ΛΑΜΒΔΑ (λ-calculus) – Αλφαβητάρι των παθών

.

Visions 96 a

.

Του λογισμού μου λάμβδα σ’ απόφαση δεν μ’ οδηγείς. Κι άγκιστρο νιώθω πως μου γνέφει το μικρό σου (λ).

Κι ας έχει χάρη κύματος, ταξιδευτή του χρόνου. Η σταθερά του έλιωσε στο σχετικό. Τι που μεγάλο (Λ) με κερνά τη λήθη;

Λήθαργος σπλαχνικός όλες οι λέξεις σου. Πιάνω ένα “λα” και σου γελάω. Μα τα λεπτά καραδοκούν ακούραστα. Η ώρα τρέχει. Λάθος, λάθος, λάθος…

Κι αν κρύβομαι μες το λαβύρινθο, δε θα γλυτώσω, ξέρω. Η λαιμητόμος σου με καρτερά. Κόβουν πολύ τα λεπιδόπτερα άραγε; Λάμες ακονισμένες ένα γύρω.

“Μέσα απ’ τη λάσπη, λάμψε” μου ζητάς..”Κόψε ομφάλιους λώρους, κάψε ρίζες. Νάνοι λευκοί, για δες… μες το στερέωμα.

Λύσε σκοινιά, ξεκίνα το ταξίδι. Άσε τους Λωτοφάγους να σε οδηγούν. Μην την ακούς τη Λάχεση, λυτρώσου”.

Λάθε βιώσας” επιμένεις. Προσπαθώ… μα σώνει. Λήξη συναγερμού στο λυρικό το έπος. Κάλλιο λικέρ παρά λεξοτανίλ.

Των Λακεδαιμονίων φαντάσματα για εξηγηθείτε. Σαν πόσες λάμιες λάμνουν σήμερα στο Λιβυκό;

Τι λυκαυγές και τι λυκόφως; Πάντα λύκος.

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

.

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» του Γιάννη Φιλιππίδη – Η γνώμη μου για το βιβλίο

.

Τον περασμένο Απρίλιο, ο Γιάννης Φιλιππίδης, μου εμπιστεύτηκε το νέο του βιβλίο, πριν φυσικά κυκλοφορήσει απ’ τον «Άνεμο» κι έγραψα τη γνώμη μου γι’ αυτό. Το πως μου φάνηκε, θα το μάθετε παρακάτω, αν δεν το διαβάσατε ήδη όσες-οι αγοράσατε το μυθιστόρημά του, μιας και συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση. Έτσι αρχίζει πάντως:.

Διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Γιάννη σε μιαν Αθήνα βαμμένη στο ροζ και το μοβ. Τόσα αυθάδικα λουλούδια να σημαδεύουν ουρανό μες στο τσιμέντο, θες δεν θες σου τραβούν την προσοχή. Κλαδιά γεμάτα νιόβγαλτα φύλλα, οι πρώτες καυτές αχτίδες που χαϊδεύουν το σώμα κι ο αέρας που ευωδιάζει. Ανθισμένες νεραντζιές παντού κι ένα αηδόνι που επιμένει να σκεπάζει τη θλιμμένη φωνή της Μελίνας και τη μουσική των Μikro: «Να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς…»

.
Ο σκληρός Απρίλης του ποιητή, ο γεμάτος αγκάθια παρά τη γλύκα της φύσης, αυτός ο αλήτης για τόσες-τόσους από μας, γίνεται λιγότερο αιχμηρός όσο βυθίζομαι στις σελίδες αυτού του βιβλίου και σβήνεται ο κόσμος γύρω μου. Με παίρνουν μαζί τους στον δικό τους η Αγγελική κι ο Γαβριήλ. Με κερδίζει ο έρωτας. Ο έρωτας του «για πάντα». Και μη ρωτήσετε αν υπάρχει, μην τολμήσετε καν ν’ αμφιβάλλετε. Υπάρχει… Και τον αξιώνονται ελάχιστοι. Ελάχιστοι. Σαν αυτούς τους δύο καλή ώρα…

.
Τους παρακολουθώ από μικρά παιδιά, στα πρώτα τους αδέξια βήματα, αισθάνομαι τα τρυφερά σκιρτήματα που κάνουν τ’ άγουρα κορμάκια τους να ριγούν. Παίζω μαζί τους σε φιλόξενες γειτονιές, κάθομαι δίπλα τους στα παλιά πράσινα θρανία, ξαποσταίνω έξω από άσπρα ξεκλείδωτα σπίτια, γελάω με τα καμώματά τους, νοσταλγώ εκείνη την αθωότητα που έκανε τα μάτια να λάμπουν και τα μάγουλα να κοκκινίζουν, αφήνομαι σε καταγάλανες γαλήνιες θάλασσες κολυμπώντας κοντά τους, μυρίζω το ιώδιο στα καλοκαίρια των διστακτικών αλμυρών τους φιλιών.

.
Και νιώθω… Νιώθω πως, όταν οδηγεί η καρδιά, δεν χάνεις ποτέ τον δρόμο. Μπορεί για λίγο να μπερδευτείς σε μερικά προκλητικά σταυροδρόμια, μπορεί να νομίσεις πως έσβησαν τα ίχνη, πως νοθεύτηκε τ’ όνειρο, αλλά όλα είν’ εκεί. Όλα είναι εκεί αν δεν παραιτείσαι, αν επιμένεις, αν ξέρεις να ξεχωρίζεις τι έχει προτεραιότητα, αν είσαι διατεθειμένος-διατεθειμένη να βάλεις το εγώ σου λίγο στην άκρη για να χωρέσει και το εσύ στην ίδια πρόταση. Στην προστακτική της αγάπης δεν μπορείς να μιλάς για θυσίες. Μόνο να επιθυμείς έχει νόημα, το καλύτερο για τη Μία, τον Έναν, και να είσαι γενναιόδωρος-γενναιόδωρη.

.

(η συνέχεια εδώ)

.

.

.

.