Αντώνης Τσόκος: Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα

“Μου είναι αδύνατο να απολαύσω το φόβο, μακριά απ’ την ασφάλεια του σπιτιού μου”.

Αντώνης Τσόκος

Περιττό, αλλά θα το γράψω: όταν κυκλοφορεί καινούριο βιβλίο του Αντώνη, το διαβάζω αμέσως. Ξανά και ξανά. Εμμονικά, σα να μη μπορώ να κάνω αλλιώς, σα να μην υπάρχει κάτι πιο επείγον απ’ το να χαθώ στο σύμπαν του…

Κι έπειτα από τόσα χρόνια που περιδιαβαίνω μες τις σκέψεις του, αυτές που υποψιάζομαι ότι τον οδηγούν στο να γράφει ποίηση όταν συζητάω μαζί του, αναγνωρίζω πια ορισμένα μοτίβα. Υπάρχουν ας πούμε συγκεκριμένα νοήματα που μου τραβούν την προσοχή κι εκεί στέκομαι και διερευνώ προθέσεις.

Αυτή τη φορά λοιπόν, με την πρώτη ανάγνωση μπορεί να μου φάνηκε πως ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Φυσικά κι έγραψε πάλι υπέροχα ερωτικά ποιήματα, όμως αυτή η συλλογή είναι για μένα το καλύτερό του βιβλίο και είναι γνωστό δα, πόσο λάτρεψα και τα προηγούμενα.

Δεν χαρακτηρίζεται όμως έτσι ή αλλιώς το τέταρτο αυτό έργο του. Είναι πολλά πράγματα μαζί. Και τον βρήκα, όχι μόνο πιο ώριμο όσον αφορά τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και πιο διεισδυτικό, πιο ρηξικέλευθο, πιο ανατρεπτικό από κάθε άλλη φορά. Σαν να έσπασαν οι ρίζες του το τσιμέντο κι απλώθηκαν παντού.

Αλλά πάλι είναι το ίδιο γενναιόδωρος: αφιερώνει τόσα ποιήματα στα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του… Κι είναι πολύ όμορφο αυτό.

Ασυναίσθητα, άρχισα στην αρχή να σημειώνω τις πάμπολλες αναφορές του στην όραση, στο βλέμμα, στα μάτια. Κι έπειτα κι άλλες λέξεις στοιχήθηκαν στο σημειωματάριό μου και μετρήθηκαν αριθμητικά. Λέξεις ας πούμε, για μιαν ακόμη αίσθηση: την αφή. Κι έπειτα κι άλλες, κι άλλες… Κι ό,τι νομίζω εγώ ότι ανακάλυψα σ’ αυτές τις ανορθόδοξες ασκήσεις επί χάρτου που περιέργως είχαν κάτι από μαθηματικές εξισώσεις, κάτι από στατιστική ανάλυση, είναι που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας.

Όπως έλεγα άλλωστε πρόσφατα, κι όπως έχω ξαναγράψει, ευτυχώς μόνο υποκειμενική γνώμη μπορούμε να εκφράσουμε για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Ευτυχώς, υπογραμμίζω, αλλιώς θα ήταν τόσο βαρετή η ανάγνωση, δε νομίζετε;

Προσέχοντας λοιπόν τον χρόνο και τον τόπο που διαδραματίζονται τα γεγονότα του (κάνω ότι αγνοώ εν μέρει τη συσχέτιση του τίτλου που τόσο θυμίζει τις κοσμολογικές θέσεις του Αϊνστάιν), είδα ότι γράφει κυρίως για καλοκαίρια (υπάρχουν λέξεις όπως: «τζιτζίκια», «κουνούπια», «ξυλάκι παγωτό», «θάλασσα» και πάλι «θάλασσα», «χταπόδια», «ψάρια») και για φθινόπωρα. Ως το Νοέμβρη φτάνει το πολύ. Και παρά το ότι υπάρχει λίγο ψύχος στο δέρμα κι ελάχιστη βροχή σε κάποια τοπία του, αντιλήφθηκα ποιες είναι κυρίως οι εποχές που τον διακινούν.

Τα ποιήματά του δε, είναι γεμάτα άστρα. Κι είναι στραμμένα σαν τηλεσκόπια στον απέραντο ουρανό, πότε στ’ αεροπλάνα, πότε στα πουλιά και πότε στη σελήνη. “Επιρρεπής στο φως του φεγγαριού / κρυβόταν απ’ τον ήλιο…”

Κι όμως περιγράφει και κάποια μεσημέρια κι απογεύματα. Αλλά είναι τόσες πολλές οι αναφορές του σε κήπους, λουλούδια, γλάστρες, βλαστούς, ρόζους, αγκάθια, δέντρα, καρπούς, σκαθάρια, μυρμήγκια, που σχεδόν τον “βλέπω” να γράφει σ’ ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, ξυπνώντας από νυχτερινές οινοποσίες, προστατευμένος από μια ευεργετική σκιά.

Οι αστικές διαδρομές του έχουν και πάλι κέντρο την Αθήνα που περιγράφεται λεπτομερώς. Αλλά όταν αναφέρεται σε άλλες πόλεις (Παρίσι) ή χώρες (Μεξικό) το κάνει, σχεδόν χωρίς να χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμα γεωγραφικά ορόσημα, αφού προφανώς δεν έχει για ‘κείνον σημασία να κλέψει έτσι τις εντυπώσεις.

Κι όσο για τη θεματολογία του… Παραδομένος στα όνειρα, διαπερνά την «πραγματικότητα» που βρίθει πάντως μικρών και μεγάλων -“γοητευτικών” οπωσδήποτε όμως-, εγκλημάτων, σ’ αυτή την ποιητική συλλογή. Δολοφονίες και διαμελισμοί, κλοπές και πυρκαγιές, εκτελέσεις και αίμα, σε μια νουάρ ατμόσφαιρα τραβούν την προσοχή μου.

“Τ’ αγάλματα φορούν αλεξίσφαιρα γιλέκα…” Ο κίνδυνος παραμονεύει επομένως και “τα μεσάνυχτα / η πόλη διατίθεται σ’ επαναστάτες…”

Κι αναφορές πολλές βρίσκω στη θνητότητα μέσα απ’ τις λέξεις του: «νεκροί», «πεθαμένοι», «θάνατος», «τάφοι», «μνήμα», «πνίγομαι», «πένθος», «οστά», «θάβει», «έμφραγμα του μυοκαρδίου», «απαγχονισμός», «κοιμητήρια» αλλά κι «ένεση», «γιατροί», «νοσοκόμα», «ασθενείς». Ένας άλλος τρόπος ίσως να μετρήσει το χρόνο να είναι αυτός, εξίσου αδίστακτος πάντως μ’ εκείνον των ρολογιών. Γι’ αυτό προσπαθεί να τον ακυρώσει στο «Δύο και μισή». Κι όχι δεν θα σας «μαρτυρήσω» αν το επιτυγχάνει. Θα το μάθετε όταν διαβάσετε το ποίημα.

Που και που, μπαίνει σ’ ένα διάλογο με το Θεό όπως στο ποίημα “Αμήν. Και κάτι ακόμα”, αλλά είναι σαν να υποβόσκει μια αντιπαράθεση μαζί Του, σαν να υπάρχει μια ένσταση στις προσευχές που λογοκρίνεται απ’ τον ίδιο, όπως στο «Μεγάλη Παρασκευή ή Θυσία».

Κι ο έρωτας περιγράφεται σαρκοβόρος ενίοτε εδώ, πάλι όμως φευγαλέος, άπιαστος, σχεδόν ιδανικός, όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία του. Αλλού προκύπτει ματαίωση, αλλού σημειώνονται ελλείψεις κι αλλού δημιουργούνται τραύματα, ανεπανόρθωτες «ζημιές»: «Φαγώθηκε από σκουλήκια το φιλί / Τροφή πουλιών απέγινε…»

Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, ειδικά για κάτι στίχους όπως ο συγκεκριμένος: «συνωστίζομαι μέσα μου με ντροπή / Ζωντανός ή πεθαμένος είμαι εξίσου βαρετός… » αλλά σκέφτομαι ειλικρινά ότι δεν πρέπει να επεκταθώ περαιτέρω. Θέλω ν’ ακούσω τι θα πουν κι οι άνθρωποι που θα τον παρουσιάσουν άλλωστε, όταν με το καλό οργανωθεί αυτή η βραδιά.

Γι’ αυτό θα κλείσω λέγοντας πως βρήκα εκπληκτική τη φωτογραφία της Γεωργίας Τσόκου, στο εξώφυλλο και πως αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί όπως και οι προηγούμενες άλλωστε ποιητικές συλλογές του Αντώνη, απ’ τις πολύ καλές εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Εδώ θα βρείτε και τη σελίδα του στο Facebοοκ.

Αντώνη μου, κάθε επιτυχία σου εύχομαι… Να είσαι καλά.-

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s