Παρουσίαση βιβλίου: «Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία. Ψυχιατρική, ψυχολογία και η ανθρώπινη κατάσταση»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» και το Hearing Voices Network (Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές). Την επιμέλεια των κειμένων του έχουν ο Mark Rapley, η Joanna Moncrieff και η Jackie Dillon, η μετάφραση είναι συλλογική και τον πρόλογο υπογράφει η Βάσια Λέκκα.

Προέκυψε από μια σειρά διαλέξεων που συνδιοργανώθηκαν από τη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Λονδίνου, το Δίκτυο Κριτικής Ψυχιατρικής και το Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές. Και μεταφράστηκε στα ελληνικά όχι «με στόχο να «δώσει απαντήσεις», όπως εξηγούν η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης, «αλλά μάλλον να μας συστήσει ή και να ενισχύσει τις κριτικές φωνές απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας. Διαπιστώνουμε ότι στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με την ψυχική υγεία, και ειδικότερα σχετικά με τη δυσφορία που οι άνθρωποι συχνά πυκνά βιώνουμε, αυτές οι κριτικές φωνές υποεκπροσωπούνται. Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι όταν μιλάμε για κριτική, δε μιλάμε προφανώς για μια στείρα άρνηση της ψυχικής ασθένειας, ούτε επιθυμούμε να τοποθετηθούμε κάτω από μια αντί-ψυχιατρική ταμπέλα. Πιστεύουμε πως η «κριτική ματιά» συνιστάται στην υπέρβαση των στείρων κατηγοριοποιήσεων και των αναγωγιστικών και μονοδιάστατων βιολογικών προσεγγίσεων».

Οι στόχοι του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές λοιπόν, μ’ αυτήν την εκδοτική προσπάθεια είναι να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, να κρατήσει ανοιχτή μια συζήτηση που μας αφορά όλους (με διαφορετικό ίσως τρόπο τον καθένα και την καθεμία) και να μας ξεβολεψει, όπως τονίζει στον πρόλογο του ο Rudi Dallos, γιατί «μπορεί να έχουμε τις καλύτερες προθέσεις, αλλά χρειάζεται επίσης να ξεβολευτούμε και να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους…». Όπως εξηγεί: «μπορεί έμμεσα, με την παρουσία και τη συμμετοχή μας σε διεπιστημονικές ομάδες, να αποδεχόμαστε υποχρεωτικές θεραπευτικές αγωγές, φαρμακευτική αγωγή και εγκλεισμό. Αν και μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι διαφωνούμε ιδεολογικά με αυτή την πρακτική, στο βιβλίο υποστηρίζεται ότι είμαστε ένοχοι ως συνεργοί». Συνειδητοποιώντας επομένως τι συντηρούμε κάποιες φορές με την παθητική μας στάση, με τη σιωπή μας ή και τους αυτοματισμούς μας, θα βρούμε λόγους ν’ αντισταθούμε «στα παράδοξα και στις πρακτικές των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που παράγουν την τρέλα και στη συνέχεια να δείξουμε πώς αυτά διαμορφώνονται και συντηρούνται από τα ευρύτερα καθεστώτα κοινωνικής ανισότητας και καταπίεσης».

Κι η Βάσια Λέκκα, γράφει με τη σειρά της, ότι: «αυτή ακριβώς την πολιτική διάσταση της ψυχιατρικής διάγνωσης και της διαχείρισης των ψυχικών διαταραχών επιθυμούν να υπογραμμίσουν οι συγγραφείς του παρόντος τόμου· με άλλα λόγια, να αναδείξουν ότι ιστορικά, όπως υπογραμμίζει ο Michel Foucault, «[η] αλογία αρχίζει να μετράται ανάλογα με την απομάκρυνση από το κοινωνικό πρότυπο», και ως εκ τούτου ότι η κυρίαρχη ερμηνεία και τα κυρίαρχα μέσα αντιμετώπισης της συνιστούν πολιτικές και κοινωνικές, και όχι αμιγώς επιστημονικές επιλογές».

Επομένως, «το διακύβευμα σύμφωνα με τους/τις συγγραφείς είναι να τολμήσουμε να απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία, τον πόνο και το σύνολο των ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών που εδώ και δύο αιώνες έχουν μπει στο μικροσκόπιο της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης· με άλλα λόγια, το διακύβευμα είναι να τολμήσουμε να απο-ψυχιατρικοποιήσουμε επιτέλους την τρέλα», γιατί μόνο τότε «θα μπορέσει να ακουστεί πραγματικά ο λόγος των ίδιων των υποκειμένων· μόνο τότε θα μπορέσει να αναδειχτεί η πολλαπλότητα και η διαφορετικότητα των εμπειριών τους, της οδύνης, του τραύματός τους, όπως πασχίζουν εδώ και χρόνια να υπογραμμίσουν, μεταξύ άλλων, το «Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές» και τόσα άλλα «από τα κάτω» κινήματα των ίδιων των πασχόντων· μόνο τότε εν ολίγοις θα έχουμε επιτύχει αυτό που οραματιζόταν πριν από χρόνια ο Franco Basaglia: «η ελευθερία του [του ασθενή] θα είναι ο καρπός μιας νίκης του και όχι πια χάρισμα απ’ τον πιο δυνατό».

Όπως καταλαβαίνετε, απ’ τη στιγμή που είναι πολλοί οι συγγραφείς, είναι ποικίλες και διαφορετικές κι οι προσεγγίσεις τους, όπως εξηγείται στο κεφάλαιο 1 που μετέφρασε η Ράνια Φιλίνδρα: «ενώ κάποια άρθρα είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, άλλα περιέχουν πιο προσωπικές εμπειρίες (…) Ομοίως, το βιβλίο δεν στοχεύει σε μια συνολική κριτική της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας: αναγνωρίζουμε ότι πολλοί άλλοι συγγραφείς από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους έχουν ασκήσει πιεστική κι έντονη κριτική σ’ αυτό το σημείο…» Κι είναι πολύ σημαντική κι η ακόλουθη θέση των συγγραφέων: «Δεν υποστηρίζουμε την άποψη ότι τα «ψυχολογικά σχόλια» είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των επαγγελματιών. Αντιθέτως, η θέση μας είναι ότι η καθημερινοί άνθρωποι, που χρησιμοποιούν καθημερινή γλώσσα, «μπορούν να περιγράψουν άψογα και με απόλυτη επάρκεια τον εαυτό τους» (McHoul, 2008)». Είναι πολύ σημαντική, επαναλαμβάνω, επειδή όντως, η χρήση ορολογίας, εξειδικευμένου ψ λεξιλογίου, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα νέο είδος αποκλεισμού σε μια συζήτηση στην οποία είναι επιτακτική ανάγκη να έχουν τον πρώτο λόγο τα άτομα που είναι, όπως λέμε, ειδικοί λόγω της εμπειρίας τους (expert by experience) και ν’ αρθρώνεται η φωνή τους απέναντι στον επιστημονικό μονόλογο. Σε μια συζήτηση, στην οποία πρέπει να μετέχει όλη η κοινωνία και στην οποία ο λόγος που έχει διαχυθεί κι υιοθετηθεί αυτόματα είναι αυτός του βιοϊατρικού μοντέλου, που κάνει λόγο για ασθενείς. Στο κεφάλαιο 10, που μετέφρασε η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη, θα διαβάσετε μάλιστα όσα εξηγεί ο Ewen Speed, για τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένου που αντανακλούν και διαφορετικές ιδεολογίες, γιατί είναι άλλο να μιλάει κάποιο άτομο ως ασθενής κι άλλο ως επιζών της ψυχιατρικής ή ως χρήστης/ χρήστρια ψυχιατρικών υπηρεσιών. Υποδηλώνει τόσα πολλά σημαινόμενα η γλώσσα και καθώς ζούμε και σε μια εποχή «ψυχο-φλυαρίας» (τον εύστοχο όρο δανείστηκα απ’ το βιβλίο), όπου καθημερινώς δίνονται αφειδώς απ’ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ψυχολογικές συμβουλές ατομικής (και μόνο) βελτίωσης, προς το γενικό πληθυσμό, καλό είναι να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα.

Διαβάζοντας τη συγκεκριμένη έκδοση, στάθηκα όπως ήταν φυσικό και σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα μου, περισσότερο σε κάποια κεφάλαια, όπως αυτά στα οποία εξετάζονται η ΔΕΠΥ κι ο αυτισμός (κι αξίζει να διαβάσουν όσα καταγράφονται στο κεφάλαιο 7, όχι μόνο οι συνάδελφοι του ψ χώρου αλλά κι οι γονείς που τα παιδιά τους έχουν πάρει αυτές τις διαγνώσεις), η παράνοια (κεφάλαιο 5) κι η οριακή διαταραχή προσωπικότητας (κεφάλαιο 6). Πολύ σημαντικό βρήκα και το κεφάλαιο 9 (κείμενο της Arlene Vetere μετάφραση: Άρτεμις Κολομβρέζου) που αφορά τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και το 12 (κείμενο των Carlon Coulter & Mark Rapley, μετάφραση: Νίκος Λάιος) που έχει ως θέμα του τη διαχείριση της γονικής ευθύνης σε σχέση με το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο. Τι έχει αλλάξει απ’ την εποχή του Laing, το μαθαίνουμε σ’ αυτό.

Και φυσικά δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο «μύθο του αντικαταθλιπτικού» της γνωστής μας Joanna Moncriffe (κεφάλαιο 13, μετάφραση: Λυκούργος Καρατζαφέρης), όπου απαντάται η ερώτηση «τι είναι τα «αντικαταθλιπτικά» και από πού προέρχονται;» Με τα αντικαταθλιπτικά ασχολούνται και τα επόμενα δύο κεφαλαία, δηλαδή το 13 (μετάφραση: Παναγιώτης Καμπισιούλης) που εξετάζει το ρόλο των placebo, των εικονικών φαρμάκων στην κατάθλιψη, και το 14 που αναλύει τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ τη διακοπή τους και τα οποία οι ψυχίατροι άργησαν να τ’ αναγνωρίσουν.

Επειδή ως τώρα όμως, αναφέρθηκε πολύ η Ψυχιατρική, αυτό σημαίνει άραγε ότι είναι άμοιρη ευθυνών η Ψυχολογία; «Είναι τελικά» διερωτάται ο Craig Newnes (κεφάλαιο 16, μετάφραση: Γιώργος Κεσίσογλου), «η σύγχρονη ψυχολογία η νέα αλχημεία, που μετατρέπει ό, τι αγγίζει σε χρυσό, περιγελώντας τις βιολογικά περιορισμένες θεραπείες της ιατρικής και του τέκνου της, της ψυχιατρικής;» Μήπως κι η ψυχολογία, λοιπόν, μπορεί ν’ αποδειχτεί τοξική; Μα είναι δυνατόν σκόπιμα οι ψυχολόγοι να προκαλούμε βλάβη στους ανθρώπους που μας πλησιάζουν προσπαθώντας να βρουν μια λύση στη δυσφορία τους; Θα μάθετε πού ακριβώς θέλει να επιστήσει την προσοχή μας ο συγγραφέας αυτού του άρθρου (και σίγουρα υπάρχει σύνδεση μ’ αυτά που παραπάνω γράφει ο Rudi Dallos) . Κι η ψυχοθεραπεία είναι αποτελεσματική ή μήπως πρόκειται για «μια αυταπάτη χωρίς μέλλον;» (κεφάλαιο 17). Μήπως η φροϋδική θεωρία αποτυγχάνει ως θεραπευτική προσέγγιση; Κι όσον αφορά τα βασανιστήρια (κεφάλαιο 18) που υφίστανται τόσοι άνθρωποι, μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό απ’ το να τα ψυχολογικοποιούμε; Τι πρέπει να γίνει για όλα όσα προαναφέρθηκαν ως τώρα, συνολικά, το μαθαίνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο (το 19ο).

Γενικά, αυτό που έχει σημασία να γράψω είναι ότι πλουτίζει τις γνώσεις όλων μας το συγκεκριμένο βιβλίο, μας παρέχει τεκμηριωμένα επιχειρήματα (μέτρησα 34 σελίδες βιβλιογραφίας) για ν’ αμφισβητήσουμε τις επικρατούσες αντιλήψεις για τις ποικίλες διαταραχές (που συνεχώς φροντίζει η big pharma ν’ αυξάνονται, με τέτοιο τρόπο που να μπορούν ν’ αποδοθούν διαγνώσεις στον καθένα μας και για κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς) κι αυξάνει τις αντιστάσεις μας έναντι του παγιωμένου μοντέλου της βιοϊατρικής προσέγγισης. Καλύπτει πράγματι το βιβλιογραφικό κενό που επισημαίνεται στην αρχή (των κριτικών φωνών δηλαδή, απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας) και μας υπενθυμίζει την πολιτική διάσταση των ποικίλων βιογραφικών ρωγμών.

Και τελικά «τι σημαίνει να «απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία»; Σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε πια να σκεφτόμαστε τις καταστάσεις απελπισίας, θλίψης ή τρέλας με ιατρικούς όρους;» διερωτάται ο Philip Thomas στο κεφάλαιο 2 που μετέφρασε η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και συνεχίζει: «Σημαίνει ότι οι γιατροί δεν είναι αρμόδιοι να επιχειρούν να εργαστούν και να βοηθήσουν όσους έχουν ταλαιπωρήσει τόσο πολύ; Κι αν είναι έτσι, τότε τι θα γίνει με τα συστήματα που έχουν δημιουργήσει οι δυτικές κοινωνίες προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια, όπως τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, τα οποία βασίζονται στην υπόθεση ότι η δυστυχία και η τρέλα είναι, μεταξύ άλλων, ιατρικές παθήσεις; Πρέπει όλα αυτά να διαλυθούν; Κι αν ναι, τι θα πάρει τη θέση τους;» Θα δείτε πώς απαντούν σ’ αυτά τα ερωτήματα οι συγγραφείς του βιβλίου και σίγουρα στις παρουσιάσεις που θα γίνουν σε κάποιους χώρους, θα συζητηθούν πολλά απ’ αυτά τα ενδιαφέροντα ζητήματα.

Κλείνοντας, πάντως, αντί επιλόγου, κρατήστε την προτροπή της Jacqui Dillon* (για πρώτη φορά μάθαμε την ιστορία της απ’ αυτό το βιβλίο και τη μετάφραση αυτού του κειμένους της έχει κάνει η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη), που ως παιδί κακοποιήθηκε σεξουαλικά κι έχει καταφέρει να έχει πολλή αγάπη στη ζωή της, δύο υπέροχες κόρες κι άλλους λόγους για να αισθάνεται τυχερή (σημαντικό να το έχουμε στο νου μας αυτό τέτοιες μέρες που τόσα παιδιά μάθαμε ότι κακοποιήθηκαν κι ο κόσμος θεωρεί ότι καταστράφηκαν οριστικά οι ζωές τους): «Για να βελτιώσουμε όλες τις προσωπικές εμπειρίες μας, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε συλλογικά τις καταπιεστικές πολιτικές δομές (…) Αντί να παθολογικοποιούμε τα άτομα», λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ότι «έχουμε μια συλλογική ευθύνη απέναντι σε όσους έχουν τρελαθεί από αυτά που τους έχουν συμβεί. Έχουμε ευθύνη να τους υποστηρίξουμε και να τους παρέχουμε τη βοήθεια που χρειάζονται, ώστε να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους και να θεραπεύσουν τον πόνο τους. Οφείλουμε να εκθέσουμε την αλήθεια και να μην επιτρέψουμε να διαπράττεται άλλη αδικία»._

Advertisement

Δημοσιεύθηκε από

aikaterinitempeli

Η Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο, αλλά έζησε μερικά απ’ τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Στην Αθήνα εκπαιδεύτηκε στην οικογενειακή θεραπεία (Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας-ΨΝΑ) και στην βραχεία ψυχοθεραπεία. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής για 2 χρόνια στο “Θέατρο των Αλλαγών” και μονωδίας για 3 χρόνια στο “Ολυμπιακό Ωδείο” Ηρακλείου. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκαετία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102-ΕΡΤ 3 κ.ά.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Το 1993 κέρδισε το Α' Πανελλήνιο βραβείο, σε γραπτό διαγωνισμό της Deutsche Welle, με θέμα το ρατσισμό κι εκπροσώπησε τη χώρα μας στην Κολωνία. Τον επόμενο χρόνο, το 1994, πήρε Διάκριση στον Παγκρήτιο Διαγωνισμό Ποίησης. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ταξιδεύει πάντα στις ζωές των άλλων. Τις νύχτες γράφει στίχους, που μελοποιεί συνήθως ο Παναγιώτης Λιανός. "Το ποτάμι στον καθρέφτη" είναι το τρίτο της βιβλίο και κυκλοφορεί απ' την "Άνεμος εκδοτική". Προηγήθηκαν "Η σκόνη των άστρων" (2010) και το "Βενετσιάνικο χρυσάφι" (2007) . Και τα δύο εκδόθηκαν απ' τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί".

One thought on “Παρουσίαση βιβλίου: «Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία. Ψυχιατρική, ψυχολογία και η ανθρώπινη κατάσταση»”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s