«Ο συλλέκτης»: μια ταινία που θέτει ερωτήματα για τους έχοντες εξουσία και την «κανονικότητα»

Την ταινία για την οποία σας γράφω σήμερα, την παρακολούθησα κυρίως επειδή έχω δει κι άλλη του ίδιου σκηνοθέτη, του Martin Hampton δηλαδή, με παρόμοιο θέμα: τους παθιασμένους με τη συγκέντρωση ποικίλλων άχρηστων (;) αντικειμένων, ανθρώπους (αυτούς που λέει η κυρίαρχη Ψυχιατρική ότι έχουν το Σύνδρομο Αποθησαύρισης, Hoarding Disorder η αγγλική του ονομασία ή αλλιώς το Σύνδρομο Διογένη) κι έχω γράψει αυτή την ανάρτηση που αξίζει να λάβετε υπόψη. Στη συγκεκριμένη που σας προτείνω τώρα εδώ, βλέπουμε τον Christian, έναν άνθρωπο που ζούσε στην Προβηγκία κι επί 50 χρόνια μάζευε ότι οι άλλοι κάτοικοι πετούσαν.

Έναν ιδιαίτερο «συλλέκτη», σαν κάποιους άλλους που ίσως συμβαίνει να γνωρίζουμε και που συσσωρεύουν γύρω τους πράγματα, που κατά την κοινή γνώμη είναι σκουπίδια (αν κι ο ίδιος έλεγε για παράδειγμα πως βρήκε πάμπολλες φορές ηλεκτρικές συσκευές που λειτουργούσαν ακόμα), σε ποσότητες τέτοιες που τα σπίτια τους κι οι χώροι όπου ζουν να γεμίζουν ασφυκτικά.

Έτσι ήταν και ο Christian. Όλη του η ζωή περιστρεφόταν γύρω απ’ αυτή την δραστηριότητα και θα δείτε πόσο χαρούμενος ήταν στο πρώτο μέρος, για τις «συλλογές» που με κόπο και φαντασία είχε δημιουργήσει. Πόσο ενθουσιάστηκε μια νύχτα που βρήκε ένα παιδικό αυτοκινητάκι με «μάτια».

Ο σκηνοθέτης που έχει σπουδάσει Οπτική Ανθρωπολογία και Αρχιτεκτονική, αποφάσισε να κάνει την ταινία κι εξήγησε τότε το γιατί: «Αυτή η τεράστια συλλογή ψυγείων, τηλεοράσεων, παιχνιδιών, παπουτσιών, βιβλίων κλπ, αντιπροσωπεύει μια αξιοσημείωτη ιστορία των καταναλωτικών συνηθειών της πόλης και θεωρώ ότι αποτελεί εξαιρετικό έργο τέχνης».

Η αλήθεια είναι ότι πετάμε συχνά αντικείμενα που απλώς βαρεθήκαμε και δεν είναι ακριβώς άχρηστα. Η καταναλωτική μανία της εποχής ίσως, φταίει, όπως κι ο σκηνοθέτης επισημαίνει με τον τρόπο του. Κάποια απ’ αυτά τα αντικείμενα λοιπόν, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, κατάφερνε να τα πουλάει αν και δεν ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά.

Φρόντιζε τις γάτες του πολύ τρυφερά και δεν δίσταζε να ξοδέψει γι’ αυτές χρήματα, ενώ ο ίδιος έβρισκε τροφή κυρίως απ’ το δρόμο. Τον βλέπουμε επίσης να περιποιείται και τον εαυτό του, να σαπουνίζεται, να ξυρίζεται κ.α.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν άρδην όταν ο Δήμαρχος της περιοχής Buis les Baronnies αποφάσισε να απαγορέψει στον Christian τις δραστηριότητές του για λόγους δημόσιας υγείας κι άρχισε να τον έχει στο στόχαστρό της η Αστυνομία. Κι έτσι, ο περί ου ο λόγος, έβγαινε μόνο νύχτα πια και κρυφά για να βρει τους «θησαυρούς» του.

Για ένα διάστημα τα κατάφερνε, αλλά στη συνέχεια ο δήμαρχος έκανε το επόμενο βήμα καθώς δέχτηκε παράπονα περιοίκων που ανέφεραν πως υπήρχαν ποντίκια στη περιοχή λόγω των τροφών που εκείνος μάζευε και με τη σύμφωνη γνώμη του νόμιμου κηδεμόνα του αποφάσισαν να μεταφερθεί ο Christian κάπου αλλού, σε ειδικό χώρο φροντίδας, όσο οι κοινωνικές υπηρεσίες θα συντόνιζαν τον καθαρισμό του σπιτιού του.

Εκείνος περιέγραψε το γεγονός ότι του άδειασαν το σπίτι του και του «έκλεψαν» τα πράγματά του σαν καταστροφή, διηγούνταν ότι έχασε 5 κιλά στο διάστημα που βρισκόταν μακριά απ’ το χώρο του κι έλεγε ότι κρυβόταν πια όταν άκουγε θόρυβο αυτοκινήτου, γιατί φοβόταν ποιοι μπορεί να ερχόταν για κείνον. Ήταν πιεσμένος και θλιμμένος, τρομοκρατημένος απ’ τις απειλές του Δημάρχου, αλλά συνέχιζε να κάνει το μόνο πράγμα που τον ευχαριστούσε: να συλλέγει αντικείμενα.

Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν δυστυχώς. Ένα βράδυ οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα του και τον μετέφεραν βιαίως (με ακούσια νοσηλεία δηλαδή) στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Montelimar με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του.

Αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2009 και απ’ αυτό το σημείο αρχίζει το δεύτερο μέρος της ταινίας που αποφάσισε να κάνει ο σκηνοθέτης παρακολουθώντας τον συγκεκριμένο άνθρωπο εκεί. Και θα δείτε πόσο ραγδαία ήταν η αλλαγή της διάθεσής του και πως άρχισε να ρέπει προς την κατάθλιψη.

Αν και στη γενέτειρά του έγινε μια προσπάθεια ώστε να επιστρέψει και να τον φροντίσει η κοινότητα κι αποφασίστηκε να μπει στον οίκο ευγηρίας της περιοχής του αντί του ψυχιατρείου, όπου δεν έπρεπε να βρεθεί εξαρχής, δεν έγινε εφικτό ποτέ αυτό. Μα ούτε ένας δεν σκέφτηκε, αναρωτιόμουν, να του αναθέσει να μαζεύει κάποια πράγματα για το Δήμο π.χ. και να υποστηριχτεί ψυχολογικά κατ’ οίκον, ώστε να μην συμβούν όλ’ αυτά; Προφανώς όχι.

300 κάτοικοι υπέγραψαν ώστε να πάρει εξιτήριο (κι απ’ τα σχόλια θα δείτε πόσο αγαπητός ήταν), αλλά δεν υπήρχε άμεσα διαθέσιμη θέση στο γηροκομείο. Κι έτσι περίμενε και γινόταν όλο και πιο καταθλιπτικός.

Ώσπου πέθανε μετά τη δίμηνη παραμονή του στο Montelimar τον Δεκέμβριο του 2009, από καρδιακό επεισόδιο. Εγώ θα έλεγα με όσα είδα πως πέθανε απ’ τη λύπη του. Απ’ την συντριβή που ένιωθε, όντας αποκομμένος απ’ το οικείο του περιβάλλον και την ενασχόληση που του έδινε λόγο να ζει.

Κι αυτή η ιστορία θα πρέπει να μας κάνει να προβληματιστούμε ως άνθρωποι πρωτίστως, ως ειδικοί ακολούθως αλλά κι ως έχοντες εξουσία εντέλει πάνω στις ζωές των άλλων όπως ο συγκεκριμένος Δήμαρχος.

Επειδή το ν’ αποφασίζουμε τι είναι «κανονικό» και «καλό» και τι όχι (με βάση τα δικά μας κριτήρια, ακόμη κι αν αυτά στηρίζονται σε θεωρητικά «σωστές», «επιστημονικές» αρχές, χωρίς να εξετάζουμε εναλλακτικές λύσεις) για ανθρώπους που έχουν βρει έναν τρόπο να τα βγάζουν πέρα και χωρίς να ενδιαφερόμαστε για την προσωπική τους ιστορία, τις απώλειες που βίωσαν κ.ο.κ., πάντα έχει συνέπειες.

Κι υπάρχουν φορές, όπως αυτή που μπορεί να κάνουμε λάθος και τέτοια λάθη είναι ολέθρια.-

Advertisements

Λοκομοτίβα Cooperativa: Η πιο αγαπημένη γωνιά της Αθήνας

Μπόταση 7 και Σολωμού γωνία. Στα Εξάρχεια. Εκεί βρίσκεται αυτό το συνεργατικό βιβλιοκαφέ. Δυο στενά απ’ την πλατεία που πολλές και πολλοί από ‘μας την έχουμε ζήσει στα ζόρια και στην ασφυξία της. Στα εκρηκτικά της βράδια αλλά και στις ηλιόλουστες μέρες της.

Και κάπως γίνεται κι όσο κι αν τριγυρίζουμε στον κόσμο, πάντα κάπου επιστρέφουμε. Θέλουμε να ‘χουμε ένα σημείο αναφοράς, λες και χτίζουμε μες στο αδηφάγο οικιστικό χάος τις δικές μας φωλιές. Μικρά, φωτεινά καταφύγια γι’ ανασύνταξη, αφύπνιση, αλλά και χαλάρωση, ονειροπόληση.

Κι η «Λοκομοτίβα» είναι όλ’ αυτά μαζί. Ένα μεγάλο συν γι’ αυτή την περιοχή που ξεχωρίζει τόσο με την ιστορία της όσο και με τη μυθολογία της. Ένας συνεργατικός χώρος που μερικά χρόνια τώρα, έξι για την ακρίβεια, έγινε για μας η πιο αγαπημένη γωνιά της Αθήνας.

Κι είναι τόσοι πολλοί οι λόγοι… Γιατί δεν είναι μόνο ότι το εγχείρημα των ανθρώπων αυτών που θέλουν να δουλεύουν χωρίς να είναι μισθωτοί σκλάβοι και χωρίς να έχουν αφέντες πάνω απ’ το κεφάλι τους, είναι σπουδαίος στόχος για μια πολύτιμη ανεξαρτησία που κάτι βαθύ διακινεί μέσα μας.

Δεν είναι μόνο ότι εκεί διασταυρώνονται τα πεπρωμένα ορισμένων εμβληματικών ανθρώπων που έχουν βάλει τη δική τους σφραγίδα στον κινηματικό χώρο κι έχουν δώσει τους δύσκολους αγώνες τους για άτομα και ομάδες που μονίμως μπαίνουν στο περιθώριο και συνθλίβονται κοινωνικά.

Δεν είναι μόνο ότι εκεί δημιουργήθηκε ένας φάρος πολιτισμού κι η γνώση μοιράζεται με τόσους τρόπους, αφού και βιβλία μπορούμε να ξεφυλλίσουμε αλλά και να πάρουμε μέρος σε συζητήσεις, προβολές για θέματα που ορισμένες, ορισμένους από ‘μας μας καίνε όπως η ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Δεν είναι μόνο αυτά…

Είναι ότι στη «Λοκομοτίβα» μπαίνεις και σε περιμένουν ευγενικοί και χαμογελαστοί άνθρωποι που αμέσως θα σ’ εξυπηρετήσουν. Ξέρεις πως θα πιεις ωραίο καφέ και θα βρεις καθαρά ποτά. Ξέρεις πως θ’ ακούσεις πολύ καλή μουσική. Ξέρεις πως μπορείς να σερφάρεις όσο θες και ν’ αγοράσεις βιβλία με τρομερή έκπτωση. Ξέρεις και ξέρω.

Ξέρω, γιατί τη «Λοκομοτίβα» την έχω ζήσει σχεδόν άδεια, τις στιγμές που ανοίγει κι έχω εκμεταλλευτεί την ηρεμία που επικρατεί για να γράψω εκεί τα δικά μου και να διαβάσω. Την έχω ζήσει όμως κι εντελώς γεμάτη από χαρούμενους τύπους που κάνουν το πάρτι τους και μ’ έχει παρασύρει το κέφι τους.

Την έχω ζήσει με τη βουή του κόσμου που στο τέλος μιας παρουσίασης ενός βιβλίου έχει πολλά να σχολιάσει. Αλλά και στην σιωπή που ακολουθεί μια εισήγηση γι’ άγρια γεγονότα. Την έχω ζήσει στα ζεστά στο πατάρι της το χειμώνα, στη δροσιά της στα τραπεζάκια της έξω το καλοκαίρι. Την έχω ζήσει στο μπαρ της.

Την έχω ζήσει με το μωβ της φως και μ’ ένα κόκκινο που είμαι σίγουρη πως βλέπω να δραπετεύει απ’ τα αστέρι της. Αυτό το αστέρι που αστράφτει μες το τρίτο της όμικρον. Κι έχει γερή μηχανή πιστέψτε με για να τραβάει στις ανηφόρες το τρένο της.

Μα είναι απ’ αυτές τις μέρες τούτη, που όλες, όλοι μπορούμε να βάλουμε ένα χεράκι για να ξεπεραστεί το εμπόδιο. Γιατί σ’ αυτή τη γειτονιά που τόσο σέβονται τα παιδιά της «Λοκομοτίβα υπάρχουν και κάποιες, κάποιοι που επιμένουν στις ασχήμιες τους καταγγέλλοντας ανύπαρκτες παραβάσεις.

Γι’ αυτό μην αράξετε μόνο την επόμενη φορά που θα περάσετε από ‘κει. Διαβάστε τι συμβαίνει αναλυτικά εδώ κι υπογράψτε το κείμενό τους. Με πράξεις αποδεικνύουμε αισθήματα. Με πράξεις στηρίζουμε εγχειρήματα. Και το δικό τους αξίζει. Ας μας βρουν λοιπόν δίπλα τους. Ναι; .-

 

 

.

Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Σάμου: Ένα κόσμημα του νησιού

Πινακίδα εισόδου (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Τον περασμένο Νοέμβριο βρέθηκα πάλι στο νησί της Σάμου, στη γενέτειρά μου δηλαδή, κι αυτή τη φορά κατάφερα να περάσω λίγο χρόνο και στη Βιβλιοθήκη που βρίσκεται στο Βαθύ, στην παραλιακή λεωφόρο, στην οδό Σοφούλη πιο συγκεκριμένα, στο νούμερο 47.

Βιβλιοστάση στο Βαθύ της Σάμου (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Αφού άφησα κι εγώ τη συνεισφορά μου στη Βιβλιοστάση που υπάρχει ακριβώς απέξω (κι ελπίζω να το κάνετε κι εσείς γιατί υπήρχαν ελάχιστα βιβλία εκεί), μπήκα στο τόσο όμορφο αυτό κτίριο που ευτυχώς διαθέτει πάμπολλους τόμους.

Ισόγειο βιβλιοθήκης (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Το διώροφο νεοκλασικό, που κοσμεί την πόλη της Σάμου (έχει χαρακτηριστεί σαν «έργο τέχνης» απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού) ήταν κάποτε το αρχοντικό του ξυλέμπορου Μιλτιάδη Γεωργίου, στο οποίο διέμεινε για ένα μικρό χρονικό διάστημα κι ο ηγεμόνας του νησιού, Παύλος Μουσούρος. Χτίστηκε τη διετία 1893-1895.

Κεντρικός διάδρομος ισογείου (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Ο ιδιοκτήτης του το κληροδότησε με διαθήκη, το 1900, με σκοπό ακριβώς τη δημιουργία βιβλιοθήκης. Αρχικά τα βιβλία που προερχόταν από δωρεές συγκεντρώνονταν στο Πυθαγόρειο Γυμνάσιο Σάμου κι αργότερα μεταφέρθηκαν στον συγκεκριμένο χώρο.

Η σκάλα που οδηγεί στον πάνω όροφο (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Κύριος οργανωτής της βιβλιοθήκης θεωρείται ο γυμνασιάρχης Αριστομένης Στεργιογλίδης, ο οποίος και τύπωσε στα 1898 τον πρώτο κατάλογό της. Η Βιβλιοθήκη τότε αριθμούσε 3.752 τόμους. Σήμερα διαθέτει συνολικά περίπου 30.000 τεκμήρια.

Ο πολύ ζεστός χώρος του παιδικού τμήματος στο ισόγειο (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Διαθέτει επίσης, ένα βιβλιοαυτοκίνητο σε λειτουργία, ώστε να μπορούν να φτάνουν τα βιβλία σε απομακρυσμένες περιοχές και σε σχολεία του νησιού και ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. Το 2007 μάλιστα απέκτησε και ειδικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό για άτομα με Αναπηρία.

Μια απ’ τις ήσυχες γωνιές στον πρώτο όροφο (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Προσωπικά, αφού συνομίλησα για λίγο με τους ευγενέστατους υπαλλήλους που βρήκα στο γραφείο τους στο ισόγειο (οι οποίοι-ες έτυχε να γνωρίζουν και μέλη της πατρικής μου οικογένειας), περιεργάστηκα τους χώρους και κοίταξα τους τίτλους των διάφορων βιβλίων. Τράβηξα φυσικά και τις φωτογραφίες που βλέπετε μ’ ένα κινητό, βιαστικά ομολογουμένως, για να μπορέσω όμως έστω να τις μοιραστώ μαζί σας όπως κάνω τώρα.

Πρώτος όροφος, κεντρικό τραπέζι (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

Είναι ευχής έργον που υπάρχουν τόσα πολλά βιβλία και χαίρομαι που διοργανώνονται κι αξιόλογες εκδηλώσεις σ’ αυτή τη Βιβλιοθήκη. Ο χώρος ίσως να χρειάζεται μια μικρή ανακαίνιση, αλλά και μόνο που μπορεί να καθίσει κάποια, κάποιος εκεί και να διαβάσει με ησυχία, βλέποντας τη θάλασσα απ’ το παράθυρο, φτάνει. Μην παραλείψετε λοιπόν να την επισκεφτείτε όταν βρεθείτε στο νησί. Θα την απολαύσετε την ανάγνωσή σας.-

Η θέα απ’ το μεσαίο παράθυρο του πρώτου ορόφου (φωτογραφία: Αικατερίνη Τεμπέλη)

.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%B1_%CE%9A%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7_%CE%A3%CE%AC%CE%BC%CE%BF%CF%85

«Stopping by Woods on a Snowy Evening»: Ποίημα του Robert Frost

.

.

Whose woods these are I think I know.   
His house is in the village though;   
He will not see me stopping here   
To watch his woods fill up with snow.   

My little horse must think it queer   
To stop without a farmhouse near   
Between the woods and frozen lake   
The darkest evening of the year.   

He gives his harness bells a shake   
To ask if there is some mistake.   
The only other sound’s the sweep   
Of easy wind and downy flake.   

The woods are lovely, dark and deep,   
But I have promises to keep,   
And miles to go before I sleep,   
And miles to go before I sleep.

.

Robert Lee Frost (March 26, 1874 – January 29, 1963)

.

Η άνοδος των λογοτεχνικών τατουάζ

Τις τελευταίες δεκαετίες, η αυξανόμενη δημοτικότητα των τατουάζ δεν είναι καθόλου φαινομενική. Στη δεκαετία του ’90, υπήρξε μια τάση για σχέδια εμπνευσμένα απ’ τον πολιτισμό των Κελτών και των Αζτέκων, αργότερα κυριάρχησαν τα παραδοσιακά ιαπωνικά irezumi κ.α., και πλέον η μεγαλύτερη τάση διεθνώς είναι τα λογοτεχνικά τατουάζ.

Μάλιστα ακόμη και γνωστότατα Φεστιβάλ όπως αυτό των συγγραφέων της Μελβούρνης που έγινε μόλις πέρυσι, εντάσσουν και τέτοιες δραστηριότητες στο πρόγραμμα των εκδηλώσεών τους για όποιες-ους ενδιαφέρονται. Έξυπνο μάρκετινγκ, προφανώς.

H διευθύντρια του φεστιβάλ Marieke Hardy πάντως, αιτιολόγησε την συγκεκριμένη επιλογή λέγοντας τα εξής: «Οι λέξεις και η γραφή έχουν βοηθήσει πολλούς από εμάς να επιβιώσουν από πραγματικά δύσκολες καταστάσεις. Συχνά βλέπουμε τις αντανακλάσεις του εαυτού μας στις σελίδες ενός βιβλίου. Με το να έχουμε λοιπόν αυτόν τον συμβολισμό συνδεδεμένο με το σώμα σας, είναι ένας πολύ καλός τρόπος να αποτίσουμε φόρο τιμής σε αυτούς τους υπέροχους τόμους που μας βοήθησαν οδηγώντας μας μέσα από τις πολυπλοκότητες της ζωής, και μας έκαναν αυτούς που είμαστε».

Έτσι, φράσεις απ’ τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, “Το Χρονικό της Νάρνια”, αλλά και τον “Μικρό Πρίγκηπα”, τον “Υπέροχο Γκάτσμπυ” ή και στίχοι της Σύλβια Πλαθ, ρητά του Πλάτωνα, σύμβολα του Χάρι Πότερ κ.α., αποτυπώνονται στα σώματα των βιβλιοφάγων που θέλουν να συνδεθούν για πάντα (όσο διαρκεί η ζωή τους πιο συγκεκριμένα) μ’ ένα λογοτεχνικό έργο.

Γιατί φαίνεται τελικά πως η εικόνα δεν φτάνει. Χρειάζονται και οι λέξεις και το πάντρεμα των δύο μοιάζει ιδανικό. Είναι ένα είδος υπενθύμισης της ταυτότητας του ατόμου τα τατουάζ, μια αποτύπωση της πορείας του στον κόσμο και των σημαντικών οροσήμων της ζωής του. Αλλά και της φιλοσοφίας του, των συναισθημάτων του, των εμπνεύσεών του. Δικαίως έχουν πει πως πρόκειται για βιογραφικά σε κοινή θέα. Εξαιρετικά εύστοχο.

Ξεχώρισα φωτογραφίες μ’ ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα λοιπόν για το τέλος, για να τις δείτε κι εσείς, που κάτι σας τράβηξε σ’ αυτή την ανάρτηση και τη διαβάζετε τώρα. Κι αν είναι μόδα όλο αυτό κι απλά περάσει, ως τότε ίσως κάτι να μείνει.

Γιατί βλέποντας μια φράση στο σώμα κάποιου, πολλές, πολλοί έστω κι από περιέργεια, μπορεί να παρακινηθούν να ψάξουν από που προέρχεται κι ίσως έτσι να κερδίσει η λογοτεχνία, η ποίηση, μερικές νέες αναγνώστριες, μερικούς νέους αναγνώστες. Ίσως…

Πηγές:

https://www.theguardian.com/fashion/2018/aug/27/good-inking-the-novel-rise-of-literary-tattoos

https://www.scoopwhoop.com/literary-tattoos/#.uf7vr6cjn

http://www.contrariwise.org/category/poetry/

.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από την google, τις βρήκα εδώ, αλλά τις επεξεργάστηκα εκ νέου.

ΠΡΟΒΟΛΗ της stand-up παράστασης «Nanette» στο «Παπουτσάδικο» – Απόψε, Παρασκευή 11/1/2019 στις 20:30 μ.μ.


Σ’ αυτόν τον κόσμο, όσο κι αν τον πασπαλίζουν με επιφανειακές ισότητες, είμαστε πολλές αυτές που δεν χωράμε, είμαστε πολλοί αυτοί που περισσεύουμε. Δεν είμαστε από τη “σωστή” τάξη, δεν είμαστε από τη “σωστή” φυλή. Δεν έχουμε το “σωστό” σώμα, τον “σωστό” τρόπο ζωής, δεν έχουμε  τη “σωστή” αρρενωπότητα ή την “σωστή” θηλυκότητα.

Αλλά ζούμε στον “πολιτισμένο” κόσμο, οπότε δεν πειράζει, όλα καλά. Έτσι μας λένε. Αρκεί να μην είμαστε “θρασείς”. Αρκεί να θέλουμε να χωρέσουμε στους ρόλους και στα πρότυπα. Αρκεί να προσπαθούμε. Αλλιώς, να μένουμε αόρατες και σιωπηλές, πειθήνιες και παθητικές. Να μην αμφισβητούμε, να μην αντιστεκόμαστε.

Γιατί όσο περισσότερο αναμοχλεύουμε την χαβούζα των “πρέπει” και των “μη” του κανόνα, τόσο περισσότερη δυσωδία αναβλύζει, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να ξεμπροστιαστεί αυτός ο κόσμος που είναι φτιαγμένος για λίγους και ορισμένος από ακόμη πιο λίγους. Και μπροστά στον κίνδυνο, οι απαντήσεις είναι ανάλογες. “Εξόντωσε (κατάστρεψε, σκότωσε) τη γυναίκα, για να εξαφανίσεις το παρελθόν που αντιπροσωπεύει”. Έτσι “σβήνονται” οι απείθειες, έτσι “εξαφανίζονται” οι αρνήσεις. Έτσι κρύβονται στη χαβούζα τα προνόμια και οι εξουσίες. Έτσι είπε ο περίτρανος εκφραστής του “πολιτισμού”, o Πικάσο. Και όπως και με τα έργα του, μίλησε εκ μέρους “όλων”.

Ας κρατήσουν λοιπόν αυτόν τον επιχρωματισμένο “πολιτισμό” τους όσο ακόμα μπορούν. Γιατί εμείς που δεν χωράμε στους “όλους”, εμείς οι Zackies, οι Ελένες, οι Κατερίνες, οι Σαναά, οι εργάτριες αυτού του κόσμου, δεν έχουμε σκοπό να “βγάλουμε το σκασμό”, δεν έχουμε σκοπό να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Όπως λέει και η Hannah Gadsby στην παράσταση Nanette, “δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό, από μια κατακερματισμένη γυναίκα που ξανάχτισε τον εαυτό της.” Κι εμείς συμπληρώνουμε: ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΕΣ

Κατάληψη Παπουτσάδικο