Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος Ι

«Οι Έλληνες μου έφεραν πάντα τύχη»

1. Λεπτομέρεια απ’ το άγαλμα του Joyce στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Τον περασμένο Ιούλιο, βρέθηκα πάλι στην Τεργέστη. Ακολουθώντας τα ίχνη του James Joyce αυτή τη φορά. Κι όσο καθόμουν στο ιστορικό Caffè degli Specchi, που στεγάζεται στο Palazzo Stratti (κτίσμα του 1839, ιδιοκτησίας τότε του ισχυρότατου έλληνα εμπόρου, διευθυντή μεταξύ άλλων του Thaetro Novo, Niccolò Stratti και λογοτεχνικό στέκι αργότερα μεταξύ άλλων και του μεγάλου συγγραφέα, στην Piazza Unità d’Italia), σκεφτόμουν ότι με παρόμοιο περιπετειώδη τρόπο, ξεκίνησε κι η δική του ζωή στον τοπικό σταθμό των τρένων όταν έφτασε ταλαιπωρημένος με την έγκυο σύντροφό του Nora Barnacle κι έψαχνε για κατάλυμα, ώστε να περάσουν κάπου τη νύχτα. Τα κοινά μας βιογραφικά σημεία βέβαια σταματούν εκεί, αφού εκείνος κατάφερε τελικά να την αγαπήσει πολύ, αυτή την πανέμορφη πόλη της Αδριατικής (που διάλεξε για την αυτοεξορία του), στην οποία ήρθε για πρώτη φορά το 1904 κι έφυγε οριστικά το 1919. Εμένα εξακολουθεί να με διώχνει μακριά της, η “σχέση” μας είναι δύσκολη, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό. Όταν τουλάχιστον επιστρέφω, έχω σίγουρα κάποιο καλό λόγο για να το κάνω. Τη συγκεκριμένη στιγμή ακολουθούσα τα βήματά του συμβουλευόμενη πλήθος πηγών. Κι υπάρχουν τόσα πολλά σημεία με τα οποία έχει συνδεθεί τ’ όνομά του κι όπου μπορεί κανείς να ξετυλίξει την ιστορία του. Έχει όμως νόημα να τα δει κανείς όλα αυτά, ενώ υπάρχει και το αφιερωμένο σ’ εκείνον, Μουσείο; Θα σας γράψω τη γνώμη μου σ’ αυτή τη σειρά των αναρτήσεων και θα μοιραστώ μαζί σας φωτογραφίες που τράβηξα κι άλλες που έψαξα και βρήκα…

2. Caffè degli Specchi (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Καταρχάς, το διάστημα που ζούσε στην Τεργέστη, ήταν συχνότατος θαμώνας πολλών χώρων που σέρβιραν αλκοόλ (του άρεσε το αψέντι), όπως γράφουν οι βιογράφοι του και διαβάζουμε χωρίς την παραμικρή έκπληξη, όσ@ γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τη ζωή και το έργο του. Έχουμε υπόψη μας άρα, ότι απ’ την πρώτη νύχτα έμπλεξε σε καυγά σε μπαρ και κατέληξε να συλληφθεί και να βρεθεί στο κρατητήριο. Αν όμως δεν σας είχε απασχολήσει ως τώρα ως προσωπικότητα, μιας και θεωρούνται περίπλοκα και δυσνόητα τα βιβλία του (όχι όλα βέβαια), σήμερα θα μάθετε αν μη τι άλλο, μερικά πράγματα για εκείνον. Αφού τα μπαρ, τα καφέ και τα εστιατόρια που σύχναζε (ακόμη κι αν είχε ελάχιστα χρήματα στην τσέπη του), ήταν πάμπολλα λοιπόν, και τα περισσότερα βρίσκονται κοντά στην πλατεία Unità d’Italia δεν βρήκα ότι υπήρχε λόγος να τα δω ένα προς ένα. Μερικά συνεχίζουν τη λειτουργία τους και έχουν λίγο-πολύ την ίδια ατμόσφαιρα που είχαν κάποτε, όπως αυτό που βρέθηκα εγώ, το Stella Polare, αλλά και το Caffè Pasticceria Pirona όπου άρχισε να γράφει τον “Οδυσσέα” κι έχει νόημα ίσως μια επίσκεψη εκεί. Άλλα στέκια του δεν υπάρχουν πια, κάποια τον «διεκδικούν χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί αν όντως πήγαινε σ’ αυτά, ενώ “ξεφύτρωσαν” και μερικά καινούρια καφέ, που φέρουν τ’ όνομά του στις ταμπέλες τους, όπως άλλωστε και ένα ξενοδοχείο, στου οποίου το δρόμο βρέθηκα τυχαία μόλις πάρκαρε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα μικρά, καθημερινά συμβάντα που μας κάνουν να σκεφτόμαστε την “θεά” τύχη και τα παιχνίδια της. Έπαιξε άλλωστε το ρόλο της και στο να κάνω τη δημοσίευση αυτή που ετοίμαζα από πέρυσι, τώρα, αφού από αύριο και ως την Τρίτη θα μπορείτε να δείτε κι εσείς απ’ το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, τη σπουδαία ταινία της Βουβούλα Σκούρα που τον αφορά και τιτλοφορείται «THE RED BANK. James Joyce: Τα Τετράδιά του, των Ελληνικών». Κι έτσι θα διαπιστώσετε το πόσο πολύ ασχολήθηκε με τη γλώσσα μας. Η πρώτη που ανέδειξε αυτό το θέμα βέβαια, ήταν η ποιήτρια και μεταφράστρια τεσσάρων βιβλίων του, Μαντώ Αραβαντινού. Ακούστε όμως, αυτή τη συνέντευξη της σκηνοθέτιδας απ’ το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ Open και θα τα μάθετε τα της ταινίας. Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο εγώ.

Η Τεργέστη, για να φτάσουμε και στο “σκηνικό” της ιστορίας μας, πριν εξηγήσω περισσότερα πράγματα για τον Joyce, έχει άρωμα Ελλάδας. Καθόλου τυχαίο αυτό φυσικά αφού υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία εκεί, όπως θα καταλάβατε, αν δεν το ξέρατε ήδη απ’ τα μαθήματα της Ιστορίας. Αλλά όχι μόνο ελληνικό άρωμα. Ήταν πάντα ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, ένα σημαντικότατο λιμάνι, ανάμεσα στα “θερμά” κι ασταθή συνήθως Βαλκάνια και την Ευρώπη. Όπως έχει γράψει ο ιστορικός λογοτεχνίας Kevin Birmingham, στο βιβλίο του «The Most Dangerous Book: The Battle for James Joyce’s Ulysses», αν ο Joyce ήθελε να δραπετεύσει απ’ την “Ireland’s provinciality” – πράγμα σίγουρο, σκέφτομαι, καθώς θυμάμαι εκτός των άλλων και το ποίημα με τον τίτλο “The Holy Office” (στο οποίο υπάρχει κι η ελληνική λέξη Katharsis κι όπου διακρίνονται και οι αιτίες που τον έκαναν ν’ αποστασιοποιηθεί), βρήκε τότε το τέλειο μέρος. Μια περιοχή όπου οι Ιταλικές διάλεκτοι συναντούσαν τις Γερμανικές, τις Τσέχικες, τις Ελληνικές. Στην Τεργέστη υπήρχαν επίσης πολλοί Σέρβοι (κι άλλοι με εθνική καταγωγή απ’ την πρώην Γιουγκοσλαβία, Σλοβένοι, Κροάτες κτλ), καθώς και Αλβανοί. Μοιραία λοιπόν συγγραφείς σύγχρονοι, αλλά και προγενέστεροι, σ‘ αυτή την πόλη βάζουν τους ήρωές τους να περιπλανώνται και να ζουν τα πάθη τους, στα ιστορικά τους μυθιστορήματα. Το γράφω αυτό έχοντας στο νου μου για παράδειγμα τον εξαιρετικό Ράντοσλαβ Πέτκοβιτς και το βιβλίο του «Η μοίρα και τα σχόλια» (κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, σε μετάφραση: Ράντοσλαβ Μπρκόβιτς), που κάνει συχνές αναφορές και στους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Στο βιβλίο μάλιστα υπάρχουν κι αυτοί οι υπέροχοι στίχοι του Μίλαν Τζόρτζεβιτς:

Όλοι εξαφανιζόμαστε, είμαστε Σέρβοι από την Τεργέστη,
ξεθωριασμένα γράμματα, γαλάζιο αίμα·
όλοι πίσω μας αφήνουμε τα αποτυπώματα των δαχτύλων στη σκόνη των σπιτιών μας, τα ημερολόγια των λωτών, σφουμάτο αναμνήσεις των αρωμάτων, εκείνη τη φλόγα που παρουσιάσατε μες στο σκοτάδι, σαν οπτασία πάνω απ’ τα νερά, και πνίγει τους ανθρώπους που την ακολουθούν.

Είναι μια πόλη επομένως που δεν ανήκει κατά κάποιον τρόπο σε κανένα κι απ’ την άλλη σ’ αυτήν πολλοί λαοί, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε οικείο έδαφος, σαν στο σπίτι τους, αφού οι συμπατριώτες τους κάποτε άφησαν τα ίχνη τους στους δρόμους της. Μόνο τους τελευταίους αιώνες της ιστορίας της να σκεφτούμε, φτάνει για να το καταλάβουμε. Την κατείχαν οι Γάλλοι, πέρασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ακολούθως ενώθηκε με την Ιταλία, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως την κατέλαβαν οι Γερμανοί, την απελευθέρωσαν οι δυνάμεις του Τίτο κι έτσι πέρασε στη Γιουγκοσλαβία και τελικώς κατέληξε πάλι στην Ιταλία. Κι ο ήρωας του “Οδυσσέα”, Leopold Bloοm μοιάζει περισσότερο με Τριεστίνο παρά με Ιρλανδό, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές (δείτε εδώ ένα σχετικό βιβλίο).

3. James Joyce / Ettore Schmitz

Τον “αναγνωρίζουν” μάλιστα στο πρόσωπο του Svevo (του Ettore Schmitz δηλαδή, που ήταν Εβραίος συγγραφέας), στον οποίο ο Joyce έκανε μαθήματα αγγλικών (έτσι βιοποριζόταν) και σύχναζαν παρέα και στο Caffè degli Specchi, μεταξύ άλλων. Εκείνο που είναι απολύτως σίγουρο πάντως, είναι ότι ο συγγραφέας επέμενε στο Παρίσι, στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company όπου και συνάντησε την εκδότρια Sylvia Beach, σχετικά με το ότι έπρεπε το μπλε χρώμα στο εξώφυλλο του βιβλίου να είναι ίδιο με της ελληνικής σημαίας, όπως έχει αναφερθεί απ’ τον Edwuard Bishop, ώστε να “θεμελιώνεται” κι η σχέση “κειμένου” και “βιβλίου”.

(συνεχίζεται)

*Οι φωτογραφίες 1 και 2 τραβήχτηκαν από μένα. Η 3 είναι από εδώ. Κι άλλες, σύγχρονες φωτογραφίες της Τεργέστης, θα βρείτε στους λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram αντίστοιχα.

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s