτό του ως έφηβο:

«Οι θεατρινισμοί του ‘ανθρώπου που πουλούσε τρέλα’ τράβηξαν την προσοχή που ήθελα· προειδοποιούσα έτσι τους επιτιθέμενους να μην τολμήσουν να τα βάλουν μαζί μου. Γέλαγα όταν τίποτα δεν ήταν αστείο, σκάλιζα τη μύτη μου και έτρωγα τις μύξες μου και γέμιζα σβάστικες τα τετράδιά μου. Ήμουν το υπόδειγμα όλων των εγχειριδίων παιδικής ψυχολογίας στην κατηγορία Αν-Δεν Μπορείτε-Να Με Αγαπήσατε-Προσέξτε Με».

Πήρατε μια ιδέα, έτσι; Πήγε σε πολλά «σκοτεινά μέρη» στη συνέχεια ως ενήλικος και σε κάποια φάση της ζωής του άρχισε να πείθεται πως οι γείτονες τον παρακολουθούν:

«Ο ενοικιαστής από δίπλα χαμογελούσε ειρωνικά όποτε διασταυρωνόμασταν στο διάδρομο (…) Διάβαζε τις σκέψεις μου πίσω απ’ τον τοίχο που μας χώριζε (…) Με ήξερε. Έβαλε κοριούς στο ψυγείο μου. Δηλητηρίασε το κρασί μου. Πέρασε τις φαντασιώσεις μου στην τηλεόρασή του (…) Ο διπλανός ένοικος άρχισε να σφυρίζει μέσα από τον αεραγωγό. Φοβόμουν ν’ αφήσω το κρεβάτι μου. Ήξερα πως οι ηλεκτρικές σπείρες στην ηλεκτρική μου κουβέρτα ήταν μικρόφωνα. Τις διέλυσα. Κατούρησα το κρεβάτι μου και έσκισα τα μαξιλάρια. Γέμισα τα αυτιά μου με αφρώδες ελαστικό για να μην ακούω φωνές».

Και βέβαια τα πράγματα όλο και χειροτέρευαν:

«Από  εκεί και πέρα πήρα την κάτω βόλτα. Την πήρα με αυτοκαταστροφική λογική. Πήρα την κάτω βόλτα αργά. Οι φωνές έρχονταν κι έφευγαν. Τις έφερναν τα αποσυμφορητικά. Το ποτό και η αποχή τις κατέπνιγαν. Διανοητικά το καταλάβαινα το πρόβλημα. Οι λογικές σκέψεις με εγκατέλειπαν το πρώτο πρώτο δευτερόλεπτο αφού έβαζα στο στόμα μου αυτά τα ταμπόν από βαμβάκι.

Ο Λόυντ αποκαλούσε τις φωνές ‘ψύχωση της αμφεταμίνης’, εγώ τις αποκαλούσα συνωμοσία. Ο Πρόεδρος Ρίτσαρντ Μ. Νίξον ήξερε πως είχα δολοφονήσει τους γονείς μου και διέταξε τον κόσμο να με καταδιώξει. Κι ο κόσμος σφύριζε σε μικρόφωνα συνδεδεμένα με το μυαλό μου. Εγώ άκουγα τις φωνές· κανείς άλλος (…) Άκουγα φωνές επί πέντε χρόνια. Σε αυτά τα πέντε χρόνια το μεγαλύτερο διάστημα έμενα έξω. Σε πάρκα, αυλές και άδεια σπίτια. Έκλεβα· έπινα· διάβαζα και φαντασίωνα. Περπάτησα όλο το Λος Άντζελες κι ήταν σαν να ‘χα μπαμπάκια στ’ αυτιά μου.

Έπρεπε να κινούμαι διαρκώς. Ο θόρυβος της κυκλοφορίας έδιωχνε τις φωνές. Η έλλειψη κίνησης έκανε τις φωνές κακόηχες (…) Οι σκηνές του δρόμου χρησίμευαν ως φόντο για το δικό μου εσωτερικό διάλογο. Δεν φλυαρούσα ούτε πρόδιδα δημόσια την πνευματική μου κατάσταση. Πάντα ξυριζόμουν και φορούσα σκούρα κοτλέ για να κρύβω τη συσσωρευμένη βρόμα μου. Έκλεβα τα πουκάμισα και τις κάλτσες που χρειαζόμουν. Καταβρεχόμουνα με κολόνια για να καλύψω τη βρόμα της ζωής στο δρόμο. Έκανα τακτικά ντους στου Λόυντ«.

.

(συνεχίζεται)

.

.

.

.

.

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Μαΐου 3, 2017.

2 Σχόλια to “Παρουσίαση βιβλίου : «Τα σκοτάδια μου» του James Ellroy – Η τρέλα κι ο εγκλεισμός / Μέρος Ι”

  1. […] στην προηγούμενη ανάρτηση πως ήδη ο Ellroy πάλευε με τις φωνές. Σύντομα έφτασε και […]

  2. Reblogged στις anastasiakalantzi50.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s