Διαβάζοντας το fanzin της «Λοκομοτίβα»: Απ’ τη Locotrip, Τεύχος Τρίτο

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Πολύ ενδιαφέροντα πλάσματα είναι αυτά τα φλεγόμενα παιδιά που συχνάζουν στη «Λοκομοτίβα», σκεφτόμουν όσο διάβαζα το τρίτο τεύχος του fanzin και ταξίδευα στις λέξεις τους, όσο έβλεπα τα σχέδιά τους κι αντιλαμβανόμουν την οπτική τους για τον κόσμο.

Τι να πρωτοξεχωρίσω απ’ αυτή την τέταρτη έκδοση που κυκλοφορεί με τα εντυπωσιακά έργα της Angel Pank στα εξώφυλλα; Πρόσεξα βέβαια και τα ασπρόμαυρα καρέ της V, που κάνει την πρώτη της απόπειρα – επιτυχημένα, κατά τη γνώμη μου- ν’ αφηγηθεί με τα σκίτσα της μια ιστορία βασισμένη στο μύθο του Fenrir.

Κι έμαθα πολλά κι ενδιαφέροντα απ’ το απόσπασμα της διπλωματικής έρευνας της Βεργίνας Τζάνη, για το κρατικό πορνείο που βρισκόταν στα Βούρλα της Δραπετσώνας. Προσωπικά, θα μ’ ενδιέφερε μάλιστα να τη διαβάσω ολόκληρη. Ίσως κι εσείς έτσι να νιώσετε, όταν πάρετε μια ιδέα.

Υπάρχει και κάτι δικό μου σ’ αυτή την έκδοση, ναι, ας το ομολογήσω… Αντί για status και σχόλια επί σχολίων στα ΜΚΔ, έγραψα ένα ποίημα τις μέρες που ένας Γεωργιανός βασανιζόταν για να ομολογήσει ένα φόνο που δε διέπραξε και μια ακόμη γυναικοκτονία, αυτή της Καρολάιν, μας στοίχειωνε. Τίποτα άλλο δε χρειάζεται ν’ αναλύσω, επομένως.

Γι’ αυτό, καλύτερα να συμπληρώσω πως μου αρέσουν πολύ και τα ποιήματα που υπογράφει η Γωγώ Λιανού και δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτό που συμπεριλαμβάνεται στο συγκεκριμένο τεύχος, αλλά και σ’ όσα άκουσα στην εκπομπή «Τρατζίστορ» του Radio Locomotiva.

Και βέβαια αξίζει να διαβάσετε οπωσδήποτε και το απόσπασμα απ’ την παρέμβαση του Σάββα Μιχαήλ, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της τρίτης ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Μουτίδη.

Στάθηκα, τέλος, και στα ποιήματα του Δημήτρη Λ., στο κείμενο του Γιάννη Ραμόν για τους Ramone’s, στις μουσικές προτάσεις των σελίδων 42-43 και ..τι να εξηγήσω δηλαδή, που να μην το καταλάβατε ήδη; Το ξεκοκάλισα ολόκληρο το περιοδικό. Αναζητήστε το κι εσείς λοιπόν και καλή σας ανάγνωση.-

Διαβάζοντας το fanzin της «Λοκομοτίβα»: Απ’ τη Locotrip, Τεύχος Δεύτερο

Άτακτη περιοδική έκδοση της «Λοκομοτίβα», σχέδιο του Νίκου Μουντάκη (φωτογραφία : προσωπικό αρχείο)

Διαβάζοντας το τόσο προσεγμένο fanzin των παιδιών αυτές τις μέρες -κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2020 το δεύτερο τεύχος-, ξεχώρισα μεταξύ άλλων, δυο κείμενα που μου άρεσαν πολύ.

Γι’ αυτά θα σας γράψω σήμερα, παρόλο που ολόκληρη η έκδοση έχει μεγάλο ενδιαφέρον και στάθηκα σε διάφορα σημεία της, παρατηρώντας πότε σχέδια, πότε γραμματοσειρές και φωτογραφίες κ.ο.κ.

Το πρώτο λοιπόν, είναι του Γιάννη Ραμόν και τιτλοφορείται «Περί Θεού Αποδείξεις«. Με καυστική ειρωνία, βήμα βήμα χτίζει την επιχειρηματολογία του, ώστε να μας οδηγήσει στο τελικό του συμπέρασμα και την απόλαυσα πραγματικά τη γραφή του.

Άτακτη περιοδική έκδοση της «Λοκομοτίβα», σχέδιο του Νίκου Μουντάκη (φωτογραφία : προσωπικό αρχείο)

Το δεύτερο είναι του Σπύρου Μπαρετ κι αφορά την πρώτη συμφωνική ορχήστρα χωρίς μαέστρο, την Persimfans, που δημιουργήθηκε στην Σοβιετική Ένωση στις αρχές του 1922. Αποτελεί προδημοσίευση μέρους της εργασίας του και να ‘ναι καλά που τόσα μας έμαθε.

Έχω ξαναγράψει πόσο σημαντική θεωρώ ότι είναι η ύπαρξη τέτοιων ανεξάρτητων εκδόσεων, στις οποίες πολλοί άνθρωποι βρίσκουν χώρο να εκφραστούν, αλλά κι εμείς ως αναγνώστριες κι αναγνώστες κερδίζουμε οπωσδήποτε κάτι, σκύβοντας πάνω απ’ τις λέξεις τους. Γι’ αυτό δε θέλω να τα χάνω με τίποτα αυτά τα περιοδικά. Αναζητήστε τα κι εσείς όταν επιστρέψουμε στην «κανονικότητα» (λέμε τώρα…) και μακάρι με κάποι@ σας να μπορέσουμε να συζητήσουμε και ν’ ανταλλάξουμε απόψεις σχετικά με όσα ποιήματα και κείμενα ξεχωρίσαμε, μιας και κράτησα ορισμένες σκέψεις γι’ άλλη στιγμή…

Paul Valéry: Η καλλιτεχνική δημιουργία

«Ο συγγραφεύς είναι ο άνθρωπος ο πιο ακατάλληλος να γνωρίσει αυτό που οι άλλοι το λένε έργο του».

Paul Valéry

.

Όταν βλέπω έξυπνους και μορφωμένους θεωρητικώς, ανθρώπους στα ΜΚΔ κι όχι μόνο, να προσπαθούν να υποδείξουν στους άλλους τι είναι και τι δεν είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση κ.ο.κ., και τι θα πρέπει να καταλάβουν απ’ το τάδε βιβλίο ή να αισθανθούν για το δείνα έργο, επιβάλλοντας τους τις απολύτως προσωπικές απόψεις τους και συχνά δυστυχώς με αρκετό σνομπισμό κι απαξίωση, σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, όσα έγραψε ο Πρωταγόρας για την αλήθεια και την υποκειμενικότητα και δεν κάνω τον κόπο ν’ ασχοληθώ περαιτέρω. Μια αποστροφή άλλωστε προς τα «πνευματικά αφεντικά», όπως έλεγε κι ο πρόσφατα εκλιπών Ντίνος Χριστιανόπουλος, την έχω κι εγώ. Έτσι σήμερα, αντί άλλου σχολίου, διάλεξα αποσπάσματα απ’ αυτό το σπουδαίο κείμενο που έχει ως θέμα του την πνευματική δημιουργία κι ο νοών νοείτο.

Εισαγωγικά να εξηγήσω μόνο, ότι η ομιλία μ’ αυτό το θέμα δόθηκε σε μια απ’ τις συνεδρίες που έκανε η Φιλοσοφική Γαλλική Εταιρεία κι ακολούθησε συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος και ο Λ. Μπρούνσβιγκ με 5-6 άλλους φιλοσόφους. Στο Δελτίο της Εταιρείας δημοσιεύτηκε τόσο η ομιλία όσο κι η συζήτηση. Την εισήγηση έκανε ο Ξαβιέ Λεόν. Εγώ με τη σειρά μου βρήκα το κείμενο στο περιοδικό της “Νέας Εστίας”, Τεύχος 73 και διατήρησα όπως πάντα την πρωτότυπη ορθογραφία καθώς και τις υπάρχουσες υπογραμμίσεις με πλάγια κι έντονα στοιχεία:

«Ένα απ’ τα συνηθέστερα λάθη και τα πιο αξιοσημείωτα που κάνουμε όταν μιλούμε για την τέχνη, είναι ότι θεωρούμε τα έργα σαν οντότητες σαφώς ωρισμένες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ο αισθητικός, θέλοντας ν’ παραστήσει το πώς γεννήθηκε το έργο, νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί από το έργο στον τεχνίτη μ’ έναν απευθείας χειρισμό και μ’ έναν τρόπο (επιτρέψατέ μου την έκφραση) γραμμικό. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, απομακρύνεται από το αληθινό και το πραγματικό. Από την αλήθεια, γιατί το έργο δεν πρέπει να το κοιτάμε παρά μέσα σ’ έναν εντελώς καθωρισμένο παρατηρητή, ή και κατά τον παρατηρητή, και ποτέ αυτό καθ’ εαυτό. Από το πραγματικό, επειδή η εκτέλεση η πραγματική του έργου οφείλεται σε αναρίθμητα εσωτερικά επεισόδια ή συμβάντα εξωτερικά, που τ’ αποτελέσματά τους συσσωρεύονται, συναρμολογούνται μέσα στο υλικό του έργου, ώστε μπορεί στο τέλος να καταντήσει, μάλιστα αν πολυδουλεύθηκε το έργο και αν πολλές φορές το ξανάπιασε ο συγγραφεύς στα χέρια του, ένα έργο χωρίς συγγραφέα ορισμένον -ένα έργο που αυτός, που θα μπορούσε να το γράψει χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος, χωρίς παραστρατήματα και χωρίς παρεμβάσεις, δεν υπήρξε ποτέ.

Όταν πρόκειται για ζητήματα τέχνης, πρέπει προ πάντων να διακρίνουμε τρεις συντελεστάς: Ένα δημιουργό, ή συγγραφέα, ένα αισθητό αντικείμενο, που είναι το έργο, και ένα παθητικό πρόσωπο, τον αναγνώστη, ή τον θεατή, ή τον ακροατή.

Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτή την απλή διάκριση, και δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε εκείνο, που εξαρτάται από τον ένα, για κείνο που αναφέρεται στον άλλο. Πρέπει να δυσπιστούμε στις κρίσεις που ασυνείδητα ή σιωπηρά συνθέτουν τις τρεις αυτές έννοιες. Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.

Όταν μιλούμε για ένα έργο, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως το έργο δεν είναι καθ’ εαυτό παρά ένα πράγμα, του οποίου η ύπαρξη είναι επίσης λανθάνουσα όπως κι ενός δίσκου φωνογράφου, όσο το μηχάνημα δε λειτουργεί.

(…) Καθένας μας γενικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο, που η εργασία καμιά φορά τον οδηγεί. Το εργάζομαι μ’ αυτή την έννοια δεν ισοδυναμεί τάχα με το αναγκάζομαι να γίνω διαφορετικός από τον εαυτό μου;… Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας ξαναπιάνει το έργο του, η σκέψη του είναι πάντοτε ανακατεμένη με την ανάμνηση των περιστάσεων που έγινε η σύνθεσή του.

Δεν μπορεί να το δει, χωρίς να δει με την ίδια ματιά ένα σύνολο από επεισόδια, από δισταγμούς, κομμάτια που διαγραφήκανε ή που δε γραφήκανε, τεχνάσματα και δολώματα. Μπορεί π.χ. να συμβεί, ώστε μια ιδέα, που μου ήρθε ξαφνικά και κατά σύμπτωση, να πάρει θέση αμέσως στο έργο και να φαίνεται στον αναγνώστη πως μου ήρθε εντελώς φυσικά και αναγκαία,σα να βγήκε χωρίς προσπάθεια μες απ’ αυτά που προηγούνται στο κείμενο.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο στο συγγραφέα να νιώσει την εντύπωση που κάνει το σύνολο του έργου σαν αποτέλεσμα απομονωμένο και τελειωμένο. Διέτρεξε όλους τους σταθμούς της δημιουργίας, πέρασε από σταυροδρόμια, εδίστασε μπροστά σε πολλά δίστρατα, ξέρει ότι πολλά κομμάτια του ήρθαν χωρίς να δουλέψει, ότι για άλλα κουράστηκε να τα βρει, βλέπει πόσες εγκαταλείψεις ιδεών έκανε και πόσες άλλες αναπτύχθηκαν απροσδόκητα. Καμιά φορά, η λύση, που εξασφαλίζει την εσωτερική ύπαρξη του έργου, μας έρχεται την ώρα που πρόκειται να το εγκαταλείψουμε, κι έτσι το έργο που πρωτύτερα είχε συλληφθεί, αλλάζει μορφή ολόκληρο, μέσα σε μερικές στιγμές. Το αδύνατο γίνεται κατορθωτό, το εμπόδιο μεταβάλλεται σε μέσο κτλ.

Ας θέσουμε τώρα ένα μοναδικό πρόβλημα, που καμιά φορά τίθεται σ’ ένα συγγραφέα. Από τι μπορεί ο συγγραφεύς να γνωρίσει αν το έργο του είναι τελειωμένο; Είναι μια απόφαση που πρέπει να λάβει.

Και λοιπόν η απόφαση αυτή, που θέτει τέρμα στο έργο, δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, ξένη από το ίδιο το έργο. Η διάρκεια, οι διαστάσεις που υποδείχθηκαν, ο χρόνος που μας δόθηκε για να παραδώσουμε την εργασία, η ανία, η κόπωση, ή και η αυτάρκεια – ιδού το τι επιβάλλει στο συγγραφέα να σταματήσει την προσπάθειά του. Μα το τελείωμα ενός έργου αληθινά δεν είναι παρά μια εγκατάλειψη, ένα σταμάτημα, σχεδόν πάντοτε τυχαίο μέσα σε μια εξέλιξη που μπορούσε να εξακολουθήσει.

Βλέπουμε, λοιπόν, μ’ αυτά ότι το έργο, σαν κάτι τελειωμένο και με όρια εντελώς ωρισμένα, μπορεί πάντοτε από το μέρος του ο συγγραφεύς, να το βλέπει σαν ένα κουρέλι τυχαία αποσπασμένο από το εσωτερικό του σύνολο, σα μια μορφή ενός διάβα, ενώ παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ακέραιο κατασκεύασμα που δεν εξαρτάται πια από τον καιρό.

(…) Στην αρχή (ενν: ο συγγραφεύς) κοίταζε μόνο μέσα του και μόνο τον εαυτό του· αλλά, μόλις σκεφθεί να κάνει έργο, αρχίζει να λογαριάζει την εξωτερική εντύπωση. Και τίθεται πλέον ένα πρόβλημα συμμόρφωσης. Ασχολείται επίτηδες ή ασυνείδητα με τα υποκείμενα στα οποία θα πρέπει το έργο ν’ ασκήσει μια επίδραση· προσπαθεί να δει αυτούς, στους οποίους αποτείνεται, ενώ αναπαρασταίνει συνάμα τα μέσα που πρέπει να διαθέσει γιαυτή του την ενέργεια (…) Διάλεξα ένα θέμα. Αναπαρασταίνω αόριστα ή καθαρά έναν αναγνώστη. Νιώθω πως διαθέτω μερικά μέσα. Με προκαλούν χίλιες αναμνήσεις, που μπορεί να μου χρησιμεύσουν, χίλια στοιχεία της συγκινητικής ουσίας, για την οποία σας μίλησα… Το έργο που θα κάνω θα είναι ένας συμβιβασμός, ένα τοποθέτημα, μια υπόταξη, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχεμένη, των ανεξάρτητων αυτών συνθηκών, αυτών των συνεισφορών κι αυτών των ενεργειών διαφόρων τάξεων. Για τούτο, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά έργα απαιτούν ένα σωρό από προλεγόμενα: εκθέσεις, περιγραφές, προετοιμασίες του αναγνώστη, που έχουν σκοπό: άλλες να ορίσουν τα μέρη και τους κανόνες του έργου, κι άλλες να υποτάξουν τον άγνωστο αναγνώστη στην ευαισθησία του συγγραφέα. Όλ’ αυτά αποτελούν τα αναγκαία αιτήματα, τις συνθήκες, τα δομένα που χρειάζονται, ώστε το καθαυτό έργο να μπορεί ν’ ακουσθεί.

(…) Με λίγα λόγια, κάθε θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να μη λησμονεί την “ετερογένεια” της ποικιλίας των συνθηκών, που επιβάλλονται στον τεχνίτη και αναγκαία περιπλέκονται μέσα στο έργο του. Η παράδοξη μοίρα του καλλιτέχνη του επιβάλλει να συνδυάζει καθωρισμένα στοιχεία για να επιδράσει σε άτομο ακαθόριστο».

Μετάφραση: Μάρκος Τσιριμώκος

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

W.E.B. Du Bois – Strivings of the Negro People

«The would-be black-savant was confronted by the paradox that the knowledge his people needed was a twice-told tale to his white neighbors, while the knowledge which would teach the white world was Greek to his own flesh and blood…»

.

.

Σήμερα σκέφτηκα ότι με όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Αμερική, έχει νόημα να σας προτείνω αυτό το κείμενο που τιτλοφορείται «Strivings of the Negro People», στο οποίο ο W.E.B. Du Bois (Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέργκχαρντ ντι Μπουά) προσπάθησε να περιγράψει μέσα από μια μικρή -και σχετικά προσωπική-, ιστορική αναδρομή, πως αισθάνεται κανείς όταν απ’ τους άλλους ορίζεται ως ..πρόβλημα.

Ολόκληρο υπάρχει εδώ και βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα, ποιητή, ακτιβιστή, ιστορικό, κοινωνιολόγο, μπορείτε να βρείτε εδώ στα αγγλικά κι εδώ στα ελληνικά. Το προαναφερόμενο κείμενο του πρώτου, όπως θεωρείται, Αφροαμερικανού ακτιβιστή που απέκτησε διδακτορικό τίτλο απ’ το Harvard, όπως θα προσέξατε στο video, αρχίζει έτσι:

«Between me and the other world there is ever an unasked question: unasked by some through feelings of delicacy; by others through the difficulty of rightly framing it. All, nevertheless, flutter round it. They approach me in a half-hesitant sort of way, eye me curiously or compassionately, and then, instead of saying directly, How does it feel to be a problem? they say, I know an excellent colored man in my town; or I fought at Mechanicsville; or, Do not these Southern outrages make your blood boil? At these I smile, or am interested, or reduce the boiling to a simmer, as the occasion may require. To the real question, How does it feel to be a problem? I answer seldom a word.

And yet, being a problem is a strange experience…»

W.E.B. Du Bois (1868-1963)

Η περιοδική έκδοση της «Λοκομοτίβα» ελεύθερη γι’ ανάγνωση

Ένα περιοδικό που μπορείτε να διαβάσετε κι εσείς που είστε μακριά απ’ την Αθήνα ή εσείς που ακόμη δεν το είχατε ξεφυλλίσει. Θα το βρείτε ολόκληρο εδώ και με την ευκαιρία δείτε και το site του αγαπημένου βιβλιοπωλείου/ cafe-bar, απ’ όπου μπορείτε να συντονιστείτε και στο live radio.

Κείμενο απ’ την ομάδα της «Λοκομοτίβας»

Η Λοκομοτίβα έχει κι αυτή αναστείλει την λειτουργία της προσωρινά. Ελπίζουμε ότι η απομόνωση που βιώνουμε δεν θα κρατήσει για πολύ και η ζωή μας θα βγει από τον γύψο σύντομα. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές οφείλουμε να θυμόμαστε και να θυμίζουμε ότι διαθέτουμε ένα πολύ σημαντικό όπλο: την αλληλεγγύη μας.

Στα πλαίσια αυτά θα θέλαμε να πούμε από τη μεριά μας λίγα πράγματα.

1. Ο πιο επικίνδυνος ιός είναι αυτός του ρατσισμού και της εξατομίκευσης. Μας έχουν πετάξει το μπαλάκι της ατομικής ευθύνης και της πειθαρχίας απέναντι στις εντολές τους, όμως δεν ξεχνάμε ότι πρώτα προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν τους μετανάστες για την εξάπλωση του ιού τους. Και λέμε ιός τους γιατί όπως όλη η σειρά παρομοίων ιών τις τελευταίες δεκαετίες (εμπόλα, Η1Ν1, γρίπη των πουλερικών κλπ) παράχθηκε ακριβώς λόγω της αστικής υπερσυγκεντρωσης και υπερεκμετάλλευσης των πόρων και ενός ήδη φτωχοποιημένου πληθυσμού. Λόγω της καταστροφής του περιβάλλοντος, δηλαδή της καπιταλιστικοποίησης και εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμα και των τελευταίων κομματιών της άγριας φύσης. Αυτές οι νέες ασθένειες έχουν να κάνουν με την καταστροφική φύση του καπιταλισμού ενάντια στην Φύση και τον άνθρωπο και γεννιούνται όπως η βροχή από το σύννεφο.

2. Οι πλέον ανεύθυνοι είναι οι κυβερνώντες, όπως και κάθε προηγούμενη κυβέρνηση που κατέστρεψε το σύστημα Υγείας ιδιωτικοποιώντας τα πάντα και ξόδεψε τον κρατικό κορβανά από το αίμα των εργαζόμενων σε νέους μπάτσους και πολεμικούς εξοπλισμούς.(Που είναι η πρόνοια για την πανδημία για παράδειγμα στα κλειστά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις φυλακές;) Ο τρόπος που αντιδρά το κεφάλαιο και ο κρατικός του μηχανισμός συνεχίζει να’ ναι αυτός της κανονικότητας του, πρόκειται για τη συνεχεία της πολιτικής του με άλλα μέσα.

Είναι η συνέχεια του κοινωνικού πολέμου μόνο που πρόσκαιρα δεν έγινε αίμα για πετρέλαιο στις παράλιες του Αιγαίου, άλλα στράφηκε στην εθνική ομοψυχία της κήρυξης στρατιωτικού νόμου. . Γνώριζαν από καιρό τι επρόκειτο να συμβεί και απαγορεύουν την κυκλοφορία στα πλαίσια της κανονικότητας και των υποσχέσεων μιας ακροδεξιάς ρητορικής: Είναι ο πόλεμος κατά των φτωχών και ξοφλημένων, των εκτός παραγωγικής εργασίας, η ληστεία των μισθών, οι απολύσεις, το κλείσιμο των επιχειρήσεων, λέγεται καταστροφή πλεοναζόντων παραγωγικών δυνάμεων, μόνο που για μας αυτές οι δυνάμεις είναι τα αδέρφια μας, οι γονείς μας, οι φίλοι μας. Είναι οι γεμάτες μπάτσους γειτονιές που ελέγχουν οτιδήποτε κινείται. Παίρνουν μέτρα εμφυλίου πόλεμου ενάντια στον λαϊκό κόσμο ενώ (ή επειδή;) δεν επαρκούν τα υλικά για τα νοσοκομεία, ούτε οι γιατροί και οι νοσοκόμοι. Ζητάν υποκριτικά εθελοντές ενώ κλείνουν συμφωνίες για να πετρο-αιματοκυλήσουν το Αιγαίο και χρησιμοποιούν αγιαστούρα και θεία μετάληψη για να εξορκίσουν το κακό! Μας προορίζουν όλους στην κοινή πλέον μοίρα του εγκλεισμού χωρίς ιατρική φροντίδα, χωρίς τεστ ανίχνευσης του ιού, χωρίς φάρμακα….

Είναι όλα κανονικά για ένα σύστημα σε κρίση που ζητάει αίμα από κάθε ζωντανό ον για να επιβιώνει το ζόμπι του κέρδους: είναι ζωτικό για αυτούς να μας κρατάνε υπόδουλους και τρομοκρατημένους. Τι νόημα έχουν οι καραντίνες όταν λειτουργούν επιχειρήσεις, εργοστάσια και οι πιο υποτιμημένοι εργαζόμενοι -αυτοί που κάνουν ντελίβερυ και ταχυδρομικές υπηρεσίες μαζί με υπαλλήλους ταμίων σούπερ μάρκετ, τηλεφωνητές κλπ- που δουλεύουν και τρέχουν παντού; Αυτό είναι το μυστικό του ρεκόρ των κρουσμάτων και των θανάτων στα βιομηχανικά κέντρα του πλανήτη.

Ας μη γίνουμε συνεργοί τους. Άλλο η προσωπική ευθύνη και άλλο η υπακοή σε ήμι-παράλογες και αντιφατικές κυβερνητικές εντολές, τον μισανθρωπισμό, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη ρουφιανιά. Κάπως έτσι σέρνεται το φίδι του φασισμού… Δεν έχουμε τις ίδιες ευθύνες με τους κυβερνώντες και με αυτούς που έχουν τον πλούτο και τις ένοχες βιομηχανίες στα χέρια τους όπως δεν θα χουμε την ίδια αντιμετώπιση αν αρρωστήσουμε – ακόμα, αν πεθάνουμε.

3. Η παγκόσμια κρίση τους -συνέχεια αυτής από το 2007-8-επιδεινώνεται με αφορμή αυτήν τη φορά την πανδημία. Πρέπει να υπερασπίσουμε τα μεροκάματά μας, τις θέσεις εργασίας, την υγεία μας, αλλά το ζήτημα θα παραμείνει ανοιχτό για την Ζωή συνολικά και τον πλανήτη ολόκληρο. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να υπάρχει αυτό το βάρβαρο σύστημα ή αν πρέπει πια να το πάρουμε αλλιώς.

***

Θα έρθει η ώρα που θα οι υπαίτιοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και με μας. Προς το παρόν όμως ας σταθούμε όλοι αλληλέγγυοι σ’ αυτούς που μας έχουν ανάγκη με όποιον τρόπο μπορούμε. Ευχόμαστε δύναμη και υγεία σε όλους. Σε κάθε περίπτωση η επιβίωση τώρα θέλει, συν τοις άλλοις, φαντασία. Ελπίζουμε να συναντηθούμε δια ζώσης γρήγορα, στο μεταξύ όμως μαθαίνουμε από την αρχή εποικοδομητικούς τρόπους επαφής και επικοινωνίας. Ελπίζουμε σύντομα να είμαστε πραγματικά κοντά στον κόσμο που μας στηρίζει με το e-shop του βιβλιοπωλείου μας, με podcast και διαδικτυακές εκδηλώσεις.

25.03.2020

Η ομάδα της Λοκομοτίβας.