Johanna Gezina van Gogh (Jo Bonger): «Όλα για τον Vincent»

Γράφουμε και μιλάμε για ‘κεινον, τον Vincent Van Gogh δηλαδή, για την σχέση του με τον αδερφό του, για όσα τον βασάνιζαν, για τις εισαγωγές του στα ψυχιατρεία, τους γιατρούς του, θαυμάζουμε τους πίνακες του φυσικά πάντα και σποραδικά μόνο αναφερόμαστε σε κείνη που ένιωθε «σαν εισβολέας, σαν διαμεσολαβητής», όπως έγραψε κάποια στιγμή στο ημερολόγιο της, ανάμεσα στον Vincent και τον Theo.

Σε κείνη που αν δεν σκεφτόταν να διασώσει το έργο του (και θα δούμε και για ποιους λόγους το έκανε), δε θα έφτανε ως εμάς. Στη Johanna Gezina van Gogh (ή Jo χαϊδευτικά, που πριν παντρευτεί είχε το επίθετο Bonger), λοιπόν θα εστιάσω σήμερα. Σας το είχα υποσχεθεί σ’ αυτή την ανάρτηση κι όσο κι αν αργώ κάποιες φορές, τηρώ τις υποσχέσεις μου. Άλλωστε στην Ολλανδία κυκλοφορούν ευτυχώς κάποια βιβλία με θέμα την ίδια κι έχει αξία να δούμε τι γράφουν.

Γνώρισε λοιπόν τον Theo, όσο δούλευε ως δασκάλα αγγλικών και παρά το ότι εκείνος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, δεν ένιωσε το ίδιο, με τη σειρά της, όπως αναφέρεται εδώ. Παντρεύτηκαν πάντως όταν κι εκείνη τον ερωτεύτηκε, στις 17 Απριλίου του 1889 (αυτός ο γάμος κι η γέννηση του ανιψιού του όπως σας έγραφα κι εδώ, αναστάτωσε τον Vincent) και έμεινε χήρα δύο χρόνια σχεδόν μετά, μόλις στα 28 της. Το αγόρι που γέννησε στην πρωτεύουσα της Γαλλίας το Γενάρη του 1890, πήρε το όνομα Vincent Willem, προς τιμήν του θείου του. Ωστόσο ο δεύτερος ανησυχούσε μήπως ένα τέτοιο όνομα δεν φέρει τύχη στο μικρούλη. Τον βάφτισαν όμως πριν μάθουν γι’ αυτές τις ανησυχίες του, που δεν επαληθεύτηκαν. Ο γιος του Theo και της Johanna μεγάλωσε, έγινε μηχανικός, απέκτησε τέσσερα παιδιά και φυσικά ασχολήθηκε κι εκείνος με το έργο του, βοηθώντας τη μητέρα του.

Εκείνη όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ένιωθε μόνη κι εγκαταλελειμμένη μετά το θάνατο του Theo, αλλά υπήρχαν και στιγμές που ένιωθε κι ικανοποίηση προωθώντας τα έργα του κουνιάδου της. Αν και θα μπορούσε να έχει πουλήσει όλους τους πίνακες και να προχωρήσει στη ζωή της «ξεμπερδεύοντας» μ’ αυτό το ζήτημα, δεν το έκανε, όπως θα δείτε λίγο παρακάτω.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη όμως: Έξι μήνες λοιπόν μετά το θάνατο του Vincent, η Johanna αναγκάστηκε να επιστρέψει στις Κάτω Χώρες, μεταφέροντας όλες τις ζωγραφιές του γαμπρού της στις βαλίτσες της. Ένιωθε ότι ο Theo της «ανέθεσε» κι αυτή την ευθύνη:

«Όταν τα αδέρφια πέθαναν, ο ένας λίγο μετά τον άλλο» όπως αναφέρεται εδώ, στην περίληψη του βιβλίου του Hans Luijten απ’ το οποίο δανείστηκα τον τίτλο της ανάρτησης «άρχισε να φροντίζει την καλλιτεχνική κληρονομιά του Βαν Γκογκ από το 1891 δηλαδή, και αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στη διάδοση και την προώθησή της. Δημοσίευσε τις επιστολές του, διοργάνωσε εκθέσεις στο εσωτερικό (ενν: στην Ολλανδία) και στο εξωτερικό και πούλησε στρατηγικά σε ιδιώτες και σημαντικούς εμπόρους τέχνης. Οι προσπάθειές της ήταν ζωτικής σημασίας για τη φήμη της τέχνης του Van Gogh. Αλλά έζησε μια συναρπαστική ζωή και με άλλους τρόπους. Όχι μόνο ήταν φίλη με διακεκριμένους συγγραφείς και καλλιτέχνες, ήταν επίσης ενεργή στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα και συμμετείχε ουσιαστικά στο νεογέννητο γυναικείο κίνημα».

Στα βιβλία που συμβουλεύτηκα και βλέπετε τα εξώφυλλα τους (είναι γραμμένα στα ολλανδικά), όπως αυτό της Silke Riemann και του Ben Verbong κι αυτό του I.L.Meyjes (που εξετάζει κατά πόσο ήταν κυρίως «έμπορος») αναφέρονται κι άλλα στιγμιότυπα απ’ τη ζωή της. Όπως, ότι κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της στη Νέα Υόρκη, είχε παρακολουθήσει μια συνάντηση που είχε οργανώσει εκεί ο Leon Trotsky. Ακολούθως έγινε συν- ιδρύτρια του Amsterdam Social-Democratic Women’s Propaganda Club. Ζητούσε συχνά συγνώμη που δεν μπορούσε να είναι πιο ενεργή στο σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά η ανατροφή του παιδιού της ήταν η κύρια απασχόληση της. Ο μονάκριβος γιος της, έτσι κι αλλιώς, ήταν που φρόντισε μετέπειτα να ιδρυθεί το Μουσείο Βαν Γκογκ.

Όσο για τη Johanna, πέθανε το 1925 και λίγο νωρίτερα, δηλαδή το 1922, είχε γράψει στον Gustave Coquiot:

«Είναι τόσο ωραίο στο τέλος της ζωής μου, μετά από τόσα χρόνια αδιαφορίας, ακόμη και εχθρότητας από το κοινό απέναντι στον Βίνσεντ και το έργο του, να νιώθω ότι η μάχη έχει κερδηθεί.» –

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s