Κωστής Τριανταφύλλου: chambardement

Σας έγραφα εδώ γι’ αυτή την ποιητική συλλογή μερικά πράγματα κι έτσι σήμερα που έχει γενέθλια ο Κ ω σ τ ή ς, θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να αναρτήσω το δεύτερο ποίημα που ξεχώρισα απ’ το βιβλίο «Μη άρτιος Μάρτιος» κι είναι το ακόλουθο. Του εύχομαι με την καρδιά μου όλη να είναι καλά και να συνεχίσει να δημιουργεί με την ίδια επιτυχία.

.

à Elisabeth Mellis

.

.

chacun  son cauchemar

mais dans un mauvais rêve commun

léthargie

on aura tout connu dans notre vie

mais aujourd’hui c’est encore une grande question

peut-être à jamais sans réponse

de provenance inconnue

encore une nouvelle situation arbitraire

apathie

.

la peur conduit

perte de sensibilité torpeur

on n’a pas le droit d’imaginer le pire ?

une arme de logique paranoïaque et dévastatrice

comme toute arme et toute guerre?

ou c’est tout simplement une tempête biologique

qui vas par elle même disparaître?

.

.

.

.

confinés comme nous sommes

la manipulation est au zénith

toutes les mesures du grand chambardement

social économique et politique

cloîtrés

encore une fin d’époque

est-ce le début d’un futur encore plus paranoïaque?

agaçant

on ne peut ni penser

ni s’embrasser

ni se serrer les mains

couvre-feu de nos rêves

encore un peu de peur pour exercer tout pouvoir

pour se sauver de soi-même

on allant en vitesse

tomber dans le précipice

on ne parle plus de notre vie

on ne parle plus de tout ce qui nous manque

enrageant

de tout ce qui nous conditionne

emmurés

de tout ce qui nous bouleverse

.

.

.

on ne parle plus

des pauvres

des réfugiés

des sans abris chez soi!

des emprisonnés

de la pollution

de notre quartier

de notre immeuble

de notre monde perdu dans les rêves

on parle pour ne rien dire

puisque on ne comprend pas

il faut se réveiller toutefois

.

Κωστής Τριανταφύλλου

.

«Αλέξανδρος ο Τρελός»: Λίγες σκέψεις για το ντοκιμαντέρ και τις ψυχικές διαταραχές

Προβλήθηκε το Σάββατο που μας πέρασε αυτό το ντοκιμαντέρ απ’ το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου και γράφω λίγες σκέψεις -όσο πιο απλά μπορώ μάλιστα- για όσ@ δεν μπόρεσαν ή δεν πρόλαβαν να το δουν. Πληροφοριακά ας αναφέρω ότι κέρδισε το βραβείο καλύτερου μοντάζ για μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ στα 2020 Canadian Screen Awards και ήταν επίσης υποψήφιο για τα βραβεία καλύτερης φωτογραφίας και καλύτερης ταινίας. Την σκηνοθεσία του υπογράφει ο Pedro Pires. Η υπόθεσή είναι η εξής:



«Δεκαπέντε χρόνια μετά το ψυχωσικό επεισόδιο στην θάλασσα της Νότιας Κίνας που έφερε τα πάνω κάτω στη ζωή του, ο Άλεξ, που είναι ευαίσθητος, ευγενικός και πάσχει από σχιζοφρένεια, βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.

Η γιαγιά κι έμπιστη φίλη του, που θέλει να πεθάνει ήσυχη, επιμένει ότι πρέπει να προσπαθήσει να βρει μία κοπέλα.

Η συνάντησή του με μία ψυχοπαθητική γυναίκα γεννά μία θερμή και παθιασμένη σχέση που αργά τον κάνει να παραστρατήσει από τα συνήθη συναισθηματικά όριά του.

Όταν στο μυαλό του επιστρέφουν οι φουρτούνες της θάλασσας της Νότιας Κίνας, σταδιακά απομονώνεται με κίνδυνο να τον καταπιεί η απύθμενη άβυσσος της παράνοιας.

Μια προσωπική οδύσσεια, συνάμα ανησυχητική και μεγαλειώδης
».

Την Οδύσσεια λοιπόν αυτού του ανθρώπου παρακολουθήσαμε, όλο το φάσμα των μεταπτώσεών του απ’ το ζενίθ στο ναδίρ. Εκείνος στο κέντρο και γύρω του οι σημαντικοί άνθρωποι της ζωής του με τις συνεχείς υποδείξεις τους, την άμετρη καθοδήγησή τους, τις πιεστικές προσδοκίες τους. Στην πραγματικότητα όμως, όλοι τους έξω απ’ αυτή την εμπειρία που μόνο εκείνος βιώνει. Να γιατί έχει αξία, όπως το βλέπω τουλάχιστον εγώ, να προσλαμβάνονται σε κάθε πλαίσιο experts by experience. Για να σταθώ όμως τώρα σε μερικά σημεία.

Η γιαγιά του λοιπόν, επέμενε να τον παροτρύνει (καλοπροαίρετα, δεν αμφιβάλλω), να βρει κοπέλα, να κάνει σχέση κ.ο.κ. Λες κι όλα θα περνούσαν έτσι… Σημείωσα πως εκείνος είπε ότι δεν τον βοηθούσε η άρνησή της να παραδεχτεί την κατάστασή του και θέλω να το κρατήσετε κι εσείς αυτό. Το να λέμε σε κάποιους ανθρώπους που πάσχουν, ατάκες του τύπου «δεν είναι τίποτα, θα περάσει», «όλα θα πάνε καλά στο τέλος» κτλ, δεν βοηθάει συνήθως κι ας πιστεύουμε ότι έτσι είμαστε ενθαρρυντικοί κι υποστηρικτικοί. Γιατί είναι κάτι αυτό που τους συμβαίνει κι ακυρώνεται η εμπειρία τους όταν τους μιλάμε έτσι. Αφήστε που κανείς δεν ξέρει αν όντως θα πάνε όλα καλά στο τέλος. Κι αυτό ισχύει μάλιστα για κάθε είδους ασθένεια, σωματική ή ψυχική. Επομένως… Ν’ ακούμε μπορούμε και να είμαστε κοντά, δίπλα τους για ό,τι χρειαστούν.

Όσο για τα φάρμακα, άλλος κυκεώνας: «πάρε φάρμακα», «μείωσε τα φάρμακα», «κόψε τα φάρμακα». Τουλάχιστον ο πρωταγωνιστής της ταινίας είχε τη δική του άποψη, τεκμηρίωσε στο γιατρό του κάποια στιγμή το αίτημά του να του μειώσει το κύριο αντιψυχωτικό (το Paxil) κι απάντησε στην κοπέλα του (ναι, έκανε δεσμό αλλά δε λύθηκε το ..«πρόβλημα»), που επέμεινε να κόψει εντελώς τα φάρμακα ότι όχι, δεν θα τον έπειθε να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί ήξερε πόσο λάθος ήταν. Φυσικά και δεν κόβονται μαχαίρι αυτά τα φάρμακα και κανείς δεν πρέπει να πιέζει για τέτοιες αποφάσεις που μπορεί να έχουν ολέθριες συνέπειες. Μόνο ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος μπορεί να το αποφασίσει κι υπάρχουν τρόποι ώστε η διακοπή να γίνει σταδιακά και με ασφάλεια, σε συνεργασία με κάποιον ειδικό, συνήθως ψυχίατρο, που θα γνωμοδοτήσει για το αν είναι κατάλληλη η στιγμή για κάτι τέτοιο, θα επιβλέπει κ.ο.κ.

Ας μη γράψω άλλα όμως, γιατί μπορεί να συμβεί να δείτε το ντοκιμαντέρ κάποια στιγμή κι ας κλείσω με μερικές δικές του φράσεις (συμφωνώ σαφέστατα με τις απόψεις του), που ελπίζω όλ@ να μας κάνουν να σκεφτούμε ξανά ορισμένα πράγματα. Ειδικά το ερώτημα που διατυπώνει είναι καίριο, μιας κι η κυρίαρχη ψυχιατρική έτσι δουλεύει:

«Εφευρίσκουν σύνδρομα που ανιχνεύονται από την παιδική ηλικία, για να τους κάνουν να παίρνουν χάπια από νωρίς. Η αγορά των ενηλίκων δεν είναι πλέον αρκετή γι’ αυτούς. Θέλουν περισσότερα κέρδη.

Κάποιες φορές, όταν μιλάω στον ψυχίατρό μου, μου προσφέρει χάπια. Μα για ποιον δουλεύεις; Δουλεύεις για μένα ή για τον φαρμακευτικό αντιπρόσωπο ο οποίος σε στέλνει σε ένα συνέδριο ένας Θεός ξέρει που; »