«I, Daniel Blake» (Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ): Μια ταινία του Κεν Λόουτς – Στην web.ert ολόκληρη, διαθέσιμη έως και 30/06/2020

I, Daniel Blake - Wikipedia

Σίγουρα κάποιες/οι/α την έχετε δει αυτή την σπουδαία ταινία του Κεν Λόουτς (εδώ θα βρείτε κι άλλες, στο κανάλι του), αλλά αν όχι, αν δεν έτυχε ως τώρα να την παρακολουθήσετε, να η ευκαιρία να το κάνετε.

Η ταινία προβλήθηκε το 2016 στους κινηματογράφους και θα είναι πικρά επίκαιρη δυστυχώς για πολλά χρόνια ακόμη, καθώς στα περισσότερα κράτη τα συστήματα υγείας είναι διαλυμένα και με όσα ζούμε τελευταία δεν χρειάζεται καν να προβλέψουμε τα προβλήματα της επόμενης μέρας, όταν θα έχει πια αντιμετωπιστεί υγειονομικά η εξάπλωση του κοροναϊού.

Είναι φανερό απ’ τις απολύσεις που κοινοποιούνται καθημερινά, ακόμη και με ένα απλό γραπτό μήνυμα κάποιες φορές στους εργαζόμενους, πως η φτωχοποίηση θα ενταθεί κι η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας θα γίνει δυσκολότερη για μεγάλα σύνολα του πληθυσμού. Συνακόλουθα θα επηρεαστούν και τ’ ασφαλιστικά συστήματα.

Ήδη, τα προβλήματα του μη επαρκούς προσωπικού (που εργάζεται πυρετωδώς χωρίς καν συχνά τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας) στα κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα είναι τεράστια κι ας πέφτει συνεχώς το βάρος στην ..προσωπική ευθύνη.

Υπάρχουν πολλά που συζητούνται κι άλλα τόσα που θα πρέπει να συζητηθούν με το πέρας αυτής της κατάστασης συναγερμού, που εντέχνως βαφτίζεται «πόλεμος», όχι μόνο για όσα ανέφερα, αλλά και για πολλά άλλα που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα (έχοντας το βλέμμα μου στραμμένο και σ’ άλλα σημεία του κόσμου, όπως η Ουγγαρία, αντιλαμβάνεστε τους συνειρμούς που κάνω).

Η ταινία, λοιπόν, θίγει πολλά που ήδη αντιμετωπίζαμε, άλλα δυσοίωνα που έρχονται, καθώς και την ακαμψία ενός συστήματος που φυσικά περιθωριοποιεί κι απαξιώνει τους ταξικά κατώτερους. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ και θα είναι διαθέσιμη ως τις 30/06/2020.

Σας την προτείνω γιατί έχει νόημα να είμαστε ενήμερ@, είναι μεγάλη η ανάγκη να οργανωθούν οι αντιστάσεις μας και φυσικά είναι επιτακτικό να μη χάσουμε την αλληλεγγύη μας τώρα που ο διπλανός μας φαντάζει ως πιθανός «εχθρός», ως αυτός που δυνητικά θα μας μολύνει κι όχι όπως θα ‘πρεπε: ως συνάνθρωπος. Συνάνθρωπος που πάσχει και φοβάται όσο κι εμείς.

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, βρίσκει όπως θα δείτε άλλοτε περιστασιακούς κι άλλοτε μόνιμους συμμάχους στον αγώνα του, άτομα δηλαδή που αντιστέκονται στα καλολαδωμένα γρανάζια του συστήματος που κι εκείνα ανήκουν, με τους ίδιους τυπικά για όλους κανόνες.

Κι είναι παρήγορες οι αντιστάσεις των ατόμων τόσο στην ταινία, όσο και στην αληθινή ζωή. Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι που φροντίζουν ηλικιωμένους αν αυτοί συμβαίνει να μην έχουν κοντά τους τα παιδιά τους, χαίρομαι που άγνωστοι μέχρι χτες γείτονες μιλούν κι επικοινωνούν με τους διπλανούς τους, που ο κόσμος ενδιαφέρεται και για το τι συμβαίνει στα κέντρα κράτησης, στα ψυχιατρεία, σε λογής λογής κλειστές δομές κι ιδρύματα.

Αυτά είναι τα θετικά που πρέπει να κρατήσουμε, αυτά μας εμψυχώνουν. Και στο μέλλον, τα μικρά μας «όχι» πρέπει να οργανωθούν σε ακόμη μεγαλύτερα. Συλλογικά να παλέψουμε . Αυτό να έχουμε κατά νου.-

Προβολή ταινίας «@9: Στα εννιά» του Άγγελου Σπάρταλη στη «Λοκομοτίβα»: Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου στις 8 μ.μ

Στο πολύχρωμο χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα

Küstendorf – Η πλατεία Νίκολα Τέσλα και στο βάθος η εκκλησία του Αγίου Σάββα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Για να σας πάρω μαζί μου σήμερα, να επισκεφτούμε το χωριό του Κούστα, δηλαδή του Εμίρ Κουστουρίτσα, σκεφτείτε μόνο για λίγο, πως ξυπνάτε κάπου εκεί κοντά κι είναι η πρώτη νύχτα απ’ όταν φτάσατε στη Δυτική Σερβία που το πυκνό χιόνι της νύχτας έχει καλύψει σχεδόν τα πάντα. Αυτό συνέβη πραγματικά στη δική μου περίπτωση κι η αλήθεια είναι πως όταν χιονίζει στην Ελλάδα, σε πολλές περιοχές αυτό αντιμετωπίζεται σαν τόσο εξαιρετική κατάσταση (μιας και δεν είμαστε συνηθισμέν@ σε τετοια) που καλό είναι να μη βγεις απ’ το σπίτι σου. Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ λοιπόν. Ότι χάθηκε μάλλον η ευκαιρία αυτής της επίσκεψης και δεν μ’ άρεσε καθόλου η ιδέα.

Küstendorf – Η περιοχή κάτω απ’ την εκκλησία απ’ όπου περνάει η οδός Φ. Φελίνι (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το διαθέσιμο αυτοκίνητο ήταν επιπλέον σχεδόν μη ορατό απ’ το χιόνι, όπως κι όλα τ’ άλλα εκεί γύρω, πράγμα που έκανε πιο αποτρεπτικό το εγχείρημα, αλλά βλέποντας με την παρέα μου από ένα μικρό ύψωμα πως φαινόταν να καθαρίζει το τοπίο σε πιο χαμηλό υψόμετρο από ‘κει που βρισκόμασταν, το τολμήσαμε. Εννοείται ότι τα εκχιονιστικά είχαν πιάσει δουλειά προφανώς απ’ τα χαράματα κι είχαν ρίξει ψιλό χαλίκι παντού, με αποτέλεσμα αν και το ύψος του χιονιού έφτανε και ξεπερνούσε κατά πολύ τους 30 πόντους, οι δρόμοι να είναι τόσο καθαροί ώστε να μην χρειαστεί καν να βάλουμε αλυσίδες στα λάστιχα.





Küstendorf – Κι ο Ντιέγκο Μαραντόνα τιμάται εδώ (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Είκοσι χιλιόμετρα και κάτι πιο κάτω λοιπόν απ’ τα 1200 μέτρα όπου και βρισκόμασταν εμείς, κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία, βρήκαμε την πινακίδα που οδηγούσε στο χωριό του Κουστουρίτσα που οι ντόπιοι ονομάζουν Κούστεντορφ (Küstendorf). Λέγεται ότι η ονομασία βγαίνει απ’ το συνδυασμό του χαϊδευτικού του επιθέτου του (Kusta απ’ το Kusturica) και της γερμανικής λέξης «dorf» που σημαίνει χωριό. Στα γερμανικά πάντως η λέξη σημαίνει «παραθαλάσσιο χωριό», πράγμα που μοιάζει αστείο, έτσι όπως το βλέπετε περιτριγυρισμένο από βουνά. Τη δική του πόλη την έχασε στον πόλεμο, κι ήθελε να φτιάξει ένα άλλο μέρος να του τη θυμίζει όπως εξήγησε ήδη απ’ το 2004:

I lost my city [Sarajevo] during the war, now this is my home. I am finished with cities. I spent four years in New York, 10 in Paris, and I was in Belgrade for a while. To me now they are just airports. Cities are humiliating places to live, particularly in this part of the world (…)That is why I wished to build my own village. It bears a German name : Küstendorf. I will organize seminars there, for people who want to learn how to make cinema, concerts, ceramics, painting. It is the place where I will live and where some people will be able to come from time to time. There will be of course some other inhabitants who will work. I dream of an open place with cultural diversity which sets up against globalization…

Küstendorf – Στον πίνακα μια σκηνή απ’ την ταινία «Η ζωή είναι ένα θαύμα»(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το ξύλινο αυτό παραδοσιακό χωριό με τα έντονα χρώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, χτίστηκε εκείνη τη χρονιά (2004) λοιπόν, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η ζωή είναι ένα θαύμα» (Život je čudo/ Живот је чудо), γι’ αυτό απεικονίζεται κι η σκηνή με το ζευγάρι στο ιπτάμενο κρεβάτι στη φωτογραφία που βλέπετε πιο πάνω. Ο βραβευμένος σκηνοθέτης πρόσεξε τον ηλιόλουστο λόφο στη Mokra Gora κι αποφάσισε να τον αξιοποιήσει. Η πινακίδα βέβαια το αναγράφει ως Mećavnik (που σημαίνει χιονοθύελλα) κι επίσης λέγεται Drvengrad (ξύλινο χωριό) και Sharingrad (πολύχρωμο χωριό).

Küstendorf – Οδός Τσε Γκεβάρα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Η είσοδος κοστίζει 5 ευρώ κατ’ άτομο και συναντήσαμε εκεί εκτός από λίγους ντόπιους επισκέπτες και κάποιες κοπέλες, τουρίστριες, απ’ την Κίνα. Προφανώς η φήμη του άξιου σκηνοθέτη και του χώρου αυτού έχει φτάσει πολύ μακριά. Το ξύλινο χωριό δεν ήταν χιονισμένο, αλλά η μουντή ατμόσφαιρα και το ψιλόβροχo με δυσκόλεψαν λίγο ομολογώ στις φωτογραφίες. Μικρό το “κακό” σαφώς, όμως έχει ένα νόημα να το αναφέρω. Φωτογράφισα αρκετά σημεία πάντως, όσο στο νου έπαιζαν σκηνές απ’ τις ταινίες του Κουστουρίτσα κι άκουγα γνωστές μελωδίες. Όπως θα δείτε κι εσείς οι μικροί δρόμοι του φέρουν τα ονόματα προσωπικοτήτων που θαυμάζει ο Κουστουρίτσα κι έχουν ιδιαίτερη σημασία για κείνον. Η πρώτη οδός ονομάζεται Οδός Ίβο Άντριτς και πολύ κοντά βρίσκεται η Οδός Νίκολα Τέσλα, Τσε Γκεβάρα, Νικίτα Μιχάλκοφ, αλλά κι αυτή που είναι αφιερωμένη στο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Küstendorf -Οδός Ίβο Άντριτς (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σε ορισμένα σημεία ολόκληροι τοίχοι φέρουν εικόνες (γκράφιτι) όπως π.χ. του Νικίτα Μιχάλκοφ, και η διακόσμηση τη στιγμή που πήγαμε εμείς ήταν Χριστουγεννιάτικη. Γιατί μπορεί ο Κουστουρίτσα να γεννήθηκε στη Βοσνία, στο Σεράγεβο, αλλά αποφάσισε το 2005 να βαφτιστεί χριστιανός. Πήρε λοιπόν το όνομα Nemanja Kusturica (Немања Кустурица) στο Μοναστήρι της Savina κοντά στο Herceg Novi, στο Μαυροβούνιο. Κι έτσι υπάρχει στο κέντρο του χωριού του ορθόδοξη Εκκλησία, αυτή του Αγίου Σάββα. Το πρότυπό του άλλωστε, για ολόκληρο αυτό το χώρο, αποτέλεσε το Σερβικό Μοναστήρι της Μονής Χιλανδαρίου που βρίσκεται στη Χερσόνησο του Άθω. Οι Σέρβοι Χριστούγεννα γιορτάζουν βέβαια στις 7 Ιανουαρίου, αλλά στολίζουν κι εκείνοι πολύ νωρίτερα, όπως κι εμείς. Το σκεπτικό του Κουστουρίτσα πάντως, σχετικά με την αλλαγή θρησκεύματος είναι αυτό:

My father was an atheist and he always described himself as a Serb. OK, maybe we were Muslim for 250 years, but we were Orthodox before that and deep down we were always Serbs, religion cannot change that. We only became Muslims to survive the Turks.

Küstendorf – Η εκκλησία του Αγίου Σάββα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το χωριό, ίσως να το γνωρίζετε ότι φιλοξενεί το ομότιτλο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Μουσικής (σε λίγες μέρες μάλιστα, δηλαδή στις 13 Ιανουαρίου αρχίζει το 13ο της ιστορίας του) και διαθέτει επίσης βιβλιοθήκη (Ivo Andrić Library), θέατρο, αμφιθέατρα, γκαλερί, γήπεδο τένις, θερμαινόμενη πισίνα, ζαχαροπλαστείο, «φυλακή» κ.α. Δεν επιτρέπονται εδώ χημικά επεξεργασμένα προϊόντα ή προϊόντα πολυεθνικών εταιρειών. Τα λαχανικά που καλλιεργούνται στην περιοχή και τα γαλακτοκομικά προϊόντα απ’ τις περίπου 20 αγελάδες που διαθέτει το χωριό, χρησιμοποιούνται στα εστιατόριά του, οπότε ποιος ο λόγος; Περισσότερα μπορείτε να μάθετε εξερευνώντας τους συνδέσμους ή και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, κι όταν θα πάτε, θα δείτε κι άλλα. Ως συνήθως δεν εξάντλησα το θέμα φωτογραφικά…

Küstendorf (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Πηγές:

-http://mecavnik.info/

-http://kustu.com/wiki/doku.php?id=en:kuestendorf

-http://kustu.com/w2/en:life_is_a_miracle

-http://www.kustendorf-filmandmusicfestival.org/2020/

-https://www.theguardian.com/film/2005/mar/04/2

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς μου λογαριασμούς, σε instagram και flickr.

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ» του Σταύρου Ψυλλάκη: Στο «ΕΜΠΡΟΣ» την Κυριακή 10/11/-2019 στις 19.15 – Είσοδος ελεύθερη

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (σκηνοθεσία Σταύρος Ψυλλάκης, 52min, 2000). Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί την Κυριακή 10/11/2019, στις 19.15, στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ (Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή), παρουσία του σκηνοθέτη (απ’ τον οποίο βρήκα και τις πληροφορίες αυτές). Είσοδος Ελεύθερη.

Η προβολή εντάσσεται στο Πενθήμερον ελληνικού & διεθνούς κινηματογράφου (10-14 Νοεμβρίου) που διοργανώνει το δραστήριο Pugnant Film Series.


Περίληψη:
«Αν τη ζωή μας κυκλώνει ο θάνατος, τη διανοητική μας υγεία γυροφέρνει η παραφροσύνη».
Ψυχιατρείο Χανίων. Μια ομάδα ασθενών μας φιλοξενεί στην «Εκκλησία του Δήμου», το χώρο που καθημερινά συναλλάσσονται και συνομιλούν, εκεί που «άλλος ζητάει κατοστάρικο κι άλλος ζητάει λόγο».
Μια άλλη ομάδα, πρώην χρόνιων ασθενών, εκτός Ψυχιατρείου πλέον, βιώνει μια επίπονη διαδικασία κοινωνικής επανένταξης και αποτολμά, ένα ταξίδι στη Δανία.
Η ταινία, μέσα από τον παράλληλο λόγο των δυο ομάδων, προσπαθεί ν΄ ακούσει το λόγο της τρέλας, κάτω από το χαώδες παραλήρημά της, να δει τη δραματική σύγκρουση του ανθρώπου με την τρέλα, στη βαθύτατη απόγνωση και απόλυτη αμφιβολία για κάθε όψη του είναι που εμπεριέχει.

Το πλήρες πρόγραμμα και άλλες πληροφορίες για τις προβολές θα βρείτε στα link:
https://drive.google.com/…/1Z3AKrqjBQTcF8VUH_41l-5gkG…/view…

Blog post —-> https://pugnantfilmseries.blogspot.com/p/10-141110.html

Fcb event —–> https://www.facebook.com/events/984811675217833/

Παρουσίαση βιβλίου: «Πέρα από τα όρια» του Άρτο Πααζιλίνα – Ο «τρελός» του χωριού κι οι «λογικοί»

Για το εκπληκτικό «Πέρα από τα όρια» του Φινλανδού Arto Paasilinna, θα σας κάνω λόγο σήμερα εδώ. Για ένα βιβλίο δηλαδή καυστικό, διεισδυτικό, με υπόγεια ειρωνεία, αλλά και με κωμικά στοιχεία, που κινηματογραφήθηκε δύο φορές κι ανέβηκε και στο θέατρο, όσο εδώ περνούσε σχεδόν απαρατήρητο κι ας κυκλοφορούσε μεταφρασμένο.

Πρόκειται για το ψυχογράφημα ενός εκκεντρικού ατόμου που περιγράφεται ως μανιοκαταθλιπτικός, του πολύ καλού στη δουλειά του, μυλωνά Γκούναρ Χούτουνεν, ο οποίος που και που θέλει να ουρλιάζει σαν λύκος. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα έργο που αποτυπώνει με σκηνές που μοιάζουν βγαλμένες από κόμικ, τον τρόπο που το σύστημα κι οι φορείς του απομονώνουν μεθοδικά τους διαφορετικούς, κι επικαλούμενοι νόρμες περί λογικής και τρέλας, τους εγκλωβίζουν σε καταστάσεις στερητικές της ελευθερίας.

Είναι φοβερά εύστοχα αποτυπωμένα όλ’ αυτά σε μια σκηνή που βιβλίου, μία απ’ τις πολλές δηλαδή που ξεχώρισα και σας την παραθέτω, για να καταλάβετε και μόνες, μόνοι σας, το πως αποδομεί ο συγγραφέας τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι και σε ποια, ποιον αντίστοιχα, ανάλογα φυσικά με την ταξική του θέση.

Ο μυλωνάς, όντας ερωτευμένος, επισκέπτεται τον γιατρό του χωριού Έρβινεν, που είναι παθολόγος, αναζητώντας θεραπεία μετά από συμβουλή της αγαπημένης του και συμβαίνουν τα εξής, στο γεμάτο όπλα σπίτι του «ειδικού» αφού ο δεύτερος του δίνει τα χάπια κι αρχίζει να του εξομολογείται το πάθος του για το κυνήγι:

«Είναι απίστευτο το πόσο υπέροχο μπορεί να είναι το κυνήγι αρκούδας την πρώτη φορά. Είναι πιο μεθυστικό κι απ’ τον πόλεμο!«

«Μπορώ να το καταλάβω», είπε ο μυλωνάς πίνοντας μια γουλιά.

Πριν συνεχίσει, του ξαναγέμισε το ποτήρι.

«Είχε πραγματικά καταπληκτικούς σκύλους. Μόλις μύρισαν την κατοικία της αρκούδας, όρμηξαν με δύναμη και την κατασπάραξαν».

Κάθισε στα τέσσερα πάνω στο χαλί για να μιμηθεί τα σκυλιά που επιτέθηκαν στην αρκούδα που κοιμόταν ήσυχη μέσα στην τρύπα της.

«Τότε ήταν που η παλιοαρκούδα αναγκάστηκε να βγει. Οι σκύλοι την άρπαξαν απ’ τα κωλομέρια!»

Γρυλίζοντας, έχωσε τα δόντια του στο δέρμα της αρκούδας που ήταν απλωμένο στην πολυθρόνα και το πέταξε κάτω. Έσυρε το τομάρι με το στόμα γεμάτο τρίχες.

«Ήταν αδύνατο να ρίξουμε, υπήρχε περίπτωση να πετύχουμε τους σκύλους!»

Ο γιατρός ενθουσιασμένος, έφτυσε τις τρίχες της αρκούδας, γέμισε τα ποτήρια και συνέχισε. Έκανε πότε τον σκύλο, πότε την αρκούδα (…) Οι κινήσεις του ήταν τόσο απότομες, που έριξε κάτω το σταχτοδοχείο χωρίς να το πάρει είδηση. Έχωσε βαθιά το μαχαίρι στο στήθος της αρκούδας και το κόκκινο αίμα του βασιλιά του δάσους κύλησε στο άσπρο χιόνι. Έσκυψε πάνω από το σκοτωμένο ζώο για να πιει το ζεστό αίμα του που στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλο από το ρακί. Στο τέλος, σηκώθηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο και κάθισε στην πολυθρόνα.

Η σκηνή είχε κάνει τόση εντύπωση στον μυλωνά που δεν κρατήθηκε και πήδηξε από την καρέκλα του για να κάνει τον γερανό.

«Ένα καλοκαίρι, είδα έναν γερανό στον βάλτο. Κορδωνόταν έτσι! Τσιμπούσε βατράχια μέσα στο νερό και τα κατάπινε!»

(…) Ο γιατρός παρακολουθούσε την παράσταση άναυδος. Δεν καταλάβαινε τι τον είχε πιάσει τον ασθενή του. Άραγε, τον κορόιδευε ή ήταν τόσο τρελός για ν’ αρχίσει έτσι ξαφνικά να μιμείται έναν γερανό που ούτε καν σκότωσε; (…) Σηκώθηκε απ’ τη θέση του και του είπε με έντονο τόνο:

«Σταματήστε, αγαπητέ μου. Δεν ανέχομαι τέτοιες γελοιότητες μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! (…) Περάστε έξω».

(…) Ο μυλωνάς έμεινε άφωνος. Γιατί θύμωσε τόσο εύκολα ο γιατρός; Περίεργο πόσο νευρικοί ήταν τελικά οι άνθρωποι. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί αλλά ο ‘Ερβινεν δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα. (…) Ο μυλωνάς χαμήλωσε τα μάτια και πέρασε έξω. Τα αυτιά του βούιζαν. Από τον φόβο και την ντροπή του ξέχασε το ποδήλατό του και πετάχτηκε τρέχοντας στον δρόμο. Ο γιατρός βγήκε έξω και είδε μια ψηλόλιγνη μορφή να φεύγει προς το νεκροταφείο.

«Αυτό μας έλειπε τώρα, να μας κοροϊδεύουν κι οι τρελοί! Ούτε αυτός καταλαβαίνει από κυνήγι. Τι αγροίκος!»

Τη συνέχεια και βέβαια χωρίς τις μικρές περικοπές που έκανα εγώ λόγω της μεγάλης έκτασης της περιγραφής, θα τη διαβάσετε στο βιβλίο και θα μάθετε πώς αντιμετώπισε τον μυλωνά Γκούναρ η Αστυνομία, η Τράπεζα, η Εκκλησία, ο μεγαλογαιοκτήμονας του χωριού, ο ιδιοκτήτης του μπακάλικου κ.α. Ποιοι στάθηκαν στο πλευρό του και γιατί και ποιοι τον κυνήγησαν ανελέητα. Πώς του φέρθηκε ο ψυχίατρος ακόμη ακόμη, στη συνέχεια, που είχε ήδη στο νου του έτοιμη την θεωρία στην οποία προσπάθησε να «χωρέσει» τον ήρωα του βιβλίου.

Αυτό που θεωρώ απαραίτητο να σας γράψω εγώ είναι ότι το βιβλίο (που είναι και αντιπολεμικό συν τοις άλλοις) γράφτηκε το 1981 και κυκλοφόρησε σε πολλές γλώσσες. Και στα ελληνικά το 2017 από την «Εμπειρία Εκδοτική», σε μετάφραση της Ευτυχίας Αχλιόπτα, όμως φαίνεται ότι είναι εξαντλημένο. Αξίζει, εννοείται, να το αναζητήσετε και να το μελετήσετε. Σίγουρα σε κάποια βιβλιοπωλεία θα έχουν μείνει αντίτυπα, σε κάποιες βιβλιοθήκες θα υπάρχει (με ενημέρωσαν μάλιστα ότι κυκλοφόρησε κάποτε με μία εφημερίδα, αλλά δεν γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες). Και μακάρι να ξανατυπωθεί απ’ τον εκδοτικό οίκο, μακάρι.

Σχετικά με τις ταινίες τώρα, που βασίστηκαν σ’ αυτό, πιο πιστά αναπαριστά τα γεγονότα η φινλανδική (κυκλοφόρησε το 1982) που μου άρεσε περισσότερο, ενώ η γαλλική (2017) είναι κατά τη γνώμη μου πιο mainstream και παρεκκλίνει σε κάποια σημεία (όχι πάντως τρομερά επί της ουσίας, ωστόσο παίζει ρόλο κι η αισθητική).

Προσωπικά και τις δύο θα σας πρότεινα, συμπληρωματικά να δείτε και βέβαια να συμβουλευτείτε τους συνδέσμους, ώστε να μάθετε περισσότερα απ’ όσα σας εξήγησα εγώ εδώ. Ειδικά για το συγγραφέα του που έφυγε απ’ τη ζωή πέρυσι, θα βρείτε και στα ελληνικά σχετικά άρθρα. Ασχοληθείτε με κείνον και το έργο του και δεν θα χάσετε.-

.

.

Αυστριακή Πινακοθήκη: Österreichische Galerie Belvedere – Oskar Kokoschka (Μέρος Δ’)

Την προηγούμενη φορά, σας υποσχέθηκα σ’ αυτή την ανάρτηση, πως θα σας γράψω περισσότερα για τον Oskar Kokoschka και να που ήρθε η ώρα. Αν έχετε δει βέβαια την ταινία «Η νύφη του ανέμου» (2001) την οποία σκηνοθέτησε ο Bruce Beresford θα ξέρετε ήδη δύο σημαντικά στοιχεία για τη ζωή του: ότι δηλαδή η σχέση του με την μεγαλύτερή του Alma Mahler (που υπήρξε κόρη του ζωγράφου Emil Schindler, σύζυγος του γνωστού συνθέτη και φίλη του Klimt) ήταν θυελλώδης κι ότι ήταν πολύ εξαρτημένος απ’ τη μητέρα του. Αν πάλι δεν έχετε δει την ταινία, σήμερα τα μαθαίνετε όλα.

Oskar Kokoschka, The Bride of the Wind (1914)

Το έργο του «The tempest» ή «The Bride of the Wind» (απ’ αυτό η ταινία πήρε τον τίτλο της) που ζωγράφισε στα 1914 όντας πολύ ερωτευμένος μαζί της -και δεν είναι το μόνο που την απεικονίζει-, είναι απ’ αυτά που αν και ήθελα πάρα πολύ να το δω, δεν βρίσκεται στο Βelvedere (κι ας έχει το Μουσείο μια σημαντική συλλογή έργων του Kokoschka ), αλλά στη Βασιλεία (στο Kunstmuseum ). Διασώθηκε αφού είχε χαρακτηριστεί ως εκφυλισμένο απ’ τους Ναζί (που έδειξαν ιδιαίτερο μένος απέναντι στις δημιουργίες κι αυτού του καλλιτέχνη). Tο χαρακτήρισαν «σκουπίδι», το συμπεριέλαβαν στις «Schandausstellungen» (εκθέσεις προορισμένες να εμπνεύσουν την αηδία) όπου και διατέθηκε προς πώληση (ευτυχώς) μαζί με άλλους πίνακες.

Έχει γραφτεί μάλιστα απ’ τον Elias Canetti στο βιβλίο του «Party in the Blitz:the English years» πως είχαν κάνει αίτηση τότε τόσο ο Χίτλερ όσο κι ο Kokoschka στη Βιεννέζικη Ακαδημία. Ο πρώτος απορρίφθηκε ενώ ο δεύτερος εισήχθη κι ίσως αυτός να ήταν ο λόγος για την απαξίωση του καθεστώτος απέναντί του. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός κι αν όντως αισθανόταν μια κάποια περίεργη ενοχή για όσα έγιναν μετέπειτα απ’ τον Χίτλερ, o ζωγράφος. Οπωσδήποτε όμως προσθέτει κάτι στο μύθο του Kokoschka κι αυτό το ενδεχόμενο.

Ο συγκεκριμένος πίνακας πάντως που προανέφερα («The Tempest»), είναι ένα απ’ τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης και δείχνει όλο το πάθος και την ένταση με την οποία τον ζωγράφιζε εκείνος. Μια ένταση που χαρακτηρίζει κι άλλα απ’ τα έργα του. Όπως τον «Τίγρη» για παράδειγμα που δεν επιτρεπόταν να φωτογραφίσουμε στην Αυστριακή Πινακοθήκη, αλλά σας τον παραθέτω απ’ τον κατάλογο του Μουσείου. Αισθάνεσαι την απειλή κοιτώντας τον ακόμη κι απ’ τη φωτογραφία. Που να τον δείτε και μπροστά σας.

Oskar Kokoschka, The Tiger (1926)

Γενικά πολλά απ’ τα έργα του Kokoschka δεν σου προκαλούν ακριβώς ευχάριστα συναισθήματα (δεν υπονοώ σε καμία περίπτωση πως θα έπρεπε) όπως οι γυναίκες του Klimt για παράδειγμα, μήτε δείχνουν πρόσωπα και κορμιά βασανισμένα ή ξέχειλα από ερωτισμό και σεξουαλικότητα σαν αυτούς του Schiele. Αν εξαιρέσουμε τουλάχιστον κάποια απ’ αυτά που αφορούν την Άλμα Μάλερ. Της οποίας -να σημειώσω για την ιστορία-, πως και τον πατριό της είχε απεικονίσει σ’ ένα εξαιρετικό πορτρέτο. Ήταν, ο επίσης ζωγράφος Carl Moll, στο σπίτι του οποίου γνωρίστηκαν οι δυό τους και ο πίνακας αυτός, υπάρχει στο Belvedere, μαζί με έργα του τελευταίου.

Είναι όμως πίνακες γεμάτοι συμβολισμούς, αλληγορίες κι έχουν ψυχολογικό βάθος. Κάποιους τους διακρίνει επιπλέον μια παραδοξότητα που εμένα τουλάχιστον μ’ ενδιαφέρει ομοίως πολύ. Άλλοι πάλι σαν την τοπιογραφία του «The port of Pague» (1936) που επίσης υπάρχει στο Μουσείο, σε κάνουν να σκεφτείς την προσωπική του ιστορία και την εξορία του σ’ αυτό τον τόπο. Τη μοναξιά που πρέπει να ένιωθε μέχρι να συναντήσει τη γυναίκα που ερωτεύτηκε εκεί, την Olda Palkovská, την οποία μετέπειτα παντρεύτηκε στο Λονδίνο.

Κι όσο για την ένταση που προανέφερα φαίνεται τόσο στις πινελιές του όσο και στον τρόπο που χρησιμοποίησε το χρώμα. Αλλού το έκρυβε (όπως το κόκκινο στο «The tempest») κι αλλού το αναδείκνυε. Είναι σαφές νομίζω σε όποια-ον κοιτάξει για λίγο έναν πίνακά του, όπως αυτός που βλέπετε ακριβώς παρακάτω.

Oskar Kokoschka,  The power of music (1918)

Ίσως ο στόχος του να ήταν να προκαλεί και με τα έργα του, όπως προκάλεσε την συντηρητική βιεννέζικη κοινωνία ξυρίζοντας κάποτε το κεφάλι του, όπως όταν κυκλοφορούσε με την κούκλα-ομοίωμα της πρώην πια ερωμένης του Άλμας Μάλερ σε χορούς και δεξιώσεις ή ίσως πάλι όλ’ αυτά να ήταν μια απόρροια της εσωτερικής του έντασης, του τρόπου που είχε βρει για να διαχειρίζεται τον ψυχισμό του.

Αν διαβάσετε συνεντεύξεις του πάντως θ’ ανακαλύψετε κι άλλα στοιχεία για κείνον: τον θαυμασμό που είχε για την ελληνική τέχνη, το πόσο συνέδεε το έργο του με τις φροϋδικές θεωρίες και τον εξπρεσιονισμό γενικότερα με τον πατέρα της ψυχανάλυσης, την πολιτική πλευρά της τέχνης του, το ότι έγραψε και θεατρικά έργα κ.α. Ήταν ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης που αν δεν τον γνωρίζατε, αξίζει να τον «μάθετε». Αν βρεθείτε δε στη Βιέννη μπορείτε να συμπληρώσετε τις γνώσεις σας με μια επίσκεψη στην Albertina όπου υπάρχει η μεγαλύτερη συλλογή δημιουργιών του. Κι εγώ την επόμενη φορά θα σας γράψω για μερικούς ακόμη εξίσου σπουδαίους καλλιτέχνες, που τα έργα τους είδα στο Belvedere.

 

 

 

(Συνεχίζεται εδώ)

.

 

*Η φωτογραφία του έργου «The tempest» είναι από εδώ. Οι άλλες τραβήχτηκαν από μένα.

.

.