Geel: η πόλη όπου οικογένειες “υιοθετούν” ψυχικά πάσχοντες – Ένα κοινοτικό σύστημα φροντίδας που επιβιώνει αιώνες – Μέρος ΙΙ

.

.

Για να επιστρέψουμε όμως στο Βέλγιο, πάλι εμείς νοερά και να δούμε κάποιες ακόμη παραμέτρους που αφορούν το μοντέλο του Geel. Όπως σας έγραψα λοιπόν στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης δεν ήταν πάντα όλα ρόδινα εκεί. Για παράδειγμα, στέλνονταν στη συγκεκριμένη πόλη οι ανεπιθύμητοι «τρελοί» όχι μόνο από άλλες περιοχές του κράτους, αλλά κι από ξένες χώρες. Υπήρχαν Άγγλοι, Γάλλοι ακόμη και Ρώσοι και Ισπανοί παλιότερα.

Κι αυτό είναι από μόνο του ένα προβληματικό σημείο. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να γίνει αποδεκτό ένα άτομο με ψυχιατρική εμπειρία σε μια ειδικά ας πούμε, διαμορφωμένη θεραπευτική κοινότητα, εξοστρακιζόμενο όντας απ’ τη δική του, αλλά να έχει θέση και ρόλο σε κάθε κοινότητα. Ακόμα κι έτσι όμως άραγε πετύχαινε πάντα αυτό το «πείραμα» εκεί; Σε ποσοστό 80% λένε τα στοιχεία, όσον αφορά το παρελθόν. Και σήμερα;

Ένας απ’ τους ειδικούς που μίλησαν στον Guardian, ο Dr Celen είπε ότι σε λίγες περιπτώσεις αποτυγχάνει η μετάβαση των ψυχικά πασχόντων. Συνήθως πάει πολύ καλά, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να φιλοξενούνται απ’ τις ανάδοχες οικογένειες για δεκαετίες ή και μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Μια μελέτη μάλιστα που έγινε, έδειξε ότι σε διάστημα πέντε χρόνων απ’ τις 17 οικογένειες μόνο οι 2 διέκοψαν την αναδοχή. Τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία που υιοθετούνται από ανάδοχες οικογένειες τείνουν να παίρνουν λιγότερα φάρμακα και να έχουν λιγότερες κρίσεις (οξέα επεισόδια), εύρημα εξαιρετικά σημαντικό εννοείται.

Βεβαίως δεν πρόκειται για κάποιο μαγικό πρόγραμμα, για μια θαυματουργή θεραπεία. Η έμφαση δίνεται στο να βρίσκεται ο άνθρωπος που πάσχει στο σωστό μέρος, να είναι μέλος μιας οικογένειας, μιας κοινότητας κ.ο.κ. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο ψυχολόγος του OPΖ, Wilfried Bogaerts το ζήτημα είναι να έχουν μια ζωή όσο το δυνατόν πιο “κανονική” οι ωφελούμενοι.

Εφόσον μπορούν κάνουν λοιπόν συνηθισμένα πράγματα ως μέλη της οικογένειας (θα το δείτε και στο video άλλωστε) όπως το να βγάλουν βόλτα το κατοικίδιο του σπιτιού, ή να ψωνίσουν ή να ετοιμάσουν το τραπέζι. Δεν πιέζονται όμως να ανακάμψουν, να βελτιωθούν κτλ μέσα σε προκαθορισμένα από πρωτόκολλα όρια, που δεν λαμβανουν υπόψη τις ατομικές ιδιαιτερότητες, μόνο και μόνο για να πιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος  κι αυτό είναι θετικό στοιχείο.

Αν δεν είναι σε θέση επομένως και το χρόνιο πρόβλημά τους τους εμποδίζει απ’ αυτές τις δραστηριότητες γίνεται το καλύτερο δυνατόν για τον καθένα ξεχωριστά. Τα παιδιά που ζουν στο Geel μαθαίνουν να μεγαλώνουν μαζί τους και να μην τους φοβούνται, πράγμα που στο παρελθόν προκάλεσε τον αποτροπιασμό πολλών Αμερικανών ψυχιάτρων που θεωρούσαν «τρελούς» τους γονείς που τα άφηναν κοντά τους.

Πολλή καλή δεν φαίνεται αυτή η εικόνα; Όπως το δει κανείς. Ορισμένοι ειδικοί ας πούμε, υποστηρίζουν πως έτσι οι άνθρωποι αυτοί μένουν παρατημένοι με την έννοια ότι δεν είναι παραγωγικοί (να και η καπιταλιστική πινελιά), ή δεν εξελίσσονται, δεν ανακάμπτουν στην τελική (ο όρος ανάκαμψη, recovery, μάλλον ερμηνεύεται λανθασμένα εν προκειμένω), εφόσον δεν υποβάλλονται σε εντατική θεραπεία.

Και τέλος πάντων υποστηρίζουν  άλλοι, φροντίζονται, αλλά υπό ένα καθεστώς χριστιανικής καλοσύνης. Αυτό το τελευταίο δεν μ’ απασχολεί καν να το σχολιάσω αφού απ’ το 1797, μετά τη Γαλλική εισβολή, έκλεισε το κεφάλαιο φροντίδας απ’ τους κληρικούς.

Μέχρι το 1850 ο Δήμος είχε την εποπτεία κι ακολούθως ανέλαβε ό,τι είχαν ξεκινήσει οι ίδιοι οι κάτοικοι, το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το 1948 το πρόγραμμα οικογενειακής φροντίδας τέθηκε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δημόσιας Υγείας και Πρόνοιας. Επί του παρόντος, εμπίπτει στη διοίκηση της Φλαμανδικής Κυβέρνησης.

Πρέπει να αναφέρω όμως ότι υπάρχουν και φωνές που λένε ότι δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς το συγκεκριμένο μοντέλο. Πιο συγκεκριμένα ο καθηγητής Sir Graham Thornicroft στο King’s College του Λονδίνου επισημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τα ποσοστά επανεισδοχής, τα ποσοστά ικανοποίησης, την ποιότητα ζωής, πράγματα που κανονικά θα ήθελε να έχουν αξιολογηθεί για άτομα με μακροπρόθεσμες ανάγκες.

Ενώ όμως εκπονήθηκε ένα 10ετές πρόγραμμα μελέτης στη δεκαετία του 1960, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Μέλος του ήταν κι ο Jackie Goldstein, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Samford, ο οποίος συνέχισε μόνος του την έρευνα και όπως υποστήριξε το 2005, η ζωή των ατόμων που φιλοξενούνται από ανάδοχες οικογένειες είναι αρκετά σταθερή και το 1/3 εξ’ αυτών έμενε μαζί τους για πάνω από 50 χρόνια.

Προσωπικά και χωρίς πάμπολλα δεδομένα και «αποδείξεις» μου φαίνεται ότι δεν είναι και δύσκολο να φανταστούμε το πως θα ζούσαν οι ωφελούμενοι σ’ ένα ίδρυμα ή μόνοι τους με σποραδική φροντίδα και να το αντιπαραθέσουμε με τη ζωή τους σε οικογένειες, μες την κοινότητα, όπου ανακτούν την χαμένη -στο κυρίαρχο σύστημα υγείας- ταυτότητά τους. Δεν πρόκειται για αυταπόδεικτη διαφορά στην ποιότητα ζωής για παράδειγμα;

Επιμένω βέβαια πως το άτομο με ψυχιατρική εμπειρία, στη δική του κοινότητα είναι το ζητούμενο να έχει θέση. Δεν υπάρχουν όμως πολλές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας, πέρα απ’ αυτές της κυρίαρχης ψυχιατρικής κι έτσι υπ’ αυτό το πρίσμα το μοντέλο του Geel, όντως δείχνει αξιοζήλευτο.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη πάντως κι άλλες ακόμη παραμέτρους πριν καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα και θα το κάνουμε στην επόμενη ανάρτηση, όπου και θα δούμε με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή συμμετοχής σ’ αυτό και πόσα χρήματα λαμβάνουν οι ανάδοχες οικογένειες.

.

(Συνεχίζεται)

.

.

.

.

.

.

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Νοέμβριος 9, 2018.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: