«Ένα φιλί» – Κυριάκος Μουτίδης

.

Αυτο το καλοκαιρι με σακατεψε

δεν υπαρχει πια μερος στη γη

να υπαρχω

δεν φιληθηκαμε πριν φυγεις

πριν πηδηξεις

πριν γινεις φλογα

που ερχεται στις γεφυρες

να δειξει τις πληγες στα χερια του

φαντασμα που λιωνει

τις φωτογραφιες

σβηνει τα ονοματα

κρατα τον ματωμενο λαιμο του

και θελει

τωρα

παρα να ζουσε

τον χορό του να βρει

να υπαρξει το αγγιγμα του

-βγαλε με απο το κλουβι…

μου το υποσχεθηκες

.

Κυριάκος Μουτίδης *

.

(*απ’ την ποιητική του συλλογή: «Σωρείτης» που μπορείτε να βρείτε στη «Λοκομοτίβα» και για την οποία σύντομα θα σας γράψω περισσότερα)

.

.

3ο Θερινό Βιβλιοστάσιο: 11-14 Ιουλίου 2019 στο Κτίριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

.

.

Παρουσίαση βιβλίου «Mind Fixers» : «Η προβληματική αναζήτηση της Ψυχιατρικής για τη βιολογία της ψυχικής νόσου»

Για το συγκεκριμένο βιβλίο διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο που μπορείτε να συμβουλευτείτε κι εσείς στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) και σήμερα μοιράζομαι μαζί σας μερικές επιπρόσθετες πληροφορίες.

Συγγραφέας του βιβλίου λοιπόν που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις W.W. Norton, είναι η Anne Harrington, καθηγήτρια Ιστορίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Harvard και διακεκριμένη γνώστρια των νευροεπιστημών (ένα απ’ τα πιο γνωστά βιβλία της είναι το «The Cure Within»), η οποία όπως έχει πει σε συνεντεύξεις της εμπνεύστηκε να το γράψει λόγω των ερωτήσεων που της έκαναν οι φοιτητές της, εξ’ ου και τους το αφιερώνει.

Το «Mind Fixers» αποτελείται από τρία μέρη: «Ιστορίες γιατρών», «Ιστορίες ασθενειών» και «Ημιτελείς ιστορίες». H Harrington αποφάσισε διαχωρίζοντάς το κατ’ αυτόν τον τρόπο, να κάνει αρχικά μια ιστορική αναδρομή σχετικά με την έρευνα της παθογένειας των ψυχικών διαταραχών, πριν μας αναφέρει τα συμπεράσματά της για τη σημερινή κατάσταση κι έτσι μας μεταφέρει σε πρώτη φάση, στο τέλος του 19ου αιώνα, στη γερμανόφωνη Ευρώπη, όπου ο Theodor Meynert και ο Emil Kraepelin ξεκίνησαν τις φιλόδοξες έρευνές τους πιστεύοντας πως απ’ την βιολογία θα αντλήσουν απαντήσεις στα ερωτήματά τους.

Απ’ την άλλη όμως, ο Freud κι η επέλαση της ψυχανάλυσης έστρεψαν σε διαφορετική κατεύθυνση το ενδιαφέρον τόσο των ειδικών όσο και της κοινής γνώμης και φάνηκε τότε ότι έστω κάποιες εξηγήσεις, μη-βιολογικές, μπορούσαν να δοθούν μέσω αυτών των θεωριών. Σιγά σιγά όμως αναδύθηκαν κι οι υπαρκτοί περιορισμοί του φροϋδικού μοντέλου με αποτέλεσμα τις αποχωρήσεις των διαφωνούντων (όπως ο Eugen Bleuler) και την επένδυσή τους σε άλλα πεδία ερευνών.

Πέρα απ’ όσα συνέβαιναν πάντως στην Ευρώπη, συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, με βάση οικονομικά βεβαίως, κριτήρια, οδήγησαν στην «αποϊδρυματοποίηση» (ουσιαστικά απονοσοκομειοποίηση) στην Αμερική με τραγικά αποτελέσματα ακόμη ως και στις μέρες μας (αφού οι ψυχικά πάσχοντες καταλήγουν είτε στο δρόμο ως άστεγοι, είτε σε φυλακές). Ήδη εκεί απ’ τη δεκαετία του 1930, πολύ πριν δηλαδή από την έγκριση της χλωροπρομαζίνης (Thorazine) απ’ την FDA που έγινε το 1954 (και σημειώστε ότι μέχρι το 1964, είχαν πληρωθεί περίπου πενήντα εκατομμύρια συνταγές), είχαν αρχίσει να κλείνουν τα ψυχιατρεία και χωρίς μάλιστα να μπορούν μάλιστα να συντηρηθούν ταυτόχρονα τα όποια κέντρα υγείας είχαν εγκαινιαστεί.

Με τις νέες εξελίξεις φυσικά στις νευροεπιστήμες, τη γενετική και την ψυχοφαρμακολογία άλλαξαν όπως ήταν αναμενόμενο τα πράγματα και δόθηκε νέα ώθηση στην έρευνα του εγκεφάλου.

Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι έτσι κάποιοι θεώρησαν πως αυτός είναι ο μόνος δρόμος, στον οποίο πρέπει να προχωρήσει η επιστήμη για να δοθούν απαντήσεις, κι όχι ένας ακόμη δρόμος. Έτσι η ψυχιατρική οδηγήθηκε στις στειρώσεις, στα προγράμματα ευγονικής, στις δολοφονίες στη Ναζιστική Γερμανία στη χειρότερη περίπτωση ή στα ηλεκτροσόκ και τις απανταχού βάρβαρες θεραπείες στην «καλύτερη», όπως η λοβοτομή.

Εντωμεταξύ, οι φαρμακοβιομηχανίες έβλεπαν συνεχώς τα κέρδη τους να αυξάνονται σε σταθερή αναλογία με την αύξηση των διαγνώσεων, αφού υπάρχει η τάση για συνεχή παθολογικοποίηση κάθε έκφανσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κάθε δυσφορίας, κάθε πόνου, για τα οποία η λύση είναι τι άλλο; Μερικά χάπια.

Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα έφτασε η παρανόηση σχετικά με την «βιολογική πειθαρχεία», ειδικά απ’ τη δεκαετία του 1980 και μετέπειτα, ώστε στις μέρες μας, όπως αναφέρεται εδώ, ο ψυχίατρος Samuel Guze να δώσει διάλεξη στο Νοσοκομείο Maudsley του Λονδίνου, με τον προκλητικό τίτλο: «Βιολογική Ψυχιατρική: Υπάρχει άλλος τύπος;» Η απάντησή του υπονοείται κι είναι: φυσικά όχι. Η ψυχιατρική είναι κλάδος της ιατρικής, και όλα τα φάρμακα είναι «εφαρμοσμένη βιολογία», τέλος της ιστορίας. Μόνο που δεν είναι έτσι.

Σαφώς στο βιβλίο μνημονεύονται και πολύ ορθά, ο Erving Goffman, o Michel Foucault και o Thomas Szasz, που με το εμβληματικό έργο τους έδειξαν πόσοι ακόμη παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη των ψυχικών διαταραχών κι εστίασαν στο ρόλο της κοινωνίας, στον έλεγχο που ασκούν οι ειδικοί κατά τη διαχείριση των ψυχικά πασχόντων, στην απανθρωποποίηση που λαμβάνει χώρα στα ιδρύματα και τόσα άλλα. Έτσι ώστε να είναι πασιφανές στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες πως τα της ψυχής, είναι πολύπλοκα και πολυπαραγοντικά φαινόμενα, που δεν επιδέχονται μιας και μοναδικής εξήγησης. Εξ’ ου κι απέτυχαν κι οι νεο-φροϋδιστές ενοχοποιώντας για τα πάντα σχεδόν τις μητέρες, βρίσκοντας όμως απέναντί τους το γυναικείο κίνημα που αντέδρασε δυναμικά (τα όσα είχε γράψει η Betty Friedan στο “Feminine Mystique”, υιοθετήθηκαν κι από άλλες ψυχοθεραπεύτριες όπως αυτές της ομάδας Redstockings κ.α.)

Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι επιμένουν να κάνουν πως αγνοούν ακόμη όλες τις αλήθειες που έφερε στο φως το έργο των προαναφερόμενων ερευνητών και διανοητών, αφού ζούμε στην εποχή των ψυχοφαρμάκων, την ιστορία των οποίων αναφέρει εκτενώς η συγγραφέας. Έτσι, όλο και γίνεται λόγος για «χημικές ανισορροπίες» του εγκεφάλου, για ..άτακτους «νευροδιαβιβαστές», «ένοχα» γονίδια και γενικώς για μια πληθώρα βιολογικών και μόνο, το τονίζω, αιτιών. Πρόσφατα μάλιστα συμμετείχα σε συζήτηση όπου με μεγάλη μου λύπη διαπίστωσα, ότι τέτοιες απόψεις ασπάζονται ακόμη και τώρα, άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως «ψυχικά πάσχοντες» και θεωρούν ότι ανήκουν στην «αντιψυχιατρική».

Η αλήθεια πάντως δεν είναι αυτή, αφού όλες οι διαγνωστικές κατηγορίες ψυχιατρικής εξακολουθούν να βασίζονται σε παρατηρήσεις κλινικών συμπτωμάτων και όχι σε βιολογικούς δείκτες ασθένειας. Οι προσδοκίες κι ο ενθουσιασμός που ακολούθησαν τη στροφή προς την έρευνα του εγκεφάλου, δεν απέδωσαν ακόμη καρπούς. Ο Edward Bullmore βέβαια, επικεφαλής της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο του Cambridge, υποστηρίζει π.χ. ότι η παθογένεση των ψυχικών διαταραχών θα αποκρυπτογραφηθεί αποκαλύπτοντας τη σύνδεση της λειτουργία του νου με εκείνη του ανοσοποιητικού συστήματος.

Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα γίνει έτσι, η βιολογία δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη μία και μοναδική εξήγηση του προβλήματος, ακριβώς επειδή τέτοια δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η συγγραφέας του βιβλίου θεωρεί, ότι θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι ν’ αντιμετωπίσουν με σεβασμό τα όρια της γνώσης στην Ψυχιατρική (και στην Ψυχολογία θα πρόσθετα) και να συνεργαστούν ώστε να υπάρξει μακροπρόθεσμα συγκεκριμένο όφελος για όσες, όσους υποφέρουν που δεν είναι καθόλου λίγες, λίγοι, αλλά και για τους οικείους τους που συμπάσχουν. Και με την άποψή της περί ολιστικής/συνθετικής προσέγγισης, προσωπικά, δεν μπορώ να διαφωνήσω.

Σ’ αυτό εδώ το blog άλλωστε έχει φανεί, αν μη τι άλλο, με πόσο ανοιχτό μυαλό, αντιμετωπίζω κάθε θεραπευτική πρόταση που μπορεί να είναι χρήσιμη, να «δουλέψει» και να βοηθήσει κάθε άτομο που πάσχει, είτε αυτή προέρχεται απ’ την πολιτισμένη» Δύση, είτε απ’ τις «υπανάπτυκτες» χώρες. Κι αν έχω μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στη φαρμακοθεραπεία, έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι υπερ-προβάλλεται σαν η μόνη λύση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως εξυπηρετούνται συγκεκριμένα συμφέροντα, διαστρεβλώνονται επιστημονικές έρευνες , χειραγωγούνται οι ειδικοί (αναφέρονται κι αυτά στο βιβλίο και το μετράω στα θετικά του) κι επόμενο είναι να αυξάνεται ο σκεπτικισμός μου. Εξάλλου ακόμη κι η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου δεν επιβεβαιώνει μια προηγούμενη ανεπάρκεια. Να το έχουμε κι αυτό κατά νου.

Άλλωστε, τι κάνουν οι φαρμακοβιομηχανίες, νομίζετε; Αυτό που εξηγεί σαφέστατα η συγγραφέας: «Κοιτάζουν το DSM και βρίσκουν διαταραχές που δεν έχουν διεκδικηθεί από κάποιο συγκεκριμένο φάρμακο και προσπαθούν να δουν αν μπορούν να βρουν στοιχεία που να δείχνουν ότι το φάρμακο τους μπορεί να λειτουργήσει για αυτή τη διαταραχή ή αυτή τη διαταραχή. Και εστιάζουν ειδικά σε μια εντελώς νέα σειρά διαταραχών που σχετίζονται με το άγχος (ενν: τη διαταραχή πανικού κ.α). Με άλλα λόγια, τα αντικαταθλιπτικά μετατρέπονται σε φάρμακα κατά του άγχους. Αλλά είναι ακριβώς τα ίδια φάρμακα«.

Κι αναφέρεται επιπλέον και στον σκεπτικισμό που δημιουργείται στο ευρύ κοινό κι όχι μόνο, όταν «διαγνώσεις» όπως η ομοφυλοφιλία που κακώς συμπεριλήφθηκαν εξ’ αρχής, αφαιρούνται στη συνέχεια μέσω ..ψηφοφορίας απ’ το DSM (κι οι ψυχαναλυτές από κοντά απολογούνται για το θέμα) κι όταν πειράματα σαν αυτό για το οποίο έχω γράψει κι εγώ εδώ, δείχνουν την ανεπάρκεια των ψυχιάτρων ν’ αναγνωρίσουν τους «πραγματικούς» απ’ τους «ψεύτικους» ασθενείς. Κι αυτά είναι μερικά μόνο απ’ τα παραδείγματα που δείχνουν πως κάποιες/κάποιοι δεν είμαστε τυχαία επιφυλακτικοί. Που να δείτε και τι διαπλοκή υπάρχει στο DSM που ανέφερα πριν, μεταξύ των συντακτών του και των φαρμακοβιομηχανιών.

Γι’ αυτό σας προτείνω να διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο (στο δεύτερο μέρος του η Harrington εξετάζει λεπτομερώς την σχιζοφρένεια, την κατάθλιψη και την μανιοκατάθλιψη), να λάβετε έστω, υπόψη σας όσα γράφτηκαν εδώ και να εξερευνήσετε τους συνδέσμους. Θα βρείτε κι άλλα ενδιαφέροντα πράγματα. Γιατί όσο κι αν το θέλουμε, οι απαντήσεις δεν μας περιμένουν στην επόμενη γωνία. Υπάρχει ακόμη μια απόσταση που πρέπει να διανυθεί. Άλλωστε και σε περιπτώσεις όπου η ανακάλυψη της παθογένειας έχει οδηγήσει σε ιατρικές επιτυχίες, έχει συχνά δουλέψει σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως τονίζεται ορθά σ’ αυτό το άρθρο.

Μπορούμε, καταληκτικά λοιπόν, όσο οι ερευνητές πειραματίζονται, να εξακολουθήσουμε να προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε το στίγμα και να μην ξεχνάμε κυρίως, πως θεραπευτική είναι κι η ανάπτυξη ισότιμων και χειραφετητικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων μέσα σε μια κοινότητα. Σχέσεων που θα βασίζονται στην αλληλοκατανόηση, την εμπιστοσύνη, το νοιάξιμο και το σεβασμό..-

.