«Τ’ αλλόκοτα μάτια» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

Σκίτσο απ’ το περιοδικό «Διαβάζω», Τ. 371

.

Ανατρέχοντας σε παλιά τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», θυμήθηκα ξανά αυτό το υπέροχο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, που είχε επιλέξει για το τεύχος 371 ο Γιώργος Ζεβελάκης. Μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς ολόκληρο εδώ (σελ. 54 ως 57), μιας κι εγώ θα δημοσιεύσω σήμερα ένα πολύ μικρό μέρος του που διάλεξα εσκεμμένα, καθώς δείχνει πώς και πόσο μπορεί να μεταβληθεί η ψυχολογία μας ανάλογα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι βέβαια για το μεγάλο μας λογοτέχνη, απλώς εύχομαι να απολαύσετε τη γραφή του, της οποίας την ορθογραφία διατήρησα ως έχει:

.

«Ένα δειλινό, την ώρα του λιοβασιλέματος, μου φάνηκε πως όλος ο κόσμος έγινε ρόδινος. Ουρανό και γη, πρόσωπα και πράγματα, όλα τάβλεπα ροδοβαμμένα. Η παραίσθηση αυτή, αν και ζωηρότατη, δεν βάσταξε πολύ. Άμα σκοτείνιασε κι άναψαν τα φώτα, είδα πάλι τον κόσμο όπως ήταν. Τάλλο πρωί όμως, άμα ξύπνησα, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο χρωματιστό, ρόδινο, ιδανικό!

Ήταν πια σταθερό. Μου βάσταξε μέρες. Και τη νύχτα ακόμα, στα σκοτεινά, έβλεπα τα πράγματα να ροδίζουν!

Ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, λίγο – λίγο, άρχισαν να… ξεβάφουν. Έφτασα να τα βλέπω μισά ρόδινα και μισά με το φυσικό τους χρώμα. Κι επιτέλους το ρόδινο, αφού σχημάτισε μια παρυφή από τη μια πλευρά των πραγμάτων, εχάθηκε. Ήμουν καλά.

Αλλά για λίγον καιρό. Γιατί το «φαινόμενο» μού ξαναπαρουσιάστηκε το ίδιο. Με τη διαφορά μόνο πως το χρώμα δεν ήταν πια ρόδινο, αλλά πορτοκαλί. Έπειτα έγινε χρυσοκίτρινο. Έπειτα γαλάζιο. Έπειτα πράσινο. Και τέλος μαβί. Έτσι, επί ένα ολάκερο χρόνο, – και περισσότερο ίσως, – είδα τον κόσμο βαμμένο διαδοχικά, μισοβαμμένο ή παρυφασμένο μ’ όλα σχεδόν τα χρώματα της ίριδος· και σε τέτοιο τρόπο, που κάθε φορά μου φαινόταν πως είχα μεταφερθεί στο Φεγγάρι, στον Ήλιο, στον Άρη, στην Αφροδίτη και ζούσα σα σε όνειρο!

Ανάλογα περίεργη ήταν κι η ψυχική μου διάθεση όσο βάσταξε το τελευταίο αυτό «φαινόμενο». Είχα διακόψει την εργασία μου κι ήθελα, τον περισσότερο καιρό, να μένω στο σπίτι και να βλέπω απ’ το παράθυρό μου. Πότε ήμουν μελαγχολικός, πότε χαρούμενος και πότε γινόμουν καθαυτό μανιακός. Ο γιατρός μου, σ’ αυτή την περίοδο, ήταν υποχρεωμένος να μου γιατρεύει τις νευρικές κρίσεις. Ερωτεύθηκα γυναίκες που τις αντιπαθούσα φοβερά όταν τις έβλεπα με το φυσικό τους χρώμα. Κι απεναντίας εμίσησα την πιο αγαπημένη μου, όταν την είδα άξαφνα ολοπράσινη. Έφαγα με ηδονή φαγιά που άλλοτε μου προξενούσαν αηδία· και συχάθηκα ξαφνικά τα πιο αγαπητά μου.

Το τελευταίο χρώμα της παραισθήσεώς μου ήταν, καθώς είπα, το μαβί. Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε, φοβήθηκε πως θα το διαδεχόταν το μαύρο. Και τότε βέβαια θα τυφλωνόμουν. Αλλά όχι. Κανέν’ άλλο χρώμα δεν διαδέχτηκε το τελευταίο εκείνο μαβί. Και πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, χωρίς να μου παρουσιαστή τίποτε, ούτε απ’ τα παλιά, ούτε άλλο καινούργιο.

Ο γιατρός λέει πως γιατρεύτηκα. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Γιατί έχω ακόμα τη μανία να μην αφίνω ήσυχα τα μάτια μου στιγμή. Θάλεγα μάλιστα πως αυτά έχουν μέσα τους μια δύναμη που δεν μ΄ αφήνει να τα ξεχάσω και να ησυχάσω. Τα μάτια μου τελοσπάντων, ταλλόκοτα μάτια μου, ενοχλούν εμένα, όπως άλλους ανθρώπους άλλα μέλη του σώματος. Και γι’ αυτό φοβάμαι πως έχω να υποφέρω κι άλλα, μολονότι μου είνε αδύνατο να μαντέψω τι…»

.

Γρηγόριος Ξενόπουλος (απόσπασμα απ’ το διήγημα “Τ’ αλλόκοτα μάτια”, πρώτη δημοσίευση: περιοδικό “Μπουκέτο”, 18/7/1926, αναδημοσίευση: περιοδικό “Διαβάζω” Τ. 371, σελ. 52, Φεβρουάριος 1997)

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΠΛΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ‘ΙΔΙΩΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ’ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ: ΟΧΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΟΠΛΟΦΟΡΙΑΣ

Σύμφωνα με πρόσφατη κυβερνητική απόφαση, λειτουργίες της επίσημης αστυνομίας που αφορούν στη φύλαξη «δημόσιων εγκαταστάσεων όπως χώρων ΝΠΔΔ, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Επιχειρήσεων και στη συνοδεία χρηματαποστολών», ιδιωτικοποιούνται μέσω της πρόσληψης, απευθείας από τους προς φύλαξη οργανισμούς, ιδιωτών που θα είναι ένστολοι και ένοπλοι. Τα κριτήρια για την πρόσληψη και η εκπαίδευσή τους θα είναι στην αρμοδιότητα της ΕΛ.ΑΣ, το ίδιο και όπως η όλη υπηρεσιακή λειτουργία που, εν συνεχεία, θα επιτελούν (ακόμα και το ωράριό τους).

Δεν θα μείνουμε, εν προκειμένω, στο τι εκφράζει αυτή η ιδιωτικοποίηση των ένοπλων σωμάτων του κρατικού μηχανισμού – σε μια λογική «αμερικανοποίησής» τους, έτσι ώστε, όπως εκεί, όλα, ένοπλα σώματα, φυλακές κλπ, να είναι, όλο και πιο πολύ, ιδιωτικά, με αναφορά σε ένα «επιτελικό κράτος». Δεν πρόκειται, φυσικά, μια μετάλλαξη από κάτι «καλό», που είναι η δημόσια αστυνομία, αυτή που όλοι ξέρουμε και ζούμε καθημερινά, σε κάτι «κακό», που θα είναι η (μερική) ιδιωτικοποίησή της. Είναι στη λογική της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στην καθημερινή δράση του ήδη υπάρχοντος «κακού».

Θα επιμείνουμε, όμως, σε κάτι που μας αφορά άμεσα ως κινηματική συλλογικότητα στο χώρο της ψυχικής υγείας και αυτό αφορά στα πιστοποιητικά ψυχικής υγείας που πρέπει να εκδίδονται προκειμένου οι ιδιώτες αυτοί αστυνομικοί να παίρνουν άδεια οπλοφορίας.

Θα θυμίσουμε ότι το πρόβλημα αυτό πρόκυψε, για πρώτη φορά, το 2008, όταν θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα οπλοφορίας στις εταιρείες σεκιούριτι. Τότε η ΕΨΕ, ύστερα από σχετική έκκληση που της έγινε, έβγαλε μια σημαντική απόφαση:

«Η Ψυχιατρική και οι Ψυχίατροι, τόνιζε, δεν έχουν τις γνώσεις ούτε τα μέσα για να μπορούν να βεβαιώσουν με ασφάλεια εάν ένα πρόσωπο μπορεί να φέρει πυροβόλο όπλο ή άλλο φονικό όργανο και πολύ περισσότερο να βεβαιώσουν ότι το πρόσωπο αυτό σε κάθε περίπτωση και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις θα αντιδράσει σύμφωνα με τις επιταγές του Νόμου και τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις που επικρατούν. Η αδυναμία ασφαλούς εκτίμησης και πρόβλεψης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε συνθήκες όπου το γενικότερο κλίμα χαρακτηρίζεται από έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης, συναισθηματική απίσχναση, χλευασμό των ιδανικών, έκπτωση των αξιών, αμφισβήτηση θεσμών και πολιτική πενία και καθημερινά και συνεχώς επιδεινούμενα φαινόμενα υπέρμετρης, άλογης και όχι σπάνια ανθρωποκτόνου βίας…».

Και κατέληγε: «Η Ε.Ψ.Ε. επομένως είναι ριζικά αντίθετη στην οποιαδήποτε πρακτική επέκτασης της χορήγησης όπλων και πολύ περισσότερο σε πρόσωπα που είναι υπάλληλοι ιδιωτικών οργανισμών. Και μάλιστα με την εμπλοκή στις σχετικές διαδικασίες επαγγελματιών της Ψυχικής Υγείας γιατί αυτό θα έδινε μια επίφαση εγγύησης ότι η χρήση τους θα ήταν νόμιμη και μόνο στις απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις».

Φυσικά, αυτή η απόφαση της ΕΨΕ ποτέ δεν εφαρμόστηκε, ποτέ δεν έγινε κατευθυντήριος άξονας της ψυχιατρικής πρακτικής. Γι΄ αυτό και σήμερα οι σεκιουριτάδες έχουν το ελεύθερο να οπλοφορούν, τουλάχιστον για «ειδικές αποστολές».

Με την θεσμοθέτηση της πρόσληψης ιδιωτών ως ένοπλων αστυνομικών/φρουρών, η νομιμότητα της κατοχής και της «ορθής» χρήσης του όπλου από τους οποίους θα επικυρώνεται (στην πραγματικότητα, θα κατασκευάζεται) από την δυνατότητά τους «ορθής εκτίμησης του κινδύνου», μέσω της σχετικής ψυχιατρικής γνωμάτευσης, το αποτέλεσμα θα είναι η περαιτέρω εμπλοκή και συνοδοιπορία της ψυχιατρικής σε μια χωρίς προηγούμενο ανεξέλεγκτη διάχυση της οπλοκατοχής και του ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Κάνουμε έκκληση σε όλους και όλες τους/τις ψυχιάτρους να μη δίνουν πιστοποιητικά για άδεια οπλοφορίας. Υπάρχει έμπρακτη εμπειρία πρακτικών που επιτρέπουν τη χορήγηση πιστοποιητικού «ψυχικής κατάστασης» για κάποιον/αν προκειμένου να εργαστεί σε εταιρεία σεκιούριτι, διατυπωμένη, όμως, με τρόπο που να αποκλείει τη χρήση της για έκδοση άδειας οπλοφορίας.

Και, για μιαν ακόμη φορά, καλούμε την ΕΨΕ να θυμηθεί αυτή τη δική της απόφαση, να εξετάσει αν ακόμα την υιοθετεί, έτσι ώστε να προχωρήσει σε ένα σχετικό κάλεσμα για την εφαρμογή της και σε καταγγελία των πρακτικών της ανεξέλεγκτης διάχυσης της οπλοφορίας.

6/8/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ