Δύο βιβλία για τους Ζαπατίστας απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων»: Όλα τα έσοδα χρηματοδοτούν το ταξίδι τους στην Ευρώπη

«Quo Vadis, Aida?»: Μια καθηλωτικη ταινία που φέρνει στο επίκεντρο τις μητέρες της Σρεμπρένιτσα

Γι’ αυτή την ταινία γίνεται πολύς λόγος τους τελευταίους μήνες στα Βαλκάνια μιας και ξυπνάει άγριες μνήμες, διχάζει πάλι κι ήθελα πολύ να τη δω για να έχω άποψη. Τα κατάφερα πριν λίγες νύχτες και γι’ αυτό σας γράφω σήμερα. Μα μας αφορά ένα τέτοιο θέμα; θ’ αναρωτηθείτε ίσως, αν δε γνωρίζετε ορισμένα γεγονότα. Ναι, μας αφορά είν’ η απάντηση και πολύ μάλιστα. Γιατί στην Σρεμπρένιτσα (Srebrenica) υψώθηκε κι η ελληνική σημαία. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Κεντρική ηρωίδα της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Γιασμίλα Ζμπάνιτς (Jasmila Žbanić), είναι μια Βόσνια μεταφράστρια των Ηνωμένων Εθνών, η Aida (την υποδύεται η Jasna Djuricic) που προσπαθεί να σώσει την οικογένειά της, δηλαδή τον άντρα της και τους δυο γιους της. Αναπαριστώνται στην ταινία, τα όσα διαδραματίστηκαν λοιπόν, στο στρατόπεδο του Ποτότσαρι (Potočari) που ήταν υπό τον έλεγχο των Ολλανδών κυανόκρανων, λίγο πριν κι αφού οι Σέρβοι κατέλαβαν την πόλη. Επικεφαλής εκεί ήταν ο Συνταγματάρχης Τόμας Κάρρεμανς (Colonel Thomas Karremans).

Ίσως κάποι@ έχετε δει ντοκιμαντέρ από ‘κεινη την εποχή κι άλλ@ όχι. Δε ξέρω φυσικά τι θυμάστε απ’ αυτά ακόμη κι όσ@ τα είδατε, αλλά εγώ θυμάμαι για παράδειγμα, σ’ ένα που προβλήθηκε απ’ το BBC 4 τον αυτάρεσκο Ράσκο Μλάντιτς (Rasko Mladić) να προσφέρει τσιγάρο στον εμφανώς αμήχανο και φοβισμένο Κάρρεμανς, παίζοντας μαζί του το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, λέγοντας του ειρωνικά και μ’ όλη την αίσθηση της υπέροχης του «Μη φοβάσαι, δε θα ‘ναι το τελευταίο σου!» Υπήρχαν κάμερες τότε κι έχουν καταγραφεί τα γεγονότα. Δε μιλάμε δηλαδή για εικασίες κι έχει σημασία αυτό. Ούτε το ανακαλώ για να δικαιολογήσω τον Κάρρεμανς, που ένα πιόνι ήταν κι αυτός, αλλά για να καταλάβετε πόσο περίπλοκη ήταν η κατάσταση. Μου το θύμισε όλη η ταινία μάλιστα, αυτό ειδικά το ντοκιμαντέρ αλλά υπάρχουν κι άλλα που μπορείτε να δείτε αν ψάξετε. Κι η σκηνοθέτης επικεντρώνεται στο πώς τα βίωσε αυτά τα γεγονότα μια γυναίκα, μια μητέρα κι είναι σα να αντιπροσωπεύει όλες τις γυναίκες της Σρεμπρένιτσα το απολύτως βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σενάριο της.

Στην Σρεμπρένιτσα, στο Ποτότσαρι για την ακρίβεια, είχαν εγκλωβιστεί χιλιάδες πρόσφυγες και τα Ηνωμένα Έθνη δεν κατάφεραν να τους προστατέψουν παρά τις υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί. Κάποι@ είχαν καταφύγει σκόπιμα και ηθελημένα εκεί. Δεν ήταν λίγ@. Από μια στιγμή και μετά όμως, οι πόρτες του στρατοπέδου έκλεισαν καθώς ειπώθηκε ότι δε χωρούσε άλλους ο χώρος (η μόνη εξαίρεση που θα γινόταν ήταν για γυναίκες με μωρά), κι έμειναν χιλιάδες απέξω (κι άλλοι τόσοι άντρες κατέφυγαν στα γύρω βουνά), ενώ οι υπεύθυνοι ένιπταν τας χείρας τους. Κι έχει σημασία να θυμόμαστε όχι μόνο ποιοι έκαναν κάτι, αλλά και ποιοι δεν έκαναν τίποτα. Ποιοι αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων κι έχουν σοβαρότατες ευθύνες. Κι είναι φανερό ότι την ενδιαφέρει την σκηνοθέτιδα πολύ, να το δείξει κι αυτό.

Στην περιοχή πάντως τότε βρισκόταν κι Έλληνες εθελοντές (;), παραστρατιωτικοί δηλαδή ακροδεξιοί εθνικιστές (δεν είναι δική μου εικασία, υπάρχουν φωτογραφίες όπου φαίνεται να χαιρετούν ναζιστικά, κάποιοι δήλωσαν και περήφανα μέλη της Χρυσής Αυγής), που πολεμούσαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά γι’ αυτούς στην ταινία (κάποιοι αγνοούνται ακόμη, ένας τους έγραψε βιβλίο, κτλ), αλλά σίγουρα οι κάτοικοι των Βαλκανίων δε ξεχνούν την εποχή που κυριάρχησε στην Ελλάδα η ιδέα «Σύνορα με την Σερβία» κι ο Ράντοβαν Κάρατζιτς (Radovan Karadžić) δήλωνε «Έχουμε το Θεό και τους Έλληνες!». Μου το δείχνει αυτό σχεδόν πάντα όταν ταξιδεύω η θερμή υποδοχή των Σέρβων κι η αυθόρμητη στιγμιαία μόνο, ευτυχώς, επιφύλαξη αντίστοιχα, των Βόσνιων απέναντι μου, καθαρά λόγω εθνικότητας.

Πώς να πω ότι δεν έχουν δίκιο; Κι όμως, στο Σαράγεβο (Sarajevo), στου οποίου την πολιορκία έλαβαν επίσης μέρος Έλληνες, διάλεξα να μείνω σε μουσουλμανική συνοικία κι οι άνθρωποι ήταν ευγενικότατοι και φιλικότατοι το διάστημα που παρέμεινα εκεί, παρά το ότι φυσικά δεν αποκλείω το γεγονός του να έκαναν και δεύτερες σκέψεις. Τα αφηγήματα βλέπετε, καλά κρατούν. Την έχω δει αρκετά θα έλεγα τη Βοσνία (υπάρχουν αναρτήσεις σχετικές εδώ) λοιπόν κι έχω μια ιδέα, όπως κι ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν ευρύτερα στα Βαλκάνια. Στην Σρεμπρένιτσα πάντως, ακόμη δεν έχω πάει κι ας είναι στα σχέδια μου. Ξέρω ότι κυριαρχούν στο τοπίο τα νεκροταφεία. Και στο Σαράγεβο άλλωστε γεμάτοι είναι οι λόφοι, είναι παρόντες παντού οι νεκροί. Αναρτημένα τα ονόματά τους έξω από πολλά κτίρια, τα σημάδια απ’ τις σφαίρες στους τοίχους ακόμη εκεί, ακόμη κι ειδικές ξεναγήσεις στα μέρη που σχετίζονται με τον πόλεμο γίνονται (ας όψεται η μόδα του war tour).

Σας τα γράφω αυτά, για να έχετε μια εικόνα της κατάστασης σήμερα. Ναι, είναι κι η Νεκροπολιτική στη μέση και φυσικά δεν το ξεχνάω, αλλά για την ώρα, ας μείνουμε στα της ταινίας. Αναπαριστώντας λοιπόν τα γεγονότα, η σκηνοθέτιδα, Jasmila Žbanić, δείχνει τον ηθοποιό που υποδύεται το Μλάντιτς να δίνει εντολή στους στρατιώτες του να μοιράσουν ψωμί, σοκολάτες και αναψυκτικά στους πρόσφυγες που βρισκόταν έξω απ’ τις πύλες του στρατοπέδου στο Ποτότσαρι και να τους διαβεβαιώνει ο ίδιος, ότι θα τους διαθέσει τα μέσα για να φύγουν. Τους ζητούσε να μη φοβούνται καθόλου. Έτσι ακριβώς έγινε όντως τότε. Αυτό καταγράφηκε και στις κάμερες, αλλά ότι ακολούθησε ήταν ο διαχωρισμός αντρών και γυναικών κι ακολούθως δυστυχώς η σφαγή. Ο Κάρρεμανς αποχώρησε χαμογελαστός κι ανακουφισμένος παίρνοντας τα δώρα που του πρόσφερε ο Μλάντιτς, οι κυανόκρανοι είχαν επιδοθεί σε χορούς, οι κάμερες ήταν πάντα εκεί κι οι εκτελέσεις είχαν αρχίσει. Το είπαν κάποιες γυναίκες στον Κάρρεμανς πριν φύγει, πως στρατιώτες του Σερβοβοσνιακού στρατού σκότωναν άντρες εν ψυχρώ, αλλά δεν τις πίστεψε, όπως παραδέχτηκε αργότερα.

Αυτά είναι τα γεγονότα λοιπόν, αλλά οι γενικεύσεις δεν μ’ άρεσαν ποτέ. Για μένα είναι αδιαμφισβήτητα, αλλά δεν ενστερνίζομαι κιόλας την άποψη ότι οι Σέρβοι ήταν οι μακελάρηδες των Βαλκανίων, γιατί δεν χωράνε κάποιοι άλλοι σ’ αυτό το αφήγημα. Ποιοι; Απλούστατα οι άλλοι Σέρβοι που διαδήλωναν στο Βελιγράδι εναντίον του πολέμου, οι Σέρβοι που βοήθησαν τους μουσουλμάνους γείτονες τους να διαφύγουν κι όσ@ έστελναν κρυφά τρόφιμα στο Σαράγεβο όσο διαρκούσε η πολιορκία. Οι Σέρβοι επίσης που διώχθηκαν κι εκτελέστηκαν σ’ άλλες περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως το Κοσσυφοπέδιο, που είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται, τις εκκλησίες τους να καίγονται κι έχασαν για πάντα δικούς τους. Αλλά κάπως έτσι, άνθρωποι που συμβίωναν ειρηνικά για χρόνια, που ερωτεύονταν και παντρεύονταν (γεγονός είναι κι οι πάμπολλοι μεικτοί γάμοι), χωρίς να τους απασχολεί το διαφορετικό τους θρήσκευμα, βρέθηκαν απέναντι ν’ αλληλοσκοτώνονται. Γιατί έτσι είναι οι πόλεμοι κι οι Μεγάλες Ιδέες είναι που μακελεύουν. Πάντα χρειάζονται βέβαια κι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι κι αν δεν υπάρχουν, τους κατασκευάζουν, δε χάθηκε ο κόσμος. Το έχω κι αυτό υπόψη.

Στην Σρεμπρένιτσα, επίσης όμως, εκτός απ’ τους Ολλανδούς και τους Έλληνες, έχει σημασία να θυμόμαστε πως ήταν κι οι Κροάτες κι έπαιξαν κι αυτοί το ρόλο τους. Άσχημα παιχνίδια βέβαια, μιας κι αναφέρομαι στους Κροάτες (τους οποίους υποστήριζαν πολύ οι Γερμανοί), μήπως δεν παίχτηκαν απ’ την άλλη και σε βάρος τους, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βούκοβαρ (Vukovar); Πώς να μην το μετρήσουμε κι αυτό; Όπως και τις πεποιθήσεις που υπήρχαν και υπάρχουν ότι έπρεπε να θυσιαστεί το Βούκοβαρ για να κερδηθεί η διεθνής συμπάθεια; Καταλαβαίνετε τώρα πόσο δύσκολες είναι οι απόλυτες κρίσεις; Η Αμερική έκανε γενικώς τις κινήσεις της στην σκακιέρα των Βαλκανίων κι η ..πολιτισμένη Ευρώπη, παρακολουθούσε απ’ τις οθόνες της… Αμφιβάλλει κανείς ότι βόλευε πολλούς (ναι και την Ελλάδα), ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας; Για όλους αυτούς τους λόγους, δε βλέπω την εικόνα ασπρόμαυρη. Αυτή είναι λοιπόν, η δική μου γνώμη.

Μεγάλο ρόλο φυσικά έπαιξε κι ο ίδιος ο Μλάντιτς, που ξεκάθαρα μιλούσε για εκδίκηση εναντίον των μουσουλμάνων. Αλλά και τον τρόπο που απευθυνόταν στους στρατιώτες του να δείτε απ’ τα ντοκιμαντέρ που ανέφερα στην αρχή, όλο και κάτι θα καταλάβετε. Η διαφθορά της εξουσίας, η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του, ίσως όλα να συνέβαλαν. Σε λίγες μέρες, δηλαδή στις 8 Ιουνίου θ’ ακουστεί η τελική ετυμηγορία της δίκης του. Η Ιστορία θα τον κρίνει. Αρκετές απ’ τις μητέρες όμως που έχασαν τα παιδιά τους δε ζουν πια για να δικαιωθούν. Κάποιες δεν τα βρήκαν ποτέ για να τα θάψουν, άλλες τα βρήκαν κομματιασμένα, οι περισσότερες ζουν με τις φωτογραφίες τους μόνο για συντροφιά και όταν ανακαλύπτονται ομαδικοί τάφοι καλούνται να δουν, κάθε φορά, αν αναγνωρίζουν τους δικούς τους απ’ ό,τι απέμεινε απ’ αυτούς. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι βίωσαν και βιώνουν, αλλά και τι πέτυχαν ως τώρα κι εγώ μεταφράζω ένα μικρό μόνο απόσπασμα:

«Οι γυναίκες έχουν κερδίσει ισχυρή φήμη για την εκστρατεία τους για την αλήθεια (campaign of truth-telling). Συμμετείχαν σε υποθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Εθνών και των Κάτω Χωρών για φερόμενη αμέλεια από τα ολλανδικά στρατεύματα του ΟΗΕ, που επέτρεψαν να σκοτωθούν οι Βόσνιοι. Έπεισαν επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εγκρίνει ψήφισμα που να καλεί όλες τις χώρες της ΕΕ να σηματοδοτήσουν την 11η Ιουλίου ως την ημέρα μνήμης της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσα».

Μιας και με αφορμή την ταινία πάντως, εξηγώ όλα αυτά, και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, ν’ αναφερθώ και σ’ αυτό το βιβλίο της Ρούζα Φωτιάδη (Ruža Fotiadis) που τιτλοφορείται «Traditional Friends and Orthodox Brothers” – Greek-Serbian Friendship in the 1990s between Discourse and Praxis» (Göttingen: Wallstein-Verlag, 2014). Καταγράφει πολλούς σταθμούς της σχέσης των δύο χωρών και θα σας βοηθήσει αν θέλετε να ξέρετε περισσότερα. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung που υπάρχει κι εδώ στα ελληνικά, σχολιάστηκε πάντως μία παράλειψή του από Γερμανό δημοσιογράφο: «(…)το 1941, η υπό σερβικό έλεγχο Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να συμμετάσχει στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας, είχε ζητήσει από τον Χίτλερ γραπτή διαβεβαίωση ότι θα προσαρτήσει τη Θεσσαλονίκη…» Αυτό, για να έχετε πλήρη εικόνα.

Και να που φτάνει στο τέλος της κι αυτή η μεγάλη ανάρτηση που εσκεμμένα δε θέλησα να σπάσω σε μικρότερα μέρη… Τι γνώμη έχω λοιπόν για την ταινία; Δεν είναι φανερό; Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Την βρήκα καθηλωτική, βαθιά συγκινητική (με λιτά μέσα μάλιστα το πετυχαίνει αυτό) κι αφυπνιστική για όσ@ δε γνωρίζουν τι συντελέστηκε τότε στην Σρεμπρένιτσα. Καταλαβαίνω γιατί βραβεύτηκε. Να τη δείτε. Κλείνοντας πάντως, να θυμίσω κι αυτή τη λεπτομέρεια για τις συναδέλφισσες και τους συναδέλφους του χώρου της ψυχικής υγείας: ο Ράντοβαν Κάρατζιτς ήταν ψυχίατρος. Και ποιητής δυστυχώς, αλλά θα σταθώ στην πρώτη του ιδιότητα. Κρυβόταν λοιπόν απ’ το 1996, ασκούσε όμως το επάγγελμά του κανονικά, ως Δόκτωρ Ντράγκαν Ντάμπιτς και παρίστανε μάλιστα το σύγχρονο γκουρού μέχρι το 2008 που συνελήφθη. Στο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου «Άγνωστη Σερβία» θα βρείτε ένα ολόκληρο κεφάλαιο γι’ αυτόν με όλες τις λεπτομέρειες απ’ τη δράση του προπολεμικά και μεταπολεμικά ως «ειδικού» κι ένα ακόμη για το «βρυκόλακα» Μιλόσεβιτς. Είναι κι αυτά πολύ διαφωτιστικά.-

«The Patience Stone» ( Η Πέτρα της Υπομονής ) στην ErtFlix ως τις 3/7/2021

Όταν ένα βιβλίο μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη μοιραία μπαίνει το ερώτημα του αν είναι επιτυχημένη αυτή η μεταφορά. Όταν τυχαίνει όμως (απ’ τις σπάνιες περιπτώσεις), ο συγγραφέας να είναι και ο σκηνοθέτης της ταινίας, υπάρχουν οπωσδήποτε πολλές δικλείδες ασφαλείας κι έτσι περιττεύουν οι αμφιβολίες για το αποτέλεσμα. Ο λόγος για τον Αφγανό Ατίκ Ραχίμι (Atiq Rahimi), και το βιβλίο του «Η πέτρα της υπομονής» (μετάφραση: Ασπασία Σιγάλα, εκδόσεις “Ψυχογιός”, 2009), στο οποίο ήδη αναφέρθηκα εδώ στο παρελθόν.

Έχει τιμηθεί το 2008 με το Goncourt, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας, αλλά οφείλω να πω ότι λίγο μ’ ενδιαφέρει αυτό. Δε θαμπώνομαι εύκολα γνωρίζοντας καλά πια τη διαπλοκή των απανταχού εκδοτών με τις εκάστοτε εξουσίες, ούτε είναι λίγες οι φορές που διαβάσαμε όλ@ μας βραβευμένα -δυστυχώς-βιβλία που δεν έλεγαν τίποτα το σημαντικό. Αυτό όμως λέει.

Για την ακρίβεια, ο συγγραφέας του, προσπάθησε ν’ αποτυπώσει σκέψεις, διλήμματα, φόβους, αμφιβολίες πολλών γυναικών και το κατάφερε περίφημα. Η ιστορία διαδραματίζεται σε κάποια μουσουλμανική χώρα που θα μπορούσαμε, ναι, να σκεφτούμε ότι είναι το Αφγανιστάν, αν και λίγη σημασία έχει. Γιατί νομίζουμε ότι μόνο σε τέτοιες χώρες οι γυναίκες βιώνουν δυσκολίες, περιορισμούς και διακρίσεις, αλλά στην πραγματικότητα αυτά γίνονται παντού, επομένως…

Στην περίληψη αναφέρονται τα εξής:

«Μια νεαρή γυναίκα μιλά στον άντρα της που είναι σε κώμα, για τη σχέση τους, τα όνειρά της, τη ζωή της, τα θέλω της, για τον πόλεμο, τη βία, τη θρησκεία, τον φόβο, τον έρωτα. Και κρύβει μέσα της, αλήθειες γυναικών από κάθε γωνιά της γης. Όταν αποφασίζει να του φανερώσει τα πιο μεγάλα μυστικά της, ο άντρας της, γίνεται γι’ αυτήν η πέτρα της υπομονής.

Σύμφωνα με την περσική μυθολογία, υπάρχει μια μαγική πέτρα που τη βάζεις μπροστά σου και της λες όλα σου τα βάσανα, τους πόνους, όλα σου τα μυστικά. Μέχρι που μια μέρα η πέτρα σκάει, εκρήγνυται. Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα λυτρώνεσαι…»

Δείτε το απ’ την ErtFlix, στην οποία θα είναι διαθέσιμο ως τις 3/7/2021, προσέξτε και τη μουσική του Max Richter (άλλο ένα συν της ταινίας), αλλά κυρίως διαβάστε το βιβλίο. Αυτό σας προτρέπω κλείνοντας. Ήδη θα καταλάβατε ότι είναι απ’ αυτά που αξίζει να έχετε στη βιβλιοθήκη σας.

Νέες κυκλοφορίες: The Madman’s Library: The Strangest Books, Manuscripts and Other Literary Curiosities From History – Βιβλία γραμμένα με αίμα, τυπωμένα σε ανθρώπινο δέρμα κι άλλες αλλόκοτες ιστορίες εκδόσεων

Τα πιο παράξενα βιβλία, χειρόγραφα και άλλα λογοτεχνικά περίεργα από την ιστορία, μας παρουσιάζει σ’ αυτό το συναρπαστικό βιβλίο ο Edward Brooke-Hitching, που χρειάστηκε 10 χρόνια για να το ολοκληρώσει. Βιβλία που δεν είναι στην πραγματικότητα βιβλία, άλλα που φτιάχτηκαν από ασυνήθιστα υλικά, άλλα που δεν γράφτηκαν με μελάνι, άλλα που η χρήση τους τα κάνει να ξεχωρίζουν, άλλα που παρά την αληθοφάνειά τους το περιεχόμενό τους ανήκει στην σφαίρα της φαντασίας κ.ο.κ., είναι αυτά που τον απασχόλησαν.

Γιος εμπόρου σπάνιων βιβλίων, ο συγγραφέας, μυήθηκε από νωρίς στα μυστικά τους ακούγοντας ποικίλες ιστορίες για κάποιες πολύ ιδιαίτερες εκδόσεις κι είδε σιγά-σιγά το ενδιαφέρον του ν’ αυξάνεται, όπως εξηγεί σ’ αυτή την συνέντευξη. Έτσι έφτασε και στο να γράψει το βιβλίο για το οποίο γίνεται λόγος τώρα. Για να δούμε όμως μαζί μερικά πιο συγκεκριμένα ζητήματα που αναδύονται μ’ αυτή την αφορμή. Συμπεριλαμβάνει λοιπόν στην έκδοση αυτή, βιβλία που δεν είναι ακριβώς βιβλία, όπως ήδη ανέφερα, άρα θα πρέπει να σκεφτούμε το τι ορίζουμε ως βιβλίο, καταρχήν.

Εδώ θα δείτε λοιπόν τη φωτογραφία ενός κρανίου στο οποίο είναι γραμμένη μια προσευχή, ο συγγραφέας κάνει λόγο για πήλινους κώνους, για ..φέτες τυριού τοποθετημένες μαζί και για να μην μακρηγορήσω άλλο επ’ αυτού, το υλικό λοιπόν απ’ το οποίο φτιάχνεται ένα βιβλίο, το χαρτί ως πρώτη ύλη, μας οδηγεί συνειρμικά και σε μέρος του ορισμού του κι όταν δεν χρησιμοποιείται, αρχίζουν οι προβληματισμοί για το αν ένα αντικείμενο είναι ή όχι βιβλίο. Ακολουθούν τα μελάνια, οι τεχνικές βιβλιοδεσίας, κ.ο.κ, που βοηθούν στο να συγκεκριμενοποιήσουμε τον ορισμό. Όταν αντί για μελάνι πάντως, χρησιμοποιείται αίμα ανθρώπων ή ζώων, δεν αλλάζει και πολύ -καλώς ή κακώς-, ό,τι ορίζουμε ως βιβλίο.

Και ναι υπάρχουν τέτοια βιβλία. Στα 1800, έγινε το ναυάγιο του Blenden Hall κι ο καπετάνιος του που διασώθηκε βρέθηκε σ’ ένα νησί, όπου ναι μεν έτυχε να υπάρχει γραφείο και φύλλα εφημερίδας που είχαν ξεπλυθεί και άρα μπορούσε να γράψει σ’ αυτά, αλλά δεν είχε μελάνι. Χρησιμοποίησε λοιπόν αίμα πιγκουίνου για να αφηγηθεί την εμπειρία του. Στη δεκαετία του 1970, απ’ την άλλη, υπήρχε ένα κόμικ της εταιρείας Marvel που είχε γραφτεί με το αίμα των μελών του συγκροτήματος Kiss κι υπάρχει και μια ιστορία για ένα Κοράνι γραμμένο με το αίμα του Σαντάμ Χουσεΐν. Τέτοια κι άλλα πιο μακάβρια μαθαίνουμε απ’ αυτή την έκδοση.

Τι εννοώ; Εννοώ την anthropodermic bibliopegy, την τεχνική δηλαδή κατά την οποία χρησιμοποιείται ανθρώπινο δέρμα στη βιβλιοδεσία και για την οποία είχα διαβάσει κι αυτό το σχετικό άρθρο, πριν μερικά χρόνια. Ένα τέτοιο βιβλίο υπάρχει μάλιστα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Harvard. Το προσωπικό του πανεπιστημίου πιστεύει ότι το βιβλίο, Des Destinees de l’Ame (Destinies of the Soul), ήταν καλυμμένο με το δέρμα μιας γυναίκας που ήταν ψυχικά ασθενής, πέθανε από φυσικές αιτίες και δεν την αναζήτησε κανείς. Ο συγγραφέας Arsene Houssaye λέγεται ότι έδωσε το βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1880 στον φίλο του, Δρ Ludovic Bouland, ο οποίος φαίνεται να είναι ο υπεύθυνος γι’ αυτό το .. «δέσιμο».

Περιττό να σχολιάσω πόσο με ταράζει μια τέτοια ιστορία, έτσι; Αποτελεί μία ακόμη απόδειξη για το με πόσους τρόπους τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, μπορούν να πέσουν θύματα επιτήδειων «λογικών», νεκρά ή ζωντανά. Κι όχι μόνο εκείνα δυστυχώς αλλά κι άλλοι άνθρωποι που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο. Για παράδειγμα, στην Αγγλία, στο Bristol Record Office, υπάρχει ένα βιβλίο με κάλυμμα που φτιάχτηκε απ’ το δέρμα του 18χρονου John Horwood, ο οποίος κρεμάστηκε για τη δολοφονία της Eliza Balsum και το περιεχόμενό του αφορά ακριβώς αυτό το έγκλημα του 1821.

Και στο Μουσείο του Royal College of Surgeons of Edinburgh, βρίσκεται ένα ακόμη βιβλίο για το εξώφυλλο του οποίου χρησιμοποιήθηκε το δέρμα του διαβόητου δολοφόνου, William Burke. Μια τάση να εκλαμβάνονται ως φυλαχτά, μέρη του σώματος καταδικασμένων εγκληματιών ίσως να έπαιξε κι αυτή, το ρόλο της, όπως αναφέρεται στο άρθρο. Έχει πιστοποιηθεί επίσης, όπως αναφέρεται σ’ αυτό το κείμενο, ότι από ανθρώπινο δέρμα είναι φτιαγμένο και το βιβλίο του Andreas Vesalius που εκδόθηκε στα 1543 με τίτλο De Humani Corporis Fabrica Libri Septem (μεταφράστηκε ως On the Fabric of the Human Body και μπορείτε να το δείτε και να το διαβάσετε εδώ).

Υπάρχουν πάντως και βιβλία που αποδεικνύεται ότι παρά τις φήμες δεν είναι φτιαγμένα ευτυχώς από ανθρώπινο δέρμα και μια ομάδα επιστημόνων έχει βάλει στόχο να ελέγξει όσα περισσότερα μπορεί και να καταγράψει τις ιστορίες τους. Στον ιστότοπό της μαθαίνουμε ότι: «Οι ιστορικοί λόγοι πίσω από τη δημιουργία τους ποικίλλουν: οι γιατροί του 19ου αιώνα τα έφτιαχναν ως προσωπικά αναμνηστικά για τις συλλογές βιβλίων τους ή κατόπιν αιτήματος του κράτους για την περαιτέρω τιμωρία των εκτελεσθέντων κρατουμένων…» Και μ’ αυτές τις πληροφορίες, θα πάμε παρακάτω. Μάθετε ήδη πολλά για το συγκεκριμένο θέμα κι υπάρχουν πάντα κι οι πηγές στις οποίες παραπέμπω αν θέλετε να εμβαθύνετε κι άλλο.

Προσωπικά λέω να ολοκληρώσω αυτή την ανάρτηση αναφέροντας και τα βιβλία που είναι αξιοπερίεργα λόγω του περιεχόμενου τους, σύμφωνα πάντα με τον Edward Brooke-Hitching. Και ποια είναι αυτά; Βιβλία με απολύτως φανταστικό περιεχόμενο και περιγραφές ειδών που βέβαια δεν υπήρξαν ποτέ, όπως αυτό του Constantine Samuel Rafinesque ή αυτό του George Psalmanazar που αν και ξανθός με γαλανά μάτια διατεινόταν ότι ήταν ο πρώτος ιθαγενής απ’ τη Φορμόζα (τη σημερινή Ταϊβάν), βιβλία που με επικλήσεις σε δαίμονες υπόσχονται ανακαλύψεις αμύθητων θησαυρών, βιβλία για κάθε ..αμαρτία ειδικά προσαρμοσμένα σε κάθε αναγνώστρια, κάθε αναγνώστη κ.α.

Κι υπήρξαν στο παρελθόν και βιβλία ποικίλης χρήσης, ας πούμε, που μπορούσαν δηλαδή να χρησιμοποιηθούν ως όπλο, άλλα που διαφύλαξαν σπόρους (ξυλοθέτες η ονομασία τους), ακόμη και .. «βιβλία τουαλέτας» κυκλοφορούσαν, ιδανικά για ταξίδια όπως καταλαβαίνετε. Υπήρξαν βιβλία αόρατα στο γυμνό μάτι, άλλα που γράφτηκαν από φαντάσματα, άλλα που ήταν βρώσιμα, φυσικά πολλά που ήταν κρυπτογραφημένα κτλ. Χρειάζεται να γράψω κάτι ακόμη; Δε νομίζω. Αν είστε βιβλιόφιλ@, θα καταλάβατε ήδη απ’ τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί αξίζει αυτή η έκδοση να υπάρχει στη βιβλιοθήκη σας. Θα σας χαιρετήσω λοιπόν λέγοντάς σας πως για μένα αυτή η ανάρτηση συνδέεται μ’ αυτό το αφιέρωμα που έχω γράψει και θα σας ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο.

Johanna Gezina van Gogh (Jo Bonger): «Όλα για τον Vincent»

Γράφουμε και μιλάμε για ‘κεινον, τον Vincent Van Gogh δηλαδή, για την σχέση του με τον αδερφό του, για όσα τον βασάνιζαν, για τις εισαγωγές του στα ψυχιατρεία, τους γιατρούς του, θαυμάζουμε τους πίνακες του φυσικά πάντα και σποραδικά μόνο αναφερόμαστε σε κείνη που ένιωθε «σαν εισβολέας, σαν διαμεσολαβητής», όπως έγραψε κάποια στιγμή στο ημερολόγιο της, ανάμεσα στον Vincent και τον Theo.

Σε κείνη που αν δεν σκεφτόταν να διασώσει το έργο του (και θα δούμε και για ποιους λόγους το έκανε), δε θα έφτανε ως εμάς. Στη Johanna Gezina van Gogh (ή Jo χαϊδευτικά, που πριν παντρευτεί είχε το επίθετο Bonger), λοιπόν θα εστιάσω σήμερα. Σας το είχα υποσχεθεί σ’ αυτή την ανάρτηση κι όσο κι αν αργώ κάποιες φορές, τηρώ τις υποσχέσεις μου. Άλλωστε στην Ολλανδία κυκλοφορούν ευτυχώς κάποια βιβλία με θέμα την ίδια κι έχει αξία να δούμε τι γράφουν.

Γνώρισε λοιπόν τον Theo, όσο δούλευε ως δασκάλα αγγλικών και παρά το ότι εκείνος την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, δεν ένιωσε το ίδιο, με τη σειρά της, όπως αναφέρεται εδώ. Παντρεύτηκαν πάντως όταν κι εκείνη τον ερωτεύτηκε, στις 17 Απριλίου του 1889 (αυτός ο γάμος κι η γέννηση του ανιψιού του όπως σας έγραφα κι εδώ, αναστάτωσε τον Vincent) και έμεινε χήρα δύο χρόνια σχεδόν μετά, μόλις στα 28 της. Το αγόρι που γέννησε στην πρωτεύουσα της Γαλλίας το Γενάρη του 1890, πήρε το όνομα Vincent Willem, προς τιμήν του θείου του. Ωστόσο ο δεύτερος ανησυχούσε μήπως ένα τέτοιο όνομα δεν φέρει τύχη στο μικρούλη. Τον βάφτισαν όμως πριν μάθουν γι’ αυτές τις ανησυχίες του, που δεν επαληθεύτηκαν. Ο γιος του Theo και της Johanna μεγάλωσε, έγινε μηχανικός, απέκτησε τέσσερα παιδιά και φυσικά ασχολήθηκε κι εκείνος με το έργο του, βοηθώντας τη μητέρα του.

Εκείνη όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ένιωθε μόνη κι εγκαταλελειμμένη μετά το θάνατο του Theo, αλλά υπήρχαν και στιγμές που ένιωθε κι ικανοποίηση προωθώντας τα έργα του κουνιάδου της. Αν και θα μπορούσε να έχει πουλήσει όλους τους πίνακες και να προχωρήσει στη ζωή της «ξεμπερδεύοντας» μ’ αυτό το ζήτημα, δεν το έκανε, όπως θα δείτε λίγο παρακάτω.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη όμως: Έξι μήνες λοιπόν μετά το θάνατο του Vincent, η Johanna αναγκάστηκε να επιστρέψει στις Κάτω Χώρες, μεταφέροντας όλες τις ζωγραφιές του γαμπρού της στις βαλίτσες της. Ένιωθε ότι ο Theo της «ανέθεσε» κι αυτή την ευθύνη:

«Όταν τα αδέρφια πέθαναν, ο ένας λίγο μετά τον άλλο» όπως αναφέρεται εδώ, στην περίληψη του βιβλίου του Hans Luijten απ’ το οποίο δανείστηκα τον τίτλο της ανάρτησης «άρχισε να φροντίζει την καλλιτεχνική κληρονομιά του Βαν Γκογκ από το 1891 δηλαδή, και αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στη διάδοση και την προώθησή της. Δημοσίευσε τις επιστολές του, διοργάνωσε εκθέσεις στο εσωτερικό (ενν: στην Ολλανδία) και στο εξωτερικό και πούλησε στρατηγικά σε ιδιώτες και σημαντικούς εμπόρους τέχνης. Οι προσπάθειές της ήταν ζωτικής σημασίας για τη φήμη της τέχνης του Van Gogh. Αλλά έζησε μια συναρπαστική ζωή και με άλλους τρόπους. Όχι μόνο ήταν φίλη με διακεκριμένους συγγραφείς και καλλιτέχνες, ήταν επίσης ενεργή στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα και συμμετείχε ουσιαστικά στο νεογέννητο γυναικείο κίνημα».

Στα βιβλία που συμβουλεύτηκα και βλέπετε τα εξώφυλλα τους (είναι γραμμένα στα ολλανδικά), όπως αυτό της Silke Riemann και του Ben Verbong κι αυτό του I.L.Meyjes (που εξετάζει κατά πόσο ήταν κυρίως «έμπορος») αναφέρονται κι άλλα στιγμιότυπα απ’ τη ζωή της. Όπως, ότι κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης της στη Νέα Υόρκη, είχε παρακολουθήσει μια συνάντηση που είχε οργανώσει εκεί ο Leon Trotsky. Ακολούθως έγινε συν- ιδρύτρια του Amsterdam Social-Democratic Women’s Propaganda Club. Ζητούσε συχνά συγνώμη που δεν μπορούσε να είναι πιο ενεργή στο σοσιαλιστικό κίνημα, αλλά η ανατροφή του παιδιού της ήταν η κύρια απασχόληση της. Ο μονάκριβος γιος της, έτσι κι αλλιώς, ήταν που φρόντισε μετέπειτα να ιδρυθεί το Μουσείο Βαν Γκογκ.

Όσο για τη Johanna, πέθανε το 1925 και λίγο νωρίτερα, δηλαδή το 1922, είχε γράψει στον Gustave Coquiot:

«Είναι τόσο ωραίο στο τέλος της ζωής μου, μετά από τόσα χρόνια αδιαφορίας, ακόμη και εχθρότητας από το κοινό απέναντι στον Βίνσεντ και το έργο του, να νιώθω ότι η μάχη έχει κερδηθεί.» –

Ένα βιβλίο για τις τρεις αδερφές του Βαν Γκογκ: The Van Gogh Sisters

Η αλήθεια είναι ότι γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τον αδερφό του Vincent Van Gogh, τον Theo, αλλά λίγα για τις τρεις αδερφές του. Κι έτσι έρχεται αυτό το βιβλίο (τώρα και στ’ αγγλικά, γιατί είχε κυκλοφορήσει στα ολλανδικά το 2016) να συμπληρώσει τις πενιχρές μας γνώσεις για ‘κείνες και να μας δώσει κι άλλες λεπτομέρειες για τη ζωή του σπουδαίου ζωγράφου και κατ’ επέκταση όλης της οικογένειάς του.

Συγγραφέας του είναι ο ιστορικός τέχνης Willem-Jan Verlinder που αξιοποίησε πλήθος πηγών (σχολικές εκθέσεις, ιατρικά αρχεία, οικογενειακά χρονικά, εκατοντάδες γράμματα κ.α.) ώστε να γράψει αυτό το βιβλίο και θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορώ απ’ όσα διάβασα στο site του, σ’ αυτό το άρθρο αλλά και στην εφημερίδα The Guardian.

Βέβαια, σας έχω αναφέρει κι εγώ μερικά πράγματα στην σειρά αναρτήσεων που θα βρείτε για το Van Gogh στο blog και κυρίως για τη μικρή του αδερφή, τη Willemien ή Wil, που έπασχε κι αυτή από κάποια ψυχική διαταραχή. Anna, λοιπόν λεγόταν η μεγαλύτερη και Elisabeth ή χαϊδευτικά Lies η μεσαία. Τις βλέπετε στα άκρα της φωτογραφίας του εξωφύλλου (αριστερά η Anna, στο κέντρο η Willemien και δεξιά η Elisabeth).

Η Anna εργαζόταν ως γκουβερνάντα όταν ήταν σε νεαρή ηλικία, αργότερα παντρεύτηκε, ήταν ευσεβής κι αφοσιωμένη ως άνθρωπος . Είχε πάντως μια σοβαρή διαμάχη με τον Vincent, εξαιτίας της οποίας εκείνος έφυγε για πάντα απ’ την Ολλανδία.

Η Lies γέννησε ένα παιδί εκτος γάμου στη Γαλλία, είχε λογοτεχνικές ανησυχίες κι ασχολήθηκε πολύ με το έργο του Vincent. Όταν όμως πέθανε ο σύζυγός της, περιέπεσε σε ενδοια και πούλησε πίνακές του για να τα βγάλει πέρα οικονομικά.

Η τρίτη αδελφή, η Willemien, έψαχνε για περισσότερο διάστημα τον σκοπό της ζωής της κι άλλαξε διάφορα επαγγέλματα (υπήρξε γκουβερνάντα, νοσοκόμα, δασκάλα θρησκευτικών). Καθώς άλλαζε κι η εποχή κι έχει σημασία αυτό (το τονίζει κι ο συγγραφέας), δραστηριοποιήθηκε στο πρώτο φεμινιστικό κύμα, επισκέφτηκε το στούντιο του Edgar Degas στο Παρίσι με τον άλλο αδερφό τους, τον Theo κ.α. Δεν παντρεύτηκε ποτέ κι έμενε με τη μητέρα τους. Αλλά αργότερα, όταν η δεύτερη πέθανε, κλείστηκε σε ψυχιατρείο (με διάγνωση dementia praecox, συνηθισμένη εκείνη την εποχή). Έμεινε εκεί για το δεύτερο μισό της ζωής της, σχεδόν σαράντα χρόνια δηλαδή και τα έξοδα μάλιστα νοσηλείας της, πληρώθηκαν με την πώληση 17 πινάκων του Vincent που είχε στην κατοχή της, αφού μετά το θάνατό του και χάρη στις ενέργειες της νύφης του (αύριο θα σας γράψω περισσότερα για κείνη, σας το είχα υποσχεθεί καιρό), είχε πια αποκτήσει αρκετά γρήγορα, μεγάλη φήμη ως καλλιτέχνης.

Έχει σημασία να σημειωθεί ότι αυτή η αδερφή ήταν πιο στενά συνδεδεμένη με ‘κεινον απ’ τις άλλες, είχαν κοινά ενδιαφέροντα κι αλληλογραφουσαν συχνά όσο ο σπουδαίος ζωγράφος νοσηλευόταν.

Αποσπάσματα των επιστολών, που ο συγγραφέας του βιβλίου χαρακτηρίζει ως «χρυσωρυχείο» από άποψη άντλησης πληροφοριών θα βρείτε στους συνδέσμους.

Καλή ανάγνωση.