Παρουσίαση βιβλίου: «Πέρα από τα όρια» του Άρτο Πααζιλίνα – Ο «τρελός» του χωριού κι οι «λογικοί»

Για το εκπληκτικό «Πέρα από τα όρια» του Φινλανδού Arto Paasilinna, θα σας κάνω λόγο σήμερα εδώ. Για ένα βιβλίο δηλαδή καυστικό, διεισδυτικό, με υπόγεια ειρωνεία, αλλά και με κωμικά στοιχεία, που κινηματογραφήθηκε δύο φορές κι ανέβηκε και στο θέατρο, όσο εδώ περνούσε σχεδόν απαρατήρητο κι ας κυκλοφορούσε μεταφρασμένο.

Πρόκειται για το ψυχογράφημα ενός εκκεντρικού ατόμου που περιγράφεται ως μανιοκαταθλιπτικός, του πολύ καλού στη δουλειά του, μυλωνά Γκούναρ Χούτουνεν, ο οποίος που και που θέλει να ουρλιάζει σαν λύκος. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα έργο που αποτυπώνει με σκηνές που μοιάζουν βγαλμένες από κόμικ, τον τρόπο που το σύστημα κι οι φορείς του απομονώνουν μεθοδικά τους διαφορετικούς, κι επικαλούμενοι νόρμες περί λογικής και τρέλας, τους εγκλωβίζουν σε καταστάσεις στερητικές της ελευθερίας.

Είναι φοβερά εύστοχα αποτυπωμένα όλ’ αυτά σε μια σκηνή που βιβλίου, μία απ’ τις πολλές δηλαδή που ξεχώρισα και σας την παραθέτω, για να καταλάβετε και μόνες, μόνοι σας, το πως αποδομεί ο συγγραφέας τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι και σε ποια, ποιον αντίστοιχα, ανάλογα φυσικά με την ταξική του θέση.

Ο μυλωνάς, όντας ερωτευμένος, επισκέπτεται τον γιατρό του χωριού Έρβινεν, που είναι παθολόγος, αναζητώντας θεραπεία μετά από συμβουλή της αγαπημένης του και συμβαίνουν τα εξής, στο γεμάτο όπλα σπίτι του «ειδικού» αφού ο δεύτερος του δίνει τα χάπια κι αρχίζει να του εξομολογείται το πάθος του για το κυνήγι:

«Είναι απίστευτο το πόσο υπέροχο μπορεί να είναι το κυνήγι αρκούδας την πρώτη φορά. Είναι πιο μεθυστικό κι απ’ τον πόλεμο!«

«Μπορώ να το καταλάβω», είπε ο μυλωνάς πίνοντας μια γουλιά.

Πριν συνεχίσει, του ξαναγέμισε το ποτήρι.

«Είχε πραγματικά καταπληκτικούς σκύλους. Μόλις μύρισαν την κατοικία της αρκούδας, όρμηξαν με δύναμη και την κατασπάραξαν».

Κάθισε στα τέσσερα πάνω στο χαλί για να μιμηθεί τα σκυλιά που επιτέθηκαν στην αρκούδα που κοιμόταν ήσυχη μέσα στην τρύπα της.

«Τότε ήταν που η παλιοαρκούδα αναγκάστηκε να βγει. Οι σκύλοι την άρπαξαν απ’ τα κωλομέρια!»

Γρυλίζοντας, έχωσε τα δόντια του στο δέρμα της αρκούδας που ήταν απλωμένο στην πολυθρόνα και το πέταξε κάτω. Έσυρε το τομάρι με το στόμα γεμάτο τρίχες.

«Ήταν αδύνατο να ρίξουμε, υπήρχε περίπτωση να πετύχουμε τους σκύλους!»

Ο γιατρός ενθουσιασμένος, έφτυσε τις τρίχες της αρκούδας, γέμισε τα ποτήρια και συνέχισε. Έκανε πότε τον σκύλο, πότε την αρκούδα (…) Οι κινήσεις του ήταν τόσο απότομες, που έριξε κάτω το σταχτοδοχείο χωρίς να το πάρει είδηση. Έχωσε βαθιά το μαχαίρι στο στήθος της αρκούδας και το κόκκινο αίμα του βασιλιά του δάσους κύλησε στο άσπρο χιόνι. Έσκυψε πάνω από το σκοτωμένο ζώο για να πιει το ζεστό αίμα του που στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλο από το ρακί. Στο τέλος, σηκώθηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο και κάθισε στην πολυθρόνα.

Η σκηνή είχε κάνει τόση εντύπωση στον μυλωνά που δεν κρατήθηκε και πήδηξε από την καρέκλα του για να κάνει τον γερανό.

«Ένα καλοκαίρι, είδα έναν γερανό στον βάλτο. Κορδωνόταν έτσι! Τσιμπούσε βατράχια μέσα στο νερό και τα κατάπινε!»

(…) Ο γιατρός παρακολουθούσε την παράσταση άναυδος. Δεν καταλάβαινε τι τον είχε πιάσει τον ασθενή του. Άραγε, τον κορόιδευε ή ήταν τόσο τρελός για ν’ αρχίσει έτσι ξαφνικά να μιμείται έναν γερανό που ούτε καν σκότωσε; (…) Σηκώθηκε απ’ τη θέση του και του είπε με έντονο τόνο:

«Σταματήστε, αγαπητέ μου. Δεν ανέχομαι τέτοιες γελοιότητες μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! (…) Περάστε έξω».

(…) Ο μυλωνάς έμεινε άφωνος. Γιατί θύμωσε τόσο εύκολα ο γιατρός; Περίεργο πόσο νευρικοί ήταν τελικά οι άνθρωποι. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί αλλά ο ‘Ερβινεν δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα. (…) Ο μυλωνάς χαμήλωσε τα μάτια και πέρασε έξω. Τα αυτιά του βούιζαν. Από τον φόβο και την ντροπή του ξέχασε το ποδήλατό του και πετάχτηκε τρέχοντας στον δρόμο. Ο γιατρός βγήκε έξω και είδε μια ψηλόλιγνη μορφή να φεύγει προς το νεκροταφείο.

«Αυτό μας έλειπε τώρα, να μας κοροϊδεύουν κι οι τρελοί! Ούτε αυτός καταλαβαίνει από κυνήγι. Τι αγροίκος!»

Τη συνέχεια και βέβαια χωρίς τις μικρές περικοπές που έκανα εγώ λόγω της μεγάλης έκτασης της περιγραφής, θα τη διαβάσετε στο βιβλίο και θα μάθετε πώς αντιμετώπισε τον μυλωνά Γκούναρ η Αστυνομία, η Τράπεζα, η Εκκλησία, ο μεγαλογαιοκτήμονας του χωριού, ο ιδιοκτήτης του μπακάλικου κ.α. Ποιοι στάθηκαν στο πλευρό του και γιατί και ποιοι τον κυνήγησαν ανελέητα. Πώς του φέρθηκε ο ψυχίατρος ακόμη ακόμη, στη συνέχεια, που είχε ήδη στο νου του έτοιμη την θεωρία στην οποία προσπάθησε να «χωρέσει» τον ήρωα του βιβλίου.

Αυτό που θεωρώ απαραίτητο να σας γράψω εγώ είναι ότι το βιβλίο (που είναι και αντιπολεμικό συν τοις άλλοις) γράφτηκε το 1981 και κυκλοφόρησε σε πολλές γλώσσες. Και στα ελληνικά το 2017 από την «Εμπειρία Εκδοτική», σε μετάφραση της Ευτυχίας Αχλιόπτα, όμως φαίνεται ότι είναι εξαντλημένο. Αξίζει, εννοείται, να το αναζητήσετε και να το μελετήσετε. Σίγουρα σε κάποια βιβλιοπωλεία θα έχουν μείνει αντίτυπα, σε κάποιες βιβλιοθήκες θα υπάρχει (με ενημέρωσαν μάλιστα ότι κυκλοφόρησε κάποτε με μία εφημερίδα, αλλά δεν γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες). Και μακάρι να ξανατυπωθεί απ’ τον εκδοτικό οίκο, μακάρι.

Σχετικά με τις ταινίες τώρα, που βασίστηκαν σ’ αυτό, πιο πιστά αναπαριστά τα γεγονότα η φινλανδική (κυκλοφόρησε το 1982) που μου άρεσε περισσότερο, ενώ η γαλλική (2017) είναι κατά τη γνώμη μου πιο mainstream και παρεκκλίνει σε κάποια σημεία (όχι πάντως τρομερά επί της ουσίας, ωστόσο παίζει ρόλο κι η αισθητική).

Προσωπικά και τις δύο θα σας πρότεινα, συμπληρωματικά να δείτε και βέβαια να συμβουλευτείτε τους συνδέσμους, ώστε να μάθετε περισσότερα απ’ όσα σας εξήγησα εγώ εδώ. Ειδικά για το συγγραφέα του που έφυγε απ’ τη ζωή πέρυσι, θα βρείτε και στα ελληνικά σχετικά άρθρα. Ασχοληθείτε με κείνον και το έργο του και δεν θα χάσετε.-

.

.