Η πέμπτη ταινία του Διαδικτυακού Φεστιβάλ του ιταλικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, ελεύθερα διαθέσιμη ως τις 8/1/2023: Il bambino nascosto | Το κρυμμένο παιδί – Roberto Andò, 2021

Όπως σας έχω εξηγήσει ήδη εδώ, οι ταινίες διατίθενται ελεύθερα με ελληνικούς υπότιτλους και το μόνο που χρειάζεται να κάνετε εσείς είναι μια απλή εγγραφή στην πλατφόρμα, η οποία θα ισχύει καθ’ όλη την διάρκεια του κύκλου προβολών.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Νάπολη, στο στενάχωρο διαμέρισμα ενός δασκάλου πιάνου ο οποίος κρύβει ένα μικρό παιδί που του είναι άγνωστο. Το παιδί είναι γιος ενός μαφιόζου και στερείται συναισθηματικής αγωγής. Από την άλλη ο δάσκαλος πιάνου είναι καλλιεργημένος, μονόχνοτος, και ζει με κρυμμένα πάθη, αυτός όμως θα αναλάβει την αισθηματική ενηλικίωση του ατίθασου, δύσκολου παιδιού.

Il bambino nascosto | Το κρυμμένο παιδί – Roberto Andò, 2021

Παρουσίαση βιβλίου: «Λογοτεχνία εξπρές» του Λάσα Μπουγάτζε

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε στη Γεωργία το 2009, μεταφράστηκε στ’ αγγλικά και στα γερμανικά μεταξύ άλλων και στη χώρα μας πρωτοπαρουσιάστηκε απ’ τις εκδόσεις «Βακχικόν» τον Ιούλιο του 2021, σε μετάφραση του Βέρικο Μγκελάτζε. Πρόκειται για ένα σατυρικό βιβλίο στο οποίο καταγράφονται οι αγωνίες του ήρωα συγγραφέα μιας μικρής χώρας (όπως είναι η Γεωργία) που ταξιδεύει μ’ ένα ειδικά ναυλωμένο τρένο παρέα μ’ άλλους, διψασμένους για αναγνώριση ομοτεχνούς του, αναπολεί τα γεγονότα της ζωής του, αυτοσαρκάζεται, αλλά παράλληλα σχολιάζει και τα γεγονότα της πατρίδας του (όπως τον πενθήμερο πόλεμο Ρωσίας – Γεωργίας).

Σαν σύγχρονος Οδυσσέας γοητεύεται από μια Ελένη, κατά το ήμισυ Ελληνίδας, συζύγου ενός Πολωνού μεταφραστή κι αφηγείται την ιστορία της γνωριμίας τους, ενώ ενδιάμεσα παρεμβάλλονται σαν σελίδες ημερολογίων, οι σκέψεις των άλλων συγγραφέων που συνάγουμε εύκολα τις εθνικές τους ταυτότητες με βάση όσα σχολιάζουν. Έλληνας συγγραφέας πάντως δεν υπάρχει σ’ αυτό το τρένο που σταματάει σε διάφορες πόλεις κι αυτό κάτι μας λέει, οπωσδήποτε, μιας κι ως γνωστόν τα ελληνικά βιβλία δε μεταφράζονται και τόσο εύκολα πια σε ξένες γλώσσες κι έχω διαβάσει κι εγώ, όπως ίσως κι εσείς, αρκετά άρθρα με απόψεις σχετικά με το γιατί συμβαίνει αυτό. Ρώσοι όμως συγγραφείς υπάρχουν κι η διάδραση του Γεωργιανού ήρωα του βιβλίου μαζί τους καθώς και του ομοεθνή του ποιητή που τον συνοδεύει, εξαιτίας των ιστορικών γεγονότων που παίζουν το ρόλο τους στις σχέσεις των δύο χωρών, είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Διαβάζοντας το βιβλίο μάλιστα, μια τέτοια χρονική στιγμή, που ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας μαίνεται, μοιραία δημιουργούνται κάποιες συνδέσεις σχετικά με τα γεωπολιτικά παιχνίδια που παίζονται σ’ αυτή τη γωνιά του πλανήτη.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε: «Τι νομίζετε ότι μπορεί να συμβεί όταν Γερμανοί συγκεντρώνουν 100 αλλόγλωσσους συγγραφείς για έναν ολόκληρο μήνα, μέσα σε ένα τρένο που θα διασχίσει τη μισή Ευρώπη; Προσοχή, δεν είναι φαντασία! Είναι το Λογοτεχνία Εξπρές!

30 μέρες, 720 ώρες, 43.200 λεπτά, 2.592.000 δευτερόλεπτα ταξιδιού, βαθιά μέσα στη γεωγραφία και κρυφά μέσα στα ημερολόγια των άλλων.

Ένα ταξίδι, μια δεκαετία μετά την κατάρρευση των σοβιετικών δημοκρατιών και αμέσως μετά τον τελευταίο ρωσογεωργιανό πόλεμο. Μια βίαια «τυχαία» συνάντηση 100 αλλόγλωσσων και αλλόθρησκων Ευρωπαίων και πρώην Σοβιετικών συγγραφέων.

Μια πολυφωνική Βαβέλ όπου «όλοι είναι συγγραφείς. Το αίμα του ζωντανού αναγνώστη σπανίζει, δεν υπάρχει πια. Δεν έχει μείνει κανείς να δαγκώσεις ενώ δαγκώνουμε όλοι. Μπορεί να χιμήξουμε ακόμα και στον οδηγό της αμαξοστοιχίας (σίγουρα δεν θα είναι συγγραφέας) σαν πεινασμένοι βρικόλακες πάνω σε φρέσκο αναγνώστη…».

Κι η γυναίκα; Να παίξει η γυναίκα κρίσιμο ρόλο στη λογοτεχνία αυτού του ταξιδιού;

Το μυθιστόρημα «Λογοτεχνία Εξπρές» είναι ένα πανευρωπαϊκό ταξίδι, με ανησυχίες γύρω από τη σύγχρονη κατάσταση της λογοτεχνίας, την επίγνωση του εαυτού και τις μικρές ή μεγάλες φιλοδοξίες των ταξιδιωτών».

Αυτή είναι λοιπόν η υπόθεση του βιβλίου, για το οποίο γράφω σήμερα, συνεχίζοντας την παρουσίαση της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής αυτής της χώρας, μέσα απ’ τις δικές μου επιλογές. Διαβάζοντας πάντως το βιογραφικό του συγγραφέα, Λάσα Μπουγάτζε, που απολαμβάνει μεγάλης αναγνώρισης, σ’ αντίθεση με τον άσημο ήρωα του, πρόσεξα ότι είχε ανάλογες περιπέτειες με τον Παάτα Σαμούγκια, μιας και το βιβλίο του «Μικρή χώρα», διαβάστηκε στο Κοινοβούλιο της Γεωργίας, λογοκρίθηκε και τέθηκε ζήτημα απαγόρευσης της κυκλοφορίας του κι αφορισμού του. Γιατί; Επειδή, όπως εξηγείται εδώ, το θέμα του ενόχλησε: «Το A Small Country του Lasha Bugadze, που κέρδισε τα βραβεία Saba, IliaUni και Writers’ House Litera 2018 για το μυθιστόρημα της χρονιάς στη Γεωργία, βασίζεται στο πραγματικό σκάνδαλο γύρω από τη δημοσίευση του διηγήματος του συγγραφέα το 2001 «The First Russian». Η ιστορία εξόργισε ορισμένους βουλευτές και κληρικούς με τους σατιρικούς υπαινιγμούς της για τη νύχτα του γάμου της σεβάσμιας μεσαιωνικής βασίλισσας της Γεωργίας Tamar, της οποίας ο πρώτος σύζυγος ήταν Ρώσος πρίγκιπας». Δεν είναι δύσκολο να εξοργιστούν όπως φαίνεται οι βουλευτές εκεί στον Καύκασο κι από κοντά ακολουθεί κι η ορθόδοξη εκκλησία.

Για να επιστρέψω όμως και στο κυρίως θέμα μας… Τις πρώτες σελίδες λοιπόν, του μυθιστορήματος «Λογοτεχνία Εξπρές«, μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ κι εγώ αντί επιλόγου θα ολοκληρώσω αυτήν την ανάρτηση μ’ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου που προσφέρεται για στοχασμό, εξηγώντας μόνο ότι ο Μπορίς Μπορίσοβ, είναι ένας εκ των συγγραφέων που ταξιδεύουν μ’ αυτό το τρένο, Βούλγαρος στην καταγωγή κι έχει καταφέρει να δημοσιευτεί διήγημά του στο New Yorker, «επίτευγμα» οπωσδήποτε αξιοζήλευτο: «(…) η χώρα είναι πιο σημαντική από τον εαυτό σου! Η χώρα έχει περισσότερες ελπίδες να κεντρίσει το ενδιαφέρον του πολιτισμένου Ευρωπαίου αναγνώστη, επειδή η χώρα είναι μεγάλη, προβληματίζει (δεν υφίσταται χωρίς προβλήματα), είναι εξωτική, είναι (ή ήταν) γεμάτη συγκρούσεις, έχει περάσει πολέμους, είναι τρομακτική, συνταρακτική, βρίθει από πάθη, αναστατώνει τα αισθήματα, ενώ εσύ… είσαι μικρός. Προσπάθησε να διηγηθείς την ιστορία σου μαζί με εκείνη της χώρας σου και μία μέρα ίσως να καταφέρεις να γίνεις σαν τον Μπορίς Μπορίσοβ!».

Βιογραφικό σημείωμα: Ο Λάσα Μπουγάτζε (Lasha Bugadze) γεννήθηκε το 1977 στην Τιφλίδα. Το 1998 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο Το κουτί. Την ίδια χρονιά, το πρώτο θεατρικό του έργο Οτάρι ανέβηκε στη σκηνή και έκτοτε, κείμενά του παίζονται τόσο στις θεατρικές σκηνές της Γεωργίας όσο και στο εξωτερικό. Είναι ένα από τα πιο δημοφιλή πρόσωπα της σύγχρονης γεωργιανής λογοτεχνίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν κυκλοφόρησε το έργο του Μικρή Χώρα, έφερε αμέσως κύμα μεγάλων αντιδράσεων. Διαβάστηκε δημόσια στο κοινοβούλιο της Γεωργίας, επιβλήθηκε λογοκρισία και τέθηκε ζήτημα απαγόρευσης της κυκλοφορίας του. Στα έργα του, ο Λάσα Μπουγάτζε εξετάζει θέματα και προβληματισμούς της σύγχρονης καθημερινότητας της χώρας. Αφηγείται τα κρίσιμα ζητήματα κυρίως με σατιρική ματιά και περιγράφει τεταμένες, συχνά τραγικές καταστάσεις, πάντα με χιούμορ. Το 2009, κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Λογοτεχνία Εξπρές, το οποίο βασίζεται σε αληθινή ιστορία: ένα ταξίδι 100 συγγραφέων απ’ όλη την Ευρώπη, το οποίο δείχνει πόσο δύσκολο είναι για έναν εκπρόσωπο ενός μικρού έθνους (και γλώσσας) να επιτύχει τη λογοτεχνική αυτοπραγμάτωση. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αγγλικών (Dalkey Αrchive Press, 2013) και των γερμανικών (Frankfurter Verlagsanstalt, 2016). Έχει λάβει διάφορα λογοτεχνικά βραβεία όπως SABA και BBC International (2011). Το 2018, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης (Γεωργία Τιμώμενη Χώρα), το έργο του Μικρή Χώρα κέρδισε το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος της χρονιάς.Το 2007, το θεατρικό του έργο Όταν Επιτίθενται σε Οδηγούς Tαξί κέρδισε το BBC Radio-play regional prize και το 2011, το θεατρικό του Ο πλοηγός ανακοινώθηκε ως το καλύτερο ραδιοφωνικό έργο της χρονιάς και κέρδισε το πρώτο βραβείο. Τα θεατρικά έργα του, Ο Πρόεδρος έχει έρθει να σας δει και Ο πλοηγός σκηνοθετήθηκαν και παίχτηκαν στο Royal-Court Theatre στο Λονδίνο και στο Teatro Circulo στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης. Από το 2010 είναι τακτικός blogger για το Radio Liberty. Παρουσιάζει επίσης μια εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή που προτείνει νέες εκδόσεις. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 10 γλώσσες.

Η τέταρτη ταινία του 9ου Διαδικτυακού Φεστιβάλ του ιταλικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, ελεύθερα διαθέσιμη ως τις 8/1/2023: La felicità è un sistema complesso | Η ευτυχία είναι περίπλοκο σύστημα

‘Οπως σας έχω εξηγήσει ήδη εδώ, οι ταινίες διατίθενται ελεύθερα με ελληνικούς υπότιτλους και το μόνο που χρειάζεται να κάνετε εσείς είναι μια απλή εγγραφή στην πλατφόρμα, η οποία θα ισχύει καθ’ όλη την διάρκεια του κύκλου προβολών.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η δουλειά του Ενρίκο είναι περίεργη αλλά χρήσιμη ταυτόχρονα: προσεγγίζει ανεύθυνα και αποτυχημένα μεγαλοστελέχη που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις επιχειρήσεις τους για να τα πείσει να παραιτηθούν πριν την χρεωκοπία. Ένα πρωί ένα αυτοκίνητο πέφτει σε μια λίμνη και δυο παιδιά στην εφηβεία μένουν ορφανά από τους γονείς τους, επιχειρηματίες το επάγγελμα. Ο Ενρίκο προσλαμβάνεται προκειμένου να τους εμποδίσει να αναλάβουν την ηγεσία ενός επιχειρηματικού ομίλου εθνικής εμβέλειας.

La felicità è un sistema complesso | Η ευτυχία είναι περίπλοκο σύστημα – Gianni Zanasi, 2015

Παρουσίαση βιβλίου: «Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία. Ψυχιατρική, ψυχολογία και η ανθρώπινη κατάσταση»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» και το Hearing Voices Network (Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές). Την επιμέλεια των κειμένων του έχουν ο Mark Rapley, η Joanna Moncrieff και η Jackie Dillon, η μετάφραση είναι συλλογική και τον πρόλογο υπογράφει η Βάσια Λέκκα.

Προέκυψε από μια σειρά διαλέξεων που συνδιοργανώθηκαν από τη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Λονδίνου, το Δίκτυο Κριτικής Ψυχιατρικής και το Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές. Και μεταφράστηκε στα ελληνικά όχι «με στόχο να «δώσει απαντήσεις», όπως εξηγούν η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης, «αλλά μάλλον να μας συστήσει ή και να ενισχύσει τις κριτικές φωνές απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας. Διαπιστώνουμε ότι στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με την ψυχική υγεία, και ειδικότερα σχετικά με τη δυσφορία που οι άνθρωποι συχνά πυκνά βιώνουμε, αυτές οι κριτικές φωνές υποεκπροσωπούνται. Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι όταν μιλάμε για κριτική, δε μιλάμε προφανώς για μια στείρα άρνηση της ψυχικής ασθένειας, ούτε επιθυμούμε να τοποθετηθούμε κάτω από μια αντί-ψυχιατρική ταμπέλα. Πιστεύουμε πως η «κριτική ματιά» συνιστάται στην υπέρβαση των στείρων κατηγοριοποιήσεων και των αναγωγιστικών και μονοδιάστατων βιολογικών προσεγγίσεων».

Οι στόχοι του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές λοιπόν, μ’ αυτήν την εκδοτική προσπάθεια είναι να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, να κρατήσει ανοιχτή μια συζήτηση που μας αφορά όλους (με διαφορετικό ίσως τρόπο τον καθένα και την καθεμία) και να μας ξεβολεψει, όπως τονίζει στον πρόλογο του ο Rudi Dallos, γιατί «μπορεί να έχουμε τις καλύτερες προθέσεις, αλλά χρειάζεται επίσης να ξεβολευτούμε και να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους…». Όπως εξηγεί: «μπορεί έμμεσα, με την παρουσία και τη συμμετοχή μας σε διεπιστημονικές ομάδες, να αποδεχόμαστε υποχρεωτικές θεραπευτικές αγωγές, φαρμακευτική αγωγή και εγκλεισμό. Αν και μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι διαφωνούμε ιδεολογικά με αυτή την πρακτική, στο βιβλίο υποστηρίζεται ότι είμαστε ένοχοι ως συνεργοί». Συνειδητοποιώντας επομένως τι συντηρούμε κάποιες φορές με την παθητική μας στάση, με τη σιωπή μας ή και τους αυτοματισμούς μας, θα βρούμε λόγους ν’ αντισταθούμε «στα παράδοξα και στις πρακτικές των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που παράγουν την τρέλα και στη συνέχεια να δείξουμε πώς αυτά διαμορφώνονται και συντηρούνται από τα ευρύτερα καθεστώτα κοινωνικής ανισότητας και καταπίεσης».

Κι η Βάσια Λέκκα, γράφει με τη σειρά της, ότι: «αυτή ακριβώς την πολιτική διάσταση της ψυχιατρικής διάγνωσης και της διαχείρισης των ψυχικών διαταραχών επιθυμούν να υπογγραμμίσουν οι συγγραφείς του παρόντος τόμου· με άλλα λόγια, να αναδείξουν ότι ιστορικά, όπως υπογραμμίζει ο Michel Foucault, «[η] αλογία αρχίζει να μετράται ανάλογα με την απομάκρυνση από το κοινωνικό πρότυπο», και ως εκ τούτου ότι η κυρίαρχη ερμηνεία και τα κυρίαρχα μέσα αντιμετώπισης της συνιστούν πολιτικές και κοινωνικές, και όχι αμιγώς επιστημονικές επιλογές».

Επομένως, «το διακύβευμα σύμφωνα με τους/τις συγγραφείς είναι να τολμήσουμε να απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία, τον πόνο και το σύνολο των ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών που εδώ και δύο αιώνες έχουν μπει στο μικροσκόπιο της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης· με άλλα λόγια, το διακύβευμα είναι να τολμήσουμε να απο-ψυχιατρικοποιήσουμε επιτέλους την τρέλα», γιατί μόνο τότε «θα μπορέσει να ακουστεί πραγματικά ο λόγος των ίδιων των υποκειμένων· μόνο τότε θα μπορέσει να αναδειχτεί η πολλαπλότητα και η διαφορετικότητα των εμπειριών τους, της οδύνης, του τραύματός τους, όπως πασχίζουν εδώ και χρόνια να υπογραμμίσουν, μεταξύ άλλων, το «Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές» και τόσα άλλα «από τα κάτω» κινήματα των ίδιων των πασχόντων· μόνο τότε εν ολίγοις θα έχουμε επιτύχει αυτό που οραματιζόταν πριν από χρόνια ο Franco Basaglia: «η ελευθερία του [του ασθενή] θα είναι ο καρπός μιας νίκης του και όχι πια χάρισμα απ’ τον πιο δυνατό».

Όπως καταλαβαίνετε, απ’ τη στιγμή που είναι πολλοί οι συγγραφείς, είναι ποικίλες και διαφορετικές κι οι προσεγγίσεις τους, όπως εξηγείται στο κεφάλαιο 1 που μετέφρασε η Ράνια Φιλίνδρα: «ενώ κάποια άρθρα είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, άλλα περιέχουν πιο προσωπικές εμπειρίες (…) Ομοίως, το βιβλίο δεν στοχεύει σε μια συνολική κριτική της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας: αναγνωρίζουμε ότι πολλοί άλλοι συγγραφείς από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους έχουν ασκήσει πιεστική κι έντονη κριτική σ’ αυτό το σημείο…» Κι είναι πολύ σημαντική κι η ακόλουθη θέση των συγγραφέων: «Δεν υποστηρίζουμε την άποψη ότι τα «ψυχολογικά σχόλια» είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των επαγγελματιών. Αντιθέτως, η θέση μας είναι ότι η καθημερινοί άνθρωποι, που χρησιμοποιούν καθημερινή γλώσσα, «μπορούν να περιγράψουν άψογα και με απόλυτη επάρκεια τον εαυτό τους» (McHoul, 2008)». Είναι πολύ σημαντική, επαναλαμβάνω, επειδή όντως, η χρήση ορολογίας, εξειδικευμένου ψ λεξιλογίου, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα νέο είδος αποκλεισμού σε μια συζήτηση στην οποία είναι επιτακτική ανάγκη να έχουν τον πρώτο λόγο τα άτομα που είναι, όπως λέμε, ειδικοί λόγω της εμπειρίας τους (expert by experience) και ν’ αρθρώνεται η φωνή τους απέναντι στον επιστημονικό μονόλογο. Σε μια συζήτηση, στην οποία πρέπει να μετέχει όλη η κοινωνία και στην οποία ο λόγος που έχει διαχυθεί κι υιοθετηθεί αυτόματα είναι αυτός του βιοϊατρικού μοντέλου, που κάνει λόγο για ασθενείς. Στο κεφάλαιο 10, που μετέφρασε η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη, θα διαβάσετε μάλιστα όσα εξηγεί ο Ewen Speed, για τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένου που αντανακλούν και διαφορετικές ιδεολογίες, γιατί είναι άλλο να μιλάει κάποιο άτομο ως ασθενής κι άλλο ως επιζών της ψυχιατρικής ή ως χρήστης/ χρήστρια ψυχιατρικών υπηρεσιών. Υποδηλώνει τόσα πολλά σημαινόμενα η γλώσσα και καθώς ζούμε και σε μια εποχή «ψυχο-φλυαρίας» (τον εύστοχο όρο δανείστηκα απ’ το βιβλίο), όπου καθημερινώς δίνονται αφειδώς απ’ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ψυχολογικές συμβουλές ατομικής (και μόνο) βελτίωσης, προς το γενικό πληθυσμό, καλό είναι να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα.

Διαβάζοντας τη συγκεκριμένη έκδοση, στάθηκα όπως ήταν φυσικό και σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα μου, περισσότερο σε κάποια κεφάλαια, όπως αυτά στα οποία εξετάζονται η ΔΕΠΥ κι ο αυτισμός (κι αξίζει να διαβάσουν όσα καταγράφονται στο κεφάλαιο 7, όχι μόνο οι συνάδελφοι του ψ χώρου αλλά κι οι γονείς που τα παιδιά τους έχουν πάρει αυτές τις διαγνώσεις), η παράνοια (κεφάλαιο 5) κι η οριακή διαταραχή προσωπικότητας (κεφάλαιο 6). Πολύ σημαντικό βρήκα και το κεφάλαιο 9 (κείμενο της Arlene Vetere μετάφραση: Άρτεμις Κολομβρέζου) που αφορά τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και το 12 (κείμενο των Carlon Coulter & Mark Rapley, μετάφραση: Νίκος Λάιος) που έχει ως θέμα του τη διαχείριση της γονικής ευθύνης σε σχέση με το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο. Τι έχει αλλάξει απ’ την εποχή του Laing, το μαθαίνουμε σ’ αυτό.

Και φυσικά δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο «μύθο του αντικαταθλιπτικού» της γνωστής μας Joanna Moncriffe (κεφάλαιο 13, μετάφραση: Λυκούργος Καρατζαφέρης), όπου απαντάται η ερώτηση «τι είναι τα «αντικαταθλιπτικά» και από πού προέρχονται;» Με τα αντικαταθλιπτικά ασχολούνται και τα επόμενα δύο κεφαλαία, δηλαδή το 13 (μετάφραση: Παναγιώτης Καμπισιούλης) που εξετάζει το ρόλο των placebo, των εικονικών φαρμάκων στην κατάθλιψη, και το 14 που αναλύει τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ τη διακοπή τους και τα οποία οι ψυχίατροι άργησαν να τ’ αναγνωρίσουν.

Επειδή ως τώρα όμως, αναφέρθηκε πολύ η Ψυχιατρική, αυτό σημαίνει άραγε ότι είναι άμοιρη ευθυνών η Ψυχολογία; «Είναι τελικά» διερωτάται ο Craig Newnes (κεφάλαιο 16, μετάφραση: Γιώργος Κεσίσογλου), «η σύγχρονη ψυχολογία η νέα αλχημεία, που μετατρέπει ό, τι αγγίζει σε χρυσό, περιγελώντας τις βιολογικά περιορισμένες θεραπείες της ιατρικής και του τέκνου της, της ψυχιατρικής;» Μήπως κι η ψυχολογία, λοιπόν, μπορεί ν’ αποδειχτεί τοξική; Μα είναι δυνατόν σκόπιμα οι ψυχολόγοι να προκαλούμε βλάβη στους ανθρώπους που μας πλησιάζουν προσπαθώντας να βρουν μια λύση στη δυσφορία τους; Θα μάθετε πού ακριβώς θέλει να επιστήσει την προσοχή μας ο συγγραφέας αυτού του άρθρου (και σίγουρα υπάρχει σύνδεση μ’ αυτά που παραπάνω γράφει ο Rudi Dallos) . Κι η ψυχοθεραπεία είναι αποτελεσματική ή μήπως πρόκειται για «μια αυταπάτη χωρίς μέλλον;» (κεφάλαιο 17). Μήπως η φροϋδική θεωρία αποτυγχάνει ως θεραπευτική προσέγγιση; Κι όσον αφορά τα βασανιστήρια (κεφάλαιο 18) που υφίστανται τόσοι άνθρωποι, μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό απ’ το να τα ψυχολογικοποιούμε; Τι πρέπει να γίνει για όλα όσα προαναφέρθηκαν ως τώρα, συνολικά, το μαθαίνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο (το 19ο).

Γενικά, αυτό που έχει σημασία να γράψω είναι ότι πλουτίζει τις γνώσεις όλων μας το συγκεκριμένο βιβλίο, μας παρέχει τεκμηριωμένα επιχειρήματα (μέτρησα 34 σελίδες βιβλιογραφίας) για ν’ αμφισβητήσουμε τις επικρατούσες αντιλήψεις για τις ποικίλες διαταραχές (που συνεχώς φροντίζει η big pharma ν’ αυξάνονται, με τέτοιο τρόπο που να μπορούν ν’ αποδοθούν διαγνώσεις στον καθένα μας και για κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς) κι αυξάνει τις αντιστάσεις μας έναντι του παγιωμένου μοντέλου της βιοϊατρικής προσέγγισης. Καλύπτει πράγματι το βιβλιογραφικό κενό που επισημαίνεται στην αρχή (των κριτικών φωνών δηλαδή, απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας) και μας υπενθυμίζει την πολιτική διάσταση των ποικίλων βιογραφικών ρωγμών.

Και τελικά «τι σημαίνει να «απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία»; Σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε πια να σκεφτόμαστε τις καταστάσεις απελπισίας, θλίψης ή τρέλας με ιατρικούς όρους;» διερωτάται ο Philip Thomas στο κεφάλαιο 2 που μετέφρασε η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και συνεχίζει: «Σημαίνει ότι οι γιατροί δεν είναι αρμόδιοι να επιχειρούν να εργαστούν και να βοηθήσουν όσους έχουν ταλαιπωρήσει τόσο πολύ; Κι αν είναι έτσι, τότε τι θα γίνει με τα συστήματα που έχουν δημιουργήσει οι δυτικές κοινωνίες προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια, όπως τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, τα οποία βασίζονται στην υπόθεση ότι η δυστυχία και η τρέλα είναι, μεταξύ άλλων, ιατρικές παθήσεις; Πρέπει όλα αυτά να διαλυθούν; Κι αν ναι, τι θα πάρει τη θέση τους;» Θα δείτε πώς απαντούν σ’ αυτά τα ερωτήματα οι συγγραφείς του βιβλίου και σίγουρα στις παρουσιάσεις που θα γίνουν σε κάποιους χώρους, θα συζητηθούν πολλά απ’ αυτά τα ενδιαφέροντα ζητήματα.

Κλείνοντας, πάντως, αντί επιλόγου, κρατήστε την προτροπή της Jacqui Dillon* (για πρώτη φορά μάθαμε την ιστορία της απ’ αυτό το βιβλίο και τη μετάφραση αυτού του κειμένους της ε´χει κάνει η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη), που ως παιδί κακοποιήθηκε σεξουαλικά κι έχει καταφέρει να έχει πολλή αγάπη στη ζωή της, δύο υπέροχες κόρες κι άλλους λόγους για να αισθάνεται τυχερή (σημαντικό να το έχουμε στο νου μας αυτό τέτοιες μέρες που τόσα παιδιά μάθαμε ότι κακοποιήθηκαν κι ο κόσμος θεωρεί ότι καταστράφηκαν οριστικά οι ζωές τους): «Για να βελτιώσουμε όλες τις προσωπικές εμπειρίες μας, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε συλλογικά τις καταπιεστικές πολιτικές δομές (…) Αντί να παθολογικοποιούμε τα άτομα», λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ότι «έχουμε μια συλλογική ευθύνη απέναντι σε όσους έχουν τρελαθεί από αυτά που τους έχουν συμβεί. Έχουμε ευθύνη να τους υποστηρίξουμε και να τους παρέχουμε τη βοήθεια που χρειάζονται, ώστε να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους και να θεραπεύσουν τον πόνο τους. Οφείλουμε να εκθέσουμε την αλήθεια και να μην επιτρέψουμε να διαπράττεται άλλη αδικία»._

Διαβάζοντας το Asylum magazine…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Την άνοιξη του 1986 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το ριζοσπαστικό περιοδικό Asylum και το εξώφυλλο ανακοίνωνε τα highlights του τεύχους ως εξής: «Αποκλειστική συνέντευξη με τον RD Laing: Δημοκρατική Ψυχιατρική στην Ιταλία, Η Πολιτική της Ψυχικής Υγείας». Κι όπως αναφέρεται εδώ, όπου γίνεται μια μικρή ιστορική αναδρομή, «αυτό αποτυπώνει τις περισσότερες από τις προθέσεις των ιδρυτών. Ήμασταν μια ομάδα πασχόντων και επαγγελματιών, επηρεασμένοι πολύ από το κίνημα της «αντιψυχιατρικής» της δεκαετίας του εξήντα και κινητοποιηθήκαμε σε δράση από δύο επισκέψεις στην Αγγλία, Εργαζομένων Ψυχικής Υγείας από την Ιταλία που ήρθαν ως ιεραπόστολοι για την Psichiatria Democratica…»

Ο λόγος που σας γράφω εγώ σήμερα για όλα αυτά, είναι επειδή το περιοδικό άρχισε ν’ αναδημοσιεύει πρόσφατα και κάποιες απ’τις ανακοινώσεις της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία κι έγινε αυτό το γεγονός η αφορμή, για να γνωριστούμε καλύτερα με την Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου*, πού τις μεταφράζει στ’ αγγλικά όντας μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum. Αξίζει να διαβάσετε μάλιστα κι όσα γράφει στο blog της που θα βρείτε εδώ.

Για να επιστρέψω όμως στην ιστορία του περιοδικού, όπου ο Άλεκ Τζένερ, εκ των ιδρυτικών μελών του, εξηγεί: «Επιλέξαμε τον τίτλο « Άσυλο» για την αρχική του ετυμολογική σημασία, μέσω των λατινικών από τα ελληνικά στα αγγλικά. Αυτό είναι ένα καταφύγιο, αλλά και το δικαίωμα να μην μας το υφαρπάξουν. Επηρεαστήκαμε επίσης γνωρίζοντας ότι το «Asylum» ήταν ο αρχικός τίτλος αυτού που έγινε το British Journal of Psychiatry! (…) Μετά από ένα τέταρτο του αιώνα, αναπόφευκτων αναποτελεσματικών, καταστροφών και χάους, αγωνιζόμαστε περήφανα…»

Ο στόχος των ανθρώπων λοιπόν που γράφουν στο περιοδικό είναι αυτός: «Εξακολουθούμε να ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να συνεισφέρουμε σημαντικά στην κατανόηση και τη βελτίωση του ψυχικού πόνου τόσων πολλών ανθρώπων. Σίγουρα θέλουμε να είμαστε ανάμεσα σε αυτούς που τους δίνουν φωνή, ένα προσεκτικό κοινό και, όταν και όπου είναι δυνατόν, μια συμπαθητική ανταπόκριση».

Τι να πρωτοξεχωρίσω απ’ τα τόσα κείμενα; Διάβασα για παράδειγμα στις πρώτες κιόλας σελίδες του Volume 28, number 2, που κυκλοφόρησε το 2021, τα όσα γράφει η Claire Barnard που συγκρίνει την τρέχουσα εστίαση στην ευεξία με μια διαφημιστική καμπάνια: «το κόνσεπτ του well-being» σημειώνει «μοιάζει να αρνείται τι είναι πραγματικό, τις δυσκολίες της ζωής, τα πράγματα που μας κάνουν να θυμώνουμε και μας απογοητεύουν/ματαιώνουν, τη λύπη της απώλειας…» Και στέκομαι σ’ όσα κριτικά παραθέτει μιας κι είναι πολύ της μόδας το well-being.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Μ’ ενδιαφέρον μελέτησα επίσης και το κείμενο της Kate Quinn που εξηγεί τι είναι η Heavy Metal Therapy (μπορείτε μάλιστα κι εσείς να διαβάσετε το άρθρο της εδώ), και δίνει μια τόσο διαφορετική και θετική διάσταση σ’ αυτό το είδος μουσικής που έχει ενοχοποιηθεί πολύ: «Είμαστε επικριτικοί σχετικά με την έρευνα για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, η οποία υποδηλώνει ότι η ακρόαση «αρνητικής» επιθετικής μουσικής σχετίζεται με κακή ψυχική υγεία. Πιστεύουμε ότι η μη καταστροφική ενασχόληση με όλο το φάσμα των συναισθημάτων, συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων που είναι συχνά ταμπού να εκφραστούν, όπως ο θυμός, μπορεί να είναι ένας υγιής τρόπος επεξεργασίας και διαχείρισης έντονων συναισθηματικών εμπειριών. Αυτός ο ισχυρισμός υποστηρίζεται από πρόσφατη έρευνα για την ακρόαση της heavy metal και από τη βιωμένη εμπειρία πολλών από τα μέλη της κοινότητάς μας».

Η Emma Goude, με τη σειρά της περιγράφει τη δική της εμπειρία απ’το ψυχιατρικό σύστημα: «Η ψυχίατρος ήθελε να μάθει αν άκουσα ποτέ φωνές. Δεν ρωτούσε από ενδιαφέρον, αλλά για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση της. Όταν της είπα ότι άκουσα, έγραψε κάτι στις σημειώσεις της και δε με ρώτησε τίποτα περισσότερο σχετικά μ’ αυτό. Δεν ήθελε να μάθει ότι η φωνή ήταν θετική… ότι με βοήθησε περισσότερο παρά με ενόχλησε/διατάραξε… Τίποτα απ’ αυτά δεν την ενδιέφερε. Ήταν εστιασμένη στο να επιβεβαιώσει ότι έκανε τη σωστή διάγνωση». Πράττοντας όμως έτσι, δεν ακούμε οι ειδικοί (εντός κι εκτός εισαγωγικών), πραγματικά τους ανθρώπους.

Θα μπορούσα να σας γράψω κι άλλα πολλά, για κάθε τεύχος του περιοδικού, στο οποίο δημοσιεύονται και ποιήματα σαν αυτό της Samantha J. Linderer που ξεχώρισα και βλέπετε στη δεύτερη φωτογραφία. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμίσω, επίσης, ότι οι άνθρωποι του ήταν στην πρώτη γραμμή ποικίλων ελπιδοφόρων εξελίξεων στην ψυχική υγεία, όπως για παράδειγμα στην έρευνα αλλαγής παραδείγματος στην Ολλανδία που έγινε από τον Marius Romme και τη Sandra Escher κι οδήγησε στην άνθηση του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές, για το οποίο έχω γράψει κι εγώ εδώ αρκετά πράγματα και για την ιστορική του εξέλιξη, αλλά και για το ελληνικό τμήμα του.

Πιο εύκολο είναι όμως, να διαβάσετε όσα ατομα ενδιαφέρεστε μόνα σας, τα ελεύθερα διαθέσιμα άρθρα του περιοδικού απ’ τα προηγούμενα τεύχη κι ακόμη καλύτερο και χρήσιμο, να ζητήσετε να γίνετε συνδρομήτριες και συνδρομητές, ώστε να στηρίξετε κι εσείς έμπρακτα την προσπάθεια της συντακτικής ομάδας, χάρη στην οποία δίνεται βήμα σε τόσους ανθρώπους να εκφραστούν και μαθαίνουμε τόσα πράγματα…

Καλη σας ανάγνωση.

.

* Η Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum για περισσότερο από μια δεκαετία. Άρχισε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες ψυχικής υγείας το 1991, όταν είχε την πρώτη της σοβαρή κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, έκανε ένα διδακτορικό στο οποίο εξέτασε την κατάθλιψη των εφήβων ως κοινωνικο-πολιτισμικό φαινόμενο στην Αγγλία και στην Ελλάδα (χώρα καταγωγής της). Κατόπιν, μετά τη δεύτερη κρίση της που διήρκεσε μερικά χρόνια και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μάντσεστερ, εργάστηκε ως ερευνήτρια (καθώς έχει, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική εμπειρία απ’ τη χρήση ψυχιατρικών υπηρεσιών) σε πολλά αγγλικά πανεπιστήμια. Αυτή τη στιγμή, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire σ’ ένα έργο στον τομέα της εγκληματολογικής ψυχικής υγείας. Τέλος, είναι ένας απ’ τους ανθρώπους που διευθύνουν το Survivor Researcher Network (CIC), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.

Εκδήλωση-ενημέρωση για την υπόθεση του Χάρη Μαντζουρίδη στο Red n’ Noir με τη συμμετοχή της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’

Στις 13 Οκτωβρίου 2021 ο Χάρης Μαντζουρίδης συλλαμβάνεται και κατηγορείται για ληστεία σε χρηματαποστολή που διαπράχθηκε το 2018.

Το έωλο κατηγορητήριο βασίζεται αποκλειστικά σε «στοιχεία γενετικού υλικού σε μείγμα dna», με άλλα λόγια η κορωνίδα της junk science (ψευδοεπιστήμης στα όρια της μαγκανίας) στην ελληνική ποινική δικαιοσύνη, το οποίο φαίνεται να εντοπίστηκε στο σημείο καθώς και ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, που άγνωστος τον κατονομάζει ως δράστη της ληστείας.

Τόσο η σωματική και ψυχολογική βία που του ασκήθηκε κατά την σύλληψη όσο και η δίωξη του συνολικά, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, είχε ως αποτέλεσμα να κλονιστεί η ψυχική του υγεία και κατ’ επέκταση την νοσηλεία του για δυο μήνες στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Δαφνί και κατόπιν στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού.

Σε όλο αυτό το διάστημα αποπειράθηκε δύο φορές να αυτοκτονήσει στο πλαίσιο παραληρητικου επεισοδίου, ενώ οι εισαγγελικές αρχές, αντί να τον αποφυλακίσουν λόγω της βεβαρυμένης ψυχικής του υγείας, του άσκησαν πειθαρχική δίωξη: «για ψευδή αυτοτραυματισμό με σκοπό την απόδραση».

Η δίκη του θα ξεκινήσει στις 9 Ιανουαρίου 2023.

Για τον σκοπό αυτό διοργανώνουμε το Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022 και ώρα 20:00 εκδήλωση-ενημέρωση στην οποία ο συνήγορος του Γιώργος Κακαρνιάς θα μας ενημερώσει για το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης ενώ ο Λυκούργος Καρατζαφέρης (Ψυχίατρος, Πρωτοβουλία Ψ για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία) θα μας μιλήσει για τον εγκλεισμό και την ψυχική υγεία.

Red n’ Noir