Καρτ ποστάλ απ’ το Παρίσι: Πύργος του Άιφελ (La Tour Eiffel)

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Μιας κι ετοιμάζομαι να σας ξεναγήσω στο Μουσείο του Λούβρου, σύντομα, ας αρχίσουμε τη «βόλτα» μας στο Παρίσι κλασσικά απ’ τον Πύργο του Άιφελ, αφού σαν σήμερα έγιναν τα εγκαίνια του. Κι όσο κι αν μισήθηκε από κάποιους αρχικά η προσωρινή – όπως θεωρούνταν τότε- κατασκευή, έδωσε πάντως στον αρχιτέκτονά της τον τίτλο του «μάγου του σίδερου» κι έγινε το σήμα κατατεθέν της πόλης.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο Πύργος λοιπόν κατασκευάστηκε απ’ τον Γουσταύο Άιφελ (Gustave Eiffel) το 1887 και δύο χρόνια αργότερα, το 1889 έγιναν τα εγκαίνια του. Τότε η Γαλλία γιόρταζε τα 100 χρόνια απ’ την Επανάσταση της και καθώς ήθελαν να είναι έτοιμος για τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης, τριακόσιοι χαλυβουργοι εργάζονταν σκληρά, για επτά μέρες τη βδομάδα, επί είκοσι έξι συνεχόμενους μήνες για να το κατορθώσουν (εδώ μπορείτε να δείτε φωτογραφίες απ’ τα στάδια κατασκευής). Επτά μέρες λοιπόν πριν την Έκθεση, ο Πύργος ήταν έτοιμος και μάλιστα χωρίς να σημειωθεί κανένα θανατηφόρο ατύχημα, όπως σημειώνεται στον ταξιδιωτικό οδηγό του National Geographic, τον οποίο συμβουλεύομαι για την ανάρτηση κι είχα μαζί μου και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Οι πρώτοι επίσημοι προσκεκλημένοι που τον επισκέφτηκαν ήταν η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας κι ο Μπάφαλο Μπιλ, όπως αναφέρεται σ’ αυτό το άρθρο και περισσότερα θα διαβάσετε σ’ αυτό το βιβλίο. Κατά το άνοιγμα της Έκθεσης τα ασανσέρ δεν λειτούργησαν κι οι 30000 επισκέπτες ανέβηκαν με τα πόδια ως την κορυφή. Οι Γάλλοι πάντως δεν ενθουσιάστηκαν όταν τον είδαν για πρώτη φορά και τα σχόλια μόνο κολακευτικά δεν ήταν. Έκαναν λόγο για «κούφιο κηροπήγιο», τους θύμιζε «αποκρουστική στήλη από μπουλόνια και λαμαρίνα», «πύργο της Βαβέλ», τον ονόμαζαν «Le Suicide Eiffel», φοβόταν ότι θα πέσει πάνω τους κτλ. Ήδη απ’ το 1887 είχαν συντάξει διαμαρτυρία εναντίον του «τερατώδους» αυτού σχεδίου, την οποία υπέγραφαν μεταξύ άλλων οι Guy de Maupassant, και Alexandre Dumas (ο υιός). Βέβαια, παρ’ όλα αυτά, ο πρώτος για παράδειγμα, όταν τελείωσε πήγαινε στο εστιατόριο του Πύργου στο δεύτερο όροφο, γιατί όπως ισχυριζόταν ήταν το μοναδικό σημείο της πόλης απ’ όπου δε μπορούσε να τον βλέπει. Έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα παραδοξότητα οπωσδήποτε, αυτός ο ισχυρισμός, έτσι;

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Είκοσι χρόνια μετά το κλείσιμο της Διεθνούς Έκθεσης, αποφασίστηκε το γκρέμισμα του, αλλά καθώς είχε ανακαλυφθεί το ραδιόφωνο και το ύψος του Πύργου ήταν ιδανικό για να τοποθετηθεί στην κορυφή του κεραία, σώθηκε. Οπωσδήποτε είναι μια εντυπωσιακή κατασκευή, αλλά όσο βρισκόμουν εκεί δε γινόταν να μην προσέξω και το πλήθος των Αλγερινών μικροπωλητών ή τις συχνότατες περιπολίες του στρατού, για διαφορετικούς λόγους όμως. Έγραψα εδώ κάτι, θα καταλάβετε αν το διαβάσετε.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Όταν η ατμόσφαιρα πάντως είναι καθαρή, η ορατότητα απ’ την κορυφή του φτάνει ως και τα 73 χιλιόμετρα και περιττό ν’ αναφέρω ότι οι ουρές για τ’ ασανσέρ ήταν τεράστιες (κάποι@ τολμηρ@ ανέβαιναν και με τα πόδια τα 1710 σκαλοπάτια) κι η αναμονή μεγάλη (στο site του πάντως αναφέρεται ο πιθανός χρόνος αναμονής κι έχει νόημα να ρίξουν μια ματιά σ’ αυτή την πληροφορία όσ@ θέλουν ν’ ανέβουν εκεί) . Αυτά βέβαια προ πανδημίας. Τώρα σίγουρα θα έχουν αλλάξει κάποια πράγματα (είναι κλειστός άλλωστε το συγκεκριμένο διάστημα και μέχρι τις 16 Ιουλίου κι αν με το καλό πάτε κάποτε προσέξτε αυτά που εξηγούν εδώ).

Υπάρχουν κι άλλα ενδιαφέροντα να μάθετε για τον Πύργο πάντως, που το χειμώνα συρρικνώνεται κατά 4-8 εκατοστά, που το 1976 απ’ τη ζέστη και λόγω της επέκτασης του μετάλλου μετακινήθηκε για 18 ολόκληρα εκατοστά, που κάποιος προσπάθησε να τον ..πουλήσει, που έχει χρησιμοποιηθεί ακόμη και για bace jumping και που αντιγράφηκε το σχέδιό του σε πολλά μέρη του κόσμου (ναι, και στη χώρα μας). Προς το παρόν σας αφήνω να τον δείτε μόν@ σας, μαζί μ’ άλλα αξιοθέατα του Παρισιού.

Johanna Gezina van Gogh (Jo Bonger): «Όλα για τον Vincent»

Γράφουμε και μιλάμε για ‘κεινον, τον Vincent Van Gogh δηλαδή, για την σχέση του με τον αδερφό του, για όσα τον βασάνιζαν, για τις εισαγωγές του στα ψυχιατρεία, τους γιατρούς του, θαυμάζουμε τους πίνακες του φυσικά πάντα και σποραδικά μόνο αναφερόμαστε σε κείνη που ένιωθε «σαν εισβολέας, σαν διαμεσολαβητής», όπως έγραψε κάποια στιγμή στο ημερολόγιο της, ανάμεσα στον Vincent και τον Theo.

Σε κείνη που αν δεν σκεφτόταν να διασώσει το έργο του (και θα δούμε και για ποιους λόγους το έκανε), δε θα έφτανε ως εμάς. Στη Johanna Gezina van Gogh (ή Jo χαϊδευτικά, που πριν παντρευτεί είχε το επίθετο Bonger), λοιπόν θα εστιάσω σήμερα. Σας το είχα υποσχεθεί σ’ αυτή την ανάρτηση κι όσο κι αν αργώ κάποιες φορές, τηρώ τις υποσχέσεις μου. Άλλωστε στην Ολλανδία κυκλοφορούν ευτυχώς κάποια βιβλία με θέμα την ίδια κι έχει αξία να δούμε τι γράφουν.

Γνώρισε λοιπόν τον Theo, όσο δούλευε ως δασκάλα αγγλικών και παρά το ότι εκείνος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, δεν ένιωσε το ίδιο, με τη σειρά της, όπως αναφέρεται εδώ. Παντρεύτηκαν πάντως όταν κι εκείνη τον ερωτεύτηκε, στις 17 Απριλίου του 1889 (αυτός ο γάμος κι η γέννηση του ανιψιού του όπως σας έγραφα κι εδώ, αναστάτωσε τον Vincent) και έμεινε χήρα δύο χρόνια σχεδόν μετά, μόλις στα 28 της. Το αγόρι που γέννησε στην πρωτεύουσα της Γαλλίας το Γενάρη του 1890, πήρε το όνομα Vincent Willem, προς τιμήν του θείου του. Ωστόσο ο δεύτερος ανησυχούσε μήπως ένα τέτοιο όνομα δεν φέρει τύχη στο μικρούλη. Τον βάφτισαν όμως πριν μάθουν γι’ αυτές τις ανησυχίες του, που δεν επαληθεύτηκαν. Ο γιος του Theo και της Johanna μεγάλωσε, έγινε μηχανικός, απέκτησε τέσσερα παιδιά και φυσικά ασχολήθηκε κι εκείνος με το έργο του, βοηθώντας τη μητέρα του.

Εκείνη όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ένιωθε μόνη κι εγκαταλελειμμένη μετά το θάνατο του Theo, αλλά υπήρχαν και στιγμές που ένιωθε κι ικανοποίηση προωθώντας τα έργα του κουνιάδου της. Αν και θα μπορούσε να έχει πουλήσει όλους τους πίνακες και να προχωρήσει στη ζωή της «ξεμπερδεύοντας» μ’ αυτό το ζήτημα, δεν το έκανε, όπως θα δείτε λίγο παρακάτω.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη όμως: Έξι μήνες λοιπόν μετά το θάνατο του Vincent, η Johanna αναγκάστηκε να επιστρέψει στις Κάτω Χώρες, μεταφέροντας όλες τις ζωγραφιές του γαμπρού της στις βαλίτσες της. Ένιωθε ότι ο Theo της «ανέθεσε» κι αυτή την ευθύνη:

«Όταν τα αδέρφια πέθαναν, ο ένας λίγο μετά τον άλλο» όπως αναφέρεται εδώ, στην περίληψη του βιβλίου του Hans Luijten απ’ το οποίο δανείστηκα τον τίτλο της ανάρτησης «άρχισε να φροντίζει την καλλιτεχνική κληρονομιά του Βαν Γκογκ από το 1891 δηλαδή, και αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στη διάδοση και την προώθησή της. Δημοσίευσε τις επιστολές του, διοργάνωσε εκθέσεις στο εσωτερικό (ενν: στην Ολλανδία) και στο εξωτερικό και πούλησε στρατηγικά σε ιδιώτες και σημαντικούς εμπόρους τέχνης. Οι προσπάθειές της ήταν ζωτικής σημασίας για τη φήμη της τέχνης του Van Gogh. Αλλά έζησε μια συναρπαστική ζωή και με άλλους τρόπους. Όχι μόνο ήταν φίλη με διακεκριμένους συγγραφείς και καλλιτέχνες, ήταν επίσης ενεργή στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα και συμμετείχε ουσιαστικά στο νεογέννητο γυναικείο κίνημα».

Στα βιβλία που συμβουλεύτηκα και βλέπετε τα εξώφυλλα τους (είναι γραμμένα στα ολλανδικά), όπως αυτό της Silke Riemann και του Ben Verbong κι αυτό του I.L.Meyjes (που εξετάζει κατά πόσο ήταν κυρίως «έμπορος») αναφέρονται κι άλλα στιγμιότυπα απ’ τη ζωή της. Όπως, ότι κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της στη Νέα Υόρκη, είχε παρακολουθήσει μια συνάντηση που είχε οργανώσει εκεί ο Leon Trotsky. Ακολούθως έγινε συν- ιδρύτρια του Amsterdam Social-Democratic Women’s Propaganda Club. Ζητούσε συχνά συγνώμη που δεν μπορούσε να είναι πιο ενεργή στο σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά η ανατροφή του παιδιού της ήταν η κύρια απασχόληση της. Ο μονάκριβος γιος της, έτσι κι αλλιώς, ήταν που φρόντισε μετέπειτα να ιδρυθεί το Μουσείο Βαν Γκογκ.

Όσο για τη Johanna, πέθανε το 1925 και λίγο νωρίτερα, δηλαδή το 1922, είχε γράψει στον Gustave Coquiot:

«Είναι τόσο ωραίο στο τέλος της ζωής μου, μετά από τόσα χρόνια αδιαφορίας, ακόμη και εχθρότητας από το κοινό απέναντι στον Βίνσεντ και το έργο του, να νιώθω ότι η μάχη έχει κερδηθεί.» –

Ένα βιβλίο για τις τρεις αδερφές του Βαν Γκογκ: The Van Gogh Sisters

Η αλήθεια είναι ότι γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τον αδερφό του Vincent Van Gogh, τον Theo, αλλά λίγα για τις τρεις αδερφές του. Κι έτσι έρχεται αυτό το βιβλίο (τώρα και στ’ αγγλικά, γιατί είχε κυκλοφορήσει στα ολλανδικά το 2016) να συμπληρώσει τις πενιχρές μας γνώσεις για ‘κείνες και να μας δώσει κι άλλες λεπτομέρειες για τη ζωή του σπουδαίου ζωγράφου και κατ’ επέκταση όλης της οικογένειάς του.

Συγγραφέας του είναι ο ιστορικός τέχνης Willem-Jan Verlinder που αξιοποίησε πλήθος πηγών (σχολικές εκθέσεις, ιατρικά αρχεία, οικογενειακά χρονικά, εκατοντάδες γράμματα κ.α.) ώστε να γράψει αυτό το βιβλίο και θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορώ απ’ όσα διάβασα στο site του, σ’ αυτό το άρθρο αλλά και στην εφημερίδα The Guardian.

Βέβαια, σας έχω αναφέρει κι εγώ μερικά πράγματα στην σειρά αναρτήσεων που θα βρείτε για το Van Gogh στο blog και κυρίως για τη μικρή του αδερφή, τη Willemien ή Wil, που έπασχε κι αυτή από κάποια ψυχική διαταραχή. Anna, λοιπόν λεγόταν η μεγαλύτερη και Elisabeth ή χαϊδευτικά Lies η μεσαία. Τις βλέπετε στα άκρα της φωτογραφίας του εξωφύλλου (αριστερά η Anna, στο κέντρο η Willemien και δεξιά η Elisabeth).

Η Anna εργαζόταν ως γκουβερνάντα όταν ήταν σε νεαρή ηλικία, αργότερα παντρεύτηκε, ήταν ευσεβής κι αφοσιωμένη ως άνθρωπος . Είχε πάντως μια σοβαρή διαμάχη με τον Vincent, εξαιτίας της οποίας εκείνος έφυγε για πάντα απ’ την Ολλανδία.

Η Lies γέννησε ένα παιδί εκτος γάμου στη Γαλλία, είχε λογοτεχνικές ανησυχίες κι ασχολήθηκε πολύ με το έργο του Vincent. Όταν όμως πέθανε ο σύζυγός της, περιέπεσε σε ενδοια και πούλησε πίνακές του για να τα βγάλει πέρα οικονομικά.

Η τρίτη αδελφή, η Willemien, έψαχνε για περισσότερο διάστημα τον σκοπό της ζωής της κι άλλαξε διάφορα επαγγέλματα (υπήρξε γκουβερνάντα, νοσοκόμα, δασκάλα θρησκευτικών). Καθώς άλλαζε κι η εποχή κι έχει σημασία αυτό (το τονίζει κι ο συγγραφέας), δραστηριοποιήθηκε στο πρώτο φεμινιστικό κύμα, επισκέφτηκε το στούντιο του Edgar Degas στο Παρίσι με τον άλλο αδερφό τους, τον Theo κ.α. Δεν παντρεύτηκε ποτέ κι έμενε με τη μητέρα τους. Αλλά αργότερα, όταν η δεύτερη πέθανε, κλείστηκε σε ψυχιατρείο (με διάγνωση dementia praecox, συνηθισμένη εκείνη την εποχή). Έμεινε εκεί για το δεύτερο μισό της ζωής της, σχεδόν σαράντα χρόνια δηλαδή και τα έξοδα μάλιστα νοσηλείας της, πληρώθηκαν με την πώληση 17 πινάκων του Vincent που είχε στην κατοχή της, αφού μετά το θάνατό του και χάρη στις ενέργειες της νύφης του (αύριο θα σας γράψω περισσότερα για κείνη, σας το είχα υποσχεθεί καιρό), είχε πια αποκτήσει αρκετά γρήγορα, μεγάλη φήμη ως καλλιτέχνης.

Έχει σημασία να σημειωθεί ότι αυτή η αδερφή ήταν πιο στενά συνδεδεμένη με ‘κεινον απ’ τις άλλες, είχαν κοινά ενδιαφέροντα κι αλληλογραφουσαν συχνά όσο ο σπουδαίος ζωγράφος νοσηλευόταν.

Αποσπάσματα των επιστολών, που ο συγγραφέας του βιβλίου χαρακτηρίζει ως «χρυσωρυχείο» από άποψη άντλησης πληροφοριών θα βρείτε στους συνδέσμους.

Καλή ανάγνωση.

Θεατρικά προγράμματα: «Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς», του Μάριου Ποντίκα

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Καιρό τα είχα φυλαγμένα αυτά τα θεατρικά προγράμματα. Κι ήρθε η ώρα να τα μοιραστώ σιγά σιγά, μαζί σας. Με λίγα λόγια να τα συνοδεύουν και μικρά αποσπάσματα, κάθε φορά.

Την παράσταση «Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς», του Μάριου Ποντίκα, την είδα στο Θέατρο «Άττις» και την είχε σκηνοθετήσει ο Θεόδωρος Τερζόπουλος.

Το σημείωμα του Μάριου Ποντίκα, άρχιζε έτσι:

«Χώρος άχρονος και χρόνος χωρίς χωρικές διαστάσεις. Δε μπορείς δηλαδή να ισχυριστείς ότι έτσι θα ήταν ο Άδης. Και να γνώριζες πως είναι, να είχες δει ας πούμε αυτό το τοπίο, πράγμα αδύνατον, δε θα είχες τις λέξεις να το περιγράψεις. Ούτε τα πρόσωπα ήταν αυτό που λέει η λέξη. Επίσης δεν ήταν σκιές. Σα να μην είχαν όγκο και περίγραμμα. Αναγνώριζες πάντως ανθρώπους που είχαν πεθάνει, δικούς σου, αγαπημένους και άλλους, αλλά και ανθρώπους εν ζωή…»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Dante700 tra Italia e Grecia: Ο Δάντης μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας

Με αφορμή την DanteDi 2021, την παγκόσμια ημέρα δηλαδή που είναι αφιερωμένη στον Δάντη και φέτος είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των επτακοσίων χρόνων από τον θάνατο του ποιητή, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο της Αθήνας, σε συνεργασία με την Società Dante Alighieri – Comitato di Salonicco και τον πολιτιστικό σύλλογο AIAL, διοργάνωσε το διαδικτυακό σεμινάριο που βλέπετε παραπάνω.

Κατά τη διάρκεια της διάλεξης-συζήτησης (που έγινε στα Ιταλικά), ύστερα από τον χαιρετισμό των Άννα Μοντάβιο, Διευθύντριας του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου της Αθήνας, Τζιουζέπε Ντε Λούκα, Προέδρου της SDA-Αθήνα, και Ιωάννη Χαρισιάδη και Μάγδας Κριθαρίδου, εκ μέρους της SDA-Θεσσαλονίκη, τον λόγο πήραν τέσσερις σημαντικοί μελετητές του έργου του Δάντη: πρόκειται για τρεις καθηγητές πανεπιστημίου από την Ιταλία και την Ελλάδα, και τον Γ.Γ. της Εθνικής Επιτροπής της Società Dante Alighieri.

Τη συζήτηση συντόνισε ο καθηγητής Ηλίας Σπυριδωνίδης (ερευνητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και μέλος του ΔΣ της Società Dante Alighieri – Comitato di Salonicco), σε συνεργασία με τον Έντσο Μπονάνο (Γ.Γ. AIAL) και την τεχνική βοήθεια του προγραμματιστή Μάρκου Σπανού.

Το webinar έγινε την Πέμπτη 25 Μαρτίου (παγκόσμια μέρα αφιερωμένη στο Δάντη) και σας προτείνω μιας κι έλαβε χώρα τη μέρα της εθνικής επετείου, να διαβάσετε συμπληρωματικά κι αυτό το πολύ εμπεριστατωμενο άρθρο του ομότιμου καθηγητή Κλασσικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, κ. Μιχαήλ Πασχάλη, για το Διόνυσο Σολωμό και το Δάντη Αλιγκιέρι. Αν δεν το έχετε υπόψη σας και δεν καταλαβαίνετε την σύνδεση μου, να εξηγήσω ότι ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού αμέσως μετά τον τίτλο φέρει την ακόλουθη ιταλική προμετωπίδα απ’ το Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας:

«Libertà vo cantando, ch’è sì cara,

come sa chi per lei vita rifiuta…»

Δηλαδή:

«Την ελευθερία τραγουδώ που είναι πολύ ακριβή,

όπως ξέρει αυτός που για χάρη της απαρνιέται τη ζωή…»

Τα υπόλοιπα θα τα μάθετε απ’ τον σύνδεσμο που προτείνω. Θ’ απαντηθεί έτσι και το ερώτημα «γιατί διαβάζουμε σήμερα το Δάντη;», ποια η σχέση του με την ελληνική κουλτούρα, κ.α.

Νέες κυκλοφορίες: «Nora» της Nuala O’ Connor – Η ερωτική σχέση του Τζόις και της Μπάρνακλ και πάλι στο προσκήνιο

Ένα ακόμη βιβλίο για τη σχέση του Τζέιμς Τζόις και της Νόρα Μπάρνακλ κυκλοφόρησε πρόσφατα. Διάβαζα μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη της ιρλανδέζας συγγραφέως που φιλοξενείται στο the Paris Review πριν λίγες νύχτες και σκεφτόμουν ότι αν κι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουμε άβολα να διαβάζουμε την προσωπική, ερωτική αλληλογραφία ξένων ανθρώπων εντούτοις γίνεται ιδιαίτερα συχνά το να χρησιμοποιούνται και να δημοσιεύονται τέτοια γράμματα στη λογοτεχνία.

Και στο συγκεκριμένο βιβλίο φυσικά συμβαίνει αυτό, κι η Nuala O’ Connor συμπληρώνει με το δικό της τρόπο την «εικόνα» αυτής της σχέσης του σπουδαίου συγγραφέα και της συντρόφου και μούσας του με το να υποθέτει και να επινοεί περίπου τις απαντήσεις εκείνης στα δικά του γράμματα. Γι’ αυτό και το χαρακτηρίζει ως bio-fictional novel.

Ως γνωστόν τα γράμματα της Νόρας χάθηκαν ή καταστράφηκαν κι έτσι καταλαβαίνω πόσο ενδιαφέρουσα πρόκληση είναι για την συγγραφέα το να προσπαθήσει να τα αναπλάσει, να συμπληρώσει δηλαδή τα κενά. Τα γράμματα του Τζόις βέβαια είναι ακόμη δεσμευμένα λόγω του copyright, αλλά η O’ Connor βρήκε τρόπο να ξεπεράσει το σκόπελο.

Ας μη γράψω περισσότερα όμως. Όσ@ ενδιαφέρεστε άλλωστε θα συμβουλευτείτε τους σύνδεσμους μόν@ σας. Καλό θα ήταν βέβαια να διαβάζονται και τα βιβλία του Τζόις αντί των «γαργαλιστικων» λεπτομερειών για την ερωτική του ζωή. Καταθέτω εγώ τώρα, απλώς μια γνώμη…