Παρουσίαση βιβλίου: «Ο Φρόυντ στην Ακρόπολη – Μια ατοπογραφία» του Ηλία Παπαγιαννοπούλου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σαν σήμερα επισκέφτηκε ο Φρόυντ την Ακρόπολη κι έτσι θεώρησα ότι αυτή είναι η καλύτερη στιγμή, για να σας παρουσιάσω το σχετικό βιβλίο του Ηλία Παπαγιαννοπούλου, που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Περισπωμένη». Έχοντας κάνει πριν από πολλά χρόνια αυτήν την ανάρτηση για το θέμα, ήταν επόμενο να μ’ ενδιαφέρει κι η προσέγγιση του συγγραφέα, όπως καταγράφεται στο οπισθόφυλλο:

«Το 1935, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Φρόυντ δημοσιεύει ένα σύντομο κείμενο για την επίσκεψή του στην Ακρόπολη. Εκείνη η επίσκεψη τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια νωρίτερα του είχε προξενήσει μια παράξενη διαταραχή που τον απασχόλησε κατόπιν για καιρό και τώρα επιστρέφει σε αυτήν για να δώσει την απάντηση στα πιεστικά ερωτήματα που του προκάλεσε, τόσο θεωρητικά όσο και βαθύτατα προσωπικά. Όμως, αντί να κλείνει το ζήτημα, η φροϋδική απάντηση συγκροτεί απεναντίας μια ιλιγγιώδη κειμενική μηχανή που πολλαπλασιάζει τους ιριδισμούς της αθηναϊκής εμπειρίας, εξωθώντας τη σκέψη και τη γραφή σε ένα δύσκολο σημείο.


Ταξιδιωτικό αφήγημα, ιστορία φαντασμάτων, στοχασμός για τα τραύματα της Ιστορίας, το πολυσυζητημένο αυτό κείμενο ενός αλλιώτικου περιηγητή στο κέντρο τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας είναι, στην παρούσα ανάγνωσή του, πρωτίστως ένα «παραμύθι για διαλεκτικούς». Ξεδιπλώνοντας τις πτυχώσεις του, θα παρακολουθήσουμε τη δημιουργία ενός πλέγματος, αναλυτικού κι αφηγηματικού, από συνάψεις ενίοτε παράδοξες και αναπάντεχες. Από τον Μπένγιαμιν και τον Ντερριντά, τον Κάφκα και τη Λισπέκτορ, μέχρι τον Σεφέρη, τον Παπαρρηγόπουλο και, ιδίως, τον Φαλμεράγιερ, η κλωστή του Φρόυντ, η κλωστή ενός ξένου, θα συνυφάνει πολλαπλά νήματα για να συλλάβει μια εικόνα της νεοελληνικής συνθήκης. Μια εικόνα της καταγωγής και κυρίως ενός λανθάνοντος παρόντος, μολυσμένου από την έκθεση σε μια υπερβολική εμπειρία. Μια ατοπογραφία.»

Ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος λοιπόν, κάνει τους δικούς του παραλληλισμούς, υπογραμμίζοντας μας ότι ο Φρόυντ διάβαζε «περισσότερο αρχαιολογία παρά ψυχολογία», όπως γνωρίζουμε απ’ τις επιστολές του κι έτσι «η φροϋδική παρομοίωση της ανάλυσης του ανθρώπινου ψυχισμού με την αρχαιολογία», είναι φυσικά αναμενόμενη. Κι εξηγεί ο συγγραφέας: «Ως παράδειγμα φέρνει τη Ρώμη, έτσι ώστε η πρώτη να μοιάζει με την προσπάθεια ανασύστασης της Roma Quadrata, δηλαδή», διευκρινίζει «ενός «περιφραγμένου οικισμού» στον οποίο η «αιώνια πόλη» θα είχε τη βαθύτερη ιστορική ρίζα της. Και αν ένας σημερινός επισκέπτης της Ρώμης», προσθέτει, «με δυσκολία μπορεί να βρει σε αυτήν κάτι παραπάνω από ελάχιστα ίχνη του παρελθόντος, η ανάλυση απεναντίας του ψυχισμού μπορεί κατά κανόνα, αν δηλαδή αυτός δεν έχει στο μεταξύ υποστεί κάποιο πλήγμα τόσο σοβαρό ώστε να τον αποκόβει ριζικά από το παρελθόν του, να τον ανασύρει ακέραιο στο ψυχικό παρόν του. Ό,τι δεν επιτρέπει ο χώρος, την παρατακτική συνύπαρξη των χρόνων στο παρόν, το επιτρέπει το ψυχαναλυτικό βλέμμα που αποκαλύπτει τα αφανώς διατηρημένα περασμένα».

Τα νήματα που υφαίνει λοιπόν ο Παπαγιαννόπουλος για να στηρίξει τις υποθέσεις του, εκκινούν από την αρχαιότητα (και πώς θα έλειπε ο Οιδίποδας;), διατρέχουν την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παραγωγή (εύστοχη η αντίστιξη με την εμπειρία του ήρωα του László Krasznahorkai στην Αθήνα, όπως περιγράφεται στο βιβλίο «Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω», αλλά και με όσα διαδραματίζονται στον «Πύργο» του Franz Kafka, φυσικά), αναψηλαφούν το γερμανικό φαντασιακό όσον αφορά την τότε συλλογική πρόσληψη μιας εξιδανικευμένης Ελλάδας και φτάνουν, εγκιβωτίζοντας κατά κάποιο τρόπο τις όποιες ιστορικές ασυνέχειες (για να μνημονεύσω και το Φουκώ, που βεβαίως επικαλείται σε κάποια σημεία), μοιραία, ως τις μέρες μας. Γιατί άραγε; Επειδή ο συγγραφέας του εξαιρετικού αυτού πολυτονικού δοκιμίου που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Περισπωμένη» πιστεύει ότι: «Ακολουθώντας, με τη σειρά μας, το νήμα μιας τέτοιας επανόδου του άλλου, σε όνειρα του εαυτού μας που τον στοίχειωσαν και στα οποία δεν πάψαμε από καταβολής του νεοελληνικού κράτους να αναζητάμε το σχήμα μας, ενδέχεται να βρούμε, ή να κατασκευάσουμε μέσα από αυτήν, την περιοχή μιας μείζονος θραύσης – ενός άλλου, δικού μας πια, θρυμματισμού. Και μαζί, μέσα στο πένθος που ορίζει ένα τέτοιο συμβάν, να βρούμε ή να κατασκευάσουμε έναν μικρο-ιστορικό και μικρο-αρχαιολογικό αστερισμό θραυσμάτων. Αναδιατάσσοντας τότε τα υλικά εκείνης της επανόδου και τους συσχετισμούς ανάμεσά τους, αφηγούμενοι ξανά την αφήγηση μέσα στην οποία μας δίνεται, διαφορετικά τώρα, και συμπλέκοντάς την εντέλει με έναν ολόκληρο ιστό από κείμενα, συνειρμούς και συγκινήσεις, θα επιτρέψουμε, ίσως, να γίνει ορατό κάτι από ένα δικό μας κρυμμένο παρόν. Ένα παρόν αινιγματικό και μελαγχολικό σαν το νεύμα του ίδιου του κειμένου, του κειμένου του άλλου, που έχουμε τώρα μπροστά μας».

Θραύσεις επικαλείται, που προϋποθέτουν ενδοψυχικές συγκρούσεις, γεγονότα που δημιουργούν βιογραφικές ρωγμές και χρήζουν ερμηνειών. Προτείνονται και τέτοιες ερμηνείες στο βιβλίο, επομένως. Κι εύχομαι να τις βρείτε τόσο ενδιαφέρουσες, όσο κι εγώ.

.

Βιογραφικό σημείωμα: Ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Από το 1990 και επί δεκατέσσερα χρόνια, η διαδρομή από την Ελλάδα στην Κεντρική Ευρώπη και πάλι πίσω, όχι μόνο στάθηκε ο ουσιαστικός τόπος της ζωής του, αλλά συνάμα όρισε το πεδίο ενός θεμελιώδους πνευματικού διακυβεύματος. Σπούδασε φιλοσοφία και αρχαία ιστορία στο Πανεπιστήμιο Innsbruck, στην Αυστρία. Η διδακτορική διατριβή που εκπόνησε εκεί εκδόθηκε σε επεξεργασμένη μορφή από τις εκδόσεις Ίνδικτος το 2000, με τίτλο «Έξοδος θεάτρου – Δοκίμιο οντολογίας με πλοηγό τον Μόμπυ-Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ. Από το 1996 μέχρι το 2003 δίδαξε στο Τμήμα φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Innsbruck. Ταυτόχρονα, ως επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών για τρία χρόνια, εκπόνησε την πρώτη μορφή του κειμένου «Επέκεινα της απουσίας». Από το 2004 διδάσκει πολιτική φιλοσοφία και ιστορία των ιδεών σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά τμήματα του Παντείου Πανεπιστημίου. Ανήκει, τέλος, στην συντακτική ομάδα του περιοδικού της Ινδίκτου.

Εθνικό Μουσείο Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Akron

Την ύπαρξη αυτού του Μουσείου που βρίσκεται στο Οχάιο, δε θα τη γνώριζα αν δεν είχα διαβάσει το βιβλίο «Εκπνοή» του Ted Chiang. Αφού το πληροφορήθηκα όμως, δε γινόταν να μην μπω στον πειρασμό να μάθω περισσότερα και να μοιραστώ μαζί σας όλες τις σχετικές πληροφορίες. Κι αυτό κάνω σήμερα μιας κι επιπλέον το βλέπω δύσκολο το να το επισκεφτούμε. Τι περιμένετε άραγε να συμπεριλαμβάνει ένας τέτοιος χώρος στα εκθέματά του; Σίγουρα η φωτογραφία που βλέπετε παραπάνω σας δίνει μια ιδέα και θα σας γράψω κι εγώ όσα μπορώ. Ας δούμε όμως μαζί, πώς κι ιδρύθηκε ένα τέτοιο Μουσείο…

Το 2018 λοιπόν, άνοιξε τις πύλες του για πρώτη φορά το Center for the History of Psychology (CCHP) και να τι σημαίνει στην πράξη το γεγονός ότι υπάρχει:

«Είναι ένα μοναδικό ίδρυμα που φροντίζει, παρέχει πρόσβαση και ερμηνεύει το ιστορικό αρχείο της ψυχολογίας και των σχετικών ανθρωπιστικών επιστημών. Το CCHP περιλαμβάνει ένα Μουσείο Ψυχολογίας που αναδεικνύει αντικείμενα, έγγραφα, ταινίες και φωτογραφίες από την ιστορία των ανθρωπιστικών επιστημών. Φιλοξενεί το Archives of the History of American Psychology, το οποίο αποτελείται από μια τεράστια συλλογή αντικειμένων, μέσων και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών εγγράφων πολλών σημαντικών ψυχολόγων.

(…)Το CCHP ανοίγει τις πόρτες του σε μελετητές, φοιτητές όλων των ηλικιών και επισκέπτες από όλο τον κόσμο που έρχονται να δουν και να εργαστούν με αυτές τις μοναδικές συλλογές. Το CCHP είναι ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου Τεχνών & Πολιτισμού του Πανεπιστημίου του Άκρον, αφιερωμένο στη συνεργασία, την προώθηση και την υποστήριξη των πολιτιστικών προγραμμάτων, δραστηριοτήτων, ενοτήτων και εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου του Άκρον εντός της κοινότητας».

Τι βλέπει λοιπόν το κοινό που το επισκέπτεται; Πολλά κι ενδιαφέροντα είναι τα εκθέματά του. Θα σας γράψω γι’ αυτά. Αλλά τη φιγούρα της Wonder Woman που υπάρχει στην είσοδο, μάλλον θα την κοιτούσατε με επιφύλαξη και θ’ αναρωτιόσασταν για ποιο λόγο βρίσκεται εκεί… Κι όμως είναι σχετικότατο έκθεμα, αφού δημιουργήθηκε απ’ τον ψυχολόγο William Moulton Marston (Γουίλιαμ Μόλτον Μάρστον) ως σύμβολο αυτού που έβλεπε ως την αναδυόμενη δύναμη των γυναικών στη δεκαετία του 1940 και πρόκειται για την πιο δημοφιλή γυναίκα υπερήρωα κόμικ όλων των εποχών. Ας κάνω μια παρένθεση λοιπόν, να εξηγήσω μερικά πράγματα…

Ο δημιουργός της, όπως μαθαίνουμε εδώ, είχε τρία πτυχία από το Χάρβαρντ, συμπεριλαμβανομένου ενός διδακτορικού στην ψυχολογία. Υπήρξε σύμβουλος ψυχολόγος για την Universal Pictures. Είχε γράψει σενάρια, ένα μυθιστόρημα, δεκάδες άρθρα σε περιοδικά κι εφηύρε ένα πρώιμο πρωτότυπο αυτού που σήμερα ονομάζουμε ανιχνευτή ψεύδους. Την «αμαζονική» καταγωγή της Wonder Woman του, την απέδωσε στην αρχαία Ελλάδα και τη γνωστή μυθολογία της. Για το συγκεκριμένο κόμικ πάντως, ζητήθηκε αργότερα κι η γνώμη της Lauretta Bender (Λαουρέτα Μπέντερ), αναπληρώτριας καθηγήτριας ψυχιατρικής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και ανώτερη ψυχίατρο στο Bellevue Hospital (ήταν διευθύντρια του παιδικού τμήματος, ειδική στην επιθετικότητα, γνωστή για το Bender-Gestalt Test ).

Αν θέλαμε ν’ αναζητήσουμε επιπλέον και τη γυναίκα, όπως λέγεται, που έπαιξε ρόλο στη δημιουργία του κόμικ, έχει νόημα έστω να σας αναφέρω ότι σύντροφος του Marston, ήταν η Olive Byrne (Όλιβ Μπερν). Και γιατί αυτό έχει σημασία; Επειδή ήταν ανιψιά της Margaret Sanger (Μάργκαρετ Σάνγκερ), μιας από τις σημαντικότερες φεμινίστριες του 20ού αιώνα. Το 1916, η Sanger και η αδερφή της, Ethel Byrne (Έθελ Μπερν) , μητέρα της Olive, είχαν ανοίξει την πρώτη κλινική ελέγχου γεννήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι δύο συνελήφθησαν για παράνομη διανομή αντισύλληψης. Στη φυλακή το 1917, η Ethel έκανε απεργία πείνας και παραλίγο να πεθάνει. Και σαν φοιτητής όμως, ο δημιουργός της Wonder Woman είχε λάβει γνώση ακτιβιστικών δράσεων που γίνονταν από σουφραζέτες, όπως η Emmeline Pankhurst, κ.α.

Παρά το ότι ο Marston δε μίλησε ποτέ ανοιχτά για τις επιρροές του, τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα και ενώ η Bender έβλεπε τη θετική επιρροή των υπερηρώων σε παιδιά με ψυχολογικά τραύματα, το 1954, ένας άλλος ψυχίατρος ονόματι Fredric Wertham ( Φρέντρικ Γουέρθαμ) δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Seduction of the Innocent» για να εκφράσει τις αντιρρήσεις του για τα κόμικς και κατέθεσε ενώπιον μιας υποεπιτροπής της Γερουσίας που ερευνούσε το θέμα. Ο Wertham (που αξίζει μα σημειωθεί ότι δεχόταν φτωχούς μαύρους ασθενείς στην κλινική του Lafargue, σε μια περίοδο αυξημένων διακρίσεων στην αστική ψυχική υγεία), πίστευε ότι τα κόμικς διέφθειραν τα παιδιά της Αμερικής και τα μετέτρεπαν σε ανήλικους παραβάτες. Αντιπαθούσε ιδιαίτερα δε, τη Wonder Woman. Το ότι ο Paul Ferdinand Schilder (Πάουλ Φερδινάνδος Σίλντερ), ο εκλιπών σύζυγος της Bender, που ήταν Αυστριακός ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και ιατρικός ερευνητής, υπήρξε το αφεντικό του Wertham για πολλά χρόνια, προφανώς και δείχνει ότι υπήρχαν κι άλλα κίνητρα πίσω απ’ αυτή τη διαμάχη των δύο ειδικών.

Στην ίδια επιτροπή της Γερουσίας, κατέθεσε κι η Bender, φυσικά, κι είπε ότι αν κάτι στην αμερικανική λαϊκή κουλτούρα ήταν κακό για τα κορίτσια, δεν ήταν η Wonder Woman, ήταν ο Walt Disney. «Οι μητέρες σκοτώνονται πάντα ή στέλνονται στα τρελοκομεία στις ταινίες του Walt Disney», επισήμανε, αλλά το επιχείρημά της έπεσε στο κενό. Σ’ αυτό το σημείο όμως, θα κλείσω την παρένθεση που άνοιξα παραπάνω, μιας και πια καταλάβατε σίγουρα γιατί αυτή η φιγούρα σχετίζεται με την Ιστορία της Ψυχολογίας, για να σας γράψω και για τ’ άλλα εκθέματα.

Μεταξύ άλλων, λοιπόν, το κοινό βλέπει εκεί σπάνιες ταινίες του Sigmund Freud (καθώς κι ένα αντίγραφο του Γραφείου του της Βιέννης, αλλά και επιστολές του), την προσομοιωμένη γεννήτρια κραδασμών από τις μελέτες υπακοής του Stanley Milgram και αντικείμενα από το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ του Philip Zimbardo. Υπάρχει επίσης το ξύλινο κλουβί που είναι γνωστό ως Utica Crib (και χρησιμοποιήθηκε σε άσυλα του 19ου αιώνα για να εμποδίσει τους ασθενείς να σηκωθούν απ’ το στρώμα τους), η συσκευή που εφάρμοζε στο κρανίο προκειμένου να μετρήσει τα εξογκώματα στο κεφάλι ενός ατόμου για να καθορίσει τα ψυχικά χαρακτηριστικά που βλέπετε στην παραπάνω φωτογραφία (τη φωτογραφία δανείστηκα από εδώ), η Bobo Doll που χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα του Albert Bandura, κ.α.

Ποιοί είναι όμως οι άνθρωποι που είχαν την ιδέα της δημιουργίας ενός τέτοιου Μουσείου; Όπως διαβάζουμε εδώ, ο Dennis Barrie, το ανέπτυξε μαζί με τη σύζυγό του, Kathleen, κι είναι εκείνος που γνωρίζει καλά τι χρειάζεται να κάνει, ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού, αφού ήταν συνδημιουργός του Rock and Roll Hall of Fame του Κλίβελαντ και πρώην εκτελεστικός διευθυντής εκεί. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε στο International Spy Museum στην Ουάσιγκτον και στο Mob Museum στο Λας Βέγκας. Το ότι το Μουσείο έχει πολλές θετικές αξιολογήσεις, προφανώς οφείλεται και σ’ αυτόν. Σίγουρα πάντως κι η ίδια η επιστήμη της Ψυχολογίας, από τη γέννησή της ως τώρα, με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, με τους πρωτεργάτες και τους εκκεντρικούς ειδικούς της, με τα αμφιλεγόμενα όσο και πολυσυζητημένα πειράματά της, δεν παύει ν’ απασχολεί τον κόσμο που παρακολουθεί και σχολιάζει κάθε εξέλιξη. Απ’ αυτή την άποψη, ήταν εξασφαλισμένη εν μέρει, η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος.-

«Quo Vadis, Aida?»: Μια καθηλωτικη ταινία που φέρνει στο επίκεντρο τις μητέρες της Σρεμπρένιτσα

Γι’ αυτή την ταινία γίνεται πολύς λόγος τους τελευταίους μήνες στα Βαλκάνια μιας και ξυπνάει άγριες μνήμες, διχάζει πάλι κι ήθελα πολύ να τη δω για να έχω άποψη. Τα κατάφερα πριν λίγες νύχτες και γι’ αυτό σας γράφω σήμερα. Μα μας αφορά ένα τέτοιο θέμα; θ’ αναρωτηθείτε ίσως, αν δε γνωρίζετε ορισμένα γεγονότα. Ναι, μας αφορά είν’ η απάντηση και πολύ μάλιστα. Γιατί στην Σρεμπρένιτσα (Srebrenica) υψώθηκε κι η ελληνική σημαία. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Κεντρική ηρωίδα της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Γιασμίλα Ζμπάνιτς (Jasmila Žbanić), είναι μια Βόσνια μεταφράστρια των Ηνωμένων Εθνών, η Aida (την υποδύεται η Jasna Djuricic) που προσπαθεί να σώσει την οικογένειά της, δηλαδή τον άντρα της και τους δυο γιους της. Αναπαριστώνται στην ταινία, τα όσα διαδραματίστηκαν λοιπόν, στο στρατόπεδο του Ποτότσαρι (Potočari) που ήταν υπό τον έλεγχο των Ολλανδών κυανόκρανων, λίγο πριν κι αφού οι Σέρβοι κατέλαβαν την πόλη. Επικεφαλής εκεί ήταν ο Συνταγματάρχης Τόμας Κάρρεμανς (Colonel Thomas Karremans).

Ίσως κάποι@ έχετε δει ντοκιμαντέρ από ‘κεινη την εποχή κι άλλ@ όχι. Δε ξέρω φυσικά τι θυμάστε απ’ αυτά ακόμη κι όσ@ τα είδατε, αλλά εγώ θυμάμαι για παράδειγμα, σ’ ένα που προβλήθηκε απ’ το BBC 4 τον αυτάρεσκο Ράσκο Μλάντιτς (Rasko Mladić) να προσφέρει τσιγάρο στον εμφανώς αμήχανο και φοβισμένο Κάρρεμανς, παίζοντας μαζί του το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, λέγοντας του ειρωνικά και μ’ όλη την αίσθηση της υπέροχης του «Μη φοβάσαι, δε θα ‘ναι το τελευταίο σου!» Υπήρχαν κάμερες τότε κι έχουν καταγραφεί τα γεγονότα. Δε μιλάμε δηλαδή για εικασίες κι έχει σημασία αυτό. Ούτε το ανακαλώ για να δικαιολογήσω τον Κάρρεμανς, που ένα πιόνι ήταν κι αυτός, αλλά για να καταλάβετε πόσο περίπλοκη ήταν η κατάσταση. Μου το θύμισε όλη η ταινία μάλιστα, αυτό ειδικά το ντοκιμαντέρ αλλά υπάρχουν κι άλλα που μπορείτε να δείτε αν ψάξετε. Κι η σκηνοθέτης επικεντρώνεται στο πώς τα βίωσε αυτά τα γεγονότα μια γυναίκα, μια μητέρα κι είναι σα να αντιπροσωπεύει όλες τις γυναίκες της Σρεμπρένιτσα το απολύτως βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σενάριο της.

Στην Σρεμπρένιτσα, στο Ποτότσαρι για την ακρίβεια, είχαν εγκλωβιστεί χιλιάδες πρόσφυγες και τα Ηνωμένα Έθνη δεν κατάφεραν να τους προστατέψουν παρά τις υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί. Κάποι@ είχαν καταφύγει σκόπιμα και ηθελημένα εκεί. Δεν ήταν λίγ@. Από μια στιγμή και μετά όμως, οι πόρτες του στρατοπέδου έκλεισαν καθώς ειπώθηκε ότι δε χωρούσε άλλους ο χώρος (η μόνη εξαίρεση που θα γινόταν ήταν για γυναίκες με μωρά), κι έμειναν χιλιάδες απέξω (κι άλλοι τόσοι άντρες κατέφυγαν στα γύρω βουνά), ενώ οι υπεύθυνοι ένιπταν τας χείρας τους. Κι έχει σημασία να θυμόμαστε όχι μόνο ποιοι έκαναν κάτι, αλλά και ποιοι δεν έκαναν τίποτα. Ποιοι αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων κι έχουν σοβαρότατες ευθύνες. Κι είναι φανερό ότι την ενδιαφέρει την σκηνοθέτιδα πολύ, να το δείξει κι αυτό.

Στην περιοχή πάντως τότε βρισκόταν κι Έλληνες εθελοντές (;), παραστρατιωτικοί δηλαδή ακροδεξιοί εθνικιστές (δεν είναι δική μου εικασία, υπάρχουν φωτογραφίες όπου φαίνεται να χαιρετούν ναζιστικά, κάποιοι δήλωσαν και περήφανα μέλη της Χρυσής Αυγής), που πολεμούσαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά γι’ αυτούς στην ταινία (κάποιοι αγνοούνται ακόμη, ένας τους έγραψε βιβλίο, κτλ), αλλά σίγουρα οι κάτοικοι των Βαλκανίων δε ξεχνούν την εποχή που κυριάρχησε στην Ελλάδα η ιδέα «Σύνορα με την Σερβία» κι ο Ράντοβαν Κάρατζιτς (Radovan Karadžić) δήλωνε «Έχουμε το Θεό και τους Έλληνες!». Μου το δείχνει αυτό σχεδόν πάντα όταν ταξιδεύω η θερμή υποδοχή των Σέρβων κι η αυθόρμητη στιγμιαία μόνο, ευτυχώς, επιφύλαξη αντίστοιχα, των Βόσνιων απέναντι μου, καθαρά λόγω εθνικότητας.

Πώς να πω ότι δεν έχουν δίκιο; Κι όμως, στο Σαράγεβο (Sarajevo), στου οποίου την πολιορκία έλαβαν επίσης μέρος Έλληνες, διάλεξα να μείνω σε μουσουλμανική συνοικία κι οι άνθρωποι ήταν ευγενικότατοι και φιλικότατοι το διάστημα που παρέμεινα εκεί, παρά το ότι φυσικά δεν αποκλείω το γεγονός του να έκαναν και δεύτερες σκέψεις. Τα αφηγήματα βλέπετε, καλά κρατούν. Την έχω δει αρκετά θα έλεγα τη Βοσνία (υπάρχουν αναρτήσεις σχετικές εδώ) λοιπόν κι έχω μια ιδέα, όπως κι ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν ευρύτερα στα Βαλκάνια. Στην Σρεμπρένιτσα πάντως, ακόμη δεν έχω πάει κι ας είναι στα σχέδια μου. Ξέρω ότι κυριαρχούν στο τοπίο τα νεκροταφεία. Και στο Σαράγεβο άλλωστε γεμάτοι είναι οι λόφοι, είναι παρόντες παντού οι νεκροί. Αναρτημένα τα ονόματά τους έξω από πολλά κτίρια, τα σημάδια απ’ τις σφαίρες στους τοίχους ακόμη εκεί, ακόμη κι ειδικές ξεναγήσεις στα μέρη που σχετίζονται με τον πόλεμο γίνονται (ας όψεται η μόδα του war tour).

Σας τα γράφω αυτά, για να έχετε μια εικόνα της κατάστασης σήμερα. Ναι, είναι κι η Νεκροπολιτική στη μέση και φυσικά δεν το ξεχνάω, αλλά για την ώρα, ας μείνουμε στα της ταινίας. Αναπαριστώντας λοιπόν τα γεγονότα, η σκηνοθέτιδα, Jasmila Žbanić, δείχνει τον ηθοποιό που υποδύεται το Μλάντιτς να δίνει εντολή στους στρατιώτες του να μοιράσουν ψωμί, σοκολάτες και αναψυκτικά στους πρόσφυγες που βρισκόταν έξω απ’ τις πύλες του στρατοπέδου στο Ποτότσαρι και να τους διαβεβαιώνει ο ίδιος, ότι θα τους διαθέσει τα μέσα για να φύγουν. Τους ζητούσε να μη φοβούνται καθόλου. Έτσι ακριβώς έγινε όντως τότε. Αυτό καταγράφηκε και στις κάμερες, αλλά ότι ακολούθησε ήταν ο διαχωρισμός αντρών και γυναικών κι ακολούθως δυστυχώς η σφαγή. Ο Κάρρεμανς αποχώρησε χαμογελαστός κι ανακουφισμένος παίρνοντας τα δώρα που του πρόσφερε ο Μλάντιτς, οι κυανόκρανοι είχαν επιδοθεί σε χορούς, οι κάμερες ήταν πάντα εκεί κι οι εκτελέσεις είχαν αρχίσει. Το είπαν κάποιες γυναίκες στον Κάρρεμανς πριν φύγει, πως στρατιώτες του Σερβοβοσνιακού στρατού σκότωναν άντρες εν ψυχρώ, αλλά δεν τις πίστεψε, όπως παραδέχτηκε αργότερα.

Αυτά είναι τα γεγονότα λοιπόν, αλλά οι γενικεύσεις δεν μ’ άρεσαν ποτέ. Για μένα είναι αδιαμφισβήτητα, αλλά δεν ενστερνίζομαι κιόλας την άποψη ότι οι Σέρβοι ήταν οι μακελάρηδες των Βαλκανίων, γιατί δεν χωράνε κάποιοι άλλοι σ’ αυτό το αφήγημα. Ποιοι; Απλούστατα οι άλλοι Σέρβοι που διαδήλωναν στο Βελιγράδι εναντίον του πολέμου, οι Σέρβοι που βοήθησαν τους μουσουλμάνους γείτονες τους να διαφύγουν κι όσ@ έστελναν κρυφά τρόφιμα στο Σαράγεβο όσο διαρκούσε η πολιορκία. Οι Σέρβοι επίσης που διώχθηκαν κι εκτελέστηκαν σ’ άλλες περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως το Κοσσυφοπέδιο, που είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται, τις εκκλησίες τους να καίγονται κι έχασαν για πάντα δικούς τους. Αλλά κάπως έτσι, άνθρωποι που συμβίωναν ειρηνικά για χρόνια, που ερωτεύονταν και παντρεύονταν (γεγονός είναι κι οι πάμπολλοι μεικτοί γάμοι), χωρίς να τους απασχολεί το διαφορετικό τους θρήσκευμα, βρέθηκαν απέναντι ν’ αλληλοσκοτώνονται. Γιατί έτσι είναι οι πόλεμοι κι οι Μεγάλες Ιδέες είναι που μακελεύουν. Πάντα χρειάζονται βέβαια κι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι κι αν δεν υπάρχουν, τους κατασκευάζουν, δε χάθηκε ο κόσμος. Το έχω κι αυτό υπόψη.

Στην Σρεμπρένιτσα, επίσης όμως, εκτός απ’ τους Ολλανδούς και τους Έλληνες, έχει σημασία να θυμόμαστε πως ήταν κι οι Κροάτες κι έπαιξαν κι αυτοί το ρόλο τους. Άσχημα παιχνίδια βέβαια, μιας κι αναφέρομαι στους Κροάτες (τους οποίους υποστήριζαν πολύ οι Γερμανοί), μήπως δεν παίχτηκαν απ’ την άλλη και σε βάρος τους, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βούκοβαρ (Vukovar); Πώς να μην το μετρήσουμε κι αυτό; Όπως και τις πεποιθήσεις που υπήρχαν και υπάρχουν ότι έπρεπε να θυσιαστεί το Βούκοβαρ για να κερδηθεί η διεθνής συμπάθεια; Καταλαβαίνετε τώρα πόσο δύσκολες είναι οι απόλυτες κρίσεις; Η Αμερική έκανε γενικώς τις κινήσεις της στην σκακιέρα των Βαλκανίων κι η ..πολιτισμένη Ευρώπη, παρακολουθούσε απ’ τις οθόνες της… Αμφιβάλλει κανείς ότι βόλευε πολλούς (ναι και την Ελλάδα), ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας; Για όλους αυτούς τους λόγους, δε βλέπω την εικόνα ασπρόμαυρη. Αυτή είναι λοιπόν, η δική μου γνώμη.

Μεγάλο ρόλο φυσικά έπαιξε κι ο ίδιος ο Μλάντιτς, που ξεκάθαρα μιλούσε για εκδίκηση εναντίον των μουσουλμάνων. Αλλά και τον τρόπο που απευθυνόταν στους στρατιώτες του να δείτε απ’ τα ντοκιμαντέρ που ανέφερα στην αρχή, όλο και κάτι θα καταλάβετε. Η διαφθορά της εξουσίας, η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του, ίσως όλα να συνέβαλαν. Σε λίγες μέρες, δηλαδή στις 8 Ιουνίου θ’ ακουστεί η τελική ετυμηγορία της δίκης του. Η Ιστορία θα τον κρίνει. Αρκετές απ’ τις μητέρες όμως που έχασαν τα παιδιά τους δε ζουν πια για να δικαιωθούν. Κάποιες δεν τα βρήκαν ποτέ για να τα θάψουν, άλλες τα βρήκαν κομματιασμένα, οι περισσότερες ζουν με τις φωτογραφίες τους μόνο για συντροφιά και όταν ανακαλύπτονται ομαδικοί τάφοι καλούνται να δουν, κάθε φορά, αν αναγνωρίζουν τους δικούς τους απ’ ό,τι απέμεινε απ’ αυτούς. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι βίωσαν και βιώνουν, αλλά και τι πέτυχαν ως τώρα κι εγώ μεταφράζω ένα μικρό μόνο απόσπασμα:

«Οι γυναίκες έχουν κερδίσει ισχυρή φήμη για την εκστρατεία τους για την αλήθεια (campaign of truth-telling). Συμμετείχαν σε υποθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Εθνών και των Κάτω Χωρών για φερόμενη αμέλεια από τα ολλανδικά στρατεύματα του ΟΗΕ, που επέτρεψαν να σκοτωθούν οι Βόσνιοι. Έπεισαν επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εγκρίνει ψήφισμα που να καλεί όλες τις χώρες της ΕΕ να σηματοδοτήσουν την 11η Ιουλίου ως την ημέρα μνήμης της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσα».

Μιας και με αφορμή την ταινία πάντως, εξηγώ όλα αυτά, και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, ν’ αναφερθώ και σ’ αυτό το βιβλίο της Ρούζα Φωτιάδη (Ruža Fotiadis) που τιτλοφορείται «Traditional Friends and Orthodox Brothers” – Greek-Serbian Friendship in the 1990s between Discourse and Praxis» (Göttingen: Wallstein-Verlag, 2014). Καταγράφει πολλούς σταθμούς της σχέσης των δύο χωρών και θα σας βοηθήσει αν θέλετε να ξέρετε περισσότερα. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung που υπάρχει κι εδώ στα ελληνικά, σχολιάστηκε πάντως μία παράλειψή του από Γερμανό δημοσιογράφο: «(…)το 1941, η υπό σερβικό έλεγχο Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να συμμετάσχει στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας, είχε ζητήσει από τον Χίτλερ γραπτή διαβεβαίωση ότι θα προσαρτήσει τη Θεσσαλονίκη…» Αυτό, για να έχετε πλήρη εικόνα.

Και να που φτάνει στο τέλος της κι αυτή η μεγάλη ανάρτηση που εσκεμμένα δε θέλησα να σπάσω σε μικρότερα μέρη… Τι γνώμη έχω λοιπόν για την ταινία; Δεν είναι φανερό; Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Την βρήκα καθηλωτική, βαθιά συγκινητική (με λιτά μέσα μάλιστα το πετυχαίνει αυτό) κι αφυπνιστική για όσ@ δε γνωρίζουν τι συντελέστηκε τότε στην Σρεμπρένιτσα. Καταλαβαίνω γιατί βραβεύτηκε. Να τη δείτε. Κλείνοντας πάντως, να θυμίσω κι αυτή τη λεπτομέρεια για τις συναδέλφισσες και τους συναδέλφους του χώρου της ψυχικής υγείας: ο Ράντοβαν Κάρατζιτς ήταν ψυχίατρος. Και ποιητής δυστυχώς, αλλά θα σταθώ στην πρώτη του ιδιότητα. Κρυβόταν λοιπόν απ’ το 1996, ασκούσε όμως το επάγγελμά του κανονικά, ως Δόκτωρ Ντράγκαν Ντάμπιτς και παρίστανε μάλιστα το σύγχρονο γκουρού μέχρι το 2008 που συνελήφθη. Στο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου «Άγνωστη Σερβία» θα βρείτε ένα ολόκληρο κεφάλαιο γι’ αυτόν με όλες τις λεπτομέρειες απ’ τη δράση του προπολεμικά και μεταπολεμικά ως «ειδικού» κι ένα ακόμη για το «βρυκόλακα» Μιλόσεβιτς. Είναι κι αυτά πολύ διαφωτιστικά.-

Στη «Μηχανή του Χρόνου» : Η Ιστορία της ψυχασθένειας και των ψυχιατρείων

Για την παρουσία μου στη «Μηχανή του Χρόνου», πρόκειται να σας γράψω σήμερα, όπως ίσως θα υποψιαστήκατε ήδη. Κράτησα λοιπόν αυτό το πολύ πρόχειρο στιγμιότυπο απ’ την εκπομπή, μόνο και μόνο γι’ αυτό το σκοπό. Άργησα κάπως ομολογώ να το κάνω, αλλά να που ήρθε η ώρα. Καταρχάς θέλω να ευχαριστήσω για την πρόσκληση την κυρία Αθηνά Τζίμα και τον κύριο Χρίστο Βασιλόπουλο. Ο λόγος που με κάλεσαν είναι η ενασχόληση μου εδώ στο blog, με την ιστορία των ψυχιατρικών ιδρυμάτων και φυσικά το ενδιαφέρον μου για όσα συμβαίνουν στους ψυχικά πάσχοντες, στα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, διαχρονικά.

Αυτά που με παρακολουθήσατε ή θα με δείτε στο μέλλον ν’ αναφέρω στην εκπομπή, για την ιστορία του Ψυχιατρείου της Κέρκυρας, του Δαφνιού, κτλ, υπάρχουν εδώ σε διάσπαρτες αναρτήσεις και φυσικά είναι καλύτερα καταγεγραμμένα, σε σχέση μ’ όσα θυμήθηκα κι ανέφερα προφορικά. Μπορείτε ν’ ανατρέξετε στις σχετικές ετικέτες και να τα διαβάσετε και βέβαια θα υπάρξει και συνέχεια σύντομα. Πάντα επιστρέφω σ’ αυτά τα θέματα, άλλωστε. Το γνωρίζετε όσ@ με διαβάζετε.

Πιο σημαντικά όμως θεωρώ ειλικρινά ότι είναι, όσα κατέθεσαν οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα της νεότερης ιστορίας των ψυχιατρικών ιδρυμάτων της χώρας μας, δηλαδή ο τ. Καθηγητής του ΑΠΘ, Κώστας Μπαϊρακτάρης που ήταν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, ο ψυχίατρος Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου που βρέθηκε στη Λέρο και μετέπειτα στο Δαφνί και φυσικά ο έτερος ψυχίατρος Γιώργος Αστρινάκης που ήταν στο Δρομοκαΐτειο. Τα δικά τους γραπτά και βιβλία συμβουλεύομαι μεταξύ άλλων κι εγώ, εδώ και χρόνια, κι είναι μεγάλη τύχη το ότι είχα καθηγητή τον πρώτο και συνεργάζομαι ποικιλοτρόπως με το δεύτερο. Έμαθα πολλά κοντά τους. Αν κάνετε κλικ λοιπόν στα ονόματά τους, θα βρείτε συνδέσμους με μερικά κείμενα που σας προτείνω, για να συμπληρώσετε τις γνώσεις σας.

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συντελεστές της εκπομπής για τη θερμή τους υποδοχή. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν πέρυσι, σε περίοδο καραντίνας και προς τιμή τους πήραν όλα τα μέτρα, για να αισθάνομαι ασφαλής. Προσπάθησαν δε φιλότιμα σ’ αυτά τα δύο επεισόδια να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τα ψυχιατρικά ιδρύματα της χώρας μας (το θέμα φυσικά είναι τεράστιο), να δώσουν μια σφαιρική εικόνα, να υπάρχει πολυφωνία κι αξίζει οπωσδήποτε να δείτε τι κατάφεραν. Η δική μου γνώμη είναι ότι πέτυχαν τον στόχο τους και παρουσίασαν μια αξιόπιστη ιστορική αναδρομή. Είχαν ερευνήσει πάρα πολύ και φάνηκε αυτό. Συγχαρητήρια και κάθε επιτυχία εύχομαι για το μέλλον σε όλ@ τους.-

Η Ιταλική φιλελληνική τέχνη

“La morte di Marco Botzaris” (1841), Ludovico Lipparini

Στα ελληνικά αλλά και στα ιταλικά, διατίθεται το σχετικό σύντομο ντοκιμαντέρ που μπορείτε να παρακολουθήσετε απ’ το Made in Italy, όπως πάντα με μια απλή εγγραφή (αν μπαίνετε για πρώτη φορά). Κι ένα άρθρο για το ζωγράφο Ludovico Lipparini, μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Το υπογράφει ο καθηγητής Απόστολος Αποστόλου κι είναι δημοσιευμένο στα ιταλικά. Απ’ αυτό δανείστηκα και τη φωτογραφία του πίνακα που βλέπετε παραπάνω.

Να τι αναφέρεται πάντως για το ντοκιμαντέρ, που θα είναι διαθέσιμο ως τις 16 Απριλίου:

«Με αφορμή τους γιορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης παρουσιάζουμε μια από τις μορφές της Ιταλικής συμμετοχής, την καλλιτεχνική, που εξέφραζε τα διάχυτα αισθήματα συμπάθειας προς τον ένδοξο άγωνα των Ελλήνων για την ελευθερία, προάγγελο του αντίστοιχου αγώνα για την παλιγγενεσία της Ιταλίας.

Το γεγονός της Ελληνικής Επανάστασης ώθησε πολλούς Ιταλούς, σήμερα εν πολλοίς ξεχασμένους, να μεταβούν στην Ελλάδα για να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε εκείνες των Ελλήνων αγωνιστών, ταυτόχρονα όμως ενέπνευσε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, το ρεύμα του Φιλελληνισμού στην τέχνη, που απομακρύνεται από τον φθίνοντα Νεοκλασικισμό και θα κυριαρχήσει επί σχεδόν τριάντα χρόνια».

Μνήμες Επανάστασης: απ’ το Παρίσι ως την Αθήνα

«Η σφαγή της Χίου», Delacroix, 1824. Παρίσι, Λούβρο, 2019. (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σχεδόν δυο χρόνια πριν, τράβηξα μεταξύ άλλων κι αυτή τη φωτογραφία στο Λούβρο που ανέβασα ήδη στον προσωπικό μου λογαριασμό στο Instagram. Τη βλέπετε υπό γωνία, γιατί ήταν αδύνατον να σταθώ οπουδήποτε αλλού για να μπορέσω να φωτογραφήσω τον συγκεκριμένο πίνακα του Ντελακρουά. Για τέτοιο πλήθος επισκεπτών, μιλάμε. Προ πανδημίας βέβαια αυτά και περισσότερα απ’ το σπουδαίο Μουσείο θα σας δείξω σύντομα.

Αυτές τις μέρες λοιπόν, που έστω κι απ’ το κινητό μου τηλέφωνο είδα τα εκθέματα της πολύ κατατοπιστικής έκθεσης του Γαλλικού Ινστιτούτου και διάβασα όλα τα κεφάλαια, αποφάσισα ότι είναι καιρός να μοιραστώ τη φωτογραφία του πασίγνωστου πίνακα, μαζί σας.

Ο Σέλλεϋ, ο Ουγκώ, ο Λόρδος Βύρων κ.α., είναι μερικά απ’ τα πρόσωπα που αναφέρονται στην έκθεση. Υπάρχουν αποσπάσματα απ’ τα γραπτά τους για την Ελλάδα, ολόκληρα ποιήματα για τους αγωνιστές της, λεπτομέρειες για τις μάχες της, εξώφυλλα εφημερίδων της εποχής (εξηγήσεις για τα τότε fake news), φωτογραφίες από πίνακες κ.α, που αξίζει να δείτε.

Προσωπικά, αν κι όπως σας είπα διάβασα τα πάντα, στάθηκα περισσότερο στα κεφάλαια που έχουν να κάνουν με την Τέχνη, τις επιρροές δηλαδή του φιλελληνικού πνεύματος στη Λογοτεχνία, στο Θέατρο, στη Μουσική.

Έχει ενδιαφέρον να μάθετε όμως και ποια ήταν τα κίνητρα των ανθρώπων που άφησαν τις χώρες τους για να έρθουν να πολεμήσουν εδώ, τι περίμεναν, τι βρήκαν, πώς ένιωσαν κτλ. Τι ζητούσαν γνωστές προσωπικότητες του Αγώνα να γίνει και πως βρέθηκαν κάποια ελληνόπουλα να σπουδάζουν στη Γαλλία. Και για τον Ντελακρουά θα μάθετε επίσης: τους λόγους, για παράδειγμα, για τους οποίους ζωγράφισε τη «Σφαγή της Χίου». Ακόμη, για την ιδιαιτερότητα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, για την Επιστημονική Επιτροπή του Μοριά, για το ρόλο των γυναικών αυτή την περίοδο, κ.α.

Αξιοσημείωτη είναι πάντως κι η εμπορική πλευρά αυτής της επανάστασης που ως φαίνεται έγινε της «μόδας» και πουλούσε, αφού κυκλοφορούσαν ποτά με ετικέτες σχετικές με το Μεσολόγγι, υπήρχαν περιτυλίγματα για καραμέλες με θέματα απ’ την ελληνική επανάσταση, σαπούνια, κολόνιες , κρέμες, πορσελάνες κ.α.

Καλύτερα όμως να μη σας γράψω άλλα εγώ και να τα δείτε όλα εδώ. Υπάρχουν πολλές αξιόλογες εκθέσεις αυτό το διάστημα για το 1821 και λοιπές εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα – ειρωνικό που γίνονται στην πιο ανελεύθερη στιγμή της ζωής μας-, άρα έχετε πολλές επιλογές. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, αυτή είναι μία έκθεση, που αξίζει σίγουρα το χρόνο σας. Εσείς αποφασίζετε όμως, όπως πάντα.