Παρουσίαση βιβλίου: «Tα βιβλία κάνουν καλό στα μωρά» της Marie Bonnafé

Η συγκεκριμένη ανάρτηση (και κάποιες ακόμη που θ’ ακολουθήσουν), αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια αυτής εδώ, για τη λογοτεχνία. Λειτουργεί δηλαδή συμπληρωματικά και γίνεται τώρα με αφορμή μια ακόμη, σχετική εκδήλωση του “Διαβάζοντας Μεγαλώνω” για την οποία με ενημέρωσε επ’ αυτού η στενή μου φίλη, Ευανθία Σακελλάρη, επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Marie Bonnafé, κόρη του Lucien Bonnafé, ενός ανθρώπου που άφησε τη δική του σφραγίδα στη Γαλλία, καθώς υπήρξε ψυχίατρος, αντιφασίστας, πολιτικός, στενός φίλων πολλών σουρεαλιστών (του André Breton, του Max Ernst, του Man Ray, του René Crevel) κ.α. Στο ψυχιατρείο Saint-Alban, της Lozère που εργαζόταν, κατέφυγε μάλιστα το 1943 κι ο Paul Éluard με τη συζυγό του, καθώς εκεί κρυβόταν πολλοί Εβραίοι κι αγωνιστές της Αντίστασης. Αντιλαμβάνεστε επομένως, για πόσο σημαντική μορφή μιλάμε. Ίσως σας γράψω κάποια στιγμή περισσότερα για ‘κείνον. Αλλά κι αν όχι, πήρατε μια ιδέα έστω.

Το μήλο λοιπόν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αφού η κόρη του ακολούθησε τα βήματά του κι είναι ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια. Ίδρυσε μάλιστα μαζί με τον καθηγητή René Diatkine και τον Tony Lainé, το 1982, την A.C.C.E.S. (Actions culturelles contre les exclusions et les ségrégations). Η Οργάνωση αυτή λοιπόν, όπως θα καταλάβατε, όσ@ γνωρίζετε γαλλικά, υλοποιεί Πολιτισμικές Δράσεις, κατά των Αποκλεισμών και των Διακρίσεων.

Τα μέλη ενδιαφέρονται να φέρουν “σε επαφή τα μωρά και τα πολύ μικρά παιδιά με τα βιβλία, τα βιβλία ως αντικείμενα να τα παρατηρήσει κανείς, να τα φυλλομετρήσει και να τα επεξεργαστεί, βιβλία των οποίων το περιεχόμενο ζωντανεύει και γίνεται αντικείμενο διήγησης από επαγγελματίες που αγαπούν αυτά τα βιβλία, όπως και αυτά τα παιδιά και οι οποίοι μπορούν να μαγευτούν από το ενδιαφέρον που τα παιδιά αυτά αναπτύσσουν”, όπως αναφέρει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του 1994, ο συνιδρυτής που προανέφερα. Και συνεχίζει: “Όχι μόνο τα παιδιά τα λιγότερο προνομιούχα είναι έτοιμα να ανακαλύψουν την απόλαυση του βιβλίου, αλλά κι οι γονείς…

Οι οποίοι γονείς συχνά εκφράζουν και τη δυσπιστία τους (“μα μπορούν να καταλάβουν κάτι, τόσο μικρά που είναι;” ή “θα τους χρησιμεύσει σε κάτι, αυτό;”), φέρνοντας στο φως τις δικές τους συγκρούσεις και εσωτερικές αντιστάσεις (“μα θα τα σκίσουν τα βιβλία, θα τα χαλάσουν” ‘η “που χρόνος τώρα ν’ ασχοληθούμε και μ’ αυτό;”) κ.ο.κ.

Για να δούμε κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα μαζί… Πολλά χρόνια πριν, ο Αυστριακός ψυχαναλυτής Bruno Bettelheim, έδειξε στο εξαιρετικό βιβλίο του “Η ψυχανάλυση των παραμυθιών”, πως η φανταστική λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ταυτιστεί και να μεταβολίσει τις δικές του ενορμήσεις. Κι η Εmilia Ferreiro, ακολουθώντας τις θεωρίες του Piaget, πραγματοποίησε μεγάλες έρευνες σε πολύ διαφορετικούς πληθυσμούς, με αρχικό σκοπό ν’ αποδείξει ότι υπάρχει πρώιμο ενδιαφέρον για τον γραπτό λόγο και τα κατάφερε. Κι έκτοτε ακολούθησαν κι άλλες έρευνες σε Αγγλία, Γαλλία κ.ο.κ.

Επομένως το πρώτο ερώτημα, απαντάται ήδη κι όσο για τη χρησιμότητα, προτιμώ να σας παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα: “Ο πειρασμός του επωφελούς, όπως η επίμονη πίεση για πρώιμη έναρξη της μάθησης, μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Οι δαίμονες της αποδοτικότητας, δυστυχώς τόσο διαδεδομένοι στους ενήλικες, θα εκδηλωθούν πολύ πιο συχνά όταν πρόκειται για πληθυσμούς με κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες ή για παιδιά που αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην ανάπτυξή τους (…)

Αν πρέπει τα βιβλία για μωρά να μετατραπούν σε εγχειρίδια καλής συμπεριφοράς ήδη από την πιο μικρή ηλικία, αυτό είναι κάτι πραγματικά λυπηρό”.

Δεν χρειάζεται λοιπόν το μυαλό σας να εγκλωβίζεται στην ανάγκη μιας “χρήσιμης δραστηριότητας” που «πρέπει» να ενταχτεί στο πρόγραμμά σας, ούτε χρειάζεται να υπάρχει στόχος. Εξηγεί η συγγραφέας με σαφήνεια ότι: “Να δώσουμε βιβλία στα βρέφη δεν σημαίνει με τίποτα να τους προτείνουμε μια πρώιμη μορφή εκμάθησης της ανάγνωσης. Σημαίνει να ανακτήσουμε το παιχνίδι με τις ιστορίες μέσω μιας ψυχαγωγικής επαφής με το βιβλίο, αυτό το εντυπωσιακό αντικείμενο, το οποίο συχνά περιορίζεται σε έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων, κλεισμένο σε στενά πολιτισμικά πλαίσια.

Τα βιβλία θα πρέπει να είναι παρόντα στην καθημερινότητα όλων των μικρών παιδιών, χωρίς κανένα εξαναγκασμό και χωρίς να αναζητούμε κανένα όφελος, παρά μόνο την απόλαυση που βιώνουν τα βρέφη κι οι ενήλικες με τις πρώτες ιστορίες, όπως και με τα παιδικά τραγούδια (…) Αυτή η πρώτη επαφή με τη φαντασία, που κινητοποιεί η ανάγνωση των πρώτων βιβλίων στα μικρά παιδιά, αποτελεί εξίσου ένα ουσιαστικό μέσο που θα τους επιτρέψει να εξελιχτούν καλύτερα και να σταθούν καλύτερα στην κοινότητα όπου θα ζήσουν και θα μεγαλώσουν (…) Δίχως το παιχνίδι με τη φαντασία, το βρέφος δεν μπορεί να κατακτήσει ούτε τη γλώσσα ούτε την πνευματική ζωή”.

Ποια βιβλία άραγε είναι κατάλληλα για μωρά, ίσως ν’ αναρωτηθείτε τώρα; Τα πάνινα, τα ξύλινα, αυτά με το σκληρό εξώφυλλο; Και πώς πρέπει να τους διαβάζουμε; Εξηγώντας, χρωματίζοντας τη φωνή μας, προσθέτοντας δικά μας στοιχεία στις ιστορίες;

Οι απαντήσεις υπάρχουν στο βιβλίο, μαζί φυσικά με τις αιτιολογήσεις για κάθε περίπτωση. Καταγράφεται μάλιστα η εμπειρία όσων έχουν ασχοληθεί εδώ και αρκετά χρόνια με την ανάγνωση σε βρέφη, αφού η πρώτη έκδοση έγινε το 1994 μεν όπως σας ανέφερα ήδη, αλλά “το βιβλίο αυτό δεν απέκτησε ούτε μία ρυτίδα”, όπως πολύ ποιητικά γράφει ο καθηγητής Bernard Golse. Και συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό. Στη χώρα μας ακούγεται ακόμη και τώρα εξαιρετικά πρωτοποριακή ιδέα το να διαβάζουμε σε βρέφη, δεν συμφωνείτε;

Απ’ τον κύριο Golse, θα παραθέσω ένα απόσπασμα αντί δικού μου επιλόγου, αφού σας πω ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2017, απ’ την ΕνΤόμω/ ΣΥΜΕΠΕ (Επιστημονικός Σύλλογος Μέριμνας Παιδιού κι Εφήβου), σε μετάφραση του παλιού μας καθηγητή απ’ το Α.Π.Θ., Γρηγόρη Αμπατζόγλου, της παιδιάτρου Μαρίας Μπούρη και της κυρίας Χριστίνας Χατζηδημητρίου:


“Το βιβλίο έχει νόημα μόνο ως αντικείμενο ενός μοιράσματος συναισθημάτων μεταξύ του βρέφους και του ενήλικα που αφηγείται. Αν η ανάγνωση δεν προσφέρει απόλαυση στον αφηγητή, τότε δεν θα προσφέρει απόλαυση ούτε στο βρέφος, ούτε στο παιδί
”.-

.

.

*Η φωτογραφία τραβήχτηκε από μένα στις 10/3/2018 στην καφετέρια του Νομισματικού Μουσείου, με τη βοήθεια της Βάνας, της Κατερίνας και της Μάρθας, που βοήθησαν στη «σκηνοθεσία» της. Τις ευχαριστώ.

.

.

Advertisements

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s