«Ο συλλέκτης»: μια ταινία που θέτει ερωτήματα για τους έχοντες εξουσία και την «κανονικότητα»

Την ταινία για την οποία σας γράφω σήμερα, την παρακολούθησα κυρίως επειδή έχω δει κι άλλη του ίδιου σκηνοθέτη, του Martin Hampton δηλαδή, με παρόμοιο θέμα: τους παθιασμένους με τη συγκέντρωση ποικίλλων άχρηστων (;) αντικειμένων, ανθρώπους (αυτούς που λέει η κυρίαρχη Ψυχιατρική ότι έχουν το Σύνδρομο Αποθησαύρισης, Hoarding Disorder η αγγλική του ονομασία ή αλλιώς το Σύνδρομο Διογένη) κι έχω γράψει αυτή την ανάρτηση που αξίζει να λάβετε υπόψη. Στη συγκεκριμένη που σας προτείνω τώρα εδώ, βλέπουμε τον Christian, έναν άνθρωπο που ζούσε στην Προβηγκία κι επί 50 χρόνια μάζευε ότι οι άλλοι κάτοικοι πετούσαν.

Έναν ιδιαίτερο «συλλέκτη», σαν κάποιους άλλους που ίσως συμβαίνει να γνωρίζουμε και που συσσωρεύουν γύρω τους πράγματα, που κατά την κοινή γνώμη είναι σκουπίδια (αν κι ο ίδιος έλεγε για παράδειγμα πως βρήκε πάμπολλες φορές ηλεκτρικές συσκευές που λειτουργούσαν ακόμα), σε ποσότητες τέτοιες που τα σπίτια τους κι οι χώροι όπου ζουν να γεμίζουν ασφυκτικά.

Έτσι ήταν και ο Christian. Όλη του η ζωή περιστρεφόταν γύρω απ’ αυτή την δραστηριότητα και θα δείτε πόσο χαρούμενος ήταν στο πρώτο μέρος, για τις «συλλογές» που με κόπο και φαντασία είχε δημιουργήσει. Πόσο ενθουσιάστηκε μια νύχτα που βρήκε ένα παιδικό αυτοκινητάκι με «μάτια».

Ο σκηνοθέτης που έχει σπουδάσει Οπτική Ανθρωπολογία και Αρχιτεκτονική, αποφάσισε να κάνει την ταινία κι εξήγησε τότε το γιατί: «Αυτή η τεράστια συλλογή ψυγείων, τηλεοράσεων, παιχνιδιών, παπουτσιών, βιβλίων κλπ, αντιπροσωπεύει μια αξιοσημείωτη ιστορία των καταναλωτικών συνηθειών της πόλης και θεωρώ ότι αποτελεί εξαιρετικό έργο τέχνης».

Η αλήθεια είναι ότι πετάμε συχνά αντικείμενα που απλώς βαρεθήκαμε και δεν είναι ακριβώς άχρηστα. Η καταναλωτική μανία της εποχής ίσως, φταίει, όπως κι ο σκηνοθέτης επισημαίνει με τον τρόπο του. Κάποια απ’ αυτά τα αντικείμενα λοιπόν, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, κατάφερνε να τα πουλάει αν και δεν ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά.

Φρόντιζε τις γάτες του πολύ τρυφερά και δεν δίσταζε να ξοδέψει γι’ αυτές χρήματα, ενώ ο ίδιος έβρισκε τροφή κυρίως απ’ το δρόμο. Τον βλέπουμε επίσης να περιποιείται και τον εαυτό του, να σαπουνίζεται, να ξυρίζεται κ.α.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν άρδην όταν ο Δήμαρχος της περιοχής Buis les Baronnies αποφάσισε να απαγορέψει στον Christian τις δραστηριότητές του για λόγους δημόσιας υγείας κι άρχισε να τον έχει στο στόχαστρό της η Αστυνομία. Κι έτσι, ο περί ου ο λόγος, έβγαινε μόνο νύχτα πια και κρυφά για να βρει τους «θησαυρούς» του.

Για ένα διάστημα τα κατάφερνε, αλλά στη συνέχεια ο δήμαρχος έκανε το επόμενο βήμα καθώς δέχτηκε παράπονα περιοίκων που ανέφεραν πως υπήρχαν ποντίκια στη περιοχή λόγω των τροφών που εκείνος μάζευε και με τη σύμφωνη γνώμη του νόμιμου κηδεμόνα του αποφάσισαν να μεταφερθεί ο Christian κάπου αλλού, σε ειδικό χώρο φροντίδας, όσο οι κοινωνικές υπηρεσίες θα συντόνιζαν τον καθαρισμό του σπιτιού του.

Εκείνος περιέγραψε το γεγονός ότι του άδειασαν το σπίτι του και του «έκλεψαν» τα πράγματά του σαν καταστροφή, διηγούνταν ότι έχασε 5 κιλά στο διάστημα που βρισκόταν μακριά απ’ το χώρο του κι έλεγε ότι κρυβόταν πια όταν άκουγε θόρυβο αυτοκινήτου, γιατί φοβόταν ποιοι μπορεί να ερχόταν για κείνον. Ήταν πιεσμένος και θλιμμένος, τρομοκρατημένος απ’ τις απειλές του Δημάρχου, αλλά συνέχιζε να κάνει το μόνο πράγμα που τον ευχαριστούσε: να συλλέγει αντικείμενα.

Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν δυστυχώς. Ένα βράδυ οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα του και τον μετέφεραν βιαίως (με ακούσια νοσηλεία δηλαδή) στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Montelimar με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του.

Αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2009 και απ’ αυτό το σημείο αρχίζει το δεύτερο μέρος της ταινίας που αποφάσισε να κάνει ο σκηνοθέτης παρακολουθώντας τον συγκεκριμένο άνθρωπο εκεί. Και θα δείτε πόσο ραγδαία ήταν η αλλαγή της διάθεσής του και πως άρχισε να ρέπει προς την κατάθλιψη.

Αν και στη γενέτειρά του έγινε μια προσπάθεια ώστε να επιστρέψει και να τον φροντίσει η κοινότητα κι αποφασίστηκε να μπει στον οίκο ευγηρίας της περιοχής του αντί του ψυχιατρείου, όπου δεν έπρεπε να βρεθεί εξαρχής, δεν έγινε εφικτό ποτέ αυτό. Μα ούτε ένας δεν σκέφτηκε, αναρωτιόμουν, να του αναθέσει να μαζεύει κάποια πράγματα για το Δήμο π.χ. και να υποστηριχτεί ψυχολογικά κατ’ οίκον, ώστε να μην συμβούν όλ’ αυτά; Προφανώς όχι.

300 κάτοικοι υπέγραψαν ώστε να πάρει εξιτήριο (κι απ’ τα σχόλια θα δείτε πόσο αγαπητός ήταν), αλλά δεν υπήρχε άμεσα διαθέσιμη θέση στο γηροκομείο. Κι έτσι περίμενε και γινόταν όλο και πιο καταθλιπτικός.

Ώσπου πέθανε μετά τη δίμηνη παραμονή του στο Montelimar τον Δεκέμβριο του 2009, από καρδιακό επεισόδιο. Εγώ θα έλεγα με όσα είδα πως πέθανε απ’ τη λύπη του. Απ’ την συντριβή που ένιωθε, όντας αποκομμένος απ’ το οικείο του περιβάλλον και την ενασχόληση που του έδινε λόγο να ζει.

Κι αυτή η ιστορία θα πρέπει να μας κάνει να προβληματιστούμε ως άνθρωποι πρωτίστως, ως ειδικοί ακολούθως αλλά κι ως έχοντες εξουσία εντέλει πάνω στις ζωές των άλλων όπως ο συγκεκριμένος Δήμαρχος.

Επειδή το ν’ αποφασίζουμε τι είναι «κανονικό» και «καλό» και τι όχι (με βάση τα δικά μας κριτήρια, ακόμη κι αν αυτά στηρίζονται σε θεωρητικά «σωστές», «επιστημονικές» αρχές, χωρίς να εξετάζουμε εναλλακτικές λύσεις) για ανθρώπους που έχουν βρει έναν τρόπο να τα βγάζουν πέρα και χωρίς να ενδιαφερόμαστε για την προσωπική τους ιστορία, τις απώλειες που βίωσαν κ.ο.κ., πάντα έχει συνέπειες.

Κι υπάρχουν φορές, όπως αυτή που μπορεί να κάνουμε λάθος και τέτοια λάθη είναι ολέθρια.-

Advertisements