Παρουσίαση βιβλίου: «Balkan Gothic – ταξίδι στα αλλοκοσμικά Βαλκάνια», του Γιώργου Στάμκου

Ανυπομονούσα να το διαβάσω κι αυτό το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου, για να πω την αλήθεια. Για να ταξιδέψω πάλι νοερά στα Βαλκάνια που δε μπόρεσα να επισκεφθώ φέτος και τα βρίσκω, όπως έγραφα εδώ όταν κυκλοφόρησε, συναρπαστικά. Δεν έχω υπόψη μου άλλες «γειτονιές» τόσο ιδιαίτερες. Και βέβαια γνωρίζω -μην αμφιβάλλετε- ότι βρίθουν οι υποτιμητικοί χαρακτηρισμοί γι’ αυτό το κομμάτι του πλανήτη, αλλά προσωπικά δε μου λένε τίποτα τα διαδεδομένα στερεότυπα. Βγάζω πάντα τα δικά μου συμπεράσματα όχι μόνο λαμβάνοντας υπόψη τι έχω διαβάσει, αλλά και το τι έχω βιώσει. Κι η εμπειρία μου είναι κάτι παραπάνω από θετική.

Σαν χρονοκάψουλες λοιπόν, πολλές χώρες διατήρησαν έθιμα και παραδόσεις αιώνων, ιστορίες και τελετουργικά, που σ’ άλλες ξεχάστηκαν. Αυτό σκεφτόμουν για παράδειγμα όταν διάβαζα το κεφάλαιο για τα «Βαμπίρ στη σύγχρονη Ρουμανία» και το άλλο για τους «Νεκροζώντανους των Βαλκανίων». Γιατί εκτός απ’ τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Σερβία και στην Ελλάδα κατά το παρελθόν μας απασχολούσαν οι βρικόλακες, ναι οι βρικόλακες, παντοιοτρόπως. Αν στα ενδιαφέροντά σας είναι η λαογραφία κι έχετε διαβάσει ίσως όσα κατέγραψε ο Νικόλαος Γ. Πολίτης, θα το ξέρετε. Αν όχι -και για να είμαι ειλικρινής αυτό θεωρώ πιθανότερο-, θα σας γράψω λίγα πράγματα για να πάρετε μιαν ιδέα και να καταλάβετε κι απ’ αυτή την πλευρά, την αξία που έχει το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου.

Η ελληνική λαϊκή παράδοση λοιπόν κάνει λόγο για «βρικόλακες», «βουρβουλάκους», «βρουκολάκους», «βουρδόλακους», «καταχανάδες» κ.α, που επιστρέφουν απ’ τη χώρα των νεκρών. Πολλές απ’ αυτές τις ιστορίες προέρχονται απ’ τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου (Σάμος, Μύκονος, Θήρα, Ζάκυνθος, Μήλος, Σύμη, κ.α.), άλλες απ’ την Πελοπόννησο, την Κρήτη, αλλά και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Η ονομασία των πλασμάτων αυτών έχει λίγο-πολύ ίδια ρίζα ή αποτελεί παραφθορά της ίδιας λέξης, αλλά διαφέρει εντελώς στην Κρήτη, όπου οι βρικόλακες αναφέρονται ως «καταχανάδες».

Βρήκα σημαντικές ομοιότητες αυτών των ιστοριών με όσες αναφέρει το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζω, άρα επιβεβαιώνεται η κοινή βαλκανική τους ρίζα κι αξίζει να κάνετε κι εσείς την αντιπαραβολή. Έχει ενδιαφέρον το ότι κάποιοι βρικόλακες συνεχίζουν εντατικά την πρότερη εργασία τους και στον τάφο και προσωπικά ξεχώρισα μία αφήγηση απ’ τον Παγώνδα της Σάμου, που αναφέρεται σ’ έναν γητευτή βρικολάκων, του οποίου το τελετουργικό του όμως, είναι μοναδικό και διαφέρει απ’ τα άλλα καταγεγραμμένα. Αν λάβετε υπόψη ότι το βιβλίο «Παραδόσεις» του Νικόλαου Γ. Πολίτη κυκλοφόρησε το 1904, θα καταλάβετε γιατί δεν μας είναι πια οικείες αυτές οι ιστορίες.

Εκτός απ’ αυτές (κι εμένα πάντα μ’ ενδιαφέρουν οι ιστορίες των απλών ανθρώπων κι όχι μόνο των νικητών, των κατακτητών και των βασιλέων) και το πώς τις εκμεταλλεύονται σήμερα συγκεκριμένες χώρες για να προωθήσουν τον τουρισμό τους επιτυχώς (δε χαρίζει κάστανα ο Γιώργος Στάμκος), θα μάθετε απ’ το «Balkan Gothic» πολλά για το ποιος ήταν πραγματικά ο Δράκουλας, τι σήμαινε ιστορικά το μυστικό Τάγμα του Δράκου, ποια είναι τα πιο περίεργα ή και τα πιο όμορφα νεκροταφεία στα Βαλκάνια, σε ποιο απ’ όλα έχουν θαφτεί βιβλία και γιατί κ.ο.κ.

Του πιστώνω του συγγραφέα στα προτερήματά του και το εξής: «συστήνοντας» μας το διαφορετικό, το ανοίκειο, μας φέρνει με τον τρόπο του πιο κοντά με τους ανθρώπους άλλων χωρών και πάντα μόνο κέρδος φέρνει η γνώση. Έτσι πολεμιούνται οι προκαταλήψεις και διαπιστώνουν οι λαοί τα κοινά τους χνάρια που κανένα σύνορο στο χάρτη δε μπορεί να τ’ αγνοήσει. Όπου πρέπει να πάρει θέση και το πρόσεξα αυτό και σε παλιότερα βιβλία του, δεν είναι διπλωμάτης, είναι δίκαιος. Παίρνει τη θέση που θεωρεί σωστή, δεν κρύβεται πίσω απ’ το δάχτυλό του. Και μας ταξιδεύει πάνω απ’ όλα…

Θα ταξιδέψετε λοιπόν μ’ αυτό το βιβλίο, κυρίως στην Τρανσυλβανία, τη Βουλγαρία, τη Βοσνία, τη Σερβία. Θα μάθετε λεπτομέρειες για ξεχωριστά μέρη όπως η Κοιλάδα των Ρόδων και το Ιστορικό Μουσείο Ίνσκρα του Καζανλάκ (στο οποίο ο πολιτισμός των αρχαίων Θρακών έχει εξέχουσα θέση), θα δείτε φωτογραφίες, θα πληροφορηθείτε για αρχαιολογικά ευρήματα και γενικώς θα διαπιστώσετε ότι το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο (όπως πάντα άλλωστε και τα κείμενά του στην εκπομπή Balkan Express), απόλυτα τεκμηριωμένο (πάμπολλες οι πηγές του κι οι χρήσιμες υποσημειώσεις του), σωστότατα επιμελημένο και φυσικά μ’ ένα πολύ ελκυστικό εξώφυλλο που μου άρεσε τρομερά και όπως διάβασα την ιδέα γι’ αυτό είχε η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς.

Τι να πω εκτός από συγχαρητήρια κι ευχαριστώ για το «ταξίδι»; Υπέροχη δουλειά έχει γίνει. Μπράβο! Όσ@ θέλετε να το προμηθευτείτε, δείτε εδώ το πώς κι εμένα επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω αυτή την ανάρτηση, την τελευταία του 2020, μ’ ένα μικρό απόσπασμα που μίλησε στην καρδιά μου, ευχόμενη κάθε επιτυχία στο Γιώργο Στάμκο και καλή χρονιά σε όλ@ σας:

«Τα Βαλκάνια είναι ένα δώρο που πρέπει να το ξετυλίξεις προσεκτικά. Το αμπαλάζ του δε σε προετοιμάζει γι’ αυτό που θα βρεις μέσα. Το περιεχόμενο σε ξαφνιάζει και σε συγκινεί. Οι εκπλήξεις είναι συνεχείς και μεγάλες. Υπάρχει κάτι που μας προσελκύει στα Βαλκάνια, ειδικά εμάς τους Έλληνες. Κάτι το αειφόρο και καταστροφικό συνάμα. Το στοιχειωμένο, το αδάμαστο και το όμορφο. Μια ρομαντική αντίληψη. Ένα συναίσθημα. Ναι, τα Βαλκάνια είναι συναίσθημα». –

Παρουσίαση βιβλίου: «Στοιχειωμένη Ήπειρος» της Κατερίνας Σχισμένου – «Αυτοτελή διηγήματα βασισμένα στην τοπική παράδοση»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

«Όλα τα μέρη, δεν έχουν την ίδια απόσταση απ’ τον παράδεισο».

Λίγο πριν εκπνεύσει η χρονιά, διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο, το πρώτο της Κατερίνας Σχισμένου απ’ τις εκδόσεις «Πηγή» και θέλω σήμερα να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου γι’ αυτό. Με την συγγραφέα του, έτυχε να γνωριστούμε μ’ αφορμή μια συνέντευξη κι έκτοτε μας συνδέει αμοιβαία εκτίμηση και φιλία. Η ίδια λοιπόν, μου έγραψε λίγες λέξεις σχετικά, που δείχνουν τις προθέσεις της: «Σ’ αυτό το βιβλίο τη σιωπή ήθελα να σπάσω και το σκοτάδι τόσων γυναικών που έτυχε να γνωρίσω τις ιστορίες τους…»

Και το κάνει σίγουρα. Ανασύρει απ’ τη λήθη του χρόνου και φωτίζει πρόσωπα που δεν γνωρίσαμε – γυναίκες αλλά και άνδρες, μοιραία- που τα στοίχειωσαν οι άδικες πράξεις, τα αιχμηρά «θέλω» τους, η απληστία, ο έρωτας. Γιατί δε στοιχειώνουν μόνο οι τόποι, στοιχειώνονται κι οι ψυχές. Κι όχι πάντα με τον τρόπο που φανταζόμαστε.

Οι ρωγμές του βίου μας απ’ το συναπάντημά μας μ’ άλλους ανθρώπους κι εκείνες που δημιουργούν οι ιστορικές συγκυρίες, κοινωνικές και πολιτικές, είναι καθοριστικές. Είναι ρωγμές που μπορούν να μας σπάσουν ή που μπορεί να τις αντέξουμε και να μας δυναμώσουν. Παίζουν τόσα πολλά πράγματα ρόλο σ’ αυτό κι η συγγραφέας φροντίζει να μας τα δείξει μέσα απ’ το δικό της καλειδοσκόπιο.

Μας φέρνει έτσι πιο κοντά στο γενέθλιο τόπο της και ταξιδεύουμε στην άγνωστη Ήπειρο, μέσα απ’ τη γραφή της. Περνάμε μαζί της ομιχλώδη δάση, ακούμε τους ψιθύρους σκελετωμένων κλαδιών που πολλά έχουν να μας διηγηθούν. Κάπως γίνεται σ’ αυτή τη ζωή κι αποδίδεται συχνά δικαιοσύνη, έχει τον τρόπο του το σύμπαν να εξισορροπεί τις αντίρροπες δυνάμεις.

Κι έτσι, εκεί που βουλιάζει η καρδιά μας στ’ αδιέξοδα, ανοίγεται ένας νέος δρόμος μπροστά μας. Όχι πάντα εύκολος, βέβαια, αλλά έστω. Μυρίζει κάπου βασιλικός, βρίσκουμε μια κατεύθυνση στον άνεμο. Άλλες φορές πάλι, δεν προλαβαίνουμε όσο αναπνέουμε να βγούμε απ’ τους λαβυρίνθους μας. Μας σκεπάζουν σκοτεινά πηγάδια, άδειες θηλιές μένουν να υπαινίσσονται το χαμό μας, παλιά μπαούλα γεμάτα με τα μυστικά μας, καίγονται.

Όμως… Πάντα κάτι μένει. Ευτυχώς. Κάτι, με διαφορετική νοηματοδότηση για τον καθένα, τη καθεμία από ‘μας. Θα το ανακαλύψετε όταν διαβάσετε το βιβλίο της Κατερίνας. Το τι είν’ αυτό, έχει ποικίλες απαντήσεις. Σίγουρα πάντως, θα βρείτε στις λέξεις της, τη δική σας.

Εγώ μόνο να την ευχαριστήσω μπορώ γι αυτό το εκπληκτικό ταξίδι και να της ευχηθώ με όλη μου την καρδιά, κάθε επιτυχία.-

Βιογραφικό σημείωμα:

Η Κατερίνα Σχισµένου γεννήθηκε στην Άρτα το 1970 και µεγάλωσε στο Βερολίνο, την εποχή που το τείχος χώριζε την πόλη. Συνέχισε τις σπουδές της στην ψυχολογία, τη φιλοσοφία, την προσχολική αγωγή, τη γερµανική γλώσσα, καθώς και στην ειδική αγωγή. Για πολλά χρόνια ασχολείται µε τη µετάφραση, την αρθρογραφία στον Τύπο και τα περιοδικά, και τα πολιτιστικά δρώµενα. Η Ήπειρος, που είναι και η πατρίδα της την οποία υπεραγαπά, δίνει πάντοτε πλούσιο υλικό για την καλλιτεχνική ενασχόληση και έκφραση. Ταξιδεύει πολύ, βλέπει και ακούει ακόµα περισσότερο και προσπαθεί να κατανοήσει πολλές φορές αυτό που προσπερνάται ή ακόµα δεν εντοπίζεται µέσω της ρωγµής και της ανίχνευσης.

Το «Αλφαβητάρι των Παθών – Αλχημικοί αλγόριθμοι» ταξιδεύει…

(φωτογραφία που τράβηξε ο Γιάννης Καραγεώργος στην Αθήνα)

Η σημερινή ανάρτηση γίνεται σήμερα, για να γράψω πολλά πολλά ευχαριστώ και σε ‘σας που δεν είστε στο Facebook ώστε να παρακολουθείτε την σχετική σελίδα του βιβλίου, αλλά την ένιωσα την αγάπη σας με τις πράξεις σας και σ’ όσ@ μου δώσατε χαρά στέλνοντας φωτογραφίες και κάνοντας αναρτήσεις. Τα πρώτα θετικά σχόλια λοιπόν, για το βιβλίο ήταν απ’ το Χ., που μου άφησε μήνυμα στο κινητό. Και το πρώτο αυθόρμητο και τόσο ευγενικό reblog με την είδηση της έκδοσης του βιβλίου το έκανε ο WorldTraveller70. Με μικρή χρονική διαφορά, ακολούθησαν και τα παιδιά του ραδιοφώνου με το οποίο συνεργάζομαι, του Dream City Web Radio (γιόρτασαν πριν λίγες μέρες και τα 4 τους χρόνια on air) κι ιδιαιτέρως ευχαριστώ γι’ αυτό τον Σπύρο Ρουγγέρη.

(φωτογραφία που τράβηξε η Κατερίνα Σχισμένου στην Άρτα)

Θυμάμαι ότι το διαμοίρασαν επίσης, πρόσφατα η Are Na, η Anna Psara, η Joanna Moraitou, ο George Daskalakis και ο George Tsimaras (ελπίζω να μην ξεχνάω κάποια, κάποιον). Όσο για τον Γιάννη Καραγεώργο όχι μόνο τράβηξε την πρώτη φωτογραφία που βλέπετε, αλλά έκανε και μια πολύ, πολύ όμορφη ανάρτηση. Άργησα να πάρω είδηση και τη δημοσίευση αυτή του Αντώνη Τσόκου, με την αναγγελία της κυκλοφορίας του βιβλίου, τον οποίο τον ευχαριστώ από καρδιάς. Ακολούθως μου έγραψαν ο Γιάννης Κατσάρης (πολύ τον ευχαριστώ για τα χρησιμότατα σχόλιά του) κι ο Σάββας Γεωργιάδης που διάβασε απ’ τους πρώτους αμέσως, ολόκληρο το βιβλίο, τη γνώμη του και με συγκίνησε… Έτερος φίλος μού έστειλε υπέροχες φωτογραφίες που σύντομα θα δημοσιευτούν και μου είπε κι εκείνος τηλεφωνικά το πόσο του άρεσε (και ξέρει ότι χαίρομαι γι’ αυτό πάρα πολύ).

(φωτογραφία που τράβηξε η Βιβή Μαργαρίτη, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας)

Η Κατερίνα Σχισμένου, φωτογράφησε το βιβλίο στην Άρτα όπως βλέπετε, η Βιβή Μαργαρίτη στα Τρίκαλα Θεσσαλίας κι ο Χριστόφορος Παπαδάκης όχι μόνο το φωτογράφησε (μαζί με το προηγούμενο), αλλά έκανε και μιαν απίστευτα τιμητική ανάρτηση που μου θύμισε πολλά απ’ το ενδιαφέρον παρελθόν μου στα ΜΜΕ της Κρήτης. Και οι τρεις αυτοί άνθρωποι είναι άξιοι δημοσιογράφοι (πέρα απ’ τις άλλες τους ιδιότητες) και μετράει που χαίρουν τέτοιας εκτίμησης απ’ τον κόσμο. Την αξίζουν άλλωστε.

(φωτογραφία που τράβηξε ο Χριστόφορος Παπαδάκης στο Ηράκλειο της Κρήτης)

Το βιβλίο έφτασε τέλος και στη γενέτειρά μου. Χτες το βράδυ, αλλά και πριν από λίγο μου ήρθαν φωτογραφίες στο inbox από δύο αγαπημένα πλάσματα, που κρατάω μόνο για μένα. Κι η Μαίρη Καλατζή, σήμερα, με συγκίνησε με το τόσο ζεστό της σχόλιο… Όταν ήμουν στο νησί, στην Σάμο δηλαδή, τα είπαμε λίγο από κοντά και διαπίστωσα πόσο ενημερωμένο είναι το βιβλιοπωλείο της. Διατηρεί και δεύτερο και παρόλο που ως τώρα δεν καταφέραμε αν και το θέλαμε να κάνουμε κάποια παρουσίαση, μπορεί στο μέλλον να έχουμε περισσότερη τύχη. Την ευχαριστώ πολύ.

(φωτογραφία που τράβηξε η Μαίρη Καλατζή στο Βαθύ της Σάμου)

Και πριν κλείσω αυτή την ανάρτηση, γι’ ακόμη μια φορά, θέλω να ευχαριστήσω για την στήριξή του τον Κ ω σ τ ή, που το πρότεινε απ’ όλες τις σελίδες του. Αύριο το βιβλίο κλείνει ένα μήνα έκδοσης, η πορεία θα δείξει τι μέλλει γενέσθαι και στην πορεία του χρόνου θα κριθεί η όποια αξία του, αλλά γι’ αυτή την αναπάντεχα όμορφη αρχή, σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ…

Καλές γιορτές.

Μερικές σκηνές απ’ τη ζωή του Καρόλου Ντίκενς

Δε ξέρω πόσ@ από ‘σας έχετε διαβάσει αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο απ’ το Smithsonian magazine, που εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Κάρολος Ντίκενς έγραψε το «A Christmas Carol», δηλαδή τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του. Αν δεν το είχατε υπόψη πάντως, μπορείτε και τώρα να διαθέσετε λίγο χρόνο για να μάθετε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα κίνητρά του, οικονομικά και μη. Τα Χριστούγεννα άλλωστε, δε γίνεται να μην τον θυμηθούμε. Μ’ αυτή τη σκέψη εξάλλου κι εγώ, γράφω τη συγκεκριμένη ανάρτηση, με σκοπό να ρίξω περισσότερο φως στον άνθρωπο πίσω απ’ το συγγραφέα.

Και σ’ αυτό συνδράμουν οπωσδήποτε οι λεπτομερέστατες και πολυσέλιδες βιογραφίες που έγραψαν για ‘κείνον μεταξύ άλλων, τόσο η Claire Tomalin, όσο κι ο Peter Ackroyd αλλά κι ο Michael Slater. Ο Ντίκενς λοιπόν, ήταν κάτι παραπάνω από ό,τι προσδιορίζουν τα επίθετα πολυπράγμων και πολυσχιδής. Όπως αναφέρεται σ’ αυτό το άρθρο της εφημερίδας «Τhe guardian».: «Ξεκίνησε τον «Oliver Twist» στη μέση της συγγραφής του «The Pickwick Papers», και στη μέση της συγγραφής του «Twist» ξεκίνησε να γράφει τον «Nicholas Nickleby»». Αυτά ενώ ταυτόχρονα δημοσίευε ιστορίες σε συνέχειες στις εφημερίδες, περπατούσε 10, 12, 15 μίλια τη μέρα, είχε πλούσια κοινωνική ζωή (χόρευε, έκανε ιππασία), κ.ο.κ.

Λίγο-πολύ κάποια στοιχεία απ’ τη βιογραφία του είναι ευρέως γνωστά, όπως το ότι σε ηλικία 12 χρονών αναγκάστηκε να εργαστεί σε εργοστάσιο παραγωγής βερνικιού παπουτσιών για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του και να πληρώσει τα έξοδα διαμονής του στο Λονδίνο, επειδή ο πατέρας του είχε φυλακιστεί για χρέη. Απ’ αυτή την εμπειρία του προέκυψαν οι τόσο συγκλονιστικές περιγραφές της σκληρής ζωής των παιδιών που εργάζονταν κι έτσι πήρε σαφή θέση έναντι των κοινωνικών ανισοτήτων.

Αυτά που δεν είναι τόσο γνωστά όμως, έχουν να κάνουν με την εκκεντρικότητα του και την ανάγκη του να ελέγχει κάθε τι. Για παράδειγμα κάποι@ μπορεί να έχετε υπόψη σας πως το κατοικίδιο του ήταν ένα κοράκι, αλλά ξέρετε ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί άνετα σ’ οποιοδήποτε ξενοδοχείο αν δεν άλλαζε πλήρως τη διαρρύθμιση των επίπλων κι ότι ζητούσε απ’ τη σύζυγό του να μην αλλάξει το παραμικρό όσον αφορά τη διάταξή τους στο σπίτι τους, κατά τη διάρκεια της απουσίας του γιατί δεν μπορούσε καν «να τα φανταστεί σε διαφορετική θέση»;

Όταν έγραφε έπρεπε να είναι τοποθετημένα μπροστά του, στο γραφείο του, μια σειρά συγκεκριμένων αντικειμένων (μινιατούρες ζώων), που του έφερναν γούρι, όπως πίστευε, διαφορετικά δε μπορούσε να εμπνευστεί. Αρκεί πιστεύω να σας πω ότι σύμφωνα με -τον ένα απ’ τους βιογράφους του- Michael Slater: «Ο όρος control freak θα μπορούσε να είχε εφευρεθεί για ανθρώπους όπως εκείνος», για να κλείσω την αναφορά μου σ’ αυτή την πτυχή του χαρακτήρα του.

Κι ενώ δυσκόλευε αρκετά τη ζωή των οικείων του (υπήρξε πατέρας 10 παιδιών και μία απ’ τις κόρες του, σύμφωνα με την Claire Tomalin, είπε ότι ειδικά κατά το 1858 υπήρχε απόλυτη δυστυχία στο σπίτι και συμπεριφερόταν σαν τρελός), πότε αγανακτώντας με τους γιους του που είχαν «την κατάρα της αδυναμίας», όπως έγραφε και πότε της συζύγου του (τη χώρισε μετά από 22 χρόνια γάμου καθώς διατηρούσε πολύχρονη σχέση με την νεότερή του ηθοποιό Nelly Ternan), οι αναγνώστες του τον λάτρευαν, πλήθος κόσμου συνέρρεε στις δημόσιες αναγνώσεις του κι αγωνιούσαν πάμπολλοι άνθρωποι να μάθουν τη συνέχεια των ιστοριών του.

Σας μεταφέρω μια περιγραφή του Μάρκου Καρασαρίνη που έχω στο προσωπικό μου αρχείο (4/10/2006, ΒΗΜagazino) και δείχνει σε τι βαθμό είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία τους:

«Στις αρχές του 1841 οι επιβάτες των υπερωκεάνιων που προσέγγιζαν το λιμάνι της Νέας Υόρκης προερχόμενοι από το Λίβερπουλ, την τότε ευρωπαϊκή πύλη του Ατλαντικού, αποκτούσαν την αίσθηση των ευαισθησιών και της νοοτροπίας της αμερικανικής ηπείρου προτού καν αποβιβαστούν. Πλήθη Νεοϋορκέζων συνήθιζαν να συνωστίζονται στις αποβάθρες, περιμένοντας τους ναύτες να δέσουν, και να ρωτούν επίμονα τους ταξιδιώτες που παρακολουθούσαν την προσέγγιση από τα καταστρώματα «τι απέγινε η μικρή Νελ;». Το ερώτημα δεν αφορούσε κάποιο πραγματικό πρόσωπο του οποίου η τύχη απασχολούσε ταυτόχρονα και τις δύο όχθες του ωκεανού, αλλά έναν μυθιστορηματικό χαρακτήρα του Καρόλου Ντίκενς. Το έργο του «Το Παλαιοπωλείο» είχε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή για την εξέλιξη της ιστορίας και οι αναγνώστες του αγωνιούσαν τόσο για την τύχη της ηρωίδας ώστε δεν άντεχαν να περιμένουν να ξεφορτώσουν τα περιοδικά όπου δημοσιευόταν σε μηνιαίες συνέχειες».

Παρ’ όλα αυτά, είχε και τις σκοτεινές του πλευρές καθώς φαίνεται ότι περιφρονούσε την ιδέα της γυναικείας χειραφέτησης κι ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της θανατικής ποινής, σύμφωνα με τον Slater. Παρακολούθησε, σύμφωνα πάντα μ’ αυτόν τον βιογράφο του, θανατική εκτέλεση στην Ιταλία και δε δίστασε μετά να πλησιάσει ώστε να παρατηρήσει από κοντά το κομμένο κεφάλι του εκτελεσμένου.

Ωστόσο, παρ’ όλα όσα νομίζουμε πως γνωρίζουμε για τον Ντίκενς όσο διαβάζουμε τι έφερε στο φως η κοπιώδης και πολύχρονη δουλειά των βιογράφων του, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ενδεχομένως πολλά στοιχεία να μην είναι απολύτως έτσι, καθώς όπως επισημαίνει ο Peter Ackroyd ήταν κλειστός άνθρωπος, έκαψε ο ίδιος πάμπολλα γράμματα όσο ζούσε, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 1860 κι έτσι διάφορες διηγήσεις που τον αφορούν προσεγγίζουν ενίοτε ό,τι αποκαλούμε «φήμες» ή και «ανεκδοτολογικό υλικό». Υπάρχει οπωσδήποτε αλήθεια σ’ όλες αυτές, αλλά προφανώς όχι όλη η αλήθεια.

Έτσι, η Claire Tomalin ξεκινάει το δικό της βιβλίο για κείνον, αναφέροντας την επιτυχή παρέμβαση του Ντίκενς ως ενόρκου σε μια δίκη του 1840, στην οποία υποστήριξε με πάθος ότι ένα νεαρό κορίτσι, μια υπηρέτρια, δεν ήταν ένοχη για τη δολοφονία του νεογέννητου παιδιού της. Παρέμβαση που την έσωσε από μια ποινή η οποία εκείνη την εποχή ήταν σε γενικές γραμμές θάνατος. Επομένως, όπως αντιλαμβάνεστε με τον Ντίκενς, δεν ήταν τίποτε εντελώς άσπρο-μαύρο. Κρατήστε αυτό στη σκέψη σας κι ίσως κάποτε γράψω περισσότερα.-

Πρόταση δημιουργίας δανειστικής βιβλιοθήκης στην Αμυγδαλέζα απ’ «Το Σπίτι των Γυναικών»

Η Σάμος, που αναγεννάται απ’ τις στάχτες της…

Σάμος, Βαθύ, λιμάνι. 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

‘Όταν έγινε ο σεισμός στην Σάμο έτυχε να μην έχω κι εγώ υπολογιστή ώστε να γράψω όσα ήθελα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να μιλήσω με τους δικούς μου, να επικοινωνήσω με τα ξαδέρφια μου στο Πυθαγόρειο (με την Εύα Δήμα κυρίως), και στον Μαραθόκαμπο (με το Γιάννη Θάνο και την συνονόματη Κατερίνα Τεμπέλη) ν’ ανοίξω την τηλεόραση, να στείλω μηνύματα σε γνωστούς και φίλες, φίλους στη Χώρα να δω αν είναι εντάξει. Έβλεπα τα γκρεμισμένα σπίτια, τα video με το τσουνάμι, άκουγα τις περιγραφές των ανθρώπων που έλεγαν ότι κάτι τέτοιο δεν το είχαν ξαναζήσει συγκλονισμένοι… Αλλά «πάλι καλά», έλεγα, «πάλι καλά», δε χάθηκαν ζωές. Κι ύστερα σε ζωντανή μετάδοση, άκουσα τι συνέβη. Και δεν είχα άλλες λέξεις…

Η θλίψη για τον άδικο χαμό των δύο παιδιών, κυριαρχούσε κι έκλεινε τα στόματα όλων μας. Κι η θλίψη δεν καταπίνεται εύκολα. Στέκεται στο λαιμό, σου γδέρνει τα σωθικά, ματώνεις μέσα σου. Ξαφνικά οι μικρές και μεγάλες απώλειες όλων φάνταζαν ασήμαντες μπροστά σ’ αυτό το τετελεσμένο γεγονός. Άνθρωποι που έμειναν με τα ρούχα που φορούσαν στο δρόμο, μες τα χαλάσματα των σπιτιών τους και τη σκόνη, θρηνούσαν για τα δυο παιδιά. Κι εγώ στα μηνύματα και στα τηλεφωνήματα των φίλων, αλλά και των αγνώστων που ξέροντας την καταγωγή μου νοιάστηκαν να μου γράψουν αμέσως στο Facebook, απαντούσα: Οι δικοί μου είναι όλοι καλά, όμως… Αυτό το «όμως…» είχε πολύ μαύρο και στάχτη και δάκρυα και σιωπή. Δε χρειάζεται να πω ότι δεν υπάρχει πιο μεγάλος πόνος απ’ το να χάνεις το παιδί σου. Δε χρειάζεται…

Διάβασα για την Κλαίρη και τον Άρη που χάθηκαν μαζί, ανθισμένοι κι όμορφοι, τα συλλυπητήρια μηνύματα πολλών συντοπιτών μου, όπως αυτό της αγαπημένης Λίτσας Τρικιριώτου κι ήταν σα να τους γνώρισα λίγο κι εγώ. Από μακριά, εκ των υστέρων… Από μακριά. Έτσι κι οι κάτοικοι του Βαθιού. Από μακριά προσπαθούσαν να περάσουν απ’ το σημείο που οι καρδιές των παιδιών αυτών έπαψαν να χτυπούν. Να κάνουν κύκλο, ν’ αποφύγουν, να πάνε άκρη-άκρη σ’ εκείνον το δρόμο, να ξορκίσουν το κακό. Ώσπου κατεδαφίστηκαν όλα εκεί κι έμεινε η μνήμη ν’ αλυχτάει. Τι να γράψω και να περιγράφει; Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο η αγάπη μένει. Κι αυτή την έδωσε όλη η Σάμος, αποχαιρετιστήριο κατευόδιο στο ύστατο ταξίδι των δυο τους. Μόνο η αγάπη μένει και θα τους κρατήσει στοργικά στις σκέψεις μας…

Τα προφίλ πολλών ανθρώπων απ’ το νησί, έχουν ακόμη τη μαύρη κορδέλα του πένθους. Για τα παιδιά και για το νησί. Η είδηση απασχόλησε δυο-τρεις μέρες το πολύ τα ΜΜΕ κι ύστερα τίποτα. Η πλειοψηφία του κόσμου δεν έχει καταλάβει πόσο τσακίστηκε η Σάμος, όπως επεσήμανε στο προφίλ του κι ο ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου δρ. Γεράσιμος Χουλιάρας. Πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν να ζουν σε σκηνές, πρόχειρα καταλύματα, αργότερα σε σπίτια συγγενών ή και ξενοδοχεία. Πόσοι κοιμόντουσαν στ’ αυτοκίνητα τους για μέρες ή δεν τολμούσαν καν να κοιμηθούν ή προσπαθούσαν να κοιμηθούν ενώ οι μετασεισμοί συνεχίζονταν και συνεχίζονταν. Διάβαζα πριν λίγες μέρες ότι έχουν γίνει πάνω από 3000 μετασεισμοί. Ξέρετε τι θα πει αυτό; Να μην τελειώνει η αγωνία σου θα πει. Απίστευτα ψυχοφθόρο. Κι ενώ το έδαφος σείεται σχεδόν κάθε μέρα και νύχτα, οι κάτοικοι του νησιού προσπαθούν ν’ ανασύρουν κάτι χρήσιμο απ’ τα χαλάσματα των σπιτιών τους, ν’ αναστήσουν τις επιχειρήσεις τους, να βρουν χρήματα για τις ζημιές των χωριών τους και κουράγιο να κάνουν καινούρια όνειρα.

Παρά τα μεγάλα ζόρια τους, κάποιοι σταθερά συντρέχουν ευτυχώς και τους πρόσφυγες που εξακολουθούν να ζουν σε άθλιες συνθήκες, συντρέχουν κι ο ένας τον άλλο. Η γειτονιά όπου μένουν οι δικοί μου συσπειρώθηκε. Η Πόπη Σμυρνάκη τους νοιάζεται συνεχώς και την ευχαριστώ. Η Καίτη Γρυδάκη είναι πάντα έτοιμη να τρέξει για ό,τι χρειαστούν και ξέρει πόσο το μετράω αυτό. Περνούν κι άλλοι γείτονες, συγγενείς, προσπαθούν μεταξύ τους ν’ αστειευτούν, να πάρουν δύναμη να συνεχίσουν… Γι’ αυτό κι εγώ εδώ μοιράζομαι μερικές αγαπημένες φωτογραφίες που τράβηξα το 2018 στο νησί. Κάποια μέρη ίσως δε ξαναγίνουν όπως ήταν, αλλά έχει τόσες ακόμη μαγευτικές γωνιές αυτό το νησί. Δείτε ποια έχει ξεχωρίσει στο blog του ο Γιώργος Βαρβάκης και θα μάθετε κι ενδιαφέροντα πράγματα για το νησί. Και πού θα μας πάει; Θα ξανακάνουμε τις βόλτες μας, θα ξαναπεράσω απ’ το βιβλιοπωλείο «Kosmos» της Μαίρης Καλατζή να τα πούμε και θα ξαναπιούμε τ’ αγαπημένα μας Σαμιώτικα κρασιά -κι όχι μόνο-, στο «Περγαμόντο», με καλές παρέες. Είμαι βέβαιη.

Κλείνοντας, να σας πω ότι θυμάμαι το εξής: για πολλά χρόνια στο παρελθόν, να με ρωτάει ο κόσμος αν η Σάμος έχει ακόμη πράσινο. Βλέπετε κι από φωτιές ξέρει δυστυχώς πολλά το νησί. Δεν έζησε και λίγες. Αγωνία, εκκενώσεις, καταστροφές… «Έχει» τους απαντούσα. «Πάντα θα έχει». Γιατί κάπως γίνεται κι η Σάμος αναγεννάται απ’ τις στάχτες της. Και πιστεύω ότι αυτό θα συμβεί και τώρα. Θέλω να το ευχηθώ με την καρδιά μου όλη, βλέποντας φωτογραφίες απ’ το γκρεμισμένο σχολείο της Χώρας, όπου φοίτησα κι εγώ ως παιδί. Θέλω να το ευχηθώ με την καρδιά μου όλη, για κάθε άνθρωπο που βιώνει τη δική του απώλεια εκεί. Μακάρι η ευχή μου ν’ αγγίξει και τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι δύσκολες οι μέρες όλων μας, αλλά μικρές χαρές θα υπάρχουν πάντα να καίνε ολόλαμπρες με τις ζωηρές τους φλόγες, όλα τα πλην που χαράκωσαν τις ελπίδες μας. Δεν έχει πλάκα να ζούμε μόνο για την πάρτη μας, θα επιμείνω πάλι. Δείξτε το λοιπόν, θα σας προτρέψω, μ’ όποιο τρόπο μπορείτε. Υπάρχουν πολλοί ευτυχώς. Το ραδιόφωνο που φιλοξενεί τις ταξιδιωτικές μου σημειώσεις, το Dream City Web Radio δηλαδή, βρήκε έναν, όπως μπορείτε να δείτε εδώ. Ας βρούμε κι εμείς, τον πιο ταιριαστό για τον καθένα μας. Κι όσο νοιάζεται ο ένας για τον άλλο, η μία για την άλλη, το ένα άτομο για το άλλο, τίποτα δεν τέλειωσε. «Είμαστε ακόμα εδώ, είμαστε ακόμα εδώ, ψάχνοντας στα τυφλά καινούριους τρόπους…»-

Σάμος, Βαθύ, λιμάνι. 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)