«LUDLOW, oι Έλληνες στους Πολέμους του Άνθρακα»: Ολόκληρο το υποτιτλισμένο ντοκιμαντέρ στο Vimeo

Λόγω της ημέρας, για να μην ξεχνάμε, ένα ντοκιμαντέρ που προσφέρεται για παραλληλισμούς και αποσαφηνίζει γνωστά αφηγήματα:

«Η Εργατική Πρωτομαγιά που γιορτάζεται σε όλα τα μέρη του κόσμου, πλην των Ηνωμένων Πολιτειών, ξεκίνησε με ένα εργατικό συλλαλητήριο στις ΗΠΑ, όπου εξερράγη μια βόμβα και η αστυνομία κατηγόρησε τους αναρχό- σοσιαλιστές σαν υπεύθυνους…»

Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα και θα μάθετε πως συνεχίστηκε η ιστορία και πως την έζησαν οι τότε Ελληνο-Αμερικανοί και τη διηγούνται οι απόγονοί τους.

Προσωπικά, στάθηκα σε μερικά σημεία, όπως αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω, έχοντας στο νου μου τους ξένους εργάτες που δουλεύουν ανά τον κόσμο ανασφάλιστοι, τους Ινδούς των θερμοκηπίων που βλέπω στο Μαραθώνα τα καλοκαίρια να κάνουν μπάνιο στα γρήγορα (συχνά με όλα τους τα ρούχα υπό την εποπτεία πάντα των αφεντικών), εκείνους της Μανωλάδας, τον άνθρωπο που έδωσε τέλος στη ζωή του πρόσφατα, κι άλλους, κι άλλους…

Όσοι υποστηρίζουν ότι «εμείς δεν ήμασταν έτσι», υπονοώντας αλλά και κραυγάζοντας ενίοτε πως ό λ ο ι οι Έλληνες όπου δούλεψαν είχαν άμεμπτη συμπεριφορά και ήταν νόμιμοι («είχαμε χαρτιά εμείς!»), χρήσιμο είναι να δουν ολόκληρο το ντοκιμαντέρ και να συμβουλευτούν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για την εγκληματικότητα των Ελλήνων (μεταναστών πρώτης γενιάς), στην Αμερική. Είχα συμπεριλάβει τέτοιες πηγές κι εγώ άλλωστε στο δεύτερο βιβλίο μου και πρότεινα συχνά μάλιστα (απ’ το «μακρινό» 2010) αυτό το ντοκιμαντέρ, όπως προτείνω τώρα και το συγκεκριμένο. Γιατί μπορεί η ιστορία γράφεται απ’ τους νικητές, να παραχαράσσεται ναι, εύκολα, αλλά μερικά πράγματα ευτυχώς δεν αποσιωπούνται για πάντα:

«Οι Έλληνες δεν ήταν ευπρόσδεκτοι στις ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί θεωρούσαν πως όλοι οι μετανάστες τους παίρνουν τις δουλειές και οι Έλληνες κατάφεραν να χαρακτηριστούν ως το κατώτερο είδος Ευρωπαίου και ίσως ούτε καν ως Ευρωπαίοι.

Στη Δύση οι εργάτες σιδηροδρόμων δούλευαν σε ομάδες. 20, 30, 40 άτομα δούλευαν και ζούσανε μαζί. Δεν επιτρεπόταν στους Έλληνες να κατασκηνώνουν με άλλους Ευρωπαίους. Ήταν υποχρεωμένοι να ζουν με τους Ασιάτες, συνήθως τους Ιάπωνες.

Και φυσικά είχαν πάντα τις χειρότερες δουλειές, δηλαδή τις ανατινάξεις με δυναμίτη...»

Dan Georgakas (συγγραφέας του «Greek American Radicalism in the 20th Century»)

Ας λάβουμε υπόψη λοιπόν την ιστορία και ας μην ξεχνάμε πως οι θέσεις των ανθρώπων («νόμιμων» και «παράνομων»), αλλάζουν συνεχώς σ’ αυτό τον κόσμο. Γι’ αυτό έχει νόημα να προτάσσουμε την αλληλεγγύη μας, να θυμόμαστε πως «οι ξένοι που παίρνουν τις δουλειές» ήταν κάποτε πολλοί Έλληνες σε άλλα κράτη. Εμείς θεωρούμασταν εγκληματίες κι ήμασταν απολύτως ανίσχυροι, όπως σήμερα είναι κάποιοι άλλοι:

«Επισκεπτομένη αυτούς εις τας καλύβας των και φιλοξενουμένη παρ’ αυτών, είχον την ευκαιρία να παρακολουθώ τα της εργασίαν των, να μανθάνω τα των μισθών των, να ακούω τα παραπονά των προς τους επιστάτες των έργων αυτών… Ενθυμούμαι ένα Κρητικάκι, εξι πόδας υψηλόν, να κλαίη σα μικρό παιδί όταν μοι αφηγείτο πως τους μεταχειρίζετο σκληρώς, απανθρώπως, ο φύλαξ, όταν μου έλεγε πως τους βλέπει ως εγκληματίας ο επιστάτης…»

Μαρία Σαραντοπούλου-Οικονομίδου (αποσπάσματα απ’ το βιβλίο «Οι Έλληνες της Αμερικής όπως τους είδα», Νέα Υόρκη, 1916)

Hotel Dieu: Στην Arles του Vincent Van Gogh

Η είσοδος του Hotel Dieu – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Τον περασμένο Ιούλιο βρέθηκα στο Γαλλικό Νότο. Και πιο συγκεκριμένα στην πόλη Arles, στο άσυλο της οποίας, δηλαδή στο Hotel Dieu, νοσηλεύτηκε ο Vincent Van Gogh μετά τον διαπληκτισμό του με τον Paul Gauguin τον Δεκέμβρη του 1888, κατά τη διάρκεια του οποίου έκοψε (;) μέρος του αριστερού λοβού του αυτιού του ή όλο το αριστερό αυτί σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες.

Φτάνοντας στο Hotel Dieu – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Εδώ υπάρχει μια διεξοδική ανάλυση των γεγονότων, που συμπεριλαμβάνει την άποψη του Gauguin, το τι έγραψαν οι εφημερίδες για το θέμα κ.α. κι εδώ θα βρείτε την παρουσίαση ενός βιβλίου που εστιάζει σε όλα όσα διαδραματίστηκαν στο Κίτρινο Σπίτι, απ’ την ώρα της άφιξης του Gauguin ως το περιστατικό.

Place Felix Ray – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σ’ αυτή την ανάρτηση που μπορείτε να συμβουλευτείτε επίσης, σας είχα γράψει διεξοδικά όσα συνέβησαν στην πόλη, που οι τότε κάτοικοί της έφτασαν ως το σημείο να μαζέψουν υπογραφές ώστε να εγκλειστεί ο σπουδαίος καλλιτέχνης στο τοπικό άσυλο. Ο 24χρονος Jean-Félix Rey (που «δεν ήταν καν ακόμα γιατρός» όπως γράφει ο François-Bernard Michel), είχε αναλάβει τη θεραπεία του και σήμερα, φτάνοντας στο Hotel Dieu πρόσεξα το δικό του όνομα στο δρόμο.

Το ακριβές σημείο όπου ζωγράφισε ο Van Gogh τον γνωστό του πίνακα στο Hotel Dieu – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Περνώντας ακολούθως την παλιά πύλη, είδα τον κήπο και το κτίριο του παλιού ψυχιατρείου ακριβώς όπως τα ήξερα απ’ τον αντίστοιχο πίνακα του Van Gogh («Garten des Ηospitals in Arles», ο τίτλος του). Τον ζωγράφισε εδώ το 1889 και πραγματικά είναι δύσκολο να σας περιγράψω το συναίσθημα του να βλέπω ότι έβλεπε κι εκείνος, όντας στο ίδιο μέρος. Ο χρόνος έτσι κι αλλιώς μοιάζει να ‘χει σταματήσει στην Arles. Η πόλη έχει διατηρηθεί όπως ήταν παλιά κι οι σύγχρονοι απόγονοι όσων έβαλαν κάποτε στο περιθώριο τον τρελό κοκκινομάλλη, τον «fou roux», όπως αποκαλούσαν τον Van Gogh, του αποδίδουν πια τις πρέπουσες ..τιμές.

Ο κήπος του Hotel Dieu – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Εκείνος έμεινε στην Arles 15 μήνες και στο διάστημα αυτό έφτιαξε περίπου 200 πίνακες και περισσότερα από 100 σχέδια, σύμφωνα με το βιβλίο που μπορείτε να συμβουλευτείτε και να δείτε εδώ . Υπήρξε κάτι παραπάνω από παραγωγικός δηλαδή, αν και τον ταλάνιζαν τόσες οδύνες. Σε διάφορα σημεία της περιοχής που απεικόνισε στους πίνακές του υπάρχουν αντίγραφα των έργων του, ο «περίπατος Van Gogh» (το πέρασμα δηλαδή απ’ τα μέρη όπου έζησε και δημιούργησε) είναι εξαιρετικά δημοφιλής και βέβαια μπορείτε όταν βρεθείτε στην πόλη να περάσετε κάποιες ώρες και στο αντίστοιχο Le Cafe La Nuit, που φέρει τ’ όνομά του. Τα υπόλοιπα που αφορούν τη ζωή του, αξίζει να τ’ ανακαλύψετε μόνες, μόνοι, μόνα σας…

Le Cafe La Nuit – Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στο flickr και στο instagram αντίστοιχα. Σ’ αυτούς τους λογαριασμούς σταδιακά θα δείτε κι άλλες.

Ψυχιατρείο Τεργέστης (Parco di San Giovanni): Εικόνες και σκέψεις

Το καλοκαίρι, μεταξύ άλλων, βρέθηκα και στην Τεργέστη. Μια πόλη πανέμορφη, με σπουδαία ιστορία, για όσ@ ασχολούμαστε με τα ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία (κι όχι μόνο), αφού εκεί, στο τοπικό ψυχιατρείο (όπως και στο κοντινό της Gorizia), ο Franco Basaglia έκανε τη δική του επανάσταση.

Αν δεν θυμάστε τι συνέβη βέβαια ή δεν ξέρετε καν, σας προτείνω να διαβάσετε αυτή κι αυτή την ανάρτηση, που θα σας διευκολύνουν μιας και δεν θα γράψω πολλά σήμερα, εσκεμμένα. Γιατί έγινε αυτή η εκδήλωση, στην οποία πολλές κι ενδιαφέρουσες πληροφορίες ειπώθηκαν από συναδέλφους (εδώ μάλιστα μπορείτε ν’ ακούσετε την ηχογράφησή της) και κρίνω σκόπιμο γι’ αυτό ακριβώς, να είμαι όσο το δυνατόν πιο φειδωλή.

Μιας κι είχα άλλα σχέδια, για να πω την αλήθεια, δεν σκόπευα να ξαναεπισκεφτώ το συγκεκριμένο χώρο, τον Ιούλιο που πήγα. Με κάποιες πόλεις άλλωστε έχω δύσκολη «σχέση» κι η Τεργέστη είναι μία απ’ αυτές. Αλλά σκέφτηκα ότι ήταν κρίμα να βρίσκομαι εκεί και να μην τραβήξω έστω λίγες φωτογραφίες για να τις μοιραστώ μαζί σας. Kι αυτό έκανα.

Σε καμία περίπτωση βέβαια, δεν εξάντλησα το «θέμα» μου φωτογραφικά, ώστε όταν με το καλό πάτε κι εσείς να μπορέσετε να δείτε κι άλλα πράγματα (όπως για παράδειγμα τα συνθήματα στους τοίχους, πρωτότυπα δημοσιεύματα κ.α). Το πιο χρήσιμο βέβαια, θα είναι να ξεναγηθείτε κιόλας στο σημερινό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, αλλά αν δεν είναι εφικτό, ακούστε έστω την ηχογράφηση της εκδήλωσης της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ που προανέφερα κι έτσι θα έχετε την ευκαιρία να μάθετε αρκετά πράγματα.

Το να βλέπω τα παλιά κλουβιά, τα σκουριασμένα κρεβάτια, το γαλάζιο άλογο (Marco Cavallo*), να περιδιαβαίνω πάλι αυτούς τους δρόμους και να διαβάζω στίχους (όπως εκείνους του John Keats για την ομορφιά και την αλήθεια), κείμενα της τότε εποχής κ.α., μ’ έκαναν να σκεφτώ πολλά όχι μόνο για το παρελθόν αυτού του χώρου, αλλά και γενικότερα για το παρόν και το μέλλον της ψυχικής υγείας.

Πόσα πράγματα έγιναν δυνατά λόγω του Basaglia, αλλά και πόσα ακόμη απομένει να γίνουν απ’ τη στιγμή που οι καθηλώσεις, οι πάμπολλες ακούσιες νοσηλείες κι οι άθλιες συνθήκες σε πολλά ψυχιατρεία, καλά κρατούν στις μέρες μας. Αυτά υποθέτω όμως, ότι θα τα συζητήσουμε όλ@ μαζί, ξανά και ξανά, στο μέλλον.-

.

.

*Στις 25 Φεβρουαρίου 1973, μια πομπή με πάνω από 400 ασθενείς κι επικεφαλής ένα μεγάλο μπλε άλογο από ξύλο και χαρτί, ξεκίνησε από το ψυχιατρείο και βγήκε στους δρόμους της Τεργέστης, καθιστώντας το έτσι σύμβολο της απελευθέρωσης αυτών των ανθρώπων που είχαν ψυχικές ασθένειες. Σύμβολο απελευθέρωσης απ’ την καταπίεση μιας ψυχιατρικής που είχε, έχει τις ρίζες στη φυλακή σα θεσμό. Το άλογο, που ονομάστηκε Marco Cavallo, κατασκευάστηκε στο ψυχιατρείο από ασθενείς, καλλιτέχνες, γιατρούς και νοσηλευτές υπό την καθοδήγηση του ζωγράφου και γλύπτη Vittorio Basaglia, ξαδέλφου του Franco Basaglia.

ΥΓ: Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα (Ιούλιος 2019) κι έχουν ανέβει ήδη στο flickr . Ορισμένες και στο instagram.

Berggrasse 19: Στο γραφείο του Freud στη Βιέννη – Sigmund Freud Museum (Μέρος Γ’)

Xειρόγραφη επιστολή του Freud (1922)

Απ’ ότι φάνηκε ήταν γραφτό ν΄ αργώ να συμπληρώσω αυτή τη σειρά των αναρτήσεων, για τον μεγάλο Βιεννέζο ψυχαναλυτή. Αστειεύομαι φυσικά αφού στην πραγματικότητα συμβαίνει να δίνω προτεραιότητα σε θέματα επικαιρότητας και λογικά μένουν πίσω τα υπόλοιπα. Δεν έχει και τόση σημασία όμως, αφού ήρθε επιτέλους η ώρα να ολοκληρωθεί. Και για ν’ «αποζημιώσω» όσες, όσους περίμεναν και με ρωτούσαν, αναθεώρησα όλες τις σχετικές αναρτήσεις που τον αφορούν κι έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς εδώ. Θα τις βρείτε επομένως εμπλουτισμένες με νέα στοιχεία αν επιλέξετε τις ετικέτες με τ’ όνομά του.

Αγαλματίδια και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα απ’ το γραφείο του Freud

Για να σας διευκολύνω όμως, να εξηγήσω πως αν τώρα επισκέπτεστε το blog για πρώτη φορά, εδώ κι εδώ θα βρείτε το Α’ και Β’ Μέρος, αντίστοιχα, που αναφέρονται ειδικά στο Μουσείο της Βιέννης. Σ’ αυτά υπάρχουν διαδικαστικές πληροφορίες που θα σας φανούν χρήσιμες, όταν με το καλό ταξιδέψετε κι εσείς σ’ αυτή την πόλη και θελήσετε να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια όσα περιγράφω και βέβαια θα μάθετε έτσι κι αλλιώς, είτε πάτε είτε όχι, αρκετά ιστορικά στοιχεία για το ίδιο το κτήριο και το πως περνούσε το χρόνο του σ’ αυτό ο Freud επί 47 συναπτά έτη. Συμβουλεύτηκα αυτό το πολύ εμπεριστατωμένο κι αναλυτικό άρθρο μάλιστα συμπληρωματικά, για να μπορέσω να σας δώσω μια πλήρη εικόνα των δραστηριοτήτων του κι αξίζει να το διαβάσετε κι εσείς για να δείτε ποια άλλα σημεία της Βιέννης έχουν συνδεθεί με την ιστορία του πατέρα της ψυχανάλυσης, εκτός απ’ το κτήριο της οδού Berggrasse 19. Υπάρχει άλλωστε κι η επιλογή της ειδικής ξενάγησης γι’ αυτό το σκοπό.

Στο κέντρο ο Freud με την κόρη του Sophie , φωτογραφημένοι περίπου το 1912.

Όπως σας είχα εξηγήσει δεχόταν τους ασθενείς του εκεί, έγραφε τα επιστημονικά του βιβλία, συζητούσε με τους συναδέλφους και τους μαθητές του στις περίφημες συναντήσεις της Τετάρτης, αλλά ζούσε και με την οικογένειά του σ’ αυτό το μέρος. Κινούνταν σε δύο συνεχόμενα, ευρύχωρα διαμερίσματα 12 δωματίων (ας μην ξεχνάμε πως μαζί τους έμενε κι η κουνιάδα του, Minna Barnays, την οποία έπαιρνε συχνά στα ταξίδια του), που σήμερα αντιστοιχούν στα διαμερίσματα 5 και 6 (το δεύτερο μετά το 1908 το χρησιμοποιούσε για τα ιατρικά του ραντεβού). Ώσπου οι Ναζί κατέλαβαν την εξουσία προσαρτώντας βίαια την Αυστρία στη Γερμανία. Οι οχλήσεις τους ήταν συνεχείς (διαβάστε κι εδώ περισσότερα), η κόρη του κλήθηκε στη Γκεστάπο, τα μετρητά του είχαν κατασχεθεί (σε μια μόνο έφοδό τους στο σπίτι του αφαίρεσαν ένα ποσό που αντιστοιχούσε σε 840 δολάρια τότε κι όπως έχει γραφτεί ο ίδιος σχολίασε ειρωνικά «ποτέ δε έχω πάρει τόσα πολλά για μια μόνο επίσκεψη»), ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν δεσμευμένος, τα βιβλία του καίγονταν κι εκείνος σε ηλικία πια 82 ετών, το 1938, με τη βοήθεια της Μαρίας Βοναπάρτη, που κατέβαλλε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό που απαίτησαν εκείνοι για να του επιτρέψουν ν’ αναχωρήσει και τη μεσολάβηση του Προέδρου Roosevelt , έφυγε για την Αγγλία με την οικογένειά του. Σταμάτησαν πρώτα στο Παρίσι όπου και τη συνάντησε κι υπάρχουν κοινές φωτογραφίες τους από κείνη την εποχή.

Ο Freud σε ηλικία 79 ετών (πάνω αριστερά). Πρωτότυπες εκδόσεις των βιβλίων του (κάτω δεξιά).

Η πινακίδα με τ’ όνομά του και τις ώρες επισκεπτηρίου (3-4 δεχόταν τυπικά αλλά έβλεπε καθημερινά ασθενείς περίπου επί οκταώρου) αφαιρέθηκε ακολούθως απ’ τους Ναζί και στο σπίτι που είχε εγκαταλείψει, στο δεύτερο όροφο, κυμάτιζε για ένα μεγάλο διάστημα η σβάστικα. Το πενταώροφο κτήριο απ’ το οποίο έφυγε τότε, είχε ανεγερθεί πριν από 140 και πλέον χρόνια, η πόρτα του είναι ίδια εδώ και περίπου 70 χρόνια κι εγκαινιάστηκε τελικά ως δικό του Μουσείο το 1971, με τη βοήθεια της Anna Freud, της νεότερης κόρης του. Ήταν εκείνη που παραχώρησε γι’ αυτό το σκοπό 60 εκθέματα απ’ την αρχαιολογική συλλογή του πατέρα της. Μπορεί σ’ αυτό το χώρο να μην βρίσκεται το περίφημο ντιβάνι του (μεταφέρθηκε στην Αγγλία όταν εκείνος μετακόμισε στο χώρο που επίσης έγινε Μουσείο), αλλά υπάρχει ολόκληρο το σαλόνι αναμονής με τα τότε έπιπλά του, οι πρώτες, αυθεντικές εκδόσεις των έργων του (το πρώτο του βιβλίο το»Die Traumdeutung» αξίζει ν’ αναφέρω ότι αν και τυπώθηκε σε μόλις 600 αντίτυπα χρειάστηκε να περάσουν 7 χρόνια για να πουληθούν όλα), χειρόγραφες επιστολές του και πλήθος άλλων προσωπικών του αντικειμένων. Φεύγοντας μπορείτε να πάρετε ό,τι αναμνηστικό θέλετε απ’ το πολύ μοντέρνο κι ενημερωμένο πωλητήριο για το οποίο σας έγραψα στην αρχή, πριν συνεχίσετε τη βόλτα σας στην Ringstrasse, έναν απ’ τους δρόμους όπου βάδιζε σχεδόν καθημερινά γιατί εκεί βρισκόταν και το αγαπημένο του Cafe Landtmann, σ’ αυτή την πόλη που δεν του άρεσε μεν όπως έλεγε, αλλά απρόθυμα εγκατέλειψε δε.-

Το σαλόνι αναμονής του Freud με τα αυθεντικά έπιπλά.

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα, τον Ιούλιο του 2018 κι έχουν δημοσιευτεί ήδη φυσικά, στο αντίστοιχο άλμπουμ στο flickr.

.

“Άγνωστη Σερβία”: Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς

Σ’ ένα απ’ τα ράφια του σπιτιού μου υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, ένα μπουκάλι σλίβοβιτσα μ’ ένα σκούρο καφέ ξύλινο σταυρό μέσα. Όχι αγορασμένο σαν αυτά που μπορείτε να βρείτε κι εσείς πια, αλλά δώρο μοναχών ορθόδοξης Σέβρικης εκκλησίας απ’ την περιοχή Štrpce του Κοσόβου. Ένα μπουκάλι με ..»αγιασμένο» ρακί από δαμάσκηνα δηλαδή, δικής τους παραγωγής, σαν παλιό χρέος που περιμένει υπομονετικά την εξόφλησή του. Δεν ανοίχτηκε ποτέ κι η στάθμη του κατεβαίνει όσο περνάει ο καιρός, αλλά οι ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν γύρω απ’ αυτό όλο και πληθαίνουν.

Το σκεφτόμουν πέρυσι το καλοκαίρι στο Novi Sad καθισμένη στις όχθες του Δούναβη κοντά στην βομβαρδισμένη γέφυρα κοιτώντας προς το επιβλητικό κάστρο Petrovaradin. Το σκεφτόμουν όταν συναντήθηκα με μια ηλικιωμένη κυρία στο φρούριο Kalemegdan στο Βελιγράδι, αλλά και βλέποντας στο ίντερνετ πολλά επεισόδια απ’ το Balkan Express επιστρέφοντας στην Ελλάδα.

Κι επειδή τα χρέη πρέπει να εξοφλούνται κι εγώ ήδη γράφω κάνοντας παράλληλα την έρευνά μου για όλ’ αυτά τα μέρη, συμβουλευόμενη μεταξύ άλλων και το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς με τίτλο “Άγνωστη Σερβία” βρήκα καλή την ιδέα να σας το παρουσιάσω σήμερα.

Εκεί λοιπόν, στα κείμενα του Γιώργου Στάμκου γι’ αυτή τη χώρα που ζει τη δική της (Βαλκανική) «Άνοιξη» μέσα από διάφορες κινητοποιήσεις, αναφέρεται κι η φράση “ποίημα ανάμεσα στις δαμασκηνιές” που τόσο μου άρεσε. Δεν τις είδα ν’ ανθίζουν, αλλά τις φαντάστηκα μέσα από περιγραφές συγγραφέων σαν εκείνες του Ίβο Άντριτς. Είδα πολλά λουλούδια όμως κι ακόμη περισσότερα ηλιοτρόπια διασχίζοντας τη χώρα απ’ τη Niš ως το Βελιγράδι κι από ‘κει ως τα βόρεια σύνορά της. Και περπάτησα στις πόλεις της με τη ζωντανή κι άγρια ιστορία τους, όσο περισσότερο μπόρεσα.

Γι’ αυτή την ιστορία και για όσα δεν κατάφερα να δω εγώ, διάλεξα αυτό το βιβλίο. Για να ταξιδέψω κι άλλο μαζί του, νοερά τώρα πια μέχρι να ξαναβρεθώ σ’ αυτά τα μέρη και να γνωρίσω αυτό το λαό με τις τόσο ενδιαφέρουσες παραδόσεις του και τις διαφορετικές πεποιθήσεις του μέσα απ’ τις λέξεις δυο ανθρώπων που τον ξέρουν πολύ καλά. Ο Γιώργος Στάμκος γυρίζει τα Βαλκάνια σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα κι η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς είναι γεννημένη στην Κροατία από Σέρβους γονείς. Μπορείτε να σκεφτείτε καλύτερους ξεναγούς;

Μ’ αρέσει άλλωστε να κοντράρομαι με τον ορθολογισμό μου κι ίσως γι’ αυτό αν και τόσο σκεπτικίστρια ως άνθρωπος, κατά καιρούς στα μυθιστορήματά μου να υπάρχουν και κάποια μεταφυσικά στοιχεία, να «περνάει» δηλαδή το μαγικό και το ανεξήγητο. Σέβομαι βαθιά τις διαφορετικές απ’ τις δικές μου απόψεις, προσωπικά δεν κατάφερα να νιώσω ποτέ την ενέργεια ορισμένων τόπων όσο δέος κι αν μου προκαλεί η φύση, αλλά πιστεύω πως σίγουρα πίσω απ’ τους μύθους και τα μυστήρια υπάρχουν αλήθειες που αξίζει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε. Κι αν δεν βρίσκουμε την εξήγησή τους πάντα δε χάθηκε ο κόσμος. H φαντασία να ταξιδεύει…

Σας έγραφα μάλιστα στην ανάρτηση για το Μουσείο Νίκολα Τέσλα, πως αν δεν κατανοήσουμε το περιβάλλον απ’ το οποίο εκείνος προήλθε δεν θα μπορέσουμε και να τον “κρίνουμε” σωστά. Και το βιβλίο συμβάλλει και σ’ αυτό κι έτσι κατά τη γνώμη μου συμπληρώνεται σιγά-σιγά η μεγαλύτερη εικόνα. Μπαίνουν κάποια κομμάτια του παζλ στη θέση τους.

Στα κεφάλαια λοιπόν που έχει επιμεληθεί ο Γιώργος Στάμκος μαθαίνουμε για την ιστορία αλλά και για την πολύ ενδιαφέρουσα μυθολογία της περιοχής. Κατανοούμε την γεωπολιτική σημασία της Σερβίας και τον ρόλο που παίζει το Κόσοβο ως τόπος μνήμης και όχι μόνο, ακόμη και σήμερα φυσικά. Ξεκαθαρίζονται έτσι αρκετά τα στρατηγικά παιχνίδια που εξακολουθούν να παίζονται στα Βαλκάνια με τη Ρωσία αλλά και με την Αμερική.

Αλλά περιπλανιόμαστε μαζί του και σε χωριά της ενδοχώρας, γνωρίζοντας μέσα απ’ τις λέξεις του τις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων τους και μαθαίνοντας τις συνήθειές τους. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αναφορά του στην τεχνητή λίμνη Vlasina και στα “πλωτά νησιά” της, όπως άλλωστε κι όσα γράφει η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς για την υπόγεια τοπιογραφία του Βελιγραδίου.

Έμαθα περισσότερα για το γνωστό Φεστιβάλ της Guca από κείνον και για το παράξενο χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα. Κι από κείνη πολλά για την εναλλακτικές θεραπείες (πολύ σημαντική η σύνδεση που κάνει με τους πολέμους, το εμπάργκο και τον οικονομικό παράγοντα) και για την παγανιστική Σερβία.

Μου άρεσε ακόμη που γράφοντας για τη δική της νοσταλγία είχε την ευαισθησία ν’ αναρωτηθεί «Τι να λείπει άραγε στους Αφρικανούς μετανάστες που καθημερινά προσπαθούν να επιβιώσουν ως μικροπωλητές;» και που εξήγησε στο ίδιο κεφάλαιο: «θα έλεγα ότι ζούμε στην εποχή της νοσταλγίας, γιατί ζούμε στην εποχή των μεταναστών και των προσφύγων, γιατί είμαστε μετανάστες οι ίδιοι ή τους συναντούμε συνεχώς, γιατί έχουν έρθει στη γειτονιά μας, στη χώρα μας..

Η εποχή της νοσταλγίας λοιπόν… Και για την Yugo-nostalgia γράφει πολλά ο Γιώργος Στάμκος. Έτσι εκτός απ’ τη Σερβία, μαθαίνετε και για τη Βοσνία (με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα όσα αφορούν τον Ίβο Άντριτς και την πόλη που νιώσαμε δική μας μέσα απ’ το βιβλίο του «Το γεφύρι του Δρίνου»), αλλά και για το Μαυροβούνιο, αφού και σ’ αυτές τις περιοχές ζουν Σέρβοι. Κι όχι μόνο. Θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε τι εννοώ.

Οι πληροφορίες τους είναι διασταυρωμένες, αν κάτι δεν το έχουν εξακριβώσει οι ίδιοι αναφέρουν τίμια την πηγή τους (το μέτρησα αυτό) και παραθέτουν στο τέλος σχετική βιβλιογραφία. Σας προσφέρουν δηλαδή κάτι περισσότερο απ’ αυτό που υπόσχονται. Εγώ τουλάχιστον αυτό το εισέπραξα και το ομολογώ.

Γενικά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε είτε βρεθήκατε ποτέ σ’ αυτές τις χώρες, είτε πρόκειται να πάτε ή απλώς επειδή σας αρέσει να μαθαίνετε. Γιατί τις πληροφορίες του δεν θα τις βρείτε εύκολα στους τουριστικούς οδηγούς ή μέσω των γνωστών μηχανών αναζήτησης.

Όσες, όσοι είμαστε ταξιδιώτες άλλωστε δεν μένουμε ποτέ στην επιφάνεια και δεν μας αφορούν τα τετριμμένα. Ψάχνουμε το κάτι διαφορετικό, άσχετα απ’ το αν θα το ενστερνιστούμε ή θα το απορρίψουμε. Σημασία έχει πρώτα να το γνωρίσουμε. Και το βιβλίο αυτό εμένα μου έμαθε όσα ίσως θα μου έλεγαν οι ντόπιοι αν είχα ζήσει μαζί τους κάμποσες μέρες και νύχτες, σε σπίτια με αναμμένο τζάκι και καλή σλίβοβιτσα. Κι αυτό τα λέει όλα. –

.

*Η φωτογραφία του βιβλίου είναι από εδώ απ’ όπου μπορείτε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες καθώς και το πως μπορείτε να το προμηθευτείτε.

.

.

«Γατο-πιάνο»: Το «μουσικό όργανο» που σχεδιάστηκε για τη θεραπεία των ψυχικά πασχόντων – Ο Nick Cave σε ρόλο αφηγητή σχετικής ταινίας

Και στο παρελθόν λοιπόν είχα σκεφτεί να σας γράψω για το θέμα, αλλά διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο στο Open Culture, βρήκα κατάλληλη τη συγκυρία κι έτσι σήμερα το αποφάσισα. Γενικώς είναι ν’ αναρωτιόμαστε για τη διαστροφή των «λογικών» όσο πληροφορούμαστε τα σχετικά με τις «θεραπείες» που επινόησαν κάποιοι με σκοπό την ίαση των ψυχικά πασχόντων.

Όσες, όσοι είχατε διαβάσει μερικές απ’ αυτές που κατέγραψε ο Michel Foucault κι αναφέρω εδώ μαζί με άλλες, έχετε πάρει ήδη μια ιδέα απ’ το ζοφερό κόσμο των ιδρυμάτων των περασμένων αιώνων. Σ’ αυτό το πλαίσιο επομένως εντάσσεται σαν ιδέα και το «γατο-πιάνο», το Katzenklavier όπως λεγόταν (cat organ στα αγγλικά). Ή μήπως όχι; Θα το δούμε μαζί παρακάτω. Προς το παρόν όμως για να καταλάβουμε περισσότερα, για να δούμε πως σχεδιάστηκε.

Θα υπήρχε δηλαδή ένα πληκτρολόγιο που θα κατέληγε σ’ ένα κλουβί όπου επτά με εννιά άτυχα ζώα θα ούρλιαζαν απ’ τους πόνους όσο με το πάτημα των πλήκτρων, αιχμηρά καρφιά θα καρφώνονταν στις ουρές τους. Κι όμως ο νεαρός Γερμανός γιατρός Johann Christian Reil, που το ..εμπνεύστηκε όπως αναφέρεται εδώ, πίστευε πως έπρεπε ακριβώς αυτές τις εκφράσεις πόνου να βλέπουν οι ψυχικά πάσχοντες, όσο ο ψυχίατρος θα έπαιζε μια ..φούγκα.

Ο λόγος που το υποστήριξε ήταν ότι πίστευε πως αυτό το «μουσικό όργανο» θα βοηθούσε τους ψυχικά πάσχοντες να εστιάσουν κάπου συνειδητά, πράγμα που θεωρούνταν πως δεν μπορούσαν να κάνουν. Ο Athanasius Kircher εκκεντρικός και πολυμαθής εφευρέτης για τον οποίο τις τελευταίες δεκαετίες γράφονται πολλά, δημιουργός κι άλλων περίεργων συσκευών κι αντικειμένων ήταν όμως εκείνος που υποτίθεται το κατασκεύασε (δείτε εδώ κι εδώ πόσο αντικρουόμενες είναι οι πληροφορίες), αλλά ευτυχώς απ’ όσο γνωρίζουμε μάλλον δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

Ο δε βιογράφος του Kircher, John Glassie, που έγραψε το «A Man of Misconceptions: The Life of an Eccentric in an Age of Change» το 2012, δηλώνει πως δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα σ’ αυτά που περιέγραφε στο 1200 σελίδων βιβλίο του με τίτλο: «Universal Music-Making».

Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι που πιστεύουν ότι όλο αυτό το θέμα ξεκίνησε σαν ένα είδος καυστικής κριτικής για καταστάσεις της εποχής, σαν ένα κακόγουστο αστείο, που ορισμένοι πήραν πολύ στα σοβαρά και για πολύ μεγάλο διάστημα, καθώς σχέδια τέτοιων «οργάνων» βρίσκουμε απ’ το 1667 ως το 1883.

Πιο συγκεκριμένα, ο Γάλλος ιστορικός Jean-Baptiste Weckerlin έχει γράψει στο βιβλίο του Musiciana, ότι βρήκε αρχεία που μιλούσαν για παρόμοια «όργανα με γάτες» που λειτουργούσαν στο Saint-Germain το 1753 αλλά και στην Πράγα το 1773, καθώς κι ότι ανακάλυψε ένα χαρακτικό που απεικονίζει ένα άλλο παρόμοιο «μουσικό όργανο» που περιελάμβανε κι άλλα κακοποιημένα ζώα (σκύλους, πιθήκους, γάιδαρους κι αγελάδες).

Ο Nick Cave λοιπόν, το 2009 έλαβε μέρος σε μια σχετική ταινία κινουμένων σχεδίων, μικρού μήκους όπου ως αφηγητής διαβάζει ένα ποίημα του Eddie White του ενός εκ των σκηνοθετών της. Η ταινία έχει κερδίσει αρκετά βραβεία κι εδώ μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτήν.

Σύντομα θα συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των ταινιών που μπορούν να παρακολουθήσουν όσες, όσοι ενδιαφέρονται, δωρεάν ολόκληρες στο open culture. Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή είναι ότι κάποιος έπρεπε, αν μη τι άλλο, να δώσει ένα τέτοιο τέλος για τις ..πρωταγωνίστριες αυτής της ανάρτησης.-

.

.