Για το «Άγγιξέ με», του Γιώργου Τριανταφύλλου: Η ποίησή του μέσα απ’ τα μάτια μου…

Για τα αγγίγματα που αφήνουν πληγές

Για όλους όσους ακόμα δεν αγγίξαμε

και για τα βαθιά αγγίγματα που ζουν κάτω απ’ το δέρμα μας

Γιώργος Τριανταφύλλου

Photo credits: Ιωάννης Βαρούτης

Έχω πει και γράψει στο παρελθόν ότι τα ποιήματα δεν πρέπει να εξηγούνται…

Επειδή το να εξηγείς εκτεταμένα ένα ποίημα, είναι ένα είδος νοερής ταφής. Σαν να του βάζεις μια ετικέτα, να το ‘στριμώχνεις’ σ’ ένα κουτί, να το ‘τακτοποιείς’ σ’ ένα ράφι και να μην μπορεί να είναι πια κάτι άλλο, παρά μόνο αυτό που εσύ όρισες. Τα ποιήματα χρειάζονται αναπνοές.. Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Καινούρια βλέμματα να τα ντύνουν με προσδοκίες, απορίες, αμηχανία ίσως, αλλά και πιθανότητες. Να μην είναι μονοσήμαντα, αλλά να μετασχηματίζονται και ν’ αλλάζουν. Να σκύβουν πάνω τους χαμογελαστά πρόσωπα, σκυθρωπά, θυμωμένα, μπερδεμένα, γαλήνια και να βρίσκουν μέσα τους κάτι διαφορετικό.. Ή και κάτι ίδιο. Κανείς όμως να μην έχει απόλυτα δίκιο και κανείς να μην έχει απόλυτα άδικο, ως προς το τι είναι ένα ποίημα..

Κι έτσι σήμερα εδώ*, αυτό που θα κάνω, δεν είναι λοιπόν μια ανατομία των ποιημάτων του Γιώργου Τριανταφύλλου. Απλώς θα μοιραστώ μαζί σας σκέψεις που μου γέννησε η ανάγνωσή τους. Δεν μου πάνε, γενικά οι βεβαιότητες. Τις βρίσκω αν θέλετε, εξαιρετικά αλαζονικές.

Η ματιά μας άλλωστε τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην ποίηση ευτυχώς, είναι προσωπική.

Αυτό που πρόσεξα λοιπόν στα ποιήματά του “Άγγιξέ με” ήταν αρχικά οι εικόνες τους. Εικόνες με χρώμα και ήχο. Έντονες. Δεν είναι βότσαλα που πέφτουν απαλά σε ήσυχη λίμνη δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους. Έχουν εκρηκτικότητα. Κι υποβλητικότητα. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα επίθετα άλλωστε ο δημιουργός τους, για να υπογραμμίσει ή και να προσδιορίσει ποιότητες κι η συμπύκνωση των νοημάτων του, συνδράμουν στο σκοπό του. Έτσι μας κάνει να παρατηρήσουμε έναν “ξερακιανό άνεμο”, μια “ιερόδουλη ευτυχία”, ορισμένες “ασυγύριστες έξεις”, κάποιο “αδέσποτο ψέλλισμα”, μεταξύ άλλων.

Όσον αφορά το χρόνο του ορίζοντα των γεγονότων του τώρα, πρόσεξα ότι είναι σύγχρονος ως επί το πλείστον με μικρά φλας μπακ στο αναμνησιακό παρελθόν, μιας όχι ωστόσο εξιδανικευμένης, παιδικής ηλικίας. Κι όσο για το χώρο, τον σκηνοθετεί πάντα με θεατρικότητα, είτε μας μεταφέρει σε κλειστοφοβικά δωμάτια, είτε σε πολυσύχναστα μπαρ, είτε σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας ή πόλεις σαν τη Βιέννη, με αποκορύφωμα φυσικά το ποίημά του, “Παστορέλα”.

Τα θέματά του ποικίλλουν επίσης. Είναι φανερή η κοινωνική του ενημερότητα κι η πολιτική του θέση. Τα μικρά και μεγάλα δράματα που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, στη θάλασσα όσον αφορά το προσφυγικό αλλά και στη στεριά με το πλήθος των αστέγων και των ολοένα περισσότερο φτωχοποιημένων και περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας, δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ο σεξισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία κι άλλα σύγχρονα φαινόμενα καταγράφονται απ’ την πένα του και στηλιτεύονται. Κι είναι πότε τα απορρίμματα του καπιταλισμού στην “Γκρίζα Βίλλα” και πότε η διάψευση των οραμάτων στο “Συναξάρι”, που μας κάνουν ν’ αναρωτηθούμε για τον τρόπο που βλέπει το μέλλον.

Αλλά φαίνεται πως την ελπίδα του την εναποθέτει σε κείνα τα παιδιά που είναι “ξυπνητήρια μες τη λάσπη και καρφιά στους καναπέδες μας” όπως γράφει στο ποίημα “Θέατρο Εμπρός”. Κι ευτυχώς υπάρχουν τέτοια…

Όταν δεν ασχολείται με τα κακώς κείμενα του κοινωνικοπολιτικού μας γίγνεσθαι, φλερτάρει πότε με ενοχή και πότε με αυταπάρνηση. Και μου θυμίζουν όσα καταθέτει στην “Απιστία”, στο “Άγγιξέ με”, στη “Μεταβίβαση” και στο “Ανθή”, εκείνη τη φράση του Λουίς Θερνούδα : “Αλήθεια είναι, πως η ποίηση γράφεται και με το κορμί”.

Κι η σχεδόν σωματική ποίησή του (μια καταγραφή βιωμάτων), με τις σουρεαλιστικές και εξπρεσιονιστικές επιρροές, βρίθει διαψεύσεων, ματαιώσεων, απωλειών. Κι όταν διαβάζω τον αγαπημένο του Ρολάν Μπαρτ που έγραψε: “Έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή: από μια σειρά μικρές μοναξιές” είναι λες και βλέπω σ’ αυτή τη φράση τον άνθρωπο προς τιμήν του οποίου είμαστε εδώ σήμερα.

Είναι έκδηλος ο σπαραγμός του στα αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το “Σκάκι” και τα “Λευκά Αιμοσφαίρια” όπου ψηλαφεί τη θνητότητα, αλλά καταγράφω και τη δύναμή του στο “Άγγιξέ με ξανά” και σε κείνους τους στίχους που πιστοποιούν ότι είναι διαρκώς ετοιμοπόλεμος:

Γεμίστε τα ποτήρια με κονιάκ/ όχι για τον νικητή αλλά για τον παίχτη…

Παίζει λοιπόν μονίμως με τις πιθανότητες, σαρκάζει, αποδομεί και με πικρό χιούμορ εγκαλεί όταν χρειάζεται ακόμη και τους πιο ..υψηλά ιστάμενους, όπως στην “Προχειροδουλειά

Και παρά την παραδοχή μιας, ενίοτε, έλλειψης ισχύος δεν παραδίνεται. Ο “Βυσσινόκηπος” του ανθίζει και μαζί του κι εμείς:

οι ρίζες μας” γράφει “να σπάνε το πάτωμα / και τα αγκάθια μας / να προστατεύουν την ομορφιά…” προτρέπει. Λαμπερά αγκάθια αυτά, μα την αλήθεια…

Κι έτσι τον πιστεύουμε κι ελπίζουμε ότι θα νιώσουμε την ευτυχία, όπως εκείνος περιγράφει τη σκηνή στο ποίημα “Αναφορά στην Τέχνη”:

Μα να, ακούμε την ευτυχία να έρχεται

με τραγούδια και γέλια.

Την ακούμε απ’ το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ…

Εγώ την ακούω. Εσείς;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 7/10/2019, στη διάρκεια της παρουσίασης της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Τριανταφύλλου, στο «Αίτιον».

.

Γάμμα (παράγοντας)

.

Κισσός άλφα

.

ΓΑΜΜΑ

.

Θηλιά υπαινίσσεται το κεφαλαίο σου (Γ),

γωνία αιχμής,

κόβει η φαλτσέτα.

.

Κι ας λεν οι αιώνες ψίθυρους,

γι’ αρχαίο γκίμελ, γκάμαλ,

Φοίνικες κι Ετρούσκοι.

.

Μες στις ακτίνες,

στα φωτόνια,

γη της γεωμετρίας,

για φαντάσου…

.

Λογοκρισίας το ανάγνωσμα, πάει να πει,

γυνή απ’ το πυρ σου γνέφει.

.

Ίσον της σχετικότητας μικρό μου (γ), απλώς.

Ελάττωμα στο γονιδίωμα

αν κατάλαβες.

.

Λοιπόν,

βολέψου με τους γρίφους.

.

Τα γοτθικά και τις γονυκλισίες κράτα τα

δεν είν’ για μένα οι γλύκες κι οι γυαλάδες…

Σφαίρα στο γεμιστήρα σου επικίνδυνη.

.

Λέει η γνωμάτευση,

φυλάξου…

.

Επιρρεπής στα γλέντια, στο γλυκάνισο,

μωβ γρατζουνιές…

Είναι στενές οι γρίλιες.

.

Ακούω σκυλιά, να αλυχτούν στις σκέψεις σου

γκρεμνά που χάσκουν κάθε που κοιτάζεις…

.

Λέξεις γυαλί,

γρέζι αδίστακτο.

.

Γιατί,

γυρνάω στα γρανάζια του μυαλού σου;

.

Γκράφιτι βλέπω σ’ ερμηνεύουνε,

γόρδιες λύπες σε κρατάνε χάμω.

.

Να σε χορέψω θέλεις;

Γκραν γκινιόλ.

Που μου ‘ρθες μες στα αίματα…

.

Με τόσα γάμμα στην αγρύπνια σου

λες να γλυτώσω;

.

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

ΗΤΑ ( H2O)

.

Έργο του Κωστή α-ΕΜΣΤ Θεωρήματα
Έργο του Κωστή (έκθεση «Θεωρήματα», ΕΜΣΤ)

.

ΗΤΑ

.

Ήτα,

αδιέξοδο διπλό το κεφαλαίο σου και το μικρό σου (η)

μες τα κύματα,

στις απαλές γραμμές.

.

Ήβη γλυκιά, κόκκινα ηφαίστεια,

εξεγερμένες ηδονές και γαλανοί ηλεκτρισμοί.

Να τι ανάμνηση μας φέρνεις…

Είχε ο Ησίοδος άραγε Ηώ;

.

Αυτή η φωνή σου…

Ένα ηχόχρωμα,

θειάφι ημιτόνια,

σκέτο ηλεκτροσόκ.

.

Κι όλος σπαρμένος διαζευκτικά: ή και ή…

“Ή ταν ή επί τας”.

.

Στη θεωρία, βέβαια.

Στην πράξη να σε δω,

χωρίς το δίχτυ ασφαλείας.

Για ρώτα και τους Ηγεμόνες για τις πτώσεις…

Σε πόσα κάστρα γυροφέρνουν σα φαντάσματα…

Μήτε κορώνες, μήτε θρόνοι πια.

Κόλαση, ήλεκτρον, κι ο Τέσλα να γελάει…

.

Αγκάθια, βλέπω, εντάξει,

όλο παγίδες η ζωή ένα γύρω.

Μα και τα Ηλύσια Πεδία δεν τα ζήλεψα.

Η ηθική σας κύριοι, δεν μ’ αφορά,

πολύ το χρήμα της, καταλαβαίνετε…

Κι όσο για πίστη, δεν μας βρίσκεται.

Χρεοκόπησαν οι Αγίοι Τόποι.

.

Αρκεί τ’ αψέντι

στα ηλιοτρόπια του Vincent…

Αρκεί μια αχτίδα

στο γυμνό το δέρμα…

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

Λογοτεχνία: υπνωτική έκσταση, φτηνή θεραπεία ή αλλιώς, πώς να ξεγελάσεις το θάνατο – Το νέο μου άρθρο για την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου φιλοξενείται στο «τοβιβλίο.net»

.

tovivlio-logo

.

Έτυχε τις μέρες που μου προτάθηκε να γράψω αυτό το κείμενο να διαβάζω “Το χάρτινο σπίτι” του Αργεντινού συγγραφέα Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Και στις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματός του εκείνος ισχυρίζεται πως “τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων”. Γιατί είν’ επικίνδυνα. Δίκιο έχει, σκέφτηκα. Επικίνδυνα ναι. Αλλά κι ωραία θα πρόσθετα. Κι αυτός ο συνδυασμός είναι που μας κάνει, ορισμένες κι ορισμένους τουλάχιστον από ‘μας να προσκολλιόμαστε τόσο σ’ αυτά.

Γιατί αν δεν υπήρχαν πώς θα μπορούσαμε να ζούμε τόσες ζωές σε μία; Πώς θα ξεγελούσαμε το θάνατο και θα κλέβαμε τον χρόνο; Πού θα βρίσκαμε αλλού τόσο πρόσφορα καταφύγια, τόσο γοητευτικές διαφυγές; Πώς θα πέφταμε σ’ αυτή την “υπνωτική έκσταση” που μας δημιουργεί η ανάγνωση;

Γιατί τα βιβλία είναι σύντροφοι, παρηγοριά στο μαξιλάρι μας, παρέα στα ταξίδια μας, μυστικές κρύπτες για γράμματα αγαπημένων, για ξεραμένα λουλούδια, για φωτογραφίες που μόνο το δικό μας βλέμμα επιτρέπεται να χαϊδέψει. Είναι σελίδες της ζωής μας. Φορτωμένα με αναμνήσεις.

Αποκτούν περισσότερη αξία αν μας τα χάρισε κάποιος που ξεχωρίζουμε, αν μας έγραψε δυο λόγια μέσα σ’ αυτά, λίγες λέξεις που μας κάνουν ν’ ανακαλούμε ευτυχισμένες στιγμές και να χαμογελάμε ή στιγμές που ξέρουμε πως ποτέ δεν θα ξαναζήσουμε, μ’ ανθρώπους που έπαψαν πια ν’ αναπνέουν και μας κάνουν να συγκινούμαστε.

Υπάρχουν βιβλία που δόθηκαν αντί αποχαιρετισμού, άλλα που δωρίστηκαν δειλά αντί πρώτου αγγίγματος, άλλα που εναποτέθηκαν θαρρείς σαν κομμάτι της ίδιας μας της ψυχής σ’ άλλα χέρια, άλλα που σκίσαμε ανυπόμονα το περιτύλιγμα τους σε γενέθλια, γιορτές, σημαντικά ορόσημα.

Υπάρχουν βιβλία που μυρίζουν θάλασσα κι άλλα που κουβαλούν τη σιωπή του χιονιού. Κάποια που κοιμηθήκαμε αγκαλιά μαζί τους και έχουν τη ζέστη του κορμιού μας, άλλα που έχουν την αλμύρα των δακρύων μας, τη γεύση της ερημιάς. Μερικά είναι εύθραυστα σαν φθινοπωρινά φύλλα κι άλλα ζουμερά σαν τραγανά κεράσια.

Ορισμένα ακίνητα σαν τρένα στο τέρμα τους κι κάποια άπιαστα σαν κατάλευκοι γλάροι. Και που δεν μας ταξίδεψαν… Μια γραμμή φωτεινών κεριών, που κάνει το εσωτερικό μας σκοτάδι να υποχωρεί, είναι. Ναι…

Κι είμαστε κτητικοί με τα βιβλία, όπως είμαστε και με τους εραστές μας. Θέλουμε να μας ανήκουν για πάντα, βέβηλα δάχτυλα να μην τα λερώσουν, ξένα μάτια να μην τα διατρέξουν.

Γι’ αυτό νομίζω δεν μπορούμε να τ’ αποχωριστούμε. Γι’ αυτό έχω περισσότερα βιβλία απ’ όσα θα μπορέσω να διαβάσω όσο ζω, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι που ξέρω, όπως ίσως κι εσείς. Γι’ αυτό στεναχωριόμαστε αν χαθεί ένα βιβλίο, αν το δανείσουμε και δεν μας επιστραφεί, αν σκιστεί κάποια σελίδα του.

Γράφετε άραγε κι εσείς τ’ όνομά σας σε κάθε βιβλίο; Την ημερομηνία που τ’ αγοράσατε, ίσως και το σε ποια πόλη; Κρατάτε σημειώσεις στο περιθώριο, υπογραμμίζετε αποσπάσματα; Υπάρχουν στοίβες βιβλίων στο κομοδίνο σας; Κάνατε κάτι ανήθικο άραγε ποτέ για ένα βιβλίο; Είπατε ψέματα, κλέψατε, εξαπατήσατε για να το αποκτήσετε, βάλατε σε κίνδυνο την τιμή και την υπόληψή σας;

.

.

Κάποιοι, κάποιες το έκαναν. Μάθατε περισσότερα, διαβάζοντας τη συνέχεια εδώ. Κλέφτες βιβλίων, φυλακισμένοι συγγραφείς, η ιστορία της ανάγνωσης, μυθικές βιβλιοθήκες, θεραπείες με βιβλία αλλά και συμβουλές για το διάβασμα των παιδιών, μερικά απ’ τα θέματα που με απασχόλησαν . Με τις Ευχαριστίες μου στον Κώστα Θερμογιάννη, για τη δημοσίευση.

.

.

.

.

.

ΝΙ (+) – Αλφαβητάρι των παθών

.

Ερείπιο

.

ΝΙ (+)

Νεύματα αδιόρατα, λεπτά τα νήματα.
Νεύρα που τα στενεύει η ανάγκη.

Άφαντες οι Νεράιδες
τα νεράντζια πέτρινα
κι οι νεοσσοί (ν) βουβοί μες τη φωλιά τους.

Και στο ναδίρ που κατεβαίνω, μαίνομαι
Νάγια σου μοιάζω μα το νάζι δεν μου πάει

Άλλα τα νάματα που μ’ έθρεψαν, μη σκιάζεσαι
Νάρκες δεν έχει το πεδίο, ελεύθερο.

Με ναφθαλίνες όνειρα δεν συντηρείς
προχωρημένη η νέκρωση,
να ξέρεις…

Τι το παλεύεις με νερομπογιές
το νέφος;

Νόμος του Χαμπλ και
τα νετρίνα αφόρτιστα

Νηρέας στο ναυάγιο
θα σου σταθώ.

Μη γίνεις Νέρωνας… Ναυτία σκέτη.

Άραγε Νέμεση κερνάς ή σκέτο νέκταρ;

Η νηπενθής, νηφάλια
σου γνέφει…

Ναι.

Νοβοκαΐνη, εννόησες;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

ΛΑΜΒΔΑ (λ-calculus) – Αλφαβητάρι των παθών

.

Visions 96 a

.

Του λογισμού μου λάμβδα σ’ απόφαση δεν μ’ οδηγείς. Κι άγκιστρο νιώθω πως μου γνέφει το μικρό σου (λ).

Κι ας έχει χάρη κύματος, ταξιδευτή του χρόνου. Η σταθερά του έλιωσε στο σχετικό. Τι που μεγάλο (Λ) με κερνά τη λήθη;

Λήθαργος σπλαχνικός όλες οι λέξεις σου. Πιάνω ένα “λα” και σου γελάω. Μα τα λεπτά καραδοκούν ακούραστα. Η ώρα τρέχει. Λάθος, λάθος, λάθος…

Κι αν κρύβομαι μες το λαβύρινθο, δε θα γλυτώσω, ξέρω. Η λαιμητόμος σου με καρτερά. Κόβουν πολύ τα λεπιδόπτερα άραγε; Λάμες ακονισμένες ένα γύρω.

“Μέσα απ’ τη λάσπη, λάμψε” μου ζητάς..”Κόψε ομφάλιους λώρους, κάψε ρίζες. Νάνοι λευκοί, για δες… μες το στερέωμα.

Λύσε σκοινιά, ξεκίνα το ταξίδι. Άσε τους Λωτοφάγους να σε οδηγούν. Μην την ακούς τη Λάχεση, λυτρώσου”.

Λάθε βιώσας” επιμένεις. Προσπαθώ… μα σώνει. Λήξη συναγερμού στο λυρικό το έπος. Κάλλιο λικέρ παρά λεξοτανίλ.

Των Λακεδαιμονίων φαντάσματα για εξηγηθείτε. Σαν πόσες λάμιες λάμνουν σήμερα στο Λιβυκό;

Τι λυκαυγές και τι λυκόφως; Πάντα λύκος.

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

.