Το καλοκαίρι σχεδόν εξέπνευσε – Jim Morrison

.

Το καλοκαίρι σχεδόν εξέπνευσε

πνέει τα λοίσθια μάλλον

ξεψύχησε σχεδόν· μα ναι, απωλέσθη.

.

Πού θα μας βρει άραγε,

τούτου του θέρους το κύκνειο άσμα;

.

.

.

Η αυγή μας βρήκε σε μία γαλήνια μακαριότητα,

η ντάλα του μεσημεριού έσταξε χρυσάφι στα μαλλιά μας,

τη νύχτα κολυμπήσαμε μία θάλασσα όλο γέλιο.

.

.

Όταν ξεφτίσει το καλοκαίρι,

πού θα ‘μαστε ε; Πού θα ‘μαστε, ε, ε;

.

.

.

Η αυγή μάς βρήκε σε μία γαλήνια μακαριότητα,

η ντάλα του μεσημεριού έσταξε χρυσάφι στα μαλλιά μας,

τη νύχτα κολυμπήσαμε μία θάλασσα όλο γέλιο.

.

.

.

.

Όταν θα φύγει το κατακαλόκαιρο

Πού θα ‘μαστε, άραγε;

.

.

.

Σχεδόν ξεψύχησε το καλοκαίρι,

το καλοκαίρι έχει τελειώσει μάλλον,

ζήσαμε δυνατές στιγμές, μ’ απομακρύνονται.

.

.

.

Παραμονεύει ο χειμώνας

και φεύγει τρέχοντας το καλοκαίρι.

.

.

Jim Morrison, απόδοση Γιώργος Τρίγκας

(Περιοδικό “Δυτικές Ινδίες”, Τεύχος 3, 7 Ιουανουαρίου 2001)

.

.

.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

Αφιέρωμα στο Φελίνι απ’ το Italian Online Summer Fest

Federico Fellini (απ’ το site του Italian Online Summer Fest)

.

Ξεκινάει από σήμερα, Παρασκευή 7 Αυγούστου το «Αφιέρωμα Φελίνι» για το οποίο σας είχα προϊδεάσει ήδη εδώ και όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου, θα παρουσιαστούν τρεις εικονικές εκθέσεις:

«Στο τραπέζι με τον Φελίνι μνημονεύοντας τον Αρτούζι»,

«8 1/2 του Φελίνι στις ανέκδοτες φωτογραφίες του P. Ronald» και

«Το φαγητό στα σχέδια του Φελίνι»,

που θα μείνουν διαθέσιμες στο διαδίκτυο μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου, και δυο φημισμένα αριστουργήματα:

«Γλυκιά ζωή» (στο διαδίκτυο μέχρι τις 13 Αυγούστου) και

“ 8 ½ ” (διαθέσιμη από τις 21 Αυγούστου).

Με μια απλή εγγραφή, μπορείτε να παρακολουθήσετε τα πάντα και χρήσιμο θα είναι να δείτε και το πρόγραμμα, το ημερολόγιο, όλων των εκδηλώσεων, ώστε να επιλέξετε τι σας ενδιαφέρει. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να τα ταξιδέψουμε, βλέπετε… Ευτυχώς.

Καλή διασκέδαση λοιπόν.

«Τ’ αλλόκοτα μάτια» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

Σκίτσο απ’ το περιοδικό «Διαβάζω», Τ. 371

.

Ανατρέχοντας σε παλιά τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», θυμήθηκα ξανά αυτό το υπέροχο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, που είχε επιλέξει για το τεύχος 371 ο Γιώργος Ζεβελάκης. Μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς ολόκληρο εδώ (σελ. 54 ως 57), μιας κι εγώ θα δημοσιεύσω σήμερα ένα πολύ μικρό μέρος του που διάλεξα εσκεμμένα, καθώς δείχνει πώς και πόσο μπορεί να μεταβληθεί η ψυχολογία μας ανάλογα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι βέβαια για το μεγάλο μας λογοτέχνη, απλώς εύχομαι να απολαύσετε τη γραφή του, της οποίας την ορθογραφία διατήρησα ως έχει:

.

«Ένα δειλινό, την ώρα του λιοβασιλέματος, μου φάνηκε πως όλος ο κόσμος έγινε ρόδινος. Ουρανό και γη, πρόσωπα και πράγματα, όλα τάβλεπα ροδοβαμμένα. Η παραίσθηση αυτή, αν και ζωηρότατη, δεν βάσταξε πολύ. Άμα σκοτείνιασε κι άναψαν τα φώτα, είδα πάλι τον κόσμο όπως ήταν. Τάλλο πρωί όμως, άμα ξύπνησα, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο χρωματιστό, ρόδινο, ιδανικό!

Ήταν πια σταθερό. Μου βάσταξε μέρες. Και τη νύχτα ακόμα, στα σκοτεινά, έβλεπα τα πράγματα να ροδίζουν!

Ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, λίγο – λίγο, άρχισαν να… ξεβάφουν. Έφτασα να τα βλέπω μισά ρόδινα και μισά με το φυσικό τους χρώμα. Κι επιτέλους το ρόδινο, αφού σχημάτισε μια παρυφή από τη μια πλευρά των πραγμάτων, εχάθηκε. Ήμουν καλά.

Αλλά για λίγον καιρό. Γιατί το «φαινόμενο» μού ξαναπαρουσιάστηκε το ίδιο. Με τη διαφορά μόνο πως το χρώμα δεν ήταν πια ρόδινο, αλλά πορτοκαλί. Έπειτα έγινε χρυσοκίτρινο. Έπειτα γαλάζιο. Έπειτα πράσινο. Και τέλος μαβί. Έτσι, επί ένα ολάκερο χρόνο, – και περισσότερο ίσως, – είδα τον κόσμο βαμμένο διαδοχικά, μισοβαμμένο ή παρυφασμένο μ’ όλα σχεδόν τα χρώματα της ίριδος· και σε τέτοιο τρόπο, που κάθε φορά μου φαινόταν πως είχα μεταφερθεί στο Φεγγάρι, στον Ήλιο, στον Άρη, στην Αφροδίτη και ζούσα σα σε όνειρο!

Ανάλογα περίεργη ήταν κι η ψυχική μου διάθεση όσο βάσταξε το τελευταίο αυτό «φαινόμενο». Είχα διακόψει την εργασία μου κι ήθελα, τον περισσότερο καιρό, να μένω στο σπίτι και να βλέπω απ’ το παράθυρό μου. Πότε ήμουν μελαγχολικός, πότε χαρούμενος και πότε γινόμουν καθαυτό μανιακός. Ο γιατρός μου, σ’ αυτή την περίοδο, ήταν υποχρεωμένος να μου γιατρεύει τις νευρικές κρίσεις. Ερωτεύθηκα γυναίκες που τις αντιπαθούσα φοβερά όταν τις έβλεπα με το φυσικό τους χρώμα. Κι απεναντίας εμίσησα την πιο αγαπημένη μου, όταν την είδα άξαφνα ολοπράσινη. Έφαγα με ηδονή φαγιά που άλλοτε μου προξενούσαν αηδία· και συχάθηκα ξαφνικά τα πιο αγαπητά μου.

Το τελευταίο χρώμα της παραισθήσεώς μου ήταν, καθώς είπα, το μαβί. Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε, φοβήθηκε πως θα το διαδεχόταν το μαύρο. Και τότε βέβαια θα τυφλωνόμουν. Αλλά όχι. Κανέν’ άλλο χρώμα δεν διαδέχτηκε το τελευταίο εκείνο μαβί. Και πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, χωρίς να μου παρουσιαστή τίποτε, ούτε απ’ τα παλιά, ούτε άλλο καινούργιο.

Ο γιατρός λέει πως γιατρεύτηκα. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Γιατί έχω ακόμα τη μανία να μην αφίνω ήσυχα τα μάτια μου στιγμή. Θάλεγα μάλιστα πως αυτά έχουν μέσα τους μια δύναμη που δεν μ΄ αφήνει να τα ξεχάσω και να ησυχάσω. Τα μάτια μου τελοσπάντων, ταλλόκοτα μάτια μου, ενοχλούν εμένα, όπως άλλους ανθρώπους άλλα μέλη του σώματος. Και γι’ αυτό φοβάμαι πως έχω να υποφέρω κι άλλα, μολονότι μου είνε αδύνατο να μαντέψω τι…»

.

Γρηγόριος Ξενόπουλος (απόσπασμα απ’ το διήγημα “Τ’ αλλόκοτα μάτια”, πρώτη δημοσίευση: περιοδικό “Μπουκέτο”, 18/7/1926, αναδημοσίευση: περιοδικό “Διαβάζω” Τ. 371, σελ. 52, Φεβρουάριος 1997)

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΠΛΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ‘ΙΔΙΩΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ’ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ: ΟΧΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΟΠΛΟΦΟΡΙΑΣ

Σύμφωνα με πρόσφατη κυβερνητική απόφαση, λειτουργίες της επίσημης αστυνομίας που αφορούν στη φύλαξη «δημόσιων εγκαταστάσεων όπως χώρων ΝΠΔΔ, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Επιχειρήσεων και στη συνοδεία χρηματαποστολών», ιδιωτικοποιούνται μέσω της πρόσληψης, απευθείας από τους προς φύλαξη οργανισμούς, ιδιωτών που θα είναι ένστολοι και ένοπλοι. Τα κριτήρια για την πρόσληψη και η εκπαίδευσή τους θα είναι στην αρμοδιότητα της ΕΛ.ΑΣ, το ίδιο και όπως η όλη υπηρεσιακή λειτουργία που, εν συνεχεία, θα επιτελούν (ακόμα και το ωράριό τους).

Δεν θα μείνουμε, εν προκειμένω, στο τι εκφράζει αυτή η ιδιωτικοποίηση των ένοπλων σωμάτων του κρατικού μηχανισμού – σε μια λογική «αμερικανοποίησής» τους, έτσι ώστε, όπως εκεί, όλα, ένοπλα σώματα, φυλακές κλπ, να είναι, όλο και πιο πολύ, ιδιωτικά, με αναφορά σε ένα «επιτελικό κράτος». Δεν πρόκειται, φυσικά, μια μετάλλαξη από κάτι «καλό», που είναι η δημόσια αστυνομία, αυτή που όλοι ξέρουμε και ζούμε καθημερινά, σε κάτι «κακό», που θα είναι η (μερική) ιδιωτικοποίησή της. Είναι στη λογική της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην καθημερινή δράση του ήδη υπάρχοντος «κακού».

Θα επιμείνουμε, όμως, σε κάτι που μας αφορά άμεσα ως κινηματική συλλογικότητα στο χώρο της ψυχικής υγείας και αυτό αφορά στα πιστοποιητικά ψυχικής υγείας που πρέπει να εκδίδονται προκειμένου οι ιδιώτες αυτοί αστυνομικοί να παίρνουν άδεια οπλοφορίας.

Θα θυμίσουμε ότι το πρόβλημα αυτό πρόκυψε, για πρώτη φορά, το 2008, όταν θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα οπλοφορίας στις εταιρείες σεκιούριτι. Τότε η ΕΨΕ, ύστερα από σχετική έκκληση που της έγινε, έβγαλε μια σημαντική απόφαση:

«Η Ψυχιατρική και οι Ψυχίατροι, τόνιζε, δεν έχουν τις γνώσεις ούτε τα μέσα για να μπορούν να βεβαιώσουν με ασφάλεια εάν ένα πρόσωπο μπορεί να φέρει πυροβόλο όπλο ή άλλο φονικό όργανο και πολύ περισσότερο να βεβαιώσουν ότι το πρόσωπο αυτό σε κάθε περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις θα αντιδράσει σύμφωνα με τις επιταγές του Νόμου και τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις που επικρατούν. Η αδυναμία ασφαλούς εκτίμησης και πρόβλεψης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε συνθήκες όπου το γενικότερο κλίμα χαρακτηρίζεται από έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης, συναισθηματική απίσχναση, χλευασμό των ιδανικών, έκπτωση των αξιών, αμφισβήτηση θεσμών και πολιτική πενία και καθημερινά και συνεχώς επιδεινούμενα φαινόμενα υπέρμετρης, άλογης και όχι σπάνια ανθρωποκτόνου βίας…».

Και κατέληγε: «Η Ε.Ψ.Ε. επομένως είναι ριζικά αντίθετη στην οποιαδήποτε πρακτική επέκτασης της χορήγησης όπλων και πολύ περισσότερο σε πρόσωπα που είναι υπάλληλοι ιδιωτικών οργανισμών. Και μάλιστα με την εμπλοκή στις σχετικές διαδικασίες επαγγελματιών της Ψυχικής Υγείας γιατί αυτό θα έδινε μια επίφαση εγγύησης ότι η χρήση τους θα ήταν νόμιμη και μόνο στις απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις».

Φυσικά, αυτή η απόφαση της ΕΨΕ ποτέ δεν εφαρμόστηκε, ποτέ δεν έγινε κατευθυντήριος άξονας της ψυχιατρικής πρακτικής. Γι΄ αυτό και σήμερα οι σεκιουριτάδες έχουν το ελεύθερο να οπλοφορούν, τουλάχιστον για «ειδικές αποστολές».

Με την θεσμοθέτηση της πρόσληψης ιδιωτών ως ένοπλων αστυνομικών/φρουρών, η νομιμότητα της κατοχής και της «ορθής» χρήσης του όπλου από τους οποίους θα επικυρώνεται (στην πραγματικότητα, θα κατασκευάζεται) από την δυνατότητά τους «ορθής εκτίμησης του κινδύνου», μέσω της σχετικής ψυχιατρικής γνωμάτευσης, το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω εμπλοκή και συνοδοιπορία της ψυχιατρικής σε μια χωρίς προηγούμενο ανεξέλεγκτη διάχυση της οπλοκατοχής και του ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Κάνουμε έκκληση σε όλους και όλες τους/τις ψυχιάτρους να μη δίνουν πιστοποιητικά για άδεια οπλοφορίας. Υπάρχει έμπρακτη εμπειρία πρακτικών που επιτρέπουν τη χορήγηση πιστοποιητικού «ψυχικής κατάστασης» για κάποιον/αν προκειμένου να εργαστεί σε εταιρεία σεκιούριτι, διατυπωμένη, όμως, με τρόπο που να αποκλείει τη χρήση της για έκδοση άδειας οπλοφορίας.

Και, για μιαν ακόμη φορά, καλούμε την ΕΨΕ να θυμηθεί αυτή τη δική της απόφαση, να εξετάσει αν ακόμα την υιοθετεί, έτσι ώστε να προχωρήσει σε ένα σχετικό κάλεσμα για την εφαρμογή της και σε καταγγελία των πρακτικών της ανεξέλεγκτης διάχυσης της οπλοφορίας.

6/8/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Ελεύθερος ο πρόσφυγας Α. Α. Ο αγώνας για την πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων του συνεχίζεται.

Κατόπιν των ανακοινώσεων από διάφορες πολιτικές συλλογικότητες και οργανώσεις αλλά και των δημοσιοποιήσεων στον ημερήσιο τύπο, ο Α.Α. αναγνωρισμένος πρόσφυγας από το Ιράκ, αφέθηκε ελεύθερος την Παρασκευή 31.7! Ωστόσο ο αγώνας του συνεχίζεται, δεδομένου ότι εκκρεμεί η ανάκληση του ασύλου του. Η διαδικασία ανάκλησης του ασύλου του διεκπεραιώνεται στο πλαίσιο μιας νέας πολιτικής πρακτικής που εγγράφεται στη φαρέτρα των νομικών αυθαιρεσιών και των μορφών καταστολής πλέον και ενάντια στους αναγνωρισμένους πρόσφυγες. Ενδεικτικά να πούμε ότι για τον Α.Α. δεν υπάρχει ακόμη έκδοση της απόφασης κράτησης από την Πέτρου Ράλλη (συλληφθείς την 22.7) ενώ η ενδεχόμενη απέλασή του «θα ισοδυναμούσε με εκτέλεση, ακριβώς λόγω της ταυτότητας φύλου που φέρει, και που ήταν και ο λόγος της διαφυγής του από τη χώρα καταγωγής, που τον κράτησε μέχρι στιγμής ζωντανό». Η περίπτωση του Α.Α. προφανώς και δεν είναι μεμονωμένη. Η ακραία αυτή νέα πολιτική γραμμή ασκείται ενάντια σε αναγνωρισμένες προσφύγισσες/ες μέσω της σύλληψης και άσκησης- ακόμη και πολύ μικρών ποινικών διώξεων με αναστολή- ακόμη και για αδικήματα που σε καμία περίπτωση στο παρελθόν δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάκληση του ασύλου τους. Στη συνέχεια η ΕΛΑΣ με βάση το νόμο 3646/19 παραπέμπει αίτημα στην Υπηρεσία Ασύλου για την ανάκληση του καθεστώτος τους, η οποία Υπηρεσία Ασύλου φαίνεται να αποδέχεται.


Είναι φανερό ότι για την ρατσιστική και αντιμεταναστευτική πολιτικής  της κυβέρνησης (εντολοδόχου της γενικότερης αντιπροσφυγικής πολιτικής των Βρυξελλών) δεν υπάρχουν όρια στη βαρβαρότητα με την οποία εκφράζεται. Από τη Μόρια και τη Βιάλ (και τα κλειστά στρατόπεδα που ετοιμάζουν, με χρηματοδότηση της ΕΕ, στα νησιά), μέχρι και την πλ. Βικτωρίας, όταν αυτό που αναμένει ακόμα και όσους πάρουν άσυλο είναι μια «πανελλαδική πλατεία Βικτωρίας», όταν, όλο και πιο πολύ, ακόμα και ο κάθε «αναγνωρισμένος πρόσφυγας» θα έχει επικρεμάμενη την τύχη του Α.Α., η ανάγκη για ένα όλο και πιο διευρυμένο και όλο και μαχητικό κίνημα αλληλέγγυων για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων των προσφύγων και των μεταναστών, γίνεται όλο και πιο επιτακτικό.

Φίλες/οι του Α.Α.

Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία

Η ζωή στις Δομές Φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Μια απάντηση στις συναδέλφισσες/ους για το συνεχές της πειθαρχικής συμμόρφωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού.

.

Χαιρετίζουμε την προσπάθεια των συναδέρφων/ισσων να απαντήσουν στο κείμενό μας κι έτσι να συμβάλλουν σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο, που επιχειρήσαμε να ανοίξουμε σχετικά με τον πειθαρχικό και ελεγκτικό χαρακτήρα των Δομών Φιλοξενίας. Για εμάς είναι επίσης σημαντικό πως εργαζόμενοι/ες της Οργάνωσης Ιατρική Παρέμβαση συμμετείχαν στη συνέλευσή μας στις 27/06/2020, δίνοντας αφορμή για έναν πολύ δυνατό διάλογο. Αν και δεν είναι εύκολο να μεταφέρουμε το κλίμα και το περιεχόμενο, νιώθουμε την ανάγκη να σταθούμε σε κάποια σημεία:

Χαιρόμαστε που κατ’ αρχήν, και στο κείμενο τους, αναγνωρίζουν ότι στον εν λόγω Ξενώνα όντως κινήθηκαν οι διαδικασίες για ακούσια νοσηλεία και ότι όντως υπάρχει καταγγελία από τον άμεσα ενδιαφερόμενο, καθώς και ότι οι εργαζόμενοι/ες «σέβονται την διεκδίκηση στην καταπάτηση των δικαιωμάτων του». Επίσης χαιρόμαστε που, κατά δεύτερον, αναγνωρίζουν ότι η «υπεράσπιση του δικαιώματος των παιδιών να έχουν διαφορετικό πρόγραμμα» και «ελεύθερη πρόσβαση στους χώρους του Ξενώνα», παρόλες τις καλές προθέσεις, «δεν επιτυγχάνονται πάντα». Σημαντικό επίσης πως ανοίγει το ερώτημα για το αν τα αίτια αυτής της αποτυχίας είναι δομικής φύσεως. Από εμάς είναι ξεκάθαρο πως το συγκεκριμένο ερώτημα μπορεί να μας βάλει σε έναν κοινό δρόμο.
Ταυτόχρονα όμως με αυτές τις παραδοχές, που μπορούν να αποτελέσουν την βάση για ένα δημόσιο διάλογο, αξίζει να επισημανθούν κάποια πράγματα που αναδείχτηκαν και στη Συνέλευση. Τα σημεία αυτά είναι τα παρακάτω: 

Αρχικά οι εργαζόμενοι/ες μοιάζει να αποδέχονται το γεγονός της ακούσιας νοσηλείας αλλά να αρνούνται τον πειθαρχικό της χαρακτήρα. Όπως μαρτυρούν πολλοί άνθρωποι με προσωπική εμπειρία αλλά και εργαζόμενοι σε Δομές Φιλοξενίας, πολύ συχνά μια ακούσια νοσηλεία έχει στοιχεία συμμόρφωσης και τέτοιες πειθαρχικές πρακτικές συμβαίνουν κατά κόρον. Το ερώτημα που εδώ παραμένει αφορά στο ποιες άλλες εναλλακτικές μη βίαιης απόκρισης υπήρξαν από τον Ξενώνα για το ξεπέρασμα μιας κρίσης, στην οποία εμπλεκόταν ένας έφηβος, χωρίς κανένα ιστορικό ψυχικής διαταραχής ή άλλης βίαιης συμπεριφοράς. Εξάλλου, ακόμα και οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν, που συνήθως με ευκολία προτείνουν χημική καταπράυνση, δε συνέστησαν καμία φαρμακευτική παρέμβαση, ενώ τον κράτησαν για δύο 24ωρα, δηλαδή τον ελάχιστο χρόνο που προβλέπει το πρωτόκολλο.  Επίσης, μένουν ανοικτά τα ερωτήματα: Πώς,  όταν «οι κακοποιητικές πρακτικές δεν έχουν θέση» σε οποιοδήποτε προνοιακό πλαίσιο και δη στον συγκεκριμένο Ξενώνα, οδηγήθηκε ο έφηβος στο να καταγγείλει την περιπέτειά του συντάσσοντας το δικό του κείμενο; Κατά πόσον είναι «απόλυτα σεβαστό το βίωμα του παιδιού», όταν πέρα από την αναφορά των συναδέλφων γενικά και αόριστα σε ατομικά δικαιώματα, δεν γίνεται κανένας λόγος για την ακούσια νοσηλεία του, επικαλούμενοι την «προστασία των προσωπικών του δεδομένων»;

Επίσης, υποστηρίχτηκε πως «κανένας εργαζόμενος και καμία εργαζόμενη, σε καμία θέση σε μια δομή φιλοξενίας, δεν έχει δικαιοδοσία/αρμοδιότητα να διατάξει ακούσια νοσηλεία». Όμως για τα ασυνόδευτα ανήλικα υπεύθυνοι είναι οι Εισαγγελείς Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Αθηνών, που για ολόκληρη την Αττική είναι μόνο δύο. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως η κηδεμονία αναλαμβάνεται από τις Δομές Φιλοξενίας και πιο συγκεκριμένα από τον/την επιστημονικά υπεύθυνο/η, που το γνωστικό της αντικείμενο αφορά στην επιστημονική μεθοδολογία, ακολουθούμενη για την φροντίδα και την προστασία των φιλοξενούμενων εφήβων. Η άλλη υπεύθυνη θέση για ζητήματα διαχείρισης κρίσεων είναι η θέση της/του συντονίστριας.  Επομένως η κλήση στην αστυνομία γίνεται υπό την ευθύνη αυτών των συγκεκριμένων εργασιακών θέσεων, που τις επιτελούν κάποιοι εργαζόμενοι. Τα ερωτήματα λοιπόν δεν αφορούν γενικά και αόριστα στους εργαζόμενους. Αφορούν στους ρόλους και πώς αυτοί διεκπεραιώνονται μέσα στο θεσμό. Τι σημαίνει όμως επιστημονική ευθύνη και συντονισμός μιας τέτοιας Δομής; Πώς αντιλαμβανόμαστε τους συγκεκριμένους ρόλους; Έχουν χειραφετητικό χαρακτήρα; Αναπτύσσονται και επιτελούνται διαλογικά και διαλεκτικά; Λαμβάνουν υπόψιν τις ιδιαιτερότητες του κάθε προσώπου που φιλοξενείται;  Αναζητούνται εναλλακτικές;

Τελικά στο κείμενό μας θελήσαμε να κάνουμε ορατή την καταγγελία του ίδιου του άμεσα ενδιαφερόμενου σχετικά με την ακούσια νοσηλεία του, για να μην τη φάει το μαύρο σκοτάδι όπως συμβαίνει κατά κανόνα κι όχι ως «επιλογή δημιουργίας μιας πολωτικής κατάστασης στην κοινότητα των εργαζόμενων σε ΜΚΟ…». Είναι για εμάς προφανές ότι δεν «εκπροσωπούμε κανένα παιδί». Στηρίζουμε όμως τον αγώνα του και αυτό σημαίνει και διερεύνηση και άνοιγμα μιας συζήτησης. Μέσα από το κείμενο μας επιδιώκουμε να πολιτικοποιηθούν τα ζητήματα που αφορούν στην επισφάλεια εργασίας στις Δομές Φιλοξενίας και στις πρακτικές πειθάρχησης που συχνά πυκνά αναπτύσσονται, να επισημάνουμε πως κανείς δεν μπορεί να μιλάει για πρακτικές και περιεχόμενο εργασίας χωρίς να στέκεται και στην κουλτούρα και στο πλαίσιο που τα φιλοξενεί. Για εμάς, δεν υπάρχει «στοχοποίηση συναδέλφισσας». Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα. Αυτό που αναδεικνύει το κείμενο μας, μιλώντας κυρίως στο α πληθυντικό, είναι η εργασία που καλούμαστε να φέρουμε σε πέρας μέσα από συγκεκριμένους εργασιακούς ρόλους και θέσεις, υπό τα κελεύσματα της εκάστοτε διοίκησης και στο πλαίσιο του δομικού μηχανισμού λειτουργίας των Δομών Φιλοξενίας. Ας αναρωτηθεί η «συναδέλφισσα» και  η καθεμία και ο καθένας από εμάς ποια είναι λοιπόν αυτή η εργασία που καλούμαστε να επιτελέσουμε και μέσα από ποιες συγκεκριμένες ειδικότητες και θέσεις.

Κλείνοντας να σταθούμε στην προσπάθεια των εργαζομένων να «αποτελέσουν τον μοχλό πίεσης για κοινωνική αλλαγή και κοινωνική δικαιοσύνη μέχρι το σημείο που τους το επιτρέπει η επαγγελματική εξουθένωση..» Η επαγγελματική εξουθένωση, το λεγόμενο burn out, είναι μία σημαντική προσθήκη των συναδελφισσών, που πράγματι δεν την είχαμε αναφέρει στο κείμενό μας. Δεν θα αναφερθούμε εδώ εκτεταμένα, αν και ο όρος καταντά προβληματικός, αν αναχθεί σε ένα ακόμα ψυχολογικό φαινόμενο. Και έτσι όμως μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση σχετικά με το νόημα της «επαγγελματικής εξουθένωσης».

Τι «εξουθενώνει» τον εργαζόμενο; Σχετίζεται με το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται; Τι επιπτώσεις έχει αυτή η «εξουθένωση» στα φιλοξενούμενα πρόσωπα; Ενδέχεται τότε οι ίδιες μας οι πρακτικές να παύουν να διέπονται από το όραμα της «κοινωνικής αλλαγής και δικαιοσύνης»;  Έχει κάποιο νόημα πολιτικό, θεραπευτικό (με την ευρεία χρήση του όρου θεραπεία), προσωπικό η ανάδειξη των παραπάνω και η ανοικτή συζήτησή τους μαζί με τους/τις φιλοξενούμενους/ες; Και μήπως αυτή θα ήταν μια πραγματικά επικίνδυνη πρακτική για τους από πάνω; Πώς τελικά θα μιλήσουμε ανοικτά, οι από τα κάτω (εργαζόμενοι και φιλοξενούμενοι), για την όποια «εξουθένωσή» μας;

Γιατί τελικά μπορεί αυτή ακριβώς η «η εξουθένωση μας» να αποτελέσει αφορμή συνάντησης, χειραφέτησης και κοινωνικής αλλαγής. Χρειάζεται όμως για τούτο και μια λεπτή όσο και δύσκολη μετακίνηση: αυτή που θέλει την εργαζόμενη που δουλεύει «για τους φιλοξενούμενους» να μετασχηματιστεί σε δουλειά «μαζί με τους φιλοξενούμενους». Μήπως μόνο τότε θα μπορούσαμε πραγματικά να μιλήσουμε για το τι σημαίνει φιλοξενία;  Ίσως αυτό που μπορούμε γι’ αρχή να κάνουμε, είναι να αναγνωρίσουμε τις αντιφάσεις της δουλειάς μας, να τις πολιτικοποιήσουμε, να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες των εργασιακών μας θέσεων μέσα στις δομικές αυτές αντιφάσεις, και να αρχίσουμε να μιλάμε με όρους συλλογικούς και πολιτικούς ξεπερνώντας τα πρώτα αμυντικά μας αντανακλαστικά.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι ακούσιες νοσηλείες για λόγους πειθάρχησης ή «επαγγελματικής εξουθένωσης» οφείλουμε να είναι κόκκινη γραμμή και o κοινός τόπος της συζήτησης που διεξάγουμε.

1/8/2020



Εργαζόμενες/οι σε Δομές Φιλοξενίας και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις

Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία