Geel: η πόλη όπου οικογένειες “υιοθετούν” ψυχικά πάσχοντες – Ένα κοινοτικό σύστημα φροντίδας που επιβιώνει αιώνες – Μέρος ΙΙΙ

.

Geel R

.

Είχαμε πει λοιπόν στην προηγούμενη ανάρτηση (που μπορείτε να βρείτε εδώ) για το θέμα, ότι θα δούμε στη συνέχεια με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή συμμετοχής σ’ αυτό το πρόγραμμα και πόσα χρήματα λαμβάνουν οι ανάδοχες οικογένειες.

Γιατί ναι, οι οικογένειες πληρώνονται για να τους φροντίζουν. Σκεφτήκατε ίσως αμέσως αμέσως πως αυτό το δεδομένο «χαλάει» την ωραία εικόνα; Για να δούμε μαζί αν είναι έτσι. Το ποσό λοιπόν που παίρνουν είναι 600 ευρώ το μήνα όπως διάβασα κάπου ή μεγαλύτερο, δηλαδή 40 ευρώ τη μέρα όπως αναφέρεται κάπου αλλού.

Θα το βρίσκατε άραγε αρκετό εσείς για να γίνετε ανάδοχοι ενός εντελώς άγνωστου ανθρώπου με ψυχιατρική εμπειρία; Θα αναλαμβάνατε μια τέτοια ευθύνη; Μακάρι, αλλά νομίζω πως λίγες, λίγοι θα ήσασταν θετικές, θετικοί σε κάτι τέτοιο και πιστέψτε με θα ήθελα να είναι αλλιώς.

Άλλωστε έχει δοκιμαστεί και στη χώρα μας πιλοτικά πριν χρόνια κάτι ανάλογο και μάλιστα δις. Αρχικά το 1989 κι αργότερα το 1998, απ’ την Ψυχιατρική Κλινική του Παν/μίου Αθηνών.  Είχαν σχεδιαστεί δέκα θέσεις και δεν θα έπρεπε όσες οικογένειες επιλεγούν να έχουν σχέση πρώτου βαθμού με τους ψυχικά πάσχοντες. Την όλη διαδικασία επέβλεπε η ΜΑΟ (Μονάδα  Ανάδοχων Οικογενειών).

Χωρίς να το αναλύσω εκτενώς, θα γράψω ότι συμπληρώθηκαν οι μισές (!) μόνο θέσεις, η ανταπόκριση ήταν ελάχιστη παρά τη γενική απεύθυνση και σχεδόν όλοι όσοι προτάθηκαν ήταν συγγενείς πρώτου ή δεύτερου βαθμού.

Χωράει συζήτηση όλο το εγχείρημα, αλλά θα γράψω ότι δεν πήγε κι άσχημα σε γενικές γραμμές. Βέβαια μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ ότι αν κάνεις «ασφαλείς» επιλογές, καλά αποτελέσματα θα έχεις και το σχόλιο μου δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα και το τονίζω και θα το δείτε και παρακάτω, αλλά κάθε πρόγραμμα που έχει ανάγκη ν’ αποδείξει την επιτυχία του για να συνεχιστεί, να χρηματοδοτηθεί, να δικαιώσει τους εμπνευστές του κτλ.

Έτσι κι αλλιώς το 2004 η αναδοχή έληξε, άρα όπως καταλαβαίνετε για κάποιους η επιστροφή σε δομές ήταν μονόδρομος. Κι αυτό αποτελεί αρνητικό σημείο ακόμη κι αν αφορά ένα μόνο άτομο κατά τη γνώμη μου, όπως τουλάχιστον διάβασα, εφόσον θεωρώ πως η αυτονόμηση θα πρέπει να επιδιώκεται. Κι η υποστήριξη κατ’ οίκον όταν είναι απαραίτητο.

Αυτό άρα είναι και το πιο κατάλληλο σημείο για να υπογραμμίσω μια βασική διαφορά: Το να μετακινείται το άτομο με ψυχιατρική εμπειρία σε κάποια οικογένεια και να ζει εκεί για χρόνια, είναι σαφώς διαφορετικό απ’ το να το υποστηρίζεται από μια οικογένεια ή μια δομή στην τελική, σε δικό του χώρο και σαφώς το δεύτερο θεωρώ σωστότερο.

Για να επιστρέψω πάντως και στα προηγούμενα, ας γράψω καταληκτικά πως δεν μ’ ενοχλεί η οικονομική διάσταση του ζητήματος, για τον ίδιο λόγο που δεν μ’ ενοχλεί να πληρώνονται οι «μητέρες» των παιδικών χωριών SOS (για να καταλάβετε την αναλογία), επειδή πιστεύω ότι από μόνο του το οικονομικό κίνητρο, όπως ίσως κι εσείς αντιλαμβάνεστε, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται και μια ανάλογη κουλτούρα που στo Geel υπάρχει ιστορικά όπως είδαμε.

Δεν μπορούσε για παράδειγμα, εκτός όλων των άλλων που ήδη αναφέρθηκαν, να γίνει ανάδοχη η κάθε οικογένεια στην πόλη όσο κι αν το ήθελε, ακόμη κι αν παραδοσιακά φρόντιζε ψυχικά ασθενείς. Χρειαζόταν από ένα σημείο και μετά, να έχει μια πιστοποίηση.

Και την έπαιρνε μόνο αν κανένα μέλος της δεν είχε ποτέ νομικό ή ηθικό πρόβλημα (εφόσον δηλαδή δεν συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο τέτοιο που να εναντιωνόταν στον ηθικό κώδικα της εποχής). Έτσι η πιστοποίηση αναδοχής έγινε λόγος υπερηφάνειας και έδειχνε ανάλογη κοινωνική θέση.

Έτσι και σήμερα υπάρχει παρόμοια διαδικασία. Οι ειδικοί «ταιριάζουν» τους πάσχοντες με τις κατάλληλες οικογένειες κι υπάρχουν ομοίως κριτήρια επιλογής και για το ποια άτομα μπορούν να ενταχτούν σ’ αυτές. Κι επιλέγονται εκείνα που έχουν ξεπεράσει την οξεία φάση της όποιας διαταραχής, που δεν είναι επιθετικά, δεν έχουν ιστορικό σεξουαλικού αδικήματος η άλλου σοβαρού ποινικού κ.ο.κ.

Να άλλο ένα σημείο αμφιλεγόμενο από ηθικής άποψης. Προσωπικά θεωρώ ότι έτσι φτιάχνεται μια  τρόπον τινά τεχνητή θεραπευτική κοινότητα, καθώς αποκλείονται οι «δύσκολες περιπτώσεις» για τις οποίες τελικά το ψυχιατρείο είναι η μόνη λύση και δεν τους δίνεται καμιά άλλη ευκαιρία. Κι όπως έγραφα και σε προηγούμενη ανάρτηση το θέμα είναι να γίνονται παντού δεκτά όλα τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία όχι σε ειδικά διαμορφωμένες κοινότητες. Αλλά…

Δεν προσπαθώ σαφώς να μειώσω τα θετικά του εγχειρήματος που είναι πάμπολλα με κανένα τρόπο, αλλά ούτε θέλω και ν’ αποσιωπήσω ζητήματα που εμένα με προβληματίζουν.

Στις διακοπές πάντως, να το αναφέρω κι αυτό, δίνεται η δυνατότητα να επιστρέψουν οι ωφελούμενοι για λίγο στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της περιοχής που τους ενέταξε απ’ την αρχή στο πρόγραμμα για να “ξεκουραστεί” η οικογένεια, αλλά αυτό συνήθως δεν γίνεται και σπάνια χωρίζονται απ’ αυτήν. Δεν το θεωρεί πρέπον η κοινωνία.

Επειδή η πόλη του Geel είναι πολύ περήφανη γι’ αυτή της την «ιδιαιτερότητα», για το ότι φιλοξενεί ψυχικά πάσχοντες, και σκηνές που κάπου αλλού θα οδηγούσαν την αστυνομία στην πόρτα κάποιου, στο συγκεκριμένο μέρος περνούν απαρατήρητες.

Ακόμη και η γλώσσα έχει αλλάξει με τρόπο τέτοιο ώστε όταν μιλούν οι ντόπιοι για τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν κάθε αρνητικό, στιγματιστικό όρο. Αναφέρονται σε κείνους ως «φιλοξενούμενους», «οικότροφους» ή «διαφορετικούς», όπως εξηγούσε σε άρθρο της εφημερίδας The Independent, ο ιστορικός και συγγραφέας Mike Jay και μην σας φαίνεται καθόλου λίγο αυτό. Οι εκκεντρικές συμπεριφορές εκεί αφήνουν αδιάφορο το σύνολο του πληθυσμού που δεν αντιμετωπίζει τους ψυχικά πάσχοντες ως επικίνδυνους.

Μπορεί να μην έχουν όλοι βέβαια στο Geel, την εξαιρετική τύχη του Jefkae που όπως σας εξήγησα στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου (το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ) φροντίζεται απ’ την Maria ακόμη, ωστόσο εξασφαλίζεται τουλάχιστον μια κατά το δυνατόν “καλή και κανονική” ζωή γι’ αυτούς. Επομένως μέχρι να υπάρξουν κι άλλα στοιχεία, μπορώ παρά να πω ότι μοιάζει αρκετά ικανοποιητικό αυτό το μοντέλο.

Αυτός προφανώς είναι κι ο λόγος που αντιγράφεται αιώνες τώρα. Νέα προβλήματα όμως αναδύονται με το πέρασμα του χρόνου και ίσως να μην μπορέσει να επιβιώσει, καθώς πολλές οικογένειες πια μετακινούνται σε μεγαλύτερες πόλεις, εγκαταλείπουν τις αγροτικές εργασίες, έχουν άλλες ασχολίες κτλ.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στο Geel ζούσαν με οικογένειες 3.736 άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία, το 2006 μόνο 460 και σήμερα όπως ήδη ανέφερα, 205. Ακόμα πιο δυσοίωνο είναι το γεγονός ότι κανένα απ’ τα παιδιά ή τα εγγόνια των αναδόχων, δεν ακολουθεί το παράδειγμά τους.

Το OPZ (Psychiatric Care Centre) πιστεύει πως αν το ποσό που δίνεται αυξηθεί, θα προσελκυστούν νέες οικογένειες. Για να δούμε… Έτσι κι αλλιώς θα το παρακολουθώ το θέμα κι αν γίνει, θα σας πω. Εντωμεταξύ ίσως μιλήσουμε σύντομα και για κάτι ανάλογο που συμβαίνει στην Ιταλία, αλλά και για τη νέα προσπάθεια που γίνεται στη χώρα μας.

Τον επίλογο όμως θα τον αφήσω στον ιστορικό και συγγραφέα, Mike Jay, που μου θύμισαν τα λόγια του αυτά που τόνιζε ο αείμνηστος Γιώργος Γιαννουλόπουλος.

Είπε λοιπόν ο κύριος Jay, ότι περιμένουμε η φροντίδα της ψυχικής υγείας να μην αποτελεί πρόβλημα δικό μας, αλλά να είναι θέμα των γιατρών και των ψυχιάτρων. Ενώ, μας αφορά όλους.-

.

.

Πηγές:

-‘Care BnB’- the town where mentally ill people lodge with locals

The Legend and Lessons of Geel, Belgium: A 1500-Year-Old Legend, a 21st-Century Model

Henck P. J. G. van Bilsen, Lessons to be learned from the oldest community psychiatric service in the world: Geel in Belgium

For Centuries, A Small Town Has Embraced Strangers With Mental Illness

Saint Dymphna

The city where residents have been taking mentally ill people into their homes for hundreds of years

Eugeen Roosens, Lieve Van De Walle, Oliver W. Sacks, Geel Revisited after Centuries of Rehabilitation, Paperback, 2007

Περιοδικό «Ψυχιατρική», Τεύχος 16 (σελ. 217-225), 2005

.

.

.

.

Advertisements