Για να μάθω να ‘μαι εγώ: To Video Clip του τραγουδιού μας

Και να, που πριν φύγει ο χρόνος, τώρα που μ’ έναν τρόπο καλώς ή κακώς όλοι μας μετράμε «κέρδη» και «ζημιές», νίκες και ήττες κάθε είδους, απώλειες μα και μικρές χαρές, ήρθε η στιγμή να γιορτάσουμε κι εμείς. Ο Χρήστος Δάβρης δηλαδή κι η γράφουσα. Εκείνος που συνέθεσε την τόσο όμορφη μουσική αυτού του τραγουδιού που ερμηνεύει μοναδικά κι εγώ που ακούω τους στίχους μου με τη φωνή του.

Κι αυτό γιατί τώρα έχουμε έναν παραπάνω λόγο: το τραγούδι ανέβηκε πια με το επίσημο video clip του στο youtube. Ο Χρήστος έγραψε το σενάριο κι η σκηνοθεσία έγινε απ’ τον ίδιο και τον Χρήστο Ανδρόπουλο. Απ’ την πρώτη στιγμή που μου το έστειλε του είπα με μεγάλο ενθουσιασμό πόσο μου άρεσε η όλη αισθητική του, το ότι είναι ασπρόμαυρο και εικονοποιεί όσα γράφω, την ιστορία δηλαδή που διηγούνται οι λέξεις μου.

Βρήκα υπέροχη επίσης, την πρωταγωνίστριά του, την Κατερίνα Σκουτέλη. Τόσο καθαρό το βλέμμα της… Το είπα μάλιστα και σε φίλες και φίλους πριν κυκλοφορήσει κι επειδή είναι γνωστή η αυστηρότητά μου το μόνο σίγουρο είναι πως το εννοώ ότι το χαίρομαι, έτσι που το παρακολουθώ το video ολοκληρωμένο. Κι όχι μόνο εγώ προφανώς…

Γιατί όσο οικτίρω τους ζηλόφθονους, τόσο κι άλλο τόσο εκτιμώ τους γενναιόδωρους Ανθρώπους, που όντας χορτάτοι απ’ τις δικές τους επιτυχίες ολόψυχα χαίρονται με τις χαρές των άλλων και στηρίζουν τα δικά τους εγχειρήματα. Κι εσείς μαζί μας είστε πολύ γενναιόδωροι. Αυτό δείχνουν τα views του τραγουδιού, τα like σας, τα σχόλιά σας και τα προσωπικά σας μηνύματα.

Αν και το τραγούδι ανέβηκε στο youtube παραμονή Χριστουγέννων και κάποιες, κάποιοι δεν το πήρατε ακόμη είδηση, όσες, όσοι το είδατε αμέσως, το ανεβάζετε κάθε μέρα και ψηλότερα και χαιρόμαστε πολύ γι’ αυτό. Αυτή τη στιγμή που πληκτρολογώ βλέπω τα στατιστικά του και χαμογελάω. Πριν προλάβουμε να πανηγυρίσουμε για τα 5οο views, ανεβήκαμε στα 1000, περάσαμε τα 1500. Και συνεχίζουμε…

Είναι παράξενος κι ο «ρόλος» του ανθρώπου που γράφει στίχους και τους ακούει μετά να τραγουδιούνται, εδώ που τα λέμε. Ο δικός μου σίγουρα. Κάτι με διακινεί κατά καιρούς και σημειώνω ιδέες, φράσεις, ενώ μπορεί για μήνες να μην συμβεί κάτι τέτοιο. Υπάρχουν έτσι διάφορα τραγούδια στο αρχείο μου που ξέρω πως εκ των πραγμάτων δεν θα κυκλοφορήσουν όλα, αδυνατώ να προβλέψω τι θα γίνει ακόμη κι αν κάποια επιλεγούν κ.ο.κ.

Κι άλλα γεννιούνται για να τα πει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος και τα γράφω, ακούγοντας τον ξανά και ξανά. Το «Για να μάθω να ‘μαι εγώ» σ’ αυτή την κατηγορία τη δεύτερη ανήκει. Γράφτηκε ειδικά για τον Χρήστο μαζί με κάποια ακόμη. Γιατί έχει αυτή τη σπουδαία Φωνή που μπορεί να πάει μακριά ένα τραγούδι κι είναι ένας άνθρωπος που έμπρακτα σέβεται τους συνεργάτες του. Κι αυτό δεν είναι δεδομένο, μη νομίζετε.

Αφού εκείνος λοιπόν τα διάβασε όλα, διάλεξε αυτό απ’ την πρώτη στιγμή. Όχι πως δεν έχουμε κι άλλα ετοιμάσει, όμως με το συγκεκριμένο ξεκίνησε η συνεργασία μας. Γιατί το πιστεύει το περί ου ο λόγος τραγούδι, όπως μου έχει πει πολλές φορές. Ενδιαφέρθηκε πάρα πολύ να καταλάβει κάθε φράση και λέξη μου. Το ‘κανε δικό του, όπως λέμε, το έπαιζε εδώ και καιρό στα live του και συγκινήθηκα πολύ που άκουσα τον κόσμο να το τραγουδάει όσες φορές τον είδα επί σκηνής, παρέα με την Κέλλυ. Ο Χρήστος κατάφερε να το «περάσει» στο κοινό του, με τη βοήθεια των μουσικών του που τους εμπιστεύεται απόλυτα και πολύ καλά κάνει.

Τους παρακολουθούσα διακριτικά κι εκείνους όσο το έπαιζαν με κέφι και με πάθος. Πιο εύκολο μου ήταν να διακρίνω τα αδέρφια, τον Μιχάλη Σκουτέλη δηλαδή στα τύμπανα και τον Θανάση Σκουτέλη στο μπάσο. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Χρήστος έχει επιλέξει στη σύνθεση του τραγουδιού να υπάρχει εκτός από λύρα και γκάιντα. Τα όργανα αυτά παίζουν αντίστοιχα ο Ανδρέας Αρβανίτης κι ο Δημήτρης Μπάκος με τους οποίους εμφανίζεται σε διάφορους χώρους.

Περιττό να πω ποιος είναι στο λαούτο, έτσι; Μ’ όλα αυτά τα ηχοχρώματα λοιπόν που έχει το τραγούδι και με τον τρόπο που το ερμηνεύει ο Χρήστος, είναι να μη γυρίζει η καρδιά στο Νότο; Κι έτσι μερικά απ’ τα αξέχαστα γλέντια στη Μεγαλόνησο είναι σαν να τα ξαναζώ.

Αν υπάρχει κάτι -σκεφτόμουν προφανώς όταν το έγραφα-, που καταφέρνει να μας κάνει να αισθανθούμε ολόκληροι, ολόκληρες, όσα αιχμηρά συντρίμμια κι αν έχουμε μέσα μας, δεν μπορεί παρά να είναι ο έρωτας. Ο έρωτας μας κάνει να θέλουμε ν’ ανοίξουμε κάθε κλειδωμένο κομμάτι του είναι μας, μας οδηγεί να μοιραστούμε κάθε απωθημένη σκέψη, να πάρουμε το ρίσκο να φανερώσουμε τα κρυμμένα μας, να δείξουμε ποιες, ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε. Ο έρωτας μας κάνει γενναίους και άφοβους, μας βγάζει απ’ τα σκοτεινά μας βάθη και μας εμποτίζει με μια δύναμη πρωτόγνωρη. Κι ευτυχώς που το κάνει…Ευτυχώς.

Τέτοιους έρωτες να ζήσετε λοιπόν, σας εύχομαι στο χρόνο που έρχεται. Έρωτες που θα σας ωθήσουν ψηλά, που θα σας κάνουν να θελήσετε ν’ αφήσετε το δικό σας στίγμα στον κόσμο. Έρωτες που θα σας κάνουν να χαμογελάτε και να ξεκινάτε τη μέρα σας δυνατές, δυνατοί κι ετοιμοπόλεμοι, ετοιμοπόλεμες απέναντι σ’ όλα τα προβλήματα που θα έχετε ν’ αντιμετωπίσετε και που σίγουρα δεν θα είναι λίγα.

Έναν τέτοιο έρωτα φαίνεται πως ζει και η αγαπημένη μου μικρή ξαδερφούλα, η Μένη, που βάζει το τραγούδι στο προφίλ του πιο δικού της Ανθρώπου και του το αφιερώνει και με συγκινεί. Τέτοιους Ανθρώπους εύχομαι να βρείτε κι εσείς.

Είναι τόσο όμορφο που στηρίζετε το τραγούδι μας και μοιράζεστε τη χαρά μας. Κι έτσι γίνεται και δική σας η χαρά, και δική σας η γιορτή και δικό σας το τραγούδι. Σας ανήκει, όσο μας ανήκει. Όσο ανήκει και στους συντελεστές που συμμετείχαν, στους μουσικούς, στους ηχολήπτες του Studio 133 και στους ανθρώπους πίσω και μπροστά απ’ τις κάμερες. Όσο ανήκει και σε σας που δεν γνωρίζουμε αλλά ταυτιστήκατε μαζί του. Που το τραγουδάτε κι ένα πρόσωπο έχετε στο νου σας. Οι ευχές μας λοιπόν, κοντά σας. Να είστε καλά… Σας Ευχαριστούμε για όλα.-




Advertisements

Sonita Alizadeh: Μια νεαρή Αφγανή ακτιβίστρια που ραπάρει με κάθε κόστος

Υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που μου προτάθηκε, όπως και σε μερικούς ακόμη ανθρώπους, να πάω στο Αφγανιστάν. Οι συγκυρίες δεν ήταν με το μέρος μου. Κι έτσι εγώ έμεινα στην Αθήνα κι η Ε., ο Γ. κι ο Γ. πήγαν. Η Ε. γύρισε φέρνοντας μου ένα αναμνηστικό, μας διηγήθηκε διάφορες ιστορίες για τις πίτες με τα παράξενα ..συστατικά που κερνάνε εκεί οι ντόπιοι, για τους φυλάρχους και την επιρροή τους ανά περιοχή και βέβαια μας έδειξε πολλές φωτογραφίες. Δεν ήταν απ’ αυτές που μπορώ να ξεχάσω, οι συγκεκριμένες. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει νόημα να σας γράψω για να καταλάβετε προς τι αυτή η εισαγωγή, είναι πως επειδή δεν πήγα, από τότε διαβάζω σχεδόν ό,τι πέσει στα χέρια μου για τη χώρα, βλέπω σχετικά ντοκιμαντέρ κτλ.

Έτσι λοιπόν, ξέρετε τώρα, γιατί είδα κι αυτό που σας παρουσιάζω, πριν λίγες μέρες. Αλήθεια, μπορείτε να το διανοηθείτε πως υπάρχει ένα κορίτσι που κατάγεται απο ‘κει και ραπάρει, ξέροντας έστω λίγα πράγματα για τη θέση των γυναικών σ’ αυτή τη χώρα; Αν έχετε δει την ταινία «Η πέτρα της υπομονής» που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι (μτφ: Ασπασία Σιγάλα, εκδόσεις “Ψυχογιός”, 2009) ή το είδατε στο θέατρο όταν το ανέβασε ο Γιώργος Νανούρης , σίγουρα θα δυσκολεύεστε να το πιστέψετε. Πολλά πράγματα έγραψε άλλωστε και στο δικό της βιβλίο η Όσνε Σέιρσταντ (δημοσιογράφος και συγγραφέας), που έχει τίτλο «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ» (μτφ: Άννα Παπαφίγκου, εκδόσεις “Κριτική”, 2003.). Στο Αφγανιστάν φαίνεται πως τα κορίτσια δεν είναι αγαπημένα ούτε απ’ τους ίδιους τους τους γονείς. Όχι πως δεν θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά οι περισσότερες μαρτυρίες αυτό δείχνουν:

“Την περίοδο του αρραβώνα μας, δεν ήξερα τίποτα για τους άντρες. Δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή του ζευγαριού. Τίποτα πέρα από τους γονείς μου. Και τι ωραίο παράδειγμα! Το μόνο που ενδιέφερε τον πατέρα μου ήταν τα ορτύκια του, τα ορτύκια του για τους αγώνες. Τον έβλεπα συχνά να φιλάει τα ορτύκια του, αλλά ποτέ τη μητέρα μου ή εμάς τα παιδιά του. Ήμασταν επτά. Επτά κορίτσια χωρίς στοργή”, γράφει για την ηρωίδα του ο Ατίκ Ραχίμι που προανέφερα.

Τα ορτύκια τυγχάνουν μεγάλης προσοχής καθώς οι ορτυκομαχίες που ήταν απαγορευμένες απ’ τους Ταλιμπάν για μια πενταετία, επιτράπηκαν ξανά κι  έτσι όπως γράφει η Όσνε Σέιρσταντ οι ενδιαφερόμενοι «μπορούν τώρα ν’ απολαύσουν και πάλι το πάθος τους, να παρακολουθούν δυο πουλιά να ραμφίζουν το ένα το άλλο μέχρι θανάτου». Όσο για τα κορίτσια, αυτά τα προσέχουν πολύ οι γονείς μόνο όταν φτάνουν, κατά τη γνώμη τους πάντα, σε ηλικία γάμου. Και τότε, σημασία έχει πόσα χρήματα θα φέρουν ως νύφες προς πώληση, ώστε να μπορούν με τη σειρά τους τα αδέρφια τους, οι άλλοι άντρες της οικογένειας, να παντρευτούν. Κι αυτό είναι που άρχισε να καταγγέλλει η Sonita ραπάροντας. Για να σας παραθέσω όμως ένα ακόμη απόσπασμα απ’ την «Πέτρα της υπομονής» για να πάρετε μια ιδέα:

“Η μητέρα σου, με το τεράστιο στήθος της, ήρθε στο σπίτι μας για να ζητήσει το χέρι της μικρότερης αδερφής μου. Δεν ήταν σειρά της να παντρευτεί. Ήταν η δική μου σειρά.Και η μητέρα σου απλώς απάντησε: Εντάξει, δεν πειράζει, θα είναι αυτή λοιπόν, δείχνοντας με το παχουλό της δάχτυλο προς την κατεύθυνσή μου ενώ σέρβιρα το τσάι. Πανικοβλήθηκα και μου ‘πεσε η τσαγιέρα”. Κρύβει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες της. Από ντροπή, ή για να διώξει την εικόνα της πεθεράς της που πρέπει να την περιγελούσε εκείνη τη στιγμή.“Εσύ δεν έχεις ιδέα. Ο πατέρας μου, που αυτό περίμενε, δέχτηκε δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Διόλου δεν τον ένοιαζε ότι ήσουν απών. Ποιος ήσουν πραγματικά; Κανείς δεν ήξερε. Για όλους εμάς δεν ήσουν παρά ένα όνομα ο Ήρωας. Κι όπως όλοι οι ήρωες, απών». 

Μικρή σημασία έχει λοιπόν ποιος είναι ο γαμπρός, πόσο ετών είναι ή ακόμη αν θα παρευρίσκεται στον γάμο, όπως ήδη διαβάσατε. Το θέμα είναι να δίνει το απαιτούμενο ποσό. Αν το δίνει, το παίρνει το κορίτσι. Και μια τέτοια «τύχη» περίμενε τη Sonita, που γινόταν τότε 15 ετών κι είχε ήδη γλυτώσει απ’ το γάμο στα 10 της. Η τιμή της είχε οριστεί στα 9.000 δολάρια κι η μητέρα της πήγε να της το ανακοινώσει. Γεννημένη στο Αφγανιστάν, η μικρή, κατέφυγε στο Ιράν όταν οι Ταλιμπάν σκότωσαν ένα απ’ τα αδέρφια της κι απείλησαν την οικογένειά της. Χωρίς επίσημα έγγραφα, χωρίς χαρτιά δηλαδή, μαζί με μία απ’ τις μικρές της αδερφές και την ανιψιά της βρέθηκε σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στην Τεχεράνη, όπου δούλευε ως καθαρίστρια και παράλληλα τη δίδασκε μια γυναίκα που τη συμπόνεσε καθώς δεν είχε το δικαίωμα να φοιτήσει σε σχολείο. Οι υπεύθυνες του καταυλισμού την βοήθησαν όσο μπορούσαν, αλλά δεν γίνεται να τραγουδάς δημόσια  στο Ιράν. Απλώς δεν γίνεται. Απαγορεύεται απ’ την κυβέρνηση, είναι παράνομο, με βάση τους θρησκευτικούς νόμους και είναι πράξη που διώκεται ποινικά. Είναι αδιανόητο κι ανήθικο για ένα κορίτσι. Πόσο μάλλον το να ραπάρεις… Με όσα σας έχω γράψει ήδη για τη χώρα αυτή εδώ κι εδώ, έχετε πια εικόνα, του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα.


Σ’ αυτή τη φάση τη βοήθησε πολύ η Rokhsareh Ghaemmaghami που γύριζε το ντοκιμαντέρ αυτό επί 3 χρόνια, αφού η μητέρα της Sonita, αν και με τον ίδιο τρόπο είχε παντρευτεί, δεν έδειχνε συμπόνοια για την κόρη της παρά τις συνεχείς προσπάθειες που έκαναν οι γυναίκες του καταυλισμού προσφύγων, να την μεταπείσουν. «Έτσι είναι η παράδοσή μας» έλεγε. Κι αναγκάστηκε να δράσει η Ghaemmaghami που βρήκε τη Sonita μέσω ενός ξαδέρφου της, προοδευτικού άντρα, κοινωνικού λειτουργού, που πίστευε πως η μικρή έχει ενδιαφέρον. Η μητέρα εισέπραξε 2000 δολάρια απ’ τη σκηνοθέτρια με την υπόσχεση ν’ αφήσει ήσυχη για 6 μήνες την κόρη της κι αναχώρησε. Να που μερικές φορές αντί να είναι κάποια, κάποιος απλός παρατηρητής, μπορεί να επέμβει, να πάρει θέση και ν’ αλλάξει τη ροή των γεγονότων.

Η σκηνοθέτρια έστειλε το video clip της Sonita στο εξωτερικό και το κορίτσι κέρδισε όχι μόνο βραβεία, αλλά και μεγάλη προσοχή. Ήρθε μια σημαντική πρόταση για υποτροφία στη Γιούτα των ΗΠΑ, και αν ήθελε να την εκμεταλλευτεί έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Έπρεπε να φύγει για να μπορέσει να γλυτώσει απ’ τη μοίρα που την περίμενε, για να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, να δει το άστρο της στη μουσική ν’ ανατέλλει. Έπρεπε ν’ απελαθεί δηλαδή απ’ το Ιράν για να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, να προσπαθήσει να πάρει πιστοποιητικό γέννησης στην επικίνδυνη ακόμη Καμπούλ, να καταθέσει τα χαρτιά της για διαβατήριο και να εύχεται να σταθεί τυχερή.

Στο τραγούδι της «Brides for Sale» λέει:  «Φωνάζω για να αντισταθμίσω τη διάρκεια της σιωπής των γυναικών». Κι είναι πολύχρονη αυτή η σιωπή. Στο βιβλίο της Όσνε Σέιρσταντ μαθαίνουμε ότι: «Ελάχιστες γυναίκες στην Καμπούλ έχουν βγάλει την μπούρκα την πρώτη ελεύθερη άνοιξη, και οι περισσότερες δεν γνωρίζουν ότι οι προγιαγιάδες τους, οι Αφγανές γυναίκες του προηγούμενου αιώνα δεν γνώριζαν αυτό το ένδυμα. Η μπούρκα καθιερώθηκε την εποχή της βασιλείας του Χαμπιμπουλάχ, από το 1901 μέχρι το 1919. Υποχρέωσε τις 200 γυναίκες που αποτελούσαν το χαρέμι του να φοράνε την μπούρκα για να μην προκαλούν άλλους άντρες με τα όμορφα πρόσωπά τους, όταν βρίσκονταν έξω από τις πόρτες του χαρεμιού. Αυτά τα πέπλα που κάλυπταν τα πρόσωπα του  χαρεμιού ήταν φτιαγμένα από μετάξι και είχαν πάνω τους όμορφα κεντήματα. Οι πριγκίπισσες του Χαμπιμπουλάχ φορούσαν μπούρκες κεντημένες με χρυσή κλωστή. Μ’ αυτό τον τρόπο η μπούρκα καθιερώθηκε ως ένδυμα της αστικής τάξης, για να προστατεύει τις γυναίκες από τα βλέμματα του λαού. Στη δεκαετία του ‘50 το έθιμο είχε διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα, αλλά η χρήση του κυριαρχούσε στους πλούσιους». Έκτοτε όλες σχεδόν  φορούν μπούρκα. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Κι όμως κάποτε το Αφγανιστάν ήταν εντελώς διαφορετικό. Μπορείτε για παράδειγμα να το φανταστείτε ως τον προορισμό χίπυς; Κι όμως ήταν. Τα γράφει αυτά στο βιβλίο της η Όσνε  Σέιρσταντ.

Έχει σημασία να γράψω μερικά πράγματα όμως και για τη γυναίκα που γύριζε αυτό το βραβευμένο στο φημισμένο Φεστιβάλ του Sundance ντοκιμαντέρ, μιας κι είναι Ιρανή και πρόσφατα έγραψα πολλά για τα προβλήματα των ανθρώπων που ασχολούνται με τη συγγραφή βιβλίων, με καλλιτεχνικές δραστηριότητες γενικότερα εκεί. Εξηγεί σε συνέντευξή της που μπορείτε να βρείτε εδώ (κι από ‘κει δανείστηκα και τη φωτογραφία της Sonita που βλέπετε στην κορυφή) πως και στη χώρα της σε κάποιες αγροτικές περιοχές γίνονται τέτοιοι καταναγκαστικοί γάμοι, αλλά όχι στην έκταση που συμβαίνει στο Αφγανιστάν. Κι αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή για την οποία κι εγώ έγραψα στην ανάρτησή μου, για κείνη πού γύρισε το 1960 ένα σπουδαίο φιλμ, το πρώτο Ιρανικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε ποτέ από γυναίκα, τη συγγραφέα και σκηνοθέτρια, Forough Farrokhzad. Ο τίλος του ήταν «The House Is Black» (1962). Είδατε που όταν κάποιες ανοίγουν το δρόμο, ακολουθούν κι άλλες; Αυτό κρατάω για το τέλος. Αυτό… Κι αν αναρωτιέστε τι έγινε στη συνέχεια η Sonita κι αν τα κατάφερε να ξεφύγει, δείτε το ντοκιμαντέρ για να μάθετε.

.

Berggrasse 19: Στο γραφείο του Freud στη Βιέννη – Sigmund Freud Museum (Μέρος Α’)

Ελάχιστους δρόμους έχω υπόψη μου στη Βιέννη. Κι αυτούς κυρίως απ’ τις λογοτεχνικές τους αναφορές. Υπάρχει ωστόσο και μια οδός της οποίας θυμάμαι και τον αριθμό του κτηρίου και δεν είναι άλλη απ’ την Berggrasse. Κι ο λόγος είναι απλός. Επειδή στο νούμερο 19 βρισκόταν κάποτε το γραφείο του Sigmund Freud και σήμερα στεγάζεται το Μουσείο που φέρει τ’ όνομά του.

Ξαφνιάστηκα είν’ η αλήθεια διαπιστώνοντας πόσο μικρός είναι αυτός ο δρόμος (φανταζομουν πως θα έβλεπα μια λεωφόρο), σ’ αντίθεση με το μεγάλο όνομα του πατέρα της ψυχανάλυσης, εκείνο το πρωί του Ιούλη που στην πόλη έκανε πολλή ζέστη κι ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σαν να μην είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα μόλις. Ήμουν προετοιμασμένη μάλιστα για μεγάλη αναμονή, μιας και γνωρίζω πόσος κόσμος επισκέπτεται αυτό το χώρο και βλέποντας ήδη αρκετούς ανθρώπους να περιμένουν υπομονετικά στα παγκάκια απ’ έξω, δεν πτοήθηκα αλλά σκέφτηκα πως θ’ απολαύσω τη μέρα ώσπου να μπω. 

Τελικά όμως δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Μέχρι να βγάλω τις φωτογραφίες που βλέπετε, προσπαθώντας να μην φαίνονται οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί και να διαβάσω τι έλεγαν οι επιγραφές στα γερμανικά, μου άνοιξαν να μπω. Προσπαθούν οι υπεύθυνοι να μην υπάρχει συνωστισμός για να βλέπουν όσες, όσοι είναι εκείνη τη στιγμή το χώρο με την άνεσή τους και πολύ καλά κάνουν. Άρχισα λοιπόν ν’ ανεβαίνω τη σκάλα, αυτήν με το σκούρο καφέ ξύλο, και θέλοντας και μη, αναρωτήθηκα τι να σκεφτόταν τότε κι εκείνος όταν έμπαινε αλλά κι όταν έβγαινε απ’ αυτό το χώρο, όπου έζησε κι εργάστηκε απ’ το 1891 ως το 1938.


Τους ασθενείς που τον περίμεναν ίσως, τη σύζυγό του Μάρθα, τα παιδιά,τις θεωρίες που κατέκλυζαν το μυαλό του, τους συναδέλφους του; Έχω γράψει αυτή κι αυτή κι αυτή την ανάρτηση για κείνον κι αποσπάσματά τους ερχόταν στο νου μου. Πληροφορίες σκόρπιες αλλά και πολύ συγκεκριμένες απ’ την άλλη. Το βλέμμα μου περιπλανιόταν στα μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε κήπο κι ήταν τόσο παράξενη αυτή η εικόνα εκείνης της στιγμής,  το τόσο φως, ενώ τα βήματά μου με οδηγούσαν πίσω στο χρόνο. Στη Βιέννη της δικής του εποχής. Εκείνης της εποχής που της ταίριαζε το σκούρο ξύλο. Της τόσο συντηρητικής που τη σκανδάλιζε με τα γραπτά του και τις ομιλίες του.

Και κάπως έτσι έφτασα μπροστά στην είσοδο και χαμογέλασα βλέποντας το κουδούνι με τ’ όνομά του. Να που μερικές πόρτες τις περνάει κάποια, κάποιος στη ζωή του. Έρχεται η στιγμή. Κι όταν εκείνος θα έφτανε θα έβγαζε το καπέλο του κι ίσως να είναι αυτό που βλέπετε παραπάνω, αυτό που σε τόσες δικές του φωτογραφίες φοράει. Θα κρεμούσε το πανωφόρι του (θυμήθηκα ότι ο βιογράφος του Έρνεστ Τζόουνς είχε αφηγηθεί πως δεν απέκτησε ποτέ περισσότερα από τρία κουστούμια και τρία ζευγάρια παπούτσια στη ζωή του), το μπαστούνι  του, θ’ άφηνε την ομπρέλα του πιθανόν, απαραίτητη σ’ αυτή την πόλη με τον κυκλοθυμικό καιρό και με την βαριά του τσάντα στο χέρι, θα κατευθυνόταν προς το γραφείο του. Το ντιβάνι του κι οι ασθενείς του τον περίμεναν. Τι συνέβαινε μετά, θα το μάθετε την επόμενη φορά.

.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

.

*Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στο flickr.

.

.

Αυστριακή Πινακοθήκη: Österreichische Galerie Belvedere – Egon Schielle (Μέρος Γ’)

Egon Schiele – Death and the Maiden (1915)

Στο Belvedere λοιπόν όπως σας έλεγα στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος που θα βρείτε εδώ, μπορείτε να δείτε όχι μόνο τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του Κlimt όπως ήδη σας έχω αναφέρει, αλλά και μεγάλες συλλογές έργων των Egon Schiele και Oskar Kokoschka.

Όσες, όσοι μάλιστα έχετε διαβάσει το βιβλίο του Μάριο Βάργκας Λιόσα με τίτλο «Τα τετράδια του Δον Ριγοβέρτο», θα παρατηρήσετε πιστεύω με μεγαλύτερο ενδιαφέρον τους πίνακες του πρώτου. Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει πολλές πληροφορίες που τον αφορούν, αφού με έναν ευρηματικό τρόπο ο καλλιτέχνης πρωταγωνιστεί σ’ αυτό.

Egon Schiele – Mutter mit zwei Kindern III.

Ομολογώ όμως πως εγώ βρίσκω ενδιαφέροντα και συγκινητικά άλλα έργα του κι όχι εκείνα που χαρακτηρίζονταν ήδη απ’ την εποχή του πορνογραφικά και για τα οποία ο ίδιος έγραψε στο ημερολόγιό του: «Δεν αρνούμαι πως έχω κάνει σχέδια κι υδατογραφίες ερωτικής φύσης. Αλλά είναι πάντα έργα τέχνης. Δεν υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν κάνει ερωτικές ζωγραφιές;» Παρ’ όλα αυτά, να διευκρινίσω πως με βρίσκει μάλλον σύμφωνη η γνώμη του Jonathan Jones που έγραψε σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian: «Ο Schiele .. είναι ένας φεμινιστής που θέτει τις γυναίκες στο κέντρο της τέχνης. Είναι ένας εραστής, όχι κάποιος που τις μισεί…». Έτσι τον αντιλαμβάνομαι κι εγώ και θεωρώ πως τον αδικεί μάλιστα η όλο και πιο αυξανόμενη προσοχή του κοινού (που φτάνει στα όρια της ηδονοβλεπτικής περιέργειας), μόνο επί των συγκεκριμένων έργων.

Τα έργα, τα οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, έτυχαν τότε γενικής κατακραυγής απ’ το σύνολο σχεδόν της συντηρητικής Βιεννέζικης κοινωνίας (που είχαν βαλθεί ως φαίνεται κι άλλοι, σαν τον Freud, να σκανδαλίσουν), θεωρήθηκαν εκφυλισμένα. Καθώς ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε  και παιδιά που θεωρούνταν παραβατικά, χωρίς ή με ελάχιστα ρούχα, σε προκλητικές πόζες, βρέθηκε στη φυλακή μετά από μια παράξενη κατηγορία για απαγωγή κι αποπλάνηση για την οποία αθωώθηκε μεν, αφού είχε εκτίσει 24 μέρες έγκλειστος, αλλά με την αυστηρή οδηγία να μην εκθέτει πλέον σε χώρους που μπορεί να είναι προσβάσιμοι από ανηλίκους. Φαίνεται πως αυτό το γεγονός, τον επιβάρυνε πολύ ψυχικά κι ήταν φυσικό να συμβεί.

Egon Schiele – Publisher Eduard Kosmack (1910)

Αυτά που μου τράβηξαν εμένα την προσοχή λοιπόν, στην Αυστριακή Πινακοθήκη, δεν απεικόνιζαν γυμνά σώματα, κοριτσιών, γυναικών ή αντρών. Τα τόσο βασανισμένα, συχνά, δάχτυλα των μορφών που απεικόνισε στους πίνακές του με γοήτευσαν, τα ταλαιπωρημένα, επιμηκυμένα, πληγωμένα, γδαρμένα άκρα.  Τα γεμάτα ένταση, πυρετώδη μάτια, μαγνήτισαν το δικό μου βλέμμα κι όσο για την ερημιά των σπιτιών του, των πόλεων χωρίς φόντο, απ’ όπου οι άνθρωποι απουσιάζουν, δε γίνεται να μη σε κάνουν ν’ αναρωτηθείς για τον ψυχισμό του. 

Αν όμως δεν γνωρίζετε πολλά για τη σύντομη και πολυτάραχη ζωή του ανθρώπου που ήταν πολύ κοντά με τον Klimt  (φίλος και προστατευόμενός του) κι έφυγε απ’ τη ζωή τόσο νέος (στα 28 του χρόνια), αξίζει να σας γράψω κάποια στοιχεία, μιας και φέτος τον Οκτώβριο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια απ’ το θάνατό του  (πέθανε με λίγους μήνες διαφορά απ’ τον μέντορά του). Έτσι στη Βιέννη κι άλλα Μουσεία, εκτός απ’ το Belvedere, έκαναν αφιερώματα στο έργο του. Μερικά όπως αυτό , της Albertina, από πέρυσι μάλιστα και θα δείτε στο σύνδεσμο πλήθος έργων του.

Egon Schiele – The family (Crouching House, 1918)

Θα παραλείψω πάντως τα τυπικά βιογραφικά στοιχεία που μπορείτε να βρείτε κι αλλού και θα σταθώ σε κάποια που θεωρώ πως έχουν μεγαλύτερη σημασία και καθόρισαν το έργο του. Ως παιδί λοιπόν, συνήθιζε να ζωγραφίζει βαγόνια κι ατμομηχανές στη μικρή παραδουνάβια πόλη, κοντά στην Βιέννη όπου και μεγάλωσε, επειδή ο πατέρας του ήταν υπάλληλος των Σιδηροδρόμων κι είχε εύκολη πρόσβαση σε τέτοιους «καμβάδες».

Τον έχασε όμως από σύφιλη στα 15 του χρόνια κι αυτό το γεγονός σημάδεψε «βαθιά την ανήσυχη ψυχή του Σίλε, του οποίου η σπαρακτική ευαισθησία θα ξεγυμνώσει το εύθραυστο του ανθρώπου μπροστά στα ιδεοληπτικά θέματα του θανάτου και της ενοχής», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο σχετικός τόμος του ArtBook των εκδόσεων Electa. Ο καλλιτέχνης είχε δει ήδη βιώσει κι άλλους δύο θανάτους: μία απ’ τις αδερφές του πέθανε σε ηλικία 10 ετών κι ο αδερφός του επίσης, πριν δει το φως της μέρας. Ας λάβουμε υπόψη επίσης ότι ανδρώθηκε στην ​​Βιέννη που ήταν τότε η πρωτεύουσα της αυτοκτονίας»: οι Ludwig Boltzmann, Otto Mahler, Richard Gerstl, Georg Trakl ή Otto Weininger, είχαν βάλει τέλος στη ζωή τους.

Egon Schiele – Reinerbub, The Reiner boy (1910)

Στα 16 του έγινε δεκτός ως ο νεότερος μαθητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, αλλά ασφυκτιούσε στο περιβάλλον της κι έτσι πήγε να βρει το 1908, τον Gustav Klimt, για να του δείξει έργα του και να μάθει τη γνώμη του γι’ αυτά. Ο Klimt όχι μόνο τον ενθάρρυνε απ’ την πρώτη στιγμή, αλλά έμπρακτα του έδειξε πολλές φορές την εύνοιά του και τον στήριξε σε κάθε βήμα. Ο ένας επηρέασε τον άλλο με τον τρόπο του κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα πολύ κατατοπιστικό άρθρο για το πως φαίνεται αυτό στους πίνακες και των δυό τους. Ποιες είναι οι συγκλίσεις τους και ποιες οι αποκλίσεις τους δηλαδή.

Ακολούθησε η φυλάκισή του, μια τόσο τραυματική εμπειρία όπως ήδη θα καταλάβατε, ο γάμος του, η κατάταξή του 4 μέρες μετά στο στρατό, όπου πρόσεχε Ρώσους αιχμαλώτους κ.α.  Όλ’ αυτά όμως τέλειωσαν αιφνίδια κι ίσως την περίοδο που η ψυχολογία του άλλαζε (δείτε τον πίνακα που απεικονίζει την οικογένεια και θα καταλάβετε) . Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο Egon Schiele, έχασε την έξι μηνών έγκυο σύζυγό του,  Edith Harms, από ισπανική γρίπη που εξαπλωνόταν ταχύτατα. Την είχε απεικονίσει κι εκείνη πολλές φορές στους πίνακές του, όπως και την επί χρόνια ερωμένη του, Wally Neuzil. Παντρεύτηκε την πρώτη όμως, γιατί θεωρούσε πως αυτό θα είναι πιο αποδεκτό απ’ το να παντρευτεί τη δεύτερη που πέθανε στα 23 της, ένα χρόνο πριν από κείνον. Για την πολύπλοκη σχέση τους μπορείτε να μάθετε εδώ περισσότερα.


Egon Schiele – Four Trees (Chestnut allee in autumn; Landscape with four trees, 1917)

Σήμερα το έργο του μελετάται, η φήμη του πια έχει τρόπον τινά αποκατασταθεί και συνεχώς αναδρομικές εκθέσεις για κείνον εγκαινιάζονται. Μέχρι τις 3 Φλεβάρη για παράδειγμα, αν βρεθείτε στο Λονδίνο θα μπορέσετε να δείτε αυτήν στη Royal Academy, που αφορά και τον Klimt. Ο Schiele αν και έζησε τόσο λίγο, βλέπετε πόσα σπουδαία έργα δημιούργησε. Κι αν ήταν καλλιτέχνης με αντιφάσεις, ικανός για το χαμερπές, όσο και για το υψηλό και το ωραίο, ταυτόχρονα, τι μ’ αυτό;

Τώρα  βέβαια που φτάσαμε στο τέλος δικαίως θ’ αναρωτηθείτε γιατί δεν υπάρχει λέξη εδώ  για τον άλλο καλλιτέχνη για τον οποίο σας έγραψα στην αρχή. Το αφήνω για την επόμενη φορά. Κι υπόσχομαι ότι δεν θ αναφερθώ μόνο σε κείνον.-

.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα, φέτος το καλοκαίρι στην Βιέννη. Έχουν ανέβει ήδη στο flickr και σ’ αυτό το άλμπουμ μπορείτε να δείτε κι άλλες. Όσες πηγές χρησιμοποίησα τέλος, θα τις βρείτε στους συνδέσμους.

.

.

.


Η επόμενη «εκπαιδευτική συνάντηση» της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’, Παρασκευή, 21/12/2018, στις 19.00, στην «Παναρκαδική»

Η επόμενη «εκπαιδευτική συνάντηση» της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία θα γίνει την Παρασκευή, 21/12/2018, ώρα 19.00, στην αίθουσα της «Παναρκαδικής», οδός Τζώρτζ 9 (κοντά στην πλ. Κάνιγγος) με θέμα : 

«Από την ιδρυματική κατασταλτική ψυχιατρική σ΄ ένα ριζικά εναλλακτικό, κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας. Εμπειρίες από εναλλακτικές ψυχιατρικές πρακτικές διεθνώς, με δραστικά μειωμένη, ή και καθόλου χρήση ψυχοφαρμάκων, κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων και απομονώσεων και της όποιας καταστολής, δραστική μείωση των ακούσιων νοσηλειών κλπ.»

Θα γίνουν σχετικές εισηγήσεις και θ΄ ακολουθήσει συζήτηση.

Πριν από την «εκπαιδευτική συνάντηση», στις 18.00, θα γίνει οργανωτική συνάντηση της Πρωτοβουλίας για διάφορα θέματα, όπως η οργάνωση δράσεων ενάντια στην επιβολή της ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα, η συγκρότηση υπο-ομάδας επαγγγελματιών ψυχικής υγείας στα πλαίσια της Πρωτοβουλίας, η αναζήτηση μονιμότερου χώρου για συναντήσεις/εκδηλώσεις κλπ. 

Καλούμε όλους και όλες να πάρουν μέρος και σ΄αυτή τη συνάντηση.


  ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

Αικατερίνη Τεμπέλη: Συνέντευξη στην Κατερίνα Σχισμένου

Αικατερίνη Τεμπέλη (φωτό: Ξακουστή Χελάκη)

Ευχαριστώ θερμά την κυρία Κατερίνα Σχισμένου, που είχε την ιδέα αυτής της συνέντευξης καθώς και την εφημερίδα «Μαΐστρος», η οποία την δημοσίευσε. Τη φωτογραφία μου τράβηξε η ταλαντούχα Ξακουστή Χελάκη.

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε την πρώτη ερώτηση της κυρίας Σχισμένου καθώς και την απάντησή μου ενώ στο site της εφημερίδας, θα τη βρείτε ολόκληρη.

Ευχαριστώ τέλος, τους ανθρώπους που έσπευσαν χτες αργά τη νύχτα να σχολιάσουν δημόσια στο facebook, αλλά και για τα τιμητικά μηνύματα που δέχτηκα αμέσως στο inbox. Να είστε καλά.

.

Η Αθήνα παγκόσμια πρωτεύουσα βιβλίου. Τι σημαίνει για σας αυτό;
-Υπάρχουν θεωρώ και θετικά και αρνητικά που θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο ν’ αναλύσουμε εδώ. Έρχονται έτσι στο προσκήνιο και πρωταγωνιστούν τα βιβλία για ένα χρόνο κι ίσως, παρακινήσει η διοργάνωση μια μερίδα του κοινού να διαβάσει αυτό το συγκεκριμένο διάστημα και μακάρι να γίνει, ποιος δεν θα το ήθελε; Αλλά είναι προσβάσιμοι για όλες, όλους οι χώροι που φιλοξενούν τις σχετικές εκδηλώσεις; Συμμετέχουν όντως όσες, όσοι θα ήθελαν; Υπάρχει πλουραλισμός και πολυφωνία δηλαδή; Να μερικά απ’ τα ερωτήματα που έχω. Γενικότερα, ας πούμε, πως δεν πιστεύω ότι οι αλλαγές “επιβάλλονται” εκ των άνω, αλλά ότι είναι πολύχρονες και πολυπαραγοντικές διαδικασίες που έχουν αποτέλεσμα αν αποτελέσουν αίτημα από τα κάτω. Το βιβλίο δεν αρκεί ένα χρόνο μόνο ν’ απασχολεί, επειδή υπάρχει αυτή η διοργάνωση. Πρέπει να διαμορφωθεί μια διαφορετική παιδεία που να προωθεί τη φιλαναγνωσία και μια άλλη κουλτούρα γύρω απ’ τη γνώση, κι όχι απαραίτητα μόνο και από το κράτος ή τους δήμους. Θεωρώ πως θα πρέπει να είναι ζητούμενο αυτό, απ’ όλους μας. Επομένως δεν έχω προσωπικά μεγάλες προσδοκίες για το παρόν, αλλά ελπίζω στο μέλλον…

.

Η συνέχεια εδώ.