Allée Quo Vadis? – Στο «Μονόκλ»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

.

Χαμένη στο Παρίσι

τη μέρα της πτώσης της Βαστίλης

ανάμεσα σε φλεγόμενους κάδους σκουπιδιών

αλαλάζων πλήθος

κι οπλισμένους στρατιώτες

ψάχνω

εκείνη τη φωτογραφία σου

απ’ το “Portal” του Vladikavkaz

.

.

.

.

Ελληνίδα;

Χαμογέλασες στη σιωπηλή μου κατάφαση

Το Αλφα και το Ωμέγα

Διάλογος βγαλμένος σαν από Μαγυάρικη ταινία

.

.

.

.

.

.

Σε κοίταξα όσο κρατά μια άνω τελεία και μερικά αποσιωπητικά

.

.

.

.

.

Παράξενα ηχούσαν τα γνωστά φωνήεντα με την προφορά της Οσετίας

Κι οι βιβλικές αναφορές σου ακατάληπτες

.

.

.

.

.

Μέχρι που

είδα τα ζωγραφιστά σου γράμματα

στην πόρτα της κατάληψης

Μέχρι που

άκουσα τα σπαρακτικά τραγούδια

του Βόρειου Καυκάσου…

.

.

.

.

Η συνέχεια στο «Μονόκλ», αφού το Allée Quo Vadis? είναι το ποίημα με το οποίο συμμετέχω στο πρώτο ένθετο του τόσο αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού.

.

Καλή σας ανάγνωση

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: Η ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΑΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΪΟ

Αν και μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων εν μέσω της πανδημίας του Covid-19 (από τις ζοφερές επιπτώσεις στη ζωή της πλειονότητας, μέχρι τη Μόρια) ζητήματα όπως αυτό της λειτουργίας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και της περαιτέρω καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων περνούν ακόμα πιο πολύ στην αφάνεια και στο περιθώριο, ωστόσο, κάποια μέτρα που παίρνονται ως προστατευτικά, υποτίθεται, από τον κορονοϊό, δεν πρέπει να διαφύγουν της προσοχής.

Καθώς, μάλιστα, στην Υγεία γενικότερα, η υγειονομική κρίση αντιμετωπίστηκε με σχεδόν αποκλειστικά περιοριστικά, απαγορευτικά και αστυνομικά μέτρα και καθόλου με πολιτικές στοχευμένες στην ενδυνάμωση του δραματικά υποστελεχωμένου και υποχρηματοδοτημένου συστήματος Υγείας (με μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και στα χωρίς κανένα περιορισμό και δωρεάν τεστ), στο σύστημα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, όπου τα δικαιώματα των ασθενών είναι πάντα υπό αμφισβήτηση και σε «καθεστώς εξαίρεσης», τα μέτρα που ήδη εφαρμόζονται και που διαρκώς γίνονται πιο ασφυκτικά, σηματοδοτούν την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων ως πολιτών «δευτέρας κατηγορίας».

Η πρόσφατα διορισμένη, και με γνωστό πολιτικό παρελθόν, υφυπουργός Υγείας, με αρμοδιότητα την ψυχική υγεία, Ζ. Ράπτη ανακοίνωσε (8/9), μια σειρά από «επικαιροποιημένα μέτρα», που πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής.

Για τα Κέντρα Ημέρας, τις Κινητές Μονάδες, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και τα εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών τμημάτων προβλέπεται «αναστολή πραγματοποίησης των δια ζώσης ομαδικών δραστηριοτήτων, καθώς και όλων των εξωτερικών δράσεων».

Τέρμα, λοιπόν, οι ομαδικές συναντήσεις, όπου, αν τηρούνται τα συνήθη πια μέτρα (αποστάσεις, μάσκες), δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει την κατάσταση πιο «επικίνδυνη» από οποιαδήποτε, με αυτούς τους όρους, ομαδική συνάθροιση.

Αλλά τέρμα και οι «εξωτερικές δράσεις», δηλαδή, βασικά οι κατ΄ οίκον επισκέψεις, στα έστω ελάχιστα ΚΨΥ που εξακολουθούσαν, και σε «κανονικούς καιρούς», να γίνονται ακόμα. Εξωτερική δράση είναι, λογικά, και αυτή των Κινητών Μονάδων. Δεν θα γίνονται τώρα πια ούτε οι, ούτως ή άλλως, αραιές επισκέψεις τους στα διάφορα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα;

Και ναι μεν οι «ατομικές θεραπευτικές δράσεις» θα μπορούν να γίνονται «δια ζώσης», αλλά είναι εμφανέστατη η παρότρυνση να υποκαθίστανται από επικοινωνία μέσω skype, messenger, viber. Αυτή η εξ΄ αποστάσεως επικοινωνία αφορά και τους ενοίκους των στεγαστικών δομών (!) και γενικά τους «ευάλωτους» (αλλά και τη λειτουργία των ΚΟΙΣΠΕ). Μιλάμε, δηλαδή, για πλήρη υποβάθμιση των υπηρεσιών σε πρωτοβάθμιο και γενικά κοινοτικό επίπεδο, ακριβώς την εποχή που αυτές οι υπηρεσίες είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίες.

Ως προς τα δικαιώματα των ενοίκων των στεγαστικών δομών, είναι σαφέστατη η μεταχείρισή τους απλώς ως «νοσηλευόμενων του ιδρύματος» υπό καθεστώς φύλαξης και καθόλου ως κυριολεκτικά ενοίκων της δομής, με το αυτεξούσιο που αυτονόητα θάπρεπε να τους γίνεται σεβαστό και με όλη την αναγκαία στήριξη και συνοδεία. Ετσι διαιωνίζεται η «απαγόρευση των επισκέψεων κοινωνικού χαρακτήρα, εκτός από εξαιρέσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις» – που ποιός θα τις κρίνει; Τι πιο αυτονόητο θα ήταν να γίνονται δεκτές οι επισκέψεις του καθενός, με μάσκα, αποστάσεις κλπ.

Αλλά ακόμα και η ατομική έξοδος του ενοίκου από τη δομή διατηρείται «στο μέτρο του δυνατού». Καταλαβαίνει κανείς ποιος ορίζει αυτό το «μέτρο του δυνατού», που πολύ εύκολα, για πολλούς/ές, τους περισσότερους/ες, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, έχει γίνει αδύνατο. ΄Άλλωστε, ακόμα και η χρήση του κινητού, που αναφέρεται ως επιτρεπτή στα «επικαιροποιημένα μέτρα», ξέρουμε πόσο είναι στην κρίση του κάθε έχοντος, εν προκειμένω, την εξουσία να το στερήσει και να το απαγορεύσει, πάντα υποτίθεται, για «θεραπευτικούς λόγους».

Και είναι ενδιαφέρον για την εγκληματική ασχετοσύνη όσων έλαβαν αυτά τα μέτρα ότι ορίζουν πως, «σε κάθε περίπτωση υπόνοιας νόσησης, πρώτα γίνεται αξιολόγηση από τον ιατρό της μονάδας και στη συνέχεια επικοινωνία για αναφορά στον ΕΟΔΥ…». Όταν ο ιατρός της μονάδας είναι, φυσικά, ψυχίατρος, ο οποίος, ως επί το πλείστον, μπορεί να περνάει από τη μονάδα και μια φορά το μήνα και ότι ο ΕΟΔΥ που έχουν κατασκευάσει, κάνει ό,τι μπορεί για να ξεφορτώνεται την κάθε ύποπτη περίπτωση στην όποια, ιεραρχημένη, «ατομική ευθύνη».

Είναι ενδιαφέρον ότι, σε διαδικτυακή του ανάρτηση, ο πρόεδρος του δικτύου των ΜΚΟ ψυχικής υγείας «ΑΡΓΩ», Μ. Θεοδωρουλάκης δηλώνει ότι «τα μέτρα που υιοθετήθηκαν είναι σχεδόν αυτούσιες οι προτάσεις της ομοσπονδίας ΑΡΓΩ». Τι άλλο θα περίμενε κανείς από τους παρατρεχάμενους της όποιας εκάστοτε κυβέρνησης..

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό του κλίματος που έχει δημιουργηθεί στο χώρο της ψυχικής υγείας ότι, μια από τις πιο παλιές, «ιστορικές», ΜΚΟ ψυχικής υγείας απαιτεί, προκειμένου να επισκεφθούν ασθενή σε ψυχιατρείο, τον οποίο είχε αποφασιστεί να τον πάρουν σε δομή τους, απλώς για να (ξανα)συζητήσουν μαζί του (όχι ακόμα να τον πάρουν στη δομή), να κάνει τεστ. Χωρίς, φυσικά, να αναρωτιούνται αν πρώτα αυτοί, στη βάση αυτής τους της λογικής, θάπρεπε να κάνουν τεστ, που πάνε απ΄ έξω ως επισκέπτες. Αλλά επειδή «ο ψυχικά ασθενής είναι ψυχικά ασθενής», άρα είναι και πιο «επικίνδυνος» για τα πάντα.

Και μέσα σ΄ αυτό το κλίμα ανεξέλεγκτης καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, με αφορμή και τον κορονοϊό, είχαμε και μια παρέμβαση βουλευτών της πρώην κυβέρνησης και νυν αντιπολίτευσης, με ερώτηση στη Βουλή, υποτίθεται για την «προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία» (μια προστασία που δεν φρόντισαν ποτέ, στη πράξη και όχι στα λόγια, όσο ήταν κυβέρνηση). Και ζητούσαν να ψηφιστεί το «έργο ζωής» που δεν πρόλαβαν να ψηφίσουν τότε λόγω των εκλογών και που άφησε που πολλούς από τους συντάκτες του απαρηγόρητους: το νομοσχέδιο για την ακούσια νοσηλεία, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η εισαγωγή και στην Ελλάδα της νεοφιλελεύθερης κοπής «ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα». Είναι σαφές ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ως προς τα κατασταλτικά μέτρα σε πολλούς τομείς, πέρα από τις όποιες προσχηματικές, λεκτικές διαμάχες, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο.

Απ΄ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να λείψει η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) που, φέρνοντας βαρέως την προ δύο ετών ακύρωση της δυνατότητας να γίνονται ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικές κλινικές, ετοίμασαν πρόταση προς την παρούσα κυβέρνηση (που, φυσικά, δεν θα πει όχι), με την οποία επαναφέρεται η δυνατότητα ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές – ακόμα πιο ανεξέλεγκτα από πριν.

Όλα αυτά αναδεικνύουν, εν μέσω μάλιστα της πανδημίας και της με κάθε τρόπο αξιοποίησής της για τα πιο αντιδραστικά μέτρα σε όλα τα πεδία, μια πολύ σκοτεινή ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Κάποιοι καλοθελητές θα μπορούσαν να πιαστούν για την ανάγκη της λήψης των οριζόντιων περιοριστικών μέτρων, πχ, από τα συμβάντα στην Αγγλία, όπου, σύμφωνα με δημοσίευμα του Independent (8/5/20), οι άνωθεν εντολές για τη λήψη μέτρων στις ψυχιατρικές μονάδες δόθηκαν όταν διαπιστώθηκε ότι οι θάνατοι στα ψυχιατρεία είχαν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019. Υπήρξαν 106 θάνατοι στα ψυχιατρικά νοσοκομεία μεταξύ 1 Μάρτη και 1 Μάη, σε σύγκριση με τους 51 την ίδια περίοδο το 2019. Οι 54 από αυτούς τους θανάτους οφείλονταν σε επιβεβαιωμένες μολύνσεις από τον κορονοϊό. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπεται η πολύ σημαντική επισήμανση της Care Quality Commission (CQC) ότι ο κίνδυνος για εξάπλωση του κορονοϊού και τους θανάτους από αυτόν, αφορά, πρωτίστως στα ψυχιατρικά νοσοκομεία «μέσης» και «υψηλής ασφαλείας» (που είναι, δηλαδή, από πολύ έως τελείως κλειστά, καθώς ο υποχρεωτικός συγχρωτισμός μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνος), αλλά (καθόλου τυχαίο) και σε ασθενείς που είναι στο καθεστώς της «υποχρεωτικής ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα».

Και φυσικά, η άλλη πλευρά της κατάστασης που καταγγέλθηκε στην Αγγλία (αλλά, προφανώς, αυτό που καταγγέλθηκε, δεν ισχύει μόνο για εκεί) που είναι η έμμεση επίπτωση του Covid-19 στην αύξηση της χρήσης των μηχανικών καθηλώσεων, του κλεισίματος σε δωμάτια απομόνωσης, της καταχρηστικής φαρμακευτικής δοσολογίας και των αυτοπροκαλούμενων θανάτων.

Άλλωστε, η βία κατά των ψυχικά πασχόντων καλά κρατεί, μέσα και έξω από τα ιδρύματα, με πιο ενδεικτική τη δολοφονική βία που ακούν οι αμερικάνοι αστυνομικοί όχι μόνο κατά του κάθε Τζωρτζ Φλόιντ, αλλά και κατά των ψυχικά πασχόντων καθώς, σύμφωνα με την Washington Post, «από τις αρχές του 2015, τουλάχιστον 1.254 άνθρωποι με ψυχικές και διανοητικές νόσους έχουν πέσει νεκροί από σφαίρες οργάνων της τάξης… πολύ συχνά με ρατσιστικά κίνητρα».

Εν κατακλείδι, το ότι δεν υπήρξαν θάνατοι από τον Covid-19 μέχρι τώρα στις ψυχιατρικές μονάδες στην Ελλάδα, δεν οφείλεται στα όποια μέτρα πάρθηκαν (ή δεν πάρθηκαν, όπως, πχ, της ενίσχυσης του συστήματος Υγείας), αλλά από τη συνολικότερη διαδρομή του κορονοϊού σ΄ αυτή τη χώρα, όπως και σε άλλες, με απρόβλεπτο, όμως, το μέλλον, καθώς ήδη άρχισαν και εδώ οι θάνατοι στα γηροκομεία κλπ.

Τα όποια μέτρα για την προστασία από την πανδημία, εν προκειμένω στο χώρο στης ψυχικής υγείας, δεν πρέπει επ΄ ουδενί να γίνει δεκτό να λαμβάνονται στη βάση της καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Υπάρχουν τρόποι προστασίας από τον Covid-19, που σέβονται τα δικαιώματα, την υποκειμενικότητα και το αυτεξούσιο των ψυχικά πασχόντων. Όπως απέδειξε και η πανδημία διεθνώς, είναι τα ποικίλων ειδών ιδρύματα που ευνοούν τους θανάτους.

Η στροφή στην κοινότητα, στην κατ΄ οίκον φροντίδα, στη διαπροσωπική επικοινωνία, στην ολόπλευρη στήριξη, είναι ο μόνος δρόμος.

Καλούμε όλες και όλους σ΄ έναν διαρκή αγώνα για υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων μας, μέσα και έξω από το μονάδες ψυχικής υγείας. Είναι τώρα που η «αντίσταση στο υπάρχον» είναι όσο ποτέ πριν αναγκαία, όσο ποτέ πιο απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια τη ζωή, για μια ζωή με αξιοπρέπεια.

14/9/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Δεύτερη παρουσίαση των «Θεωρημάτων» στο ΕΜΣΤ, στις 26 Σεπτεμβρίου : Το έργο του Κ ω σ τ ή

Κ ω σ τή ς (Αφιέρωμα στον Χ. Καλαντζή)

.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2020, θα εγκαινιαστεί στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης η δεύτερη παρουσίαση των Θ ε ω ρ η μ ά τ ω ν διοργανωμένη από την ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΕΧΝΟΚΡΙΤΩΝ AICA – HELLAS.

Για την αναγγελία της λοιπόν, επέλεξα να σας δείξω το έργο με το οποίο θα συμμετάσχει ο Κ ω σ τ ή ς, για το οποίο -αλλά και για τον ίδιο τον πολυσχιδή και πολυτάλαντο καλλιτέχνη & ποιητή-, μπορείτε να μάθετε περισσότερα, κάνοντας κλικ εδώ.

Η επιλογή αυτή μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς απ’ την πρώτη παρουσίαση των Θ ε ω ρ η μ ά τ ω ν, το δικό του έργο που είδα τότε μ’ εντυπωσίασε βαθιά κι εντυπώθηκε περισσότερο απ’ όλα, στο νου μου. Σας το είχα εξομολογηθεί με τον τρόπο μου στη σχετική ανάρτηση.

Κ ω σ τ ή ς (Βωμός: άφησε το κεφάλι του κι έφυγε)

Σίγουρα θα δούμε κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα έργα σ’ αυτή την παρουσίαση κι ευτυχώς που σε τέτοιους ζοφερούς καιρούς μπορούμε ακόμη να βρίσκουμε στην τέχνη, τα προσωπικά μας καταφύγια.

Κάθε επιτυχία εύχομαι από καρδιάς.

Το πρώτο ένθετο, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μονόκλ»

Δε θα γράψω παρά μόνο ότι με χαρά συμμετέχω κι εγώ, μαζί με τόσες και τόσους ακόμη εκλεκτούς συνεργάτες στο πρώτο ένθετο του λογοτεχνικού περιοδικού που θα είναι έτοιμο για δημοσίευση στις 14 Σεπτεμβρίου. Εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στον καλό φίλο, ποιητή Αντώνη Τσόκο, που καιρό τώρα ήθελε να κάνει κι αυτό το βήμα.

Το «Μονόκλ» θα το βρείτε εδώ στο Facebook κι εδώ στο διαδίκτυο.

Paul Valéry: Η καλλιτεχνική δημιουργία

«Ο συγγραφεύς είναι ο άνθρωπος ο πιο ακατάλληλος να γνωρίσει αυτό που οι άλλοι το λένε έργο του».

Paul Valéry

.

Όταν βλέπω έξυπνους και μορφωμένους θεωρητικώς, ανθρώπους στα ΜΚΔ κι όχι μόνο, να προσπαθούν να υποδείξουν στους άλλους τι είναι και τι δεν είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση κ.ο.κ., και τι θα πρέπει να καταλάβουν απ’ το τάδε βιβλίο ή να αισθανθούν για το δείνα έργο, επιβάλλοντας τους τις απολύτως προσωπικές απόψεις τους και συχνά δυστυχώς με αρκετό σνομπισμό κι απαξίωση, σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, όσα έγραψε ο Πρωταγόρας για την αλήθεια και την υποκειμενικότητα και δεν κάνω τον κόπο ν’ ασχοληθώ περαιτέρω. Μια αποστροφή άλλωστε προς τα «πνευματικά αφεντικά», όπως έλεγε κι ο πρόσφατα εκλιπών Ντίνος Χριστιανόπουλος, την έχω κι εγώ. Έτσι σήμερα, αντί άλλου σχολίου, διάλεξα αποσπάσματα απ’ αυτό το σπουδαίο κείμενο που έχει ως θέμα του την πνευματική δημιουργία κι ο νοών νοείτο.

Εισαγωγικά να εξηγήσω μόνο, ότι η ομιλία μ’ αυτό το θέμα δόθηκε σε μια απ’ τις συνεδρίες που έκανε η Φιλοσοφική Γαλλική Εταιρεία κι ακολούθησε συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος και ο Λ. Μπρούνσβιγκ με 5-6 άλλους φιλοσόφους. Στο Δελτίο της Εταιρείας δημοσιεύτηκε τόσο η ομιλία όσο κι η συζήτηση. Την εισήγηση έκανε ο Ξαβιέ Λεόν. Εγώ με τη σειρά μου βρήκα το κείμενο στο περιοδικό της “Νέας Εστίας”, Τεύχος 73 και διατήρησα όπως πάντα την πρωτότυπη ορθογραφία καθώς και τις υπάρχουσες υπογραμμίσεις με πλάγια κι έντονα στοιχεία:

«Ένα απ’ τα συνηθέστερα λάθη και τα πιο αξιοσημείωτα που κάνουμε όταν μιλούμε για την τέχνη, είναι ότι θεωρούμε τα έργα σαν οντότητες σαφώς ωρισμένες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ο αισθητικός, θέλοντας ν’ παραστήσει το πώς γεννήθηκε το έργο, νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί από το έργο στον τεχνίτη μ’ έναν απευθείας χειρισμό και μ’ έναν τρόπο (επιτρέψατέ μου την έκφραση) γραμμικό. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, απομακρύνεται από το αληθινό και το πραγματικό. Από την αλήθεια, γιατί το έργο δεν πρέπει να το κοιτάμε παρά μέσα σ’ έναν εντελώς καθωρισμένο παρατηρητή, ή και κατά τον παρατηρητή, και ποτέ αυτό καθ’ εαυτό. Από το πραγματικό, επειδή η εκτέλεση η πραγματική του έργου οφείλεται σε αναρίθμητα εσωτερικά επεισόδια ή συμβάντα εξωτερικά, που τ’ αποτελέσματά τους συσσωρεύονται, συναρμολογούνται μέσα στο υλικό του έργου, ώστε μπορεί στο τέλος να καταντήσει, μάλιστα αν πολυδουλεύθηκε το έργο και αν πολλές φορές το ξανάπιασε ο συγγραφεύς στα χέρια του, ένα έργο χωρίς συγγραφέα ορισμένον -ένα έργο που αυτός, που θα μπορούσε να το γράψει χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος, χωρίς παραστρατήματα και χωρίς παρεμβάσεις, δεν υπήρξε ποτέ.

Όταν πρόκειται για ζητήματα τέχνης, πρέπει προ πάντων να διακρίνουμε τρεις συντελεστάς: Ένα δημιουργό, ή συγγραφέα, ένα αισθητό αντικείμενο, που είναι το έργο, και ένα παθητικό πρόσωπο, τον αναγνώστη, ή τον θεατή, ή τον ακροατή.

Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτή την απλή διάκριση, και δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε εκείνο, που εξαρτάται από τον ένα, για κείνο που αναφέρεται στον άλλο. Πρέπει να δυσπιστούμε στις κρίσεις που ασυνείδητα ή σιωπηρά συνθέτουν τις τρεις αυτές έννοιες. Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.

Όταν μιλούμε για ένα έργο, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως το έργο δεν είναι καθ’ εαυτό παρά ένα πράγμα, του οποίου η ύπαρξη είναι επίσης λανθάνουσα όπως κι ενός δίσκου φωνογράφου, όσο το μηχάνημα δε λειτουργεί.

(…) Καθένας μας γενικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο, που η εργασία καμιά φορά τον οδηγεί. Το εργάζομαι μ’ αυτή την έννοια δεν ισοδυναμεί τάχα με το αναγκάζομαι να γίνω διαφορετικός από τον εαυτό μου;… Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας ξαναπιάνει το έργο του, η σκέψη του είναι πάντοτε ανακατεμένη με την ανάμνηση των περιστάσεων που έγινε η σύνθεσή του.

Δεν μπορεί να το δει, χωρίς να δει με την ίδια ματιά ένα σύνολο από επεισόδια, από δισταγμούς, κομμάτια που διαγραφήκανε ή που δε γραφήκανε, τεχνάσματα και δολώματα. Μπορεί π.χ. να συμβεί, ώστε μια ιδέα, που μου ήρθε ξαφνικά και κατά σύμπτωση, να πάρει θέση αμέσως στο έργο και να φαίνεται στον αναγνώστη πως μου ήρθε εντελώς φυσικά και αναγκαία,σα να βγήκε χωρίς προσπάθεια μες απ’ αυτά που προηγούνται στο κείμενο.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο στο συγγραφέα να νιώσει την εντύπωση που κάνει το σύνολο του έργου σαν αποτέλεσμα απομονωμένο και τελειωμένο. Διέτρεξε όλους τους σταθμούς της δημιουργίας, πέρασε από σταυροδρόμια, εδίστασε μπροστά σε πολλά δίστρατα, ξέρει ότι πολλά κομμάτια του ήρθαν χωρίς να δουλέψει, ότι για άλλα κουράστηκε να τα βρει, βλέπει πόσες εγκαταλείψεις ιδεών έκανε και πόσες άλλες αναπτύχθηκαν απροσδόκητα. Καμιά φορά, η λύση, που εξασφαλίζει την εσωτερική ύπαρξη του έργου, μας έρχεται την ώρα που πρόκειται να το εγκαταλείψουμε, κι έτσι το έργο που πρωτύτερα είχε συλληφθεί, αλλάζει μορφή ολόκληρο, μέσα σε μερικές στιγμές. Το αδύνατο γίνεται κατορθωτό, το εμπόδιο μεταβάλλεται σε μέσο κτλ.

Ας θέσουμε τώρα ένα μοναδικό πρόβλημα, που καμιά φορά τίθεται σ’ ένα συγγραφέα. Από τι μπορεί ο συγγραφεύς να γνωρίσει αν το έργο του είναι τελειωμένο; Είναι μια απόφαση που πρέπει να λάβει.

Και λοιπόν η απόφαση αυτή, που θέτει τέρμα στο έργο, δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, ξένη από το ίδιο το έργο. Η διάρκεια, οι διαστάσεις που υποδείχθηκαν, ο χρόνος που μας δόθηκε για να παραδώσουμε την εργασία, η ανία, η κόπωση, ή και η αυτάρκεια – ιδού το τι επιβάλλει στο συγγραφέα να σταματήσει την προσπάθειά του. Μα το τελείωμα ενός έργου αληθινά δεν είναι παρά μια εγκατάλειψη, ένα σταμάτημα, σχεδόν πάντοτε τυχαίο μέσα σε μια εξέλιξη που μπορούσε να εξακολουθήσει.

Βλέπουμε, λοιπόν, μ’ αυτά ότι το έργο, σαν κάτι τελειωμένο και με όρια εντελώς ωρισμένα, μπορεί πάντοτε από το μέρος του ο συγγραφεύς, να το βλέπει σαν ένα κουρέλι τυχαία αποσπασμένο από το εσωτερικό του σύνολο, σα μια μορφή ενός διάβα, ενώ παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ακέραιο κατασκεύασμα που δεν εξαρτάται πια από τον καιρό.

(…) Στην αρχή (ενν: ο συγγραφεύς) κοίταζε μόνο μέσα του και μόνο τον εαυτό του· αλλά, μόλις σκεφθεί να κάνει έργο, αρχίζει να λογαριάζει την εξωτερική εντύπωση. Και τίθεται πλέον ένα πρόβλημα συμμόρφωσης. Ασχολείται επίτηδες ή ασυνείδητα με τα υποκείμενα στα οποία θα πρέπει το έργο ν’ ασκήσει μια επίδραση· προσπαθεί να δει αυτούς, στους οποίους αποτείνεται, ενώ αναπαρασταίνει συνάμα τα μέσα που πρέπει να διαθέσει γιαυτή του την ενέργεια (…) Διάλεξα ένα θέμα. Αναπαρασταίνω αόριστα ή καθαρά έναν αναγνώστη. Νιώθω πως διαθέτω μερικά μέσα. Με προκαλούν χίλιες αναμνήσεις, που μπορεί να μου χρησιμεύσουν, χίλια στοιχεία της συγκινητικής ουσίας, για την οποία σας μίλησα… Το έργο που θα κάνω θα είναι ένας συμβιβασμός, ένα τοποθέτημα, μια υπόταξη, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχεμένη, των ανεξάρτητων αυτών συνθηκών, αυτών των συνεισφορών κι αυτών των ενεργειών διαφόρων τάξεων. Για τούτο, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά έργα απαιτούν ένα σωρό από προλεγόμενα: εκθέσεις, περιγραφές, προετοιμασίες του αναγνώστη, που έχουν σκοπό: άλλες να ορίσουν τα μέρη και τους κανόνες του έργου, κι άλλες να υποτάξουν τον άγνωστο αναγνώστη στην ευαισθησία του συγγραφέα. Όλ’ αυτά αποτελούν τα αναγκαία αιτήματα, τις συνθήκες, τα δομένα που χρειάζονται, ώστε το καθαυτό έργο να μπορεί ν’ ακουσθεί.

(…) Με λίγα λόγια, κάθε θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να μη λησμονεί την “ετερογένεια” της ποικιλίας των συνθηκών, που επιβάλλονται στον τεχνίτη και αναγκαία περιπλέκονται μέσα στο έργο του. Η παράδοξη μοίρα του καλλιτέχνη του επιβάλλει να συνδυάζει καθωρισμένα στοιχεία για να επιδράσει σε άτομο ακαθόριστο».

Μετάφραση: Μάρκος Τσιριμώκος

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Νέα κυκλοφορία: «Νυχτερινές προσευχές», ποιητική συλλογή του Ευάγγελου Ρ. Ρουσσάκη

.

Dolore*

Αύριο θα είμαστε άλλοι. Θα μιλάμε λιγότερο. Θα λέμε πιο πολλά. Θα κοιμόμαστε σε φυσιολογικές ώρες. Θα αγαπάμε με λογική και σύνεση. Με το μέτρο των πολλών ανθρώπων. Δεν θα μας στοιχειώνει, που τις νύχτες τα χέρια μας είναι άδεια. Δεν θα περιμένουμε. Δεν θα υπάρχει καμία αναμονή για το μαβί και το γαλάζιο. Όλα θα είναι μονόχρωμα, και πολύχρωμα. Μα όχι σαπφειριά. Θα ξενυχτάμε μόνο τις ημέρες αργίας. Θα πίνουμε ποτά για να ταιριάξουμε με τον κόσμο. Δεν θα μας τρελαίνει τίποτα. Δεν θα πονάμε. Θα κινούμαστε στους δρόμους, σε νορμάλ τέμπο και δίχως τη μουσική στ’ αυτιά μας. Δεν θα παρατηρούμε τις μικρές αλλαγές της άνοιξης. Η θάλασσα θα είναι μόνο ένας τρόπος χαλάρωσης μετά από μια μέρα στη δουλειά. Δεν θα ονειρευόμαστε ξύπνιοι. Δεν θα βλέπουμε ταινίες και δεν θα κλαίμε επειδή η Αλίκη δεν πήγε ποτέ πραγματικά στην ονειροχώρα. Θα ακούμε αδιάφορα τραγούδια, μόνο για να μην μιλήσουμε με τον διπλανό μας. Θα δυσκολευόμαστε πολύ να κλάψουμε. Οι μέρες θα είναι μέρες συνείδησης. Μια ευθεία. Και πάλι ευθεία. Μόνο ευθεία. Ένα φορτίο ανείπωτα γραμμικό. Δεν θα αγαπάμε τις ελλείψεις μας, δεν θα μισούμε που είμαστε μόνοι. Τα βιβλία μας δεν θα μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια . Θα γράφουμε αδιάφορα και υλικά. Όλη η μαγεία θα είναι μόνο ένα πρωί ονειροπόλησης. Αύριο θα είμαστε κάποιοι άλλοι. Αλλά θεέ μου, επειδή δεν θα ξημερώσει εκείνο το αύριο, παρακαλώ: γίνεται να μην πονάει τόσο;

Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης

.

.

*Περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Προσευχές», που κυκλοφορεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή.