“Άγνωστη Σερβία”: Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς

Σ’ ένα απ’ τα ράφια του σπιτιού μου υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, ένα μπουκάλι σλίβοβιτσα μ’ ένα σκούρο καφέ ξύλινο σταυρό μέσα. Όχι αγορασμένο σαν αυτά που μπορείτε να βρείτε κι εσείς πια, αλλά δώρο μοναχών ορθόδοξης Σέβρικης εκκλησίας απ’ την περιοχή Štrpce του Κοσόβου. Ένα μπουκάλι με ..»αγιασμένο» ρακί από δαμάσκηνα δηλαδή, δικής τους παραγωγής, σαν παλιό χρέος που περιμένει υπομονετικά την εξόφλησή του. Δεν ανοίχτηκε ποτέ κι η στάθμη του κατεβαίνει όσο περνάει ο καιρός, αλλά οι ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν γύρω απ’ αυτό όλο και πληθαίνουν.

Το σκεφτόμουν πέρυσι το καλοκαίρι στο Novi Sad καθισμένη στις όχθες του Δούναβη κοντά στην βομβαρδισμένη γέφυρα κοιτώντας προς το επιβλητικό κάστρο Petrovaradin. Το σκεφτόμουν όταν συναντήθηκα με μια ηλικιωμένη κυρία στο φρούριο Kalemegdan στο Βελιγράδι, αλλά και βλέποντας στο ίντερνετ πολλά επεισόδια απ’ το Balkan Express επιστρέφοντας στην Ελλάδα.

Κι επειδή τα χρέη πρέπει να εξοφλούνται κι εγώ ήδη γράφω κάνοντας παράλληλα την έρευνά μου για όλ’ αυτά τα μέρη, συμβουλευόμενη μεταξύ άλλων και το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς με τίτλο “Άγνωστη Σερβία” βρήκα καλή την ιδέα να σας το παρουσιάσω σήμερα.

Εκεί λοιπόν, στα κείμενα του Γιώργου Στάμκου γι’ αυτή τη χώρα που ζει τη δική της (Βαλκανική) «Άνοιξη» μέσα από διάφορες κινητοποιήσεις, αναφέρεται κι η φράση “ποίημα ανάμεσα στις δαμασκηνιές” που τόσο μου άρεσε. Δεν τις είδα ν’ ανθίζουν, αλλά τις φαντάστηκα μέσα από περιγραφές συγγραφέων σαν εκείνες του Ίβο Άντριτς. Είδα πολλά λουλούδια όμως κι ακόμη περισσότερα ηλιοτρόπια διασχίζοντας τη χώρα απ’ τη Niš ως το Βελιγράδι κι από ‘κει ως τα βόρεια σύνορά της. Και περπάτησα στις πόλεις της με τη ζωντανή κι άγρια ιστορία τους, όσο περισσότερο μπόρεσα.

Γι’ αυτή την ιστορία και για όσα δεν κατάφερα να δω εγώ, διάλεξα αυτό το βιβλίο. Για να ταξιδέψω κι άλλο μαζί του, νοερά τώρα πια μέχρι να ξαναβρεθώ σ’ αυτά τα μέρη και να γνωρίσω αυτό το λαό με τις τόσο ενδιαφέρουσες παραδόσεις του και τις διαφορετικές πεποιθήσεις του μέσα απ’ τις λέξεις δυο ανθρώπων που τον ξέρουν πολύ καλά. Ο Γιώργος Στάμκος γυρίζει τα Βαλκάνια σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα κι η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς είναι γεννημένη στην Κροατία από Σέρβους γονείς. Μπορείτε να σκεφτείτε καλύτερους ξεναγούς;

Μ’ αρέσει άλλωστε να κοντράρομαι με τον ορθολογισμό μου κι ίσως γι’ αυτό αν και τόσο σκεπτικίστρια ως άνθρωπος, κατά καιρούς στα μυθιστορήματά μου να υπάρχουν και κάποια μεταφυσικά στοιχεία, να «περνάει» δηλαδή το μαγικό και το ανεξήγητο. Σέβομαι βαθιά τις διαφορετικές απ’ τις δικές μου απόψεις, προσωπικά δεν κατάφερα να νιώσω ποτέ την ενέργεια ορισμένων τόπων όσο δέος κι αν μου προκαλεί η φύση, αλλά πιστεύω πως σίγουρα πίσω απ’ τους μύθους και τα μυστήρια υπάρχουν αλήθειες που αξίζει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε. Κι αν δεν βρίσκουμε την εξήγησή τους πάντα δε χάθηκε ο κόσμος. H φαντασία να ταξιδεύει…

Σας έγραφα μάλιστα στην ανάρτηση για το Μουσείο Νίκολα Τέσλα, πως αν δεν κατανοήσουμε το περιβάλλον απ’ το οποίο εκείνος προήλθε δεν θα μπορέσουμε και να τον “κρίνουμε” σωστά. Και το βιβλίο συμβάλλει και σ’ αυτό κι έτσι κατά τη γνώμη μου συμπληρώνεται σιγά-σιγά η μεγαλύτερη εικόνα. Μπαίνουν κάποια κομμάτια του παζλ στη θέση τους.

Στα κεφάλαια λοιπόν που έχει επιμεληθεί ο Γιώργος Στάμκος μαθαίνουμε για την ιστορία αλλά και για την πολύ ενδιαφέρουσα μυθολογία της περιοχής. Κατανοούμε την γεωπολιτική σημασία της Σερβίας και τον ρόλο που παίζει το Κόσοβο ως τόπος μνήμης και όχι μόνο, ακόμη και σήμερα φυσικά. Ξεκαθαρίζονται έτσι αρκετά τα στρατηγικά παιχνίδια που εξακολουθούν να παίζονται στα Βαλκάνια με τη Ρωσία αλλά και με την Αμερική.

Αλλά περιπλανιόμαστε μαζί του και σε χωριά της ενδοχώρας, γνωρίζοντας μέσα απ’ τις λέξεις του τις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων τους και μαθαίνοντας τις συνήθειές τους. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αναφορά του στην τεχνητή λίμνη Vlasina και στα “πλωτά νησιά” της, όπως άλλωστε κι όσα γράφει η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς για την υπόγεια τοπιογραφία του Βελιγραδίου.

Έμαθα περισσότερα για το γνωστό Φεστιβάλ της Guca από κείνον και για το παράξενο χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα. Κι από κείνη πολλά για την εναλλακτικές θεραπείες (πολύ σημαντική η σύνδεση που κάνει με τους πολέμους, το εμπάργκο και τον οικονομικό παράγοντα) και για την παγανιστική Σερβία.

Μου άρεσε ακόμη που γράφοντας για τη δική της νοσταλγία είχε την ευαισθησία ν’ αναρωτηθεί «Τι να λείπει άραγε στους Αφρικανούς μετανάστες που καθημερινά προσπαθούν να επιβιώσουν ως μικροπωλητές;» και που εξήγησε στο ίδιο κεφάλαιο: «θα έλεγα ότι ζούμε στην εποχή της νοσταλγίας, γιατί ζούμε στην εποχή των μεταναστών και των προσφύγων, γιατί είμαστε μετανάστες οι ίδιοι ή τους συναντούμε συνεχώς, γιατί έχουν έρθει στη γειτονιά μας, στη χώρα μας..

Η εποχή της νοσταλγίας λοιπόν… Και για την Yugo-nostalgia γράφει πολλά ο Γιώργος Στάμκος. Έτσι εκτός απ’ τη Σερβία, μαθαίνετε και για τη Βοσνία (με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα όσα αφορούν τον Ίβο Άντριτς και την πόλη που νιώσαμε δική μας μέσα απ’ το βιβλίο του «Το γεφύρι του Δρίνου»), αλλά και για το Μαυροβούνιο, αφού και σ’ αυτές τις περιοχές ζουν Σέρβοι. Κι όχι μόνο. Θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε τι εννοώ.

Οι πληροφορίες τους είναι διασταυρωμένες, αν κάτι δεν το έχουν εξακριβώσει οι ίδιοι αναφέρουν τίμια την πηγή τους (το μέτρησα αυτό) και παραθέτουν στο τέλος σχετική βιβλιογραφία. Σας προσφέρουν δηλαδή κάτι περισσότερο απ’ αυτό που υπόσχονται. Εγώ τουλάχιστον αυτό το εισέπραξα και το ομολογώ.

Γενικά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε είτε βρεθήκατε ποτέ σ’ αυτές τις χώρες, είτε πρόκειται να πάτε ή απλώς επειδή σας αρέσει να μαθαίνετε. Γιατί τις πληροφορίες του δεν θα τις βρείτε εύκολα στους τουριστικούς οδηγούς ή μέσω των γνωστών μηχανών αναζήτησης.

Όσες, όσοι είμαστε ταξιδιώτες άλλωστε δεν μένουμε ποτέ στην επιφάνεια και δεν μας αφορούν τα τετριμμένα. Ψάχνουμε το κάτι διαφορετικό, άσχετα απ’ το αν θα το ενστερνιστούμε ή θα το απορρίψουμε. Σημασία έχει πρώτα να το γνωρίσουμε. Και το βιβλίο αυτό εμένα μου έμαθε όσα ίσως θα μου έλεγαν οι ντόπιοι αν είχα ζήσει μαζί τους κάμποσες μέρες και νύχτες, σε σπίτια με αναμμένο τζάκι και καλή σλίβοβιτσα. Κι αυτό τα λέει όλα. –

.

*Η φωτογραφία του βιβλίου είναι από εδώ απ’ όπου μπορείτε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες καθώς και το πως μπορείτε να το προμηθευτείτε.

.

.

Advertisements

~ από aikaterinitempeli στο Μαΐου 5, 2019.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: