Paul Valéry: Η καλλιτεχνική δημιουργία

«Ο συγγραφεύς είναι ο άνθρωπος ο πιο ακατάλληλος να γνωρίσει αυτό που οι άλλοι το λένε έργο του».

Paul Valéry

.

Όταν βλέπω έξυπνους και μορφωμένους θεωρητικώς, ανθρώπους στα ΜΚΔ κι όχι μόνο, να προσπαθούν να υποδείξουν στους άλλους τι είναι και τι δεν είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση κ.ο.κ., και τι θα πρέπει να καταλάβουν απ’ το τάδε βιβλίο ή να αισθανθούν για το δείνα έργο, επιβάλλοντας τους τις απολύτως προσωπικές απόψεις τους και συχνά δυστυχώς με αρκετό σνομπισμό κι απαξίωση, σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, όσα έγραψε ο Πρωταγόρας για την αλήθεια και την υποκειμενικότητα και δεν κάνω τον κόπο ν’ ασχοληθώ περαιτέρω. Μια αποστροφή άλλωστε προς τα «πνευματικά αφεντικά», όπως έλεγε κι ο πρόσφατα εκλιπών Ντίνος Χριστιανόπουλος, την έχω κι εγώ. Έτσι σήμερα, αντί άλλου σχολίου, διάλεξα αποσπάσματα απ’ αυτό το σπουδαίο κείμενο που έχει ως θέμα του την πνευματική δημιουργία κι ο νοών νοείτο.

Εισαγωγικά να εξηγήσω μόνο, ότι η ομιλία μ’ αυτό το θέμα δόθηκε σε μια απ’ τις συνεδρίες που έκανε η Φιλοσοφική Γαλλική Εταιρεία κι ακολούθησε συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος και ο Λ. Μπρούνσβιγκ με 5-6 άλλους φιλοσόφους. Στο Δελτίο της Εταιρείας δημοσιεύτηκε τόσο η ομιλία όσο κι η συζήτηση. Την εισήγηση έκανε ο Ξαβιέ Λεόν. Εγώ με τη σειρά μου βρήκα το κείμενο στο περιοδικό της “Νέας Εστίας”, Τεύχος 73 και διατήρησα όπως πάντα την πρωτότυπη ορθογραφία καθώς και τις υπάρχουσες υπογραμμίσεις με πλάγια κι έντονα στοιχεία:

«Ένα απ’ τα συνηθέστερα λάθη και τα πιο αξιοσημείωτα που κάνουμε όταν μιλούμε για την τέχνη, είναι ότι θεωρούμε τα έργα σαν οντότητες σαφώς ωρισμένες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ο αισθητικός, θέλοντας ν’ παραστήσει το πώς γεννήθηκε το έργο, νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί από το έργο στον τεχνίτη μ’ έναν απευθείας χειρισμό και μ’ έναν τρόπο (επιτρέψατέ μου την έκφραση) γραμμικό. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, απομακρύνεται από το αληθινό και το πραγματικό. Από την αλήθεια, γιατί το έργο δεν πρέπει να το κοιτάμε παρά μέσα σ’ έναν εντελώς καθωρισμένο παρατηρητή, ή και κατά τον παρατηρητή, και ποτέ αυτό καθ’ εαυτό. Από το πραγματικό, επειδή η εκτέλεση η πραγματική του έργου οφείλεται σε αναρίθμητα εσωτερικά επεισόδια ή συμβάντα εξωτερικά, που τ’ αποτελέσματά τους συσσωρεύονται, συναρμολογούνται μέσα στο υλικό του έργου, ώστε μπορεί στο τέλος να καταντήσει, μάλιστα αν πολυδουλεύθηκε το έργο και αν πολλές φορές το ξανάπιασε ο συγγραφεύς στα χέρια του, ένα έργο χωρίς συγγραφέα ορισμένον -ένα έργο που αυτός, που θα μπορούσε να το γράψει χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος, χωρίς παραστρατήματα και χωρίς παρεμβάσεις, δεν υπήρξε ποτέ.

Όταν πρόκειται για ζητήματα τέχνης, πρέπει προ πάντων να διακρίνουμε τρεις συντελεστάς: Ένα δημιουργό, ή συγγραφέα, ένα αισθητό αντικείμενο, που είναι το έργο, και ένα παθητικό πρόσωπο, τον αναγνώστη, ή τον θεατή, ή τον ακροατή.

Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτή την απλή διάκριση, και δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε εκείνο, που εξαρτάται από τον ένα, για κείνο που αναφέρεται στον άλλο. Πρέπει να δυσπιστούμε στις κρίσεις που ασυνείδητα ή σιωπηρά συνθέτουν τις τρεις αυτές έννοιες. Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.

Όταν μιλούμε για ένα έργο, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως το έργο δεν είναι καθ’ εαυτό παρά ένα πράγμα, του οποίου η ύπαρξη είναι επίσης λανθάνουσα όπως κι ενός δίσκου φωνογράφου, όσο το μηχάνημα δε λειτουργεί.

(…) Καθένας μας γενικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο, που η εργασία καμιά φορά τον οδηγεί. Το εργάζομαι μ’ αυτή την έννοια δεν ισοδυναμεί τάχα με το αναγκάζομαι να γίνω διαφορετικός από τον εαυτό μου;… Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας ξαναπιάνει το έργο του, η σκέψη του είναι πάντοτε ανακατεμένη με την ανάμνηση των περιστάσεων που έγινε η σύνθεσή του.

Δεν μπορεί να το δει, χωρίς να δει με την ίδια ματιά ένα σύνολο από επεισόδια, από δισταγμούς, κομμάτια που διαγραφήκανε ή που δε γραφήκανε, τεχνάσματα και δολώματα. Μπορεί π.χ. να συμβεί, ώστε μια ιδέα, που μου ήρθε ξαφνικά και κατά σύμπτωση, να πάρει θέση αμέσως στο έργο και να φαίνεται στον αναγνώστη πως μου ήρθε εντελώς φυσικά και αναγκαία,σα να βγήκε χωρίς προσπάθεια μες απ’ αυτά που προηγούνται στο κείμενο.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο στο συγγραφέα να νιώσει την εντύπωση που κάνει το σύνολο του έργου σαν αποτέλεσμα απομονωμένο και τελειωμένο. Διέτρεξε όλους τους σταθμούς της δημιουργίας, πέρασε από σταυροδρόμια, εδίστασε μπροστά σε πολλά δίστρατα, ξέρει ότι πολλά κομμάτια του ήρθαν χωρίς να δουλέψει, ότι για άλλα κουράστηκε να τα βρει, βλέπει πόσες εγκαταλείψεις ιδεών έκανε και πόσες άλλες αναπτύχθηκαν απροσδόκητα. Καμιά φορά, η λύση, που εξασφαλίζει την εσωτερική ύπαρξη του έργου, μας έρχεται την ώρα που πρόκειται να το εγκαταλείψουμε, κι έτσι το έργο που πρωτύτερα είχε συλληφθεί, αλλάζει μορφή ολόκληρο, μέσα σε μερικές στιγμές. Το αδύνατο γίνεται κατορθωτό, το εμπόδιο μεταβάλλεται σε μέσο κτλ.

Ας θέσουμε τώρα ένα μοναδικό πρόβλημα, που καμιά φορά τίθεται σ’ ένα συγγραφέα. Από τι μπορεί ο συγγραφεύς να γνωρίσει αν το έργο του είναι τελειωμένο; Είναι μια απόφαση που πρέπει να λάβει.

Και λοιπόν η απόφαση αυτή, που θέτει τέρμα στο έργο, δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, ξένη από το ίδιο το έργο. Η διάρκεια, οι διαστάσεις που υποδείχθηκαν, ο χρόνος που μας δόθηκε για να παραδώσουμε την εργασία, η ανία, η κόπωση, ή και η αυτάρκεια – ιδού το τι επιβάλλει στο συγγραφέα να σταματήσει την προσπάθειά του. Μα το τελείωμα ενός έργου αληθινά δεν είναι παρά μια εγκατάλειψη, ένα σταμάτημα, σχεδόν πάντοτε τυχαίο μέσα σε μια εξέλιξη που μπορούσε να εξακολουθήσει.

Βλέπουμε, λοιπόν, μ’ αυτά ότι το έργο, σαν κάτι τελειωμένο και με όρια εντελώς ωρισμένα, μπορεί πάντοτε από το μέρος του ο συγγραφεύς, να το βλέπει σαν ένα κουρέλι τυχαία αποσπασμένο από το εσωτερικό του σύνολο, σα μια μορφή ενός διάβα, ενώ παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ακέραιο κατασκεύασμα που δεν εξαρτάται πια από τον καιρό.

(…) Στην αρχή (ενν: ο συγγραφεύς) κοίταζε μόνο μέσα του και μόνο τον εαυτό του· αλλά, μόλις σκεφθεί να κάνει έργο, αρχίζει να λογαριάζει την εξωτερική εντύπωση. Και τίθεται πλέον ένα πρόβλημα συμμόρφωσης. Ασχολείται επίτηδες ή ασυνείδητα με τα υποκείμενα στα οποία θα πρέπει το έργο ν’ ασκήσει μια επίδραση· προσπαθεί να δει αυτούς, στους οποίους αποτείνεται, ενώ αναπαρασταίνει συνάμα τα μέσα που πρέπει να διαθέσει γιαυτή του την ενέργεια (…) Διάλεξα ένα θέμα. Αναπαρασταίνω αόριστα ή καθαρά έναν αναγνώστη. Νιώθω πως διαθέτω μερικά μέσα. Με προκαλούν χίλιες αναμνήσεις, που μπορεί να μου χρησιμεύσουν, χίλια στοιχεία της συγκινητικής ουσίας, για την οποία σας μίλησα… Το έργο που θα κάνω θα είναι ένας συμβιβασμός, ένα τοποθέτημα, μια υπόταξη, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχεμένη, των ανεξάρτητων αυτών συνθηκών, αυτών των συνεισφορών κι αυτών των ενεργειών διαφόρων τάξεων. Για τούτο, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά έργα απαιτούν ένα σωρό από προλεγόμενα: εκθέσεις, περιγραφές, προετοιμασίες του αναγνώστη, που έχουν σκοπό: άλλες να ορίσουν τα μέρη και τους κανόνες του έργου, κι άλλες να υποτάξουν τον άγνωστο αναγνώστη στην ευαισθησία του συγγραφέα. Όλ’ αυτά αποτελούν τα αναγκαία αιτήματα, τις συνθήκες, τα δομένα που χρειάζονται, ώστε το καθαυτό έργο να μπορεί ν’ ακουσθεί.

(…) Με λίγα λόγια, κάθε θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να μη λησμονεί την “ετερογένεια” της ποικιλίας των συνθηκών, που επιβάλλονται στον τεχνίτη και αναγκαία περιπλέκονται μέσα στο έργο του. Η παράδοξη μοίρα του καλλιτέχνη του επιβάλλει να συνδυάζει καθωρισμένα στοιχεία για να επιδράσει σε άτομο ακαθόριστο».

Μετάφραση: Μάρκος Τσιριμώκος

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

W.E.B. Du Bois – Strivings of the Negro People

«The would-be black-savant was confronted by the paradox that the knowledge his people needed was a twice-told tale to his white neighbors, while the knowledge which would teach the white world was Greek to his own flesh and blood…»

.

.

Σήμερα σκέφτηκα ότι με όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Αμερική, έχει νόημα να σας προτείνω αυτό το κείμενο που τιτλοφορείται «Strivings of the Negro People», στο οποίο ο W.E.B. Du Bois (Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέργκχαρντ ντι Μπουά) προσπάθησε να περιγράψει μέσα από μια μικρή -και σχετικά προσωπική-, ιστορική αναδρομή, πως αισθάνεται κανείς όταν απ’ τους άλλους ορίζεται ως ..πρόβλημα.

Ολόκληρο υπάρχει εδώ και βιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα, ποιητή, ακτιβιστή, ιστορικό, κοινωνιολόγο, μπορείτε να βρείτε εδώ στα αγγλικά κι εδώ στα ελληνικά. Το προαναφερόμενο κείμενο του πρώτου, όπως θεωρείται, Αφροαμερικανού ακτιβιστή που απέκτησε διδακτορικό τίτλο απ’ το Harvard, όπως θα προσέξατε στο video, αρχίζει έτσι:

«Between me and the other world there is ever an unasked question: unasked by some through feelings of delicacy; by others through the difficulty of rightly framing it. All, nevertheless, flutter round it. They approach me in a half-hesitant sort of way, eye me curiously or compassionately, and then, instead of saying directly, How does it feel to be a problem? they say, I know an excellent colored man in my town; or I fought at Mechanicsville; or, Do not these Southern outrages make your blood boil? At these I smile, or am interested, or reduce the boiling to a simmer, as the occasion may require. To the real question, How does it feel to be a problem? I answer seldom a word.

And yet, being a problem is a strange experience…»

W.E.B. Du Bois (1868-1963)

Η περιοδική έκδοση της «Λοκομοτίβα» ελεύθερη γι’ ανάγνωση

Ένα περιοδικό που μπορείτε να διαβάσετε κι εσείς που είστε μακριά απ’ την Αθήνα ή εσείς που ακόμη δεν το είχατε ξεφυλλίσει. Θα το βρείτε ολόκληρο εδώ και με την ευκαιρία δείτε και το site του αγαπημένου βιβλιοπωλείου/ cafe-bar, απ’ όπου μπορείτε να συντονιστείτε και στο live radio.

Κείμενο απ’ την ομάδα της «Λοκομοτίβας»

Η Λοκομοτίβα έχει κι αυτή αναστείλει την λειτουργία της προσωρινά. Ελπίζουμε ότι η απομόνωση που βιώνουμε δεν θα κρατήσει για πολύ και η ζωή μας θα βγει από τον γύψο σύντομα. Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές οφείλουμε να θυμόμαστε και να θυμίζουμε ότι διαθέτουμε ένα πολύ σημαντικό όπλο: την αλληλεγγύη μας.

Στα πλαίσια αυτά θα θέλαμε να πούμε από τη μεριά μας λίγα πράγματα.

1. Ο πιο επικίνδυνος ιός είναι αυτός του ρατσισμού και της εξατομίκευσης. Μας έχουν πετάξει το μπαλάκι της ατομικής ευθύνης και της πειθαρχίας απέναντι στις εντολές τους, όμως δεν ξεχνάμε ότι πρώτα προσπάθησαν να ενοχοποιήσουν τους μετανάστες για την εξάπλωση του ιού τους. Και λέμε ιός τους γιατί όπως όλη η σειρά παρομοίων ιών τις τελευταίες δεκαετίες (εμπόλα, Η1Ν1, γρίπη των πουλερικών κλπ) παράχθηκε ακριβώς λόγω της αστικής υπερσυγκεντρωσης και υπερεκμετάλλευσης των πόρων και ενός ήδη φτωχοποιημένου πληθυσμού. Λόγω της καταστροφής του περιβάλλοντος, δηλαδή της καπιταλιστικοποίησης και εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμα και των τελευταίων κομματιών της άγριας φύσης. Αυτές οι νέες ασθένειες έχουν να κάνουν με την καταστροφική φύση του καπιταλισμού ενάντια στην Φύση και τον άνθρωπο και γεννιούνται όπως η βροχή από το σύννεφο.

2. Οι πλέον ανεύθυνοι είναι οι κυβερνώντες, όπως και κάθε προηγούμενη κυβέρνηση που κατέστρεψε το σύστημα Υγείας ιδιωτικοποιώντας τα πάντα και ξόδεψε τον κρατικό κορβανά από το αίμα των εργαζόμενων σε νέους μπάτσους και πολεμικούς εξοπλισμούς.(Που είναι η πρόνοια για την πανδημία για παράδειγμα στα κλειστά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις φυλακές;) Ο τρόπος που αντιδρά το κεφάλαιο και ο κρατικός του μηχανισμός συνεχίζει να’ ναι αυτός της κανονικότητας του, πρόκειται για τη συνεχεία της πολιτικής του με άλλα μέσα.

Είναι η συνέχεια του κοινωνικού πολέμου μόνο που πρόσκαιρα δεν έγινε αίμα για πετρέλαιο στις παράλιες του Αιγαίου, άλλα στράφηκε στην εθνική ομοψυχία της κήρυξης στρατιωτικού νόμου. . Γνώριζαν από καιρό τι επρόκειτο να συμβεί και απαγορεύουν την κυκλοφορία στα πλαίσια της κανονικότητας και των υποσχέσεων μιας ακροδεξιάς ρητορικής: Είναι ο πόλεμος κατά των φτωχών και ξοφλημένων, των εκτός παραγωγικής εργασίας, η ληστεία των μισθών, οι απολύσεις, το κλείσιμο των επιχειρήσεων, λέγεται καταστροφή πλεοναζόντων παραγωγικών δυνάμεων, μόνο που για μας αυτές οι δυνάμεις είναι τα αδέρφια μας, οι γονείς μας, οι φίλοι μας. Είναι οι γεμάτες μπάτσους γειτονιές που ελέγχουν οτιδήποτε κινείται. Παίρνουν μέτρα εμφυλίου πόλεμου ενάντια στον λαϊκό κόσμο ενώ (ή επειδή;) δεν επαρκούν τα υλικά για τα νοσοκομεία, ούτε οι γιατροί και οι νοσοκόμοι. Ζητάν υποκριτικά εθελοντές ενώ κλείνουν συμφωνίες για να πετρο-αιματοκυλήσουν το Αιγαίο και χρησιμοποιούν αγιαστούρα και θεία μετάληψη για να εξορκίσουν το κακό! Μας προορίζουν όλους στην κοινή πλέον μοίρα του εγκλεισμού χωρίς ιατρική φροντίδα, χωρίς τεστ ανίχνευσης του ιού, χωρίς φάρμακα….

Είναι όλα κανονικά για ένα σύστημα σε κρίση που ζητάει αίμα από κάθε ζωντανό ον για να επιβιώνει το ζόμπι του κέρδους: είναι ζωτικό για αυτούς να μας κρατάνε υπόδουλους και τρομοκρατημένους. Τι νόημα έχουν οι καραντίνες όταν λειτουργούν επιχειρήσεις, εργοστάσια και οι πιο υποτιμημένοι εργαζόμενοι -αυτοί που κάνουν ντελίβερυ και ταχυδρομικές υπηρεσίες μαζί με υπαλλήλους ταμίων σούπερ μάρκετ, τηλεφωνητές κλπ- που δουλεύουν και τρέχουν παντού; Αυτό είναι το μυστικό του ρεκόρ των κρουσμάτων και των θανάτων στα βιομηχανικά κέντρα του πλανήτη.

Ας μη γίνουμε συνεργοί τους. Άλλο η προσωπική ευθύνη και άλλο η υπακοή σε ήμι-παράλογες και αντιφατικές κυβερνητικές εντολές, τον μισανθρωπισμό, τον κοινωνικό κανιβαλισμό και τη ρουφιανιά. Κάπως έτσι σέρνεται το φίδι του φασισμού… Δεν έχουμε τις ίδιες ευθύνες με τους κυβερνώντες και με αυτούς που έχουν τον πλούτο και τις ένοχες βιομηχανίες στα χέρια τους όπως δεν θα χουμε την ίδια αντιμετώπιση αν αρρωστήσουμε – ακόμα, αν πεθάνουμε.

3. Η παγκόσμια κρίση τους -συνέχεια αυτής από το 2007-8-επιδεινώνεται με αφορμή αυτήν τη φορά την πανδημία. Πρέπει να υπερασπίσουμε τα μεροκάματά μας, τις θέσεις εργασίας, την υγεία μας, αλλά το ζήτημα θα παραμείνει ανοιχτό για την Ζωή συνολικά και τον πλανήτη ολόκληρο. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να υπάρχει αυτό το βάρβαρο σύστημα ή αν πρέπει πια να το πάρουμε αλλιώς.

***

Θα έρθει η ώρα που θα οι υπαίτιοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και με μας. Προς το παρόν όμως ας σταθούμε όλοι αλληλέγγυοι σ’ αυτούς που μας έχουν ανάγκη με όποιον τρόπο μπορούμε. Ευχόμαστε δύναμη και υγεία σε όλους. Σε κάθε περίπτωση η επιβίωση τώρα θέλει, συν τοις άλλοις, φαντασία. Ελπίζουμε να συναντηθούμε δια ζώσης γρήγορα, στο μεταξύ όμως μαθαίνουμε από την αρχή εποικοδομητικούς τρόπους επαφής και επικοινωνίας. Ελπίζουμε σύντομα να είμαστε πραγματικά κοντά στον κόσμο που μας στηρίζει με το e-shop του βιβλιοπωλείου μας, με podcast και διαδικτυακές εκδηλώσεις.

25.03.2020

Η ομάδα της Λοκομοτίβας.

Για το «Άγγιξέ με», του Γιώργου Τριανταφύλλου: Η ποίησή του μέσα απ’ τα μάτια μου…

Για τα αγγίγματα που αφήνουν πληγές

Για όλους όσους ακόμα δεν αγγίξαμε

και για τα βαθιά αγγίγματα που ζουν κάτω απ’ το δέρμα μας

Γιώργος Τριανταφύλλου

Photo credits: Ιωάννης Βαρούτης

Έχω πει και γράψει στο παρελθόν ότι τα ποιήματα δεν πρέπει να εξηγούνται…

Επειδή το να εξηγείς εκτεταμένα ένα ποίημα, είναι ένα είδος νοερής ταφής. Σαν να του βάζεις μια ετικέτα, να το ‘στριμώχνεις’ σ’ ένα κουτί, να το ‘τακτοποιείς’ σ’ ένα ράφι και να μην μπορεί να είναι πια κάτι άλλο, παρά μόνο αυτό που εσύ όρισες. Τα ποιήματα χρειάζονται αναπνοές.. Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Καινούρια βλέμματα να τα ντύνουν με προσδοκίες, απορίες, αμηχανία ίσως, αλλά και πιθανότητες. Να μην είναι μονοσήμαντα, αλλά να μετασχηματίζονται και ν’ αλλάζουν. Να σκύβουν πάνω τους χαμογελαστά πρόσωπα, σκυθρωπά, θυμωμένα, μπερδεμένα, γαλήνια και να βρίσκουν μέσα τους κάτι διαφορετικό.. Ή και κάτι ίδιο. Κανείς όμως να μην έχει απόλυτα δίκιο και κανείς να μην έχει απόλυτα άδικο, ως προς το τι είναι ένα ποίημα..

Κι έτσι σήμερα εδώ*, αυτό που θα κάνω, δεν είναι λοιπόν μια ανατομία των ποιημάτων του Γιώργου Τριανταφύλλου. Απλώς θα μοιραστώ μαζί σας σκέψεις που μου γέννησε η ανάγνωσή τους. Δεν μου πάνε, γενικά οι βεβαιότητες. Τις βρίσκω αν θέλετε, εξαιρετικά αλαζονικές.

Η ματιά μας άλλωστε τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην ποίηση ευτυχώς, είναι προσωπική.

Αυτό που πρόσεξα λοιπόν στα ποιήματά του “Άγγιξέ με” ήταν αρχικά οι εικόνες τους. Εικόνες με χρώμα και ήχο. Έντονες. Δεν είναι βότσαλα που πέφτουν απαλά σε ήσυχη λίμνη δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους. Έχουν εκρηκτικότητα. Κι υποβλητικότητα. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα επίθετα άλλωστε ο δημιουργός τους, για να υπογραμμίσει ή και να προσδιορίσει ποιότητες κι η συμπύκνωση των νοημάτων του, συνδράμουν στο σκοπό του. Έτσι μας κάνει να παρατηρήσουμε έναν “ξερακιανό άνεμο”, μια “ιερόδουλη ευτυχία”, ορισμένες “ασυγύριστες έξεις”, κάποιο “αδέσποτο ψέλλισμα”, μεταξύ άλλων.

Όσον αφορά το χρόνο του ορίζοντα των γεγονότων του τώρα, πρόσεξα ότι είναι σύγχρονος ως επί το πλείστον με μικρά φλας μπακ στο αναμνησιακό παρελθόν, μιας όχι ωστόσο εξιδανικευμένης, παιδικής ηλικίας. Κι όσο για το χώρο, τον σκηνοθετεί πάντα με θεατρικότητα, είτε μας μεταφέρει σε κλειστοφοβικά δωμάτια, είτε σε πολυσύχναστα μπαρ, είτε σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας ή πόλεις σαν τη Βιέννη, με αποκορύφωμα φυσικά το ποίημά του, “Παστορέλα”.

Τα θέματά του ποικίλλουν επίσης. Είναι φανερή η κοινωνική του ενημερότητα κι η πολιτική του θέση. Τα μικρά και μεγάλα δράματα που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, στη θάλασσα όσον αφορά το προσφυγικό αλλά και στη στεριά με το πλήθος των αστέγων και των ολοένα περισσότερο φτωχοποιημένων και περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας, δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ο σεξισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία κι άλλα σύγχρονα φαινόμενα καταγράφονται απ’ την πένα του και στηλιτεύονται. Κι είναι πότε τα απορρίμματα του καπιταλισμού στην “Γκρίζα Βίλλα” και πότε η διάψευση των οραμάτων στο “Συναξάρι”, που μας κάνουν ν’ αναρωτηθούμε για τον τρόπο που βλέπει το μέλλον.

Αλλά φαίνεται πως την ελπίδα του την εναποθέτει σε κείνα τα παιδιά που είναι “ξυπνητήρια μες τη λάσπη και καρφιά στους καναπέδες μας” όπως γράφει στο ποίημα “Θέατρο Εμπρός”. Κι ευτυχώς υπάρχουν τέτοια…

Όταν δεν ασχολείται με τα κακώς κείμενα του κοινωνικοπολιτικού μας γίγνεσθαι, φλερτάρει πότε με ενοχή και πότε με αυταπάρνηση. Και μου θυμίζουν όσα καταθέτει στην “Απιστία”, στο “Άγγιξέ με”, στη “Μεταβίβαση” και στο “Ανθή”, εκείνη τη φράση του Λουίς Θερνούδα : “Αλήθεια είναι, πως η ποίηση γράφεται και με το κορμί”.

Κι η σχεδόν σωματική ποίησή του (μια καταγραφή βιωμάτων), με τις σουρεαλιστικές και εξπρεσιονιστικές επιρροές, βρίθει διαψεύσεων, ματαιώσεων, απωλειών. Κι όταν διαβάζω τον αγαπημένο του Ρολάν Μπαρτ που έγραψε: “Έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή: από μια σειρά μικρές μοναξιές” είναι λες και βλέπω σ’ αυτή τη φράση τον άνθρωπο προς τιμήν του οποίου είμαστε εδώ σήμερα.

Είναι έκδηλος ο σπαραγμός του στα αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το “Σκάκι” και τα “Λευκά Αιμοσφαίρια” όπου ψηλαφεί τη θνητότητα, αλλά καταγράφω και τη δύναμή του στο “Άγγιξέ με ξανά” και σε κείνους τους στίχους που πιστοποιούν ότι είναι διαρκώς ετοιμοπόλεμος:

Γεμίστε τα ποτήρια με κονιάκ/ όχι για τον νικητή αλλά για τον παίχτη…

Παίζει λοιπόν μονίμως με τις πιθανότητες, σαρκάζει, αποδομεί και με πικρό χιούμορ εγκαλεί όταν χρειάζεται ακόμη και τους πιο ..υψηλά ιστάμενους, όπως στην “Προχειροδουλειά

Και παρά την παραδοχή μιας, ενίοτε, έλλειψης ισχύος δεν παραδίνεται. Ο “Βυσσινόκηπος” του ανθίζει και μαζί του κι εμείς:

οι ρίζες μας” γράφει “να σπάνε το πάτωμα / και τα αγκάθια μας / να προστατεύουν την ομορφιά…” προτρέπει. Λαμπερά αγκάθια αυτά, μα την αλήθεια…

Κι έτσι τον πιστεύουμε κι ελπίζουμε ότι θα νιώσουμε την ευτυχία, όπως εκείνος περιγράφει τη σκηνή στο ποίημα “Αναφορά στην Τέχνη”:

Μα να, ακούμε την ευτυχία να έρχεται

με τραγούδια και γέλια.

Την ακούμε απ’ το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ…

Εγώ την ακούω. Εσείς;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 7/10/2019, στη διάρκεια της παρουσίασης της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Τριανταφύλλου, στο «Αίτιον».

.

Λογοτεχνία: υπνωτική έκσταση, φτηνή θεραπεία ή αλλιώς, πώς να ξεγελάσεις το θάνατο – Το νέο μου άρθρο για την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου φιλοξενείται στο «τοβιβλίο.net»

.

tovivlio-logo

.

Έτυχε τις μέρες που μου προτάθηκε να γράψω αυτό το κείμενο να διαβάζω “Το χάρτινο σπίτι” του Αργεντινού συγγραφέα Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες. Και στις πρώτες γραμμές του μυθιστορήματός του εκείνος ισχυρίζεται πως “τα βιβλία αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων”. Γιατί είν’ επικίνδυνα. Δίκιο έχει, σκέφτηκα. Επικίνδυνα ναι. Αλλά κι ωραία θα πρόσθετα. Κι αυτός ο συνδυασμός είναι που μας κάνει, ορισμένες κι ορισμένους τουλάχιστον από ‘μας να προσκολλιόμαστε τόσο σ’ αυτά.

Γιατί αν δεν υπήρχαν πώς θα μπορούσαμε να ζούμε τόσες ζωές σε μία; Πώς θα ξεγελούσαμε το θάνατο και θα κλέβαμε τον χρόνο; Πού θα βρίσκαμε αλλού τόσο πρόσφορα καταφύγια, τόσο γοητευτικές διαφυγές; Πώς θα πέφταμε σ’ αυτή την “υπνωτική έκσταση” που μας δημιουργεί η ανάγνωση;

Γιατί τα βιβλία είναι σύντροφοι, παρηγοριά στο μαξιλάρι μας, παρέα στα ταξίδια μας, μυστικές κρύπτες για γράμματα αγαπημένων, για ξεραμένα λουλούδια, για φωτογραφίες που μόνο το δικό μας βλέμμα επιτρέπεται να χαϊδέψει. Είναι σελίδες της ζωής μας. Φορτωμένα με αναμνήσεις.

Αποκτούν περισσότερη αξία αν μας τα χάρισε κάποιος που ξεχωρίζουμε, αν μας έγραψε δυο λόγια μέσα σ’ αυτά, λίγες λέξεις που μας κάνουν ν’ ανακαλούμε ευτυχισμένες στιγμές και να χαμογελάμε ή στιγμές που ξέρουμε πως ποτέ δεν θα ξαναζήσουμε, μ’ ανθρώπους που έπαψαν πια ν’ αναπνέουν και μας κάνουν να συγκινούμαστε.

Υπάρχουν βιβλία που δόθηκαν αντί αποχαιρετισμού, άλλα που δωρίστηκαν δειλά αντί πρώτου αγγίγματος, άλλα που εναποτέθηκαν θαρρείς σαν κομμάτι της ίδιας μας της ψυχής σ’ άλλα χέρια, άλλα που σκίσαμε ανυπόμονα το περιτύλιγμα τους σε γενέθλια, γιορτές, σημαντικά ορόσημα.

Υπάρχουν βιβλία που μυρίζουν θάλασσα κι άλλα που κουβαλούν τη σιωπή του χιονιού. Κάποια που κοιμηθήκαμε αγκαλιά μαζί τους και έχουν τη ζέστη του κορμιού μας, άλλα που έχουν την αλμύρα των δακρύων μας, τη γεύση της ερημιάς. Μερικά είναι εύθραυστα σαν φθινοπωρινά φύλλα κι άλλα ζουμερά σαν τραγανά κεράσια.

Ορισμένα ακίνητα σαν τρένα στο τέρμα τους κι κάποια άπιαστα σαν κατάλευκοι γλάροι. Και που δεν μας ταξίδεψαν… Μια γραμμή φωτεινών κεριών, που κάνει το εσωτερικό μας σκοτάδι να υποχωρεί, είναι. Ναι…

Κι είμαστε κτητικοί με τα βιβλία, όπως είμαστε και με τους εραστές μας. Θέλουμε να μας ανήκουν για πάντα, βέβηλα δάχτυλα να μην τα λερώσουν, ξένα μάτια να μην τα διατρέξουν.

Γι’ αυτό νομίζω δεν μπορούμε να τ’ αποχωριστούμε. Γι’ αυτό έχω περισσότερα βιβλία απ’ όσα θα μπορέσω να διαβάσω όσο ζω, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι που ξέρω, όπως ίσως κι εσείς. Γι’ αυτό στεναχωριόμαστε αν χαθεί ένα βιβλίο, αν το δανείσουμε και δεν μας επιστραφεί, αν σκιστεί κάποια σελίδα του.

Γράφετε άραγε κι εσείς τ’ όνομά σας σε κάθε βιβλίο; Την ημερομηνία που τ’ αγοράσατε, ίσως και το σε ποια πόλη; Κρατάτε σημειώσεις στο περιθώριο, υπογραμμίζετε αποσπάσματα; Υπάρχουν στοίβες βιβλίων στο κομοδίνο σας; Κάνατε κάτι ανήθικο άραγε ποτέ για ένα βιβλίο; Είπατε ψέματα, κλέψατε, εξαπατήσατε για να το αποκτήσετε, βάλατε σε κίνδυνο την τιμή και την υπόληψή σας;

.

.

Κάποιοι, κάποιες το έκαναν. Μάθατε περισσότερα, διαβάζοντας τη συνέχεια εδώ. Κλέφτες βιβλίων, φυλακισμένοι συγγραφείς, η ιστορία της ανάγνωσης, μυθικές βιβλιοθήκες, θεραπείες με βιβλία αλλά και συμβουλές για το διάβασμα των παιδιών, μερικά απ’ τα θέματα που με απασχόλησαν . Με τις Ευχαριστίες μου στον Κώστα Θερμογιάννη, για τη δημοσίευση.

.

.

.

.

.