Θεατρική Παράσταση – Το κορίτσι που γίνεται γορίλας και άλλες ιστορίες ανάρρωσης

Πρέπει να διευρύνουμε την αντίληψή μας για το τι σημαίνει να είσαι ανθρώπινος. Αντί για την ερώτηση «τι δεν πάει καλά με σένα;» χρειάζεται να ρωτήσουμε «τι σου συνέβη;»
Jacqui Dillon, Μεγάλη Βρετανία
 
Η Jacqui από την Αγγλία, η Elisabeth από τη Δανία, ο Odi από τη Νιγηρία και o Ron από τη Σκωτία μοιράστηκαν κάποια στιγμή στη ζωή τους μια κοινή εμπειρία: «άκουσαν φωνές». Η σκηνοθέτις Βίκυ Αδάμου καταπιάνεται για δεύτερη φορά με τη συγκεκριμένη θεματική, 5 χρόνια μετά τις επιτυχημένες «Στρατηγικές Επιβίωσης» (Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, 2016). Αυτή τη φορά σε συν-σκηνοθεσία με τον Χρήστο Καπενή, φτιάχνουν μία παράσταση που μιλάει για την ορατότητα, την αποδοχή, τη συμπερίληψη.


Η παράσταση είναι εμπνευσμένη από τις μαρτυρίες των τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίες περιγράφονται στο βιβλίο «Ζώντας με τις φωνές: 50 ιστορίες ανάρρωσης» (εκδ. Νησίδες, 2014), που κατάφεραν να μάθουν από τις φωνές τους και βρίσκονται σε διαδικασία ανάρρωσης. Παράλληλα, αντλεί υλικό και από την προσωπική εμπειρία των δημιουργών. «Είναι μία παράσταση για τους ανθρώπους και τις φωνές τους. Με τον Χρήστο Καπενή γεννηθήκαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια, λίγα μέτρα από τον ζωολογικό κήπο που φιλοξενούσε μεγάλα άγρια ζώα κλεισμένα σε μικρά σκοτεινά κλουβιά. Κάθε χρόνο κάναμε βόλτα στο ξακουστό πανηγύρι της Πρωτομαγιάς που είχε ως ατραξιόν το κορίτσι που γίνεται γορίλας. Οι δύο μας όμως, συναντηθήκαμε πολλά πολλά χρόνια αργότερα στην πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησα για τις φωνές. Συνεχίζουμε να περπατάμε σε παράλληλους δρόμους. Μας συνδέουν πολλά και μας χωρίζουν ακόμα περισσότερα. Συνειδητά επιλέγουμε να δούμε μαζί από το ίδιο κάδρο τέσσερις  ιστορίες ανθρώπων που είχαν την ξεχωριστή εμπειρία να ακούσουν τις φωνές τους. Η πέμπτη ιστορία είναι η δική μας ιστορία, θα μπορούσε να είναι και η δική σας», λέει Βίκυ Αδάμου.


Ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Ηλίας Μαγκλίνης ξεκινάει από το πραγματικό αυτό γεγονός του freak show στη Νέα Φιλαδέλφεια και μέσα από τη γραφή του δημιουργεί μία πρωτότυπη πέμπτη ιστορία, αναδεικνύοντας τις διαστάσεις μιας μεταμορφωτικής εμπειρίας. Στο Κορίτσι που γίνεται γορίλας και άλλες ιστορίες ανάρρωσης, τα multimedia έχει επιμεληθεί ο Βασίλης Αποστολάτος. Οι ρόλοι μοιράζονται σε μία μικτή ομάδα ηθοποιών και χορευτών, ενώ ο Δημήτρης Τάσαινας ερμηνεύει ζωντανά πρωτότυπη μουσική και τραγούδι. Πρόκειται για μια site specific παράσταση, που αξιοποιεί πλήρως το ιδιαίτερο προαύλιο των Πρώην Πλεκτηρίων-Υφαντηρίων Αθηνών, στην οδό Κορυτσάς 39 στον Βοτανικό. Οι θεατές παραμένουν αποκλειστικά στον εξωτερικό χώρο και γίνονται κοινωνοί της εμπειρίας των «φωνών» και της ανάρρωσης, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: παρακολουθούν σαν από κλειδαρότρυπα τις ιστορίες των ηρώων, παραβρίσκονται σε μία «διάλεξη» πάνω στο ζήτημα και τέλος συμμετέχουν σε ένα μεγάλο πάρτι στη ζούγκλα!


Ωστόσο, εκτός από τη φυσική παράσταση, οι θεατές έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μια «αυξημένη παρακολούθηση», αφού 6 κάμερες θα καταγράφουν τη δράση στους εσωτερικούς χώρους, από διαφορετικά σημεία. Μέσα από τον υπολογιστή ή το κινητό τους, οι θεατές θα μπορούν να δουν τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες. Αυτή η αυξημένη πρόσβαση στην παράλληλη δράση των εσωτερικών χώρων, αποδίδει το πώς αισθάνεται ένας άνθρωπος που ακούει φωνές λειτουργώντας σαν μια «κάμερα εσωτερικής παρακολούθησης», όπως λέει και η Elizabeth στο έργο. Μέσω της καταγραφής από κάμερα, η παράσταση σπάει τα όρια του φυσικού χώρου και διευρύνει την αντίληψη του κοινού, μεταδίδοντας -παρά τον ρυθμό και τη ροή της παράστασης – μια αίσθηση της εσωτερικότητας.
 
Το Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου, μετά την παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με τον ψυχίατρο Λυκούργο Καρατζαφέρη, μέλος του Ελληνικού Δικτύου «Ακούγοντας Φωνές» και τους συντελεστές της παράστασης.
 
 
Life after Death Theatre Company
Το κορίτσι που γίνεται γορίλας και άλλες ιστορίες ανάρρωσης
Μια performance εμπνευσμένη από μαρτυρίες ανθρώπων που άκουγαν φωνές
 
Πρώην Πλεκτήρια-Υφαντήρια Αθηνών, Κορυτσάς 39
3-6, 10-13, 17-20 και 24-26 Σεπτεμβρίου, στις 21:15
Εισιτήρια: ticketservices.gr – 15 ευρώ / άνεργοι, φοιτητές, 65+: 10 ευρώ / online προσβαση:25 ευρώ
Πληροφορίες: 6976228271 – 10:00 με 13:00 και 18:00 με 20:00
 
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Βίκυ Αδάμου, Χρήστος Καπενής
Δραματουργία: Βίκυ Αδάμου
Πρωτότυπο κείμενο: Ηλίας Μαγκλίνης
Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Τάσαινας 
Φωτισμός, προβολές: Βασίλης Αποστολάτος 
Επιμέλεια κίνησης: Πετρίνα Γιαννάκου
Σκηνικα Κοστούμια: Lazy Boy*
Οργάνωση παραγωγής: Χριστίνα Σαμπανίκου
Βοηθοί παραγωγής: Ultravoilet-1838
Φωτογραφίες: Ανδρέας Κανελλόπουλος
Teaser: Στέφανος Κοσμίδης
 
Στην παράσταση ακούγεται μέρος μαρτυρίων από το βιβλίο «Ζώντας με τις φωνές»
Ερμηνεύουν: Αλίκη Ανδρειωμένου, Κωνσταντίνα Βέρρου, Χρήστος Καπενής, Μελίσσα Κωστάκη, Γιώργης Παρταλίδης, Ελεάνα Στραβοδήμου και Δημήτρης Τάσαινας.
 
Με τη συνεργασία του Ελληνικού Δικτύου «Ακούγοντας Φωνές» – hearing voices.gr
παράρτημα του παγκοσμίου δικτύου Hearing Voices Network
Με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Συστημική Ψυχοθεραπεία «Λόγω ψυχής» – logopsychis.gr/
Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

Θεατρικά προγράμματα: «Το δάκρυ των χεριών» του Άκη Δήμου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Η γραφή του Άκη Δήμου ανέκαθεν μου άρεσε κι έτσι έχω δει παραστάσεις, όπως αυτή. Έκανε πρεμιέρα στις 19 Δεκεμβρίου του 2001, μια Τέταρτη και την σκηνοθεσία της υπέγραφε η Βαρβάρα Μαυρομάτη. Βλέπετε στην πρώτη φωτογραφία και την πρωταγωνίστρια Βίκυ Βολιώτη με τους συμπρωταγωνιστές της Άρη Λεμπεσόπουλο, Βασίλη Ευταξόπουλο και Δημήτρη Αλεξανδρή.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ήταν ένα έργο σε 8 σκηνές, που διαδραματιζόταν σε μια έπαυλη έξω απ’ το Χαρτούμ, στη διάρκεια δύο ημερών, το καλοκαίρι του 1917. Έτσι στο πρόγραμμα υπήρχαν πληροφορίες για το Σουδάν αλλά και ιστορικά στοιχεία για την παρουσία των Ελλήνων εκεί, καθώς και στην Ταγκανίκα (σημερινή Τανζανία), σε μια περίοδο όπου ήταν περιζήτητο το ελεφαντοστό.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στις σελίδες του προγράμματος, υπήρχαν ακόμη αποσπάσματα απ’ το «Αλεξανδρινό κουαρτέτο» του Λώρενς Ντάρελ, απ’ το «Μια εποχή στην Κόλαση» του Αρθούρου Ρεμπώ, ποιήματα του Καβάφη, αλλά και ολόκληρο το βιογραφικό της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Θα κλείσω όμως, με κάτι σύγχρονο και σχετικό αυτή την ανάρτηση, μιας κι εδώ παρακολούθησα πριν λίγους μήνες μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση του Άκη Δήμου με τον Δημήτρη Δημητριάδη για την έννοια και τα όρια της δραματουργίας. Δείτε λοιπόν τι λένε εκείνοι και δε θα χάσετε.

Φραντς Κάφκα: Τα χειρόγραφα, τα σχέδια και οι προσωπικές επιστολές του ελεύθερα στο διαδίκτυο – Σταχυολογώντας εντυπώσεις…

Λίγο πριν το τέλος του φετινού Μάη, διάβασα απ’ τον ιστότοπο του BBC την είδηση: τα χειρόγραφα, τα σχέδια και οι προσωπικές επιστολές του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka) είναι επιτέλους ελεύθερα προσβάσιμα στο διαδίκτυο, απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ, μετά από εντατική αποκατάσταση, καταλογογράφηση και ψηφιοποίηση κι αφού πολλά συνέβησαν (δίκες και διεκδικήσεις) μ’ επίκεντρο αυτά.

Όπως είναι γνωστό, όταν ο Κάφκα πέθανε ο επιστήθιος φίλος του Μαξ Μπροντ (Max Brod) παράκουσε την επιθυμία του εκλιπόντος να καταστρέψει τα γραπτά του κι έτσι μπορούμε σήμερα να τα διαβάζουμε όλ@ μας. Το πώς βρέθηκαν στο Ισραήλ θα το μάθετε απ’ τον πρώτο σύνδεσμο (όχι πως είναι δύσκολο να το φανταστούμε), απ’ όπου θα έχετε την ευκαιρία να δείτε και πολλές φωτογραφίες… Προσέξτε και τα σκίτσα του πάντως, μιας κι είχε κάποτε έστω και την εφήμερη επιθυμία ν’ ακολουθήσει σχετική καριέρα. Έχουν ενδιαφέρον.

Καθώς έτυχε λοιπόν από πέρυσι το καλοκαίρι να διαβάζω ξανά όλα τα έργα του Κάφκα κι επιπρόσθετα μερικές βιογραφίες του, θεώρησα ότι είναι καλή αφορμή η είδηση αυτή για την σημερινή ανάρτηση. Την ίδια περίοδο παρακολούθησα απ’ την οθόνη του υπολογιστή μου, έστω, τις εξαιρετικές παραστάσεις της ομάδας «Σημείο μηδέν», που βασίστηκαν σε έργα του. Σπουδαία δουλειά έχουν κάνει, ειλικρινά, τους αξίζουν πολλά συγχαρητήρια και θα το διαπιστώσετε κι εσείς. Διάλεξα μάλιστα να σας παραπέμψω στη «Σωφρονιστική αποικία», που όταν ο ίδιος ο Κάφκα τη διάβαζε σημειώνονταν λιποθυμίες κι όσ@ δεν άντεχαν απ’ το κοινό τις σκληρές του περιγραφές, αποχωρούσαν. Επομένως σκεφτείτε αν θέλετε αυτήν την παράσταση να δείτε ή κάποια απ’ τις άλλες της ίδιας ομάδας.

Διαβάζοντας, για να ξαναπιάσω το νήμα της ιστορίας εκεί που το άφησα πέρυσι τα βιβλία του, σταχυολογώντας εντυπώσεις απ’ το έργο του κι όσα γράφτηκαν για τη ζωή του, σκεφτόμουν μεταξύ άλλων, τις μεταφραστικές δυσκολίες. Να για παράδειγμα τι συμβαίνει: «Το χιούμορ για τον Κάφκα ήταν το απαραίτητο στοιχείο της καθημερινότητάς του, όπως φαίνεται από τις περιπέτειες του Καρλ στον Αγνοούμενο, τους θεατρινισμούς των βοηθών στον Πύργο ή στο πρώτο κεφάλαιο της Δίκης, όπου οι φρουροί συνέχεια σκοντάφτουν πάνω στον ολοένα και πιο σαστισμένο Γιόζεφ Κ. καθώς εκείνος ψάχνει για τα χαρτιά του και το μόνο που βρίσκει είναι η άδειά του για το ποδήλατο. Ο Μαξ Μπροντ αναφέρει πως όταν ο Κάφκα διάβαζε δυνατά αυτό το κεφάλαιο, τόσο εκείνος όσο και οι αναγνώστες του έσκαγαν στα γέλια. Αν κανείς διαβάσει αυτό το κομμάτι ως την αμηχανία ενός πομπώδους αξιωματούχου, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει αυτή την αντίδραση.

Μολαταύτα, η λέξη humor (χιούμορ) στα γερμανικά δεν σημαίνει ούτε κωμωδία ούτε ευφυΐα, αλλά μια παραίτηση και παραδοχή των ατελειών της ζωής. Ένα τέτοιο ήπιο χιούμορ διαπερνά τις επιστολές του Κάφκα, ιδιαίτερα αυτές προς τον Μπροντ και άλλους άντρες φίλους του, ενώ συναντάται συχνά και στις ιστορίες του», σημειώνει ο Ritchie Robertson στο βιβλίο του «Kafka. A Very Short Introduction» (Oxford University Press, 2004), που κυκλοφόρησε κι απ’ τα «Ελληνικά Γράμματα» το 2006, σε μετάφραση της Αρχοντής Κόρκα). Ας το έχετε αυτό στο νου σας, επομένως. Στις μεταφραστικές δυσκολίες μάλιστα, αναφέρεται κι αυτό το βιβλίο, που τιτλοφορείται «The Cambridge Companion to Kafka» (κυκλοφόρησε το 2002 απ’ την Cambridge University Press) απ’ το οποίο ξεχώρισα επίσης τα κεφάλαια 2 και 11.

Στάθηκα και σ’ άλλα σημεία βέβαια που αναφέρουν οι μελετητές του -καθόλου τυχαία φυσικά- και γι’ αυτά σας γράφω, όπως το πόσο είχε εντυπωσιαστεί απ’ τον ριζοσπαστικό ψυχαναλυτή Ότο Γκρος (Otto Gross). O Μπροντ ήταν ο κοινός συνδετικός τους κρίκος κι έτσι όταν συναντήθηκαν το 1917:

«(…) συζήτησαν το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν μία επιθεώρηση με τίτλο Pages on Combating the Will to Power (Σελίδες για την Καταπολέμηση της Θέλησης για Δύναμη). Ο Γκρος έπαιρνε ναρκωτικά, είχε πολλές ερωμένες (ανάμεσα στις οποίες τη Φρίντα Ουίκλι [Frida Weekley], μετέπειτα σύζυγο του Ντ. Χ. Λόρενς [D. H. Lawrence) και θεωρούσε τη συμβατική οικογένεια ως πηγή της πατριαρχικής εξουσίας, η οποία έπρεπε να ανατραπεί με επανάσταση. Μιλούσε από προσωπική εμπειρία: το 1913 ο πατέρας του, καθηγητής ποινικού δικαίου, τις διαλέξεις του οποίου είχε παρακολουθήσει ο Κάφκα στο πανεπιστήμιο, είχε κλείσει τον Ότο σε ψυχιατρική κλινική, ισχυριζόμενος ότι οι πεποιθήσεις του για τον ελεύθερο έρωτα αποδείκνυαν πως ήταν τρελός. Ο Ότο βγήκε από την κλινική ύστερα από τη δημόσια κατακραυγή που ήγειρε ο εγκλεισμός του. Η έμφαση που έδινε ο Γκρος στην πατρική εξουσία βοήθησε αναμφίβολα τον Κάφκα να γράψει την «Επιστολή προς τον Πατέρα».

Η ψυχανάλυση βέβαια συζητιόταν στην Πράγα απ’ το 1905, τόσο στον κύκλο του καφέ Louvre (Ferdinandstrasse 20, Narodni σήμερα) όπου σύχναζε κι ο ψυχολόγος Άλφρεντ Καστίλ και βέβαια ο Μαξ Μπροντ με τον νεαρό Κάφκα, όσο και στο σαλόνι της κυρίας Μπέρτα Φάντα, απ’ το 1906 (όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Gérard-Georges Lemaire, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα απ’ τις εκδόσεις «Κασταλία», το 2009, σε μετάφραση Γιάννη Δημολίτσα), οπότε φυσικά υπήρχε μια εξοικείωση με τις φροϊδικές ιδέες. Ο ίδιος σημείωσε ότι ενώ έγραφε την Κρίση έκανε «σκέψεις για τον Φρόυντ, βέβαια». Αλλά εξηγεί ο Ritchie Robertson ότι «παρ’ όλα αυτά αισθανόταν ότι η ψυχανάλυση έδινε αβασάνιστες ερμηνείες οι οποίες σκόπιμα ικανοποιούσαν αρχικά, αλλά σύντομα σε άφηναν με τη δίψα που είχες και πριν -αν και φυσικά η ψυχανάλυση μπορούσε να ερμηνεύσει αυτή την αντίδραση ως απώθηση της ανεπιθύμητης αλήθειας. Εντούτοις, θεωρούσε ότι οι ισχυρισμοί της ψυχανάλυσης πως θεραπεύει τους ανθρώπους από τις νευρώσεις τους ήταν αποκτηνωτικοί.

Σε μία επιστολή προς τον Μπροντ παρέθεσε μία πρόταση από τον Κίρκεγκωρ ως σχετική με το Φρόυντ: «Κανένα ανθρώπινο ον δεν δύναται να διάγει μία αληθινή πνευματική ζωή ενώ παραμένει απολύτως υγιές στο σώμα και στο νου». Κι έγραψε και στη Milena Jesenská (μία ακόμη γυναίκα που κλείστηκε απ’ τον πατέρα της σε ψυχιατρείο γιατί δεν του άρεσε ο τρόπος ζωής της), που έβρισκε ακατανόητη την ανασφάλειά του:

«Προσπάθησε να την καταλάβεις αποκαλώντας την αρρώστια. Είναι ένα από τα πολλά συμπτώματα της αρρώστιας την οποία ισχυρίζεται ότι έχει ανακαλύψει η ψυχανάλυση. Εγώ δεν την αποκαλώ αρρώστια και το θεραπευτικό κομμάτι της ψυχανάλυσης το θεωρώ ανήμπορο σφάλμα. Όλες αυτές οι αποκαλούμενες αρρώστιες, όσο θλιβερές και να φαίνονται, είναι γεγονότα πίστης, όπου ένα ανθρώπινο ον σε συντριβή αγκυροβολεί σε κάποιο μητρικό έδαφος…»

Δε θα γράψω όμως περισσότερα, γι’ αυτό το θέμα, μιας που καταλαμβάνουν πάμπολλες σελίδες οι σχετικές μελέτες και σίγουρα αφορούν πιο εξειδικευμένο κοινό, αλλά ίσως κάποια στιγμή επανέλθω. Υπάρχουν άλλωστε και στο προσωπικό μου αρχείο πολλά για τον Κάφκα που καθόλου δεν τα χρησιμοποίησα κι έτσι αυτήν την ανάρτηση απλώς εισαγωγική θεωρήστε την. Θα υπογραμμίσω καταληκτικά όμως, αυτό: κάποια πράγματα που ξέρουμε για ‘κείνον, δεν έγιναν ακριβώς έτσι όπως μας τα μετέφερε ο Μαξ Μπροντ, αλλά κι άλλα πρόσωπα. Κι αυτό είναι λογικό, γιατί ο κάθε βιογράφος όπως κι ο κάθε σχολιαστής δίνει βάρος αλλού, ανάλογα πάντα και με τα δικά του ενδιαφέροντα και την κοσμοθεωρία του και διαφορετικά πράγματα θυμάται. Το έργο του Κάφκα άλλωστε προσφέρεται για ποικίλες αναλύσεις. Κι αυτό μόνο θετικό το βρίσκω.-

Θεατρικά προγράμματα: «Δωδέκατη νύχτα» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ απ’ το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ρούμελης

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Είναι μία απ’ τις παραστάσεις, που ανέβηκαν το καλοκαίρι του 2005 για πρώτη φορά στη Λαμία, στις 18 Ιουλίου κι ακολούθως στο Ηρώδειο, στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, σε σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους. Απ’ τα πιο γνωστά έργα του Σαίξπηρ που ως φαίνεται πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αγγλία το Φεβρουάριο του 1602. Ίσως όμως να είχε παρουσιαστεί και τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στο βιβλίο του Andrew Dickson, «The Rough guide to Shakespeare: the plays, the poems, the life» (London, Rough Guides, 2005).

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στο πρόγραμμα που παρουσιάζω σήμερα εδώ και μοιράζομαι φωτογραφίες του μαζί σας, αναφέρονται επίσης κι όλες οι παραστάσεις του έργου που ανέβηκαν από ελληνικούς θιάσους και κατ’ εξαίρεση κάποιες ακόμη. Την 1/1/1904 λοιπόν, είχε την ευκαιρία το ελληνικό κοινό να παρακολουθήσει για πρώτη φορά, τη «Δωδέκατη νύχτα«, στο Βασιλικό Θέατρο κι η Μαρίκα Κοτοπούλη κρατούσε τότε το διπλό ρόλο της Βιόλας και του Σεβαστιανού.

Το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, του οποίου διευθυντής ήταν τότε ο Πάνος Σκουρολιάκος, επέλεξε τη μετάφραση του Ερρίκου Μπελλιέ. Μουσική είχε γράψει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης, τα σκηνικά ήταν της Αριάδνης Βοζάνη, τα κοστούμια της Πηνελόπης Συρογιάννη και βοηθός σκηνοθέτη ήταν η Μαρία Μίχα. Εκπληκτικοί ήταν τότε η Δήμητρα Χατούπη, ο Χρήστος Βαλαβανίδης, ο Πάνος Σκουρολιάκος, ο Τάσος Παλαντζίδης κι ο Γιώργος Λέφας, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι υστερούσαν οι άλλοι ηθοποιοί. Απλώς εκείνους επέλεξε η μνήμη μου να θυμάται…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κι όπως βλέπετε, διάλεξα μεταξύ άλλων μια ιδιαίτερη σελίδα -τη βλέπετε στην δεύτερη κατά σειρά φωτογραφία-, στην οποία αναφέρεται τι έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης για τους ήρωες του Σαίξπηρ κι αυτή σας αφήνω να διαβάσετε μέχρι να τα ξαναπούμε. Δε θα μπορούσα να βρω καλύτερο επίλογο απ’ τις δικές του λέξεις.

Θεατρικά προγράμματα: «Ρυθμός και μέτρο στον Σοφοκλή», του Άρη Ρέτσου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σ’ αυτή τη νέα σειρά αναρτήσεων, μοιράζομαι μαζί σας αναμνήσεις από ξεχωριστές παραστάσεις και φωτογραφίες από τα θεατρικά προγράμματα του αρχείου μου.

Μιας κι η δεύτερη φωτογραφία όμως, απ’ αυτό το λιτό μα τόσο ουσιαστικό πρόγραμμα, εξηγεί τι ακριβώς είδαμε τότε απ’ τον Άρη Ρέτσο, δε θα γράψω τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι ήταν μια συγκλονιστική παράσταση. Αξέχαστη από κάθε άποψη.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

«Paisajes para no colorear»: Απ’ τη Schaubühne Berlin μια αξιόλογη θεατρική παράσταση για την έμφυλη βία στη Χιλή: Δωρεάν με αγγλικούς και γερμανικούς υπότιτλους

Για τη Schaubühne σας έχω γράψει ήδη εδώ αρκετά πράγματα. Είδα κι αυτή λοιπόν την τόσο αφυπνιστική κι αξιόλογη παράσταση, που θα είναι διαθέσιμη ως αύριο Παρασκευή 14 Μαΐου, και σας την προτείνω.

«Paisajes para no colorear» είναι ο τίτλος της και πρόκειται για μια παραγωγή του Teatro La Re-Sentida της Χιλής, σε σκηνοθεσία Marco Layera.

Σ’ αυτήν βλέπουμε 9 έφηβες, ερασιτέχνες ηθοποιούς, που ανεβαίνουν στη σκηνή για να αφηγηθούν όλα με όσα έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες στη Χιλή.

Η έμφυλη βία παραμένει μια ανείπωτη ιστορία, καθώς τα θύματα δεν ζουν για να μιλήσουν και λίγοι ενδιαφέρονται να φέρουν αυτές τις ιστορίες στο προσκήνιο. Όσα διηγούνται τα κορίτσια στην σκηνή, βασίζονται σε δικά τους βιώματα, αλλά και σε αναφορές από περίπου 140 άλλα κορίτσια και νεαρές γυναίκες που τεκμηριώθηκαν από μια ομάδα του Teatro La Re-Sentida, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων και του casting για την παράσταση. Και να μερικές απ’ αυτές σε δική μου ελεύθερη απόδοση:

«Η Lisette Villa ήταν 11 χρονών όταν πέθανε από ασφυξία σε ένα σωφρονιστικό κέντρο, αφού μια γυναίκα φύλακας 90 κιλών την ακινητοποίησε στο πάτωμα και κάθισε στο στήθος της για αρκετά λεπτά – με σκοπό να την «ηρεμήσει». Η Tania Águila πέθανε στα 14 όταν ο φίλος της σε μια κρίση θυμού, τη χτύπησε στο κεφάλι με μια πέτρα. Η Florencia Aguirre ήταν 10 ετών όταν ο πατριός της την έπνιξε με μια πλαστική σακούλα, έκαψε το σώμα της και την έθαψε στο δάσος κοντά στο σπίτι τους…»

Τέτοιες κι άλλες ιστορίες, λοιπόν, διηγούνται τα κορίτσια κι εγώ δε θα σας γράψω τίποτα άλλο. Αξίζει να τη δείτε την παράσταση. Η συνέχεια εδώ.