The Stanford Prison Experiment : Η νέα ταινία για το Πείραμα της Φυλακής του Στάνφορντ

.

.

Η ταινία για την οποία θα γίνει σήμερα λόγος εδώ, ξεκίνησε να προβάλλεται στην Αμερική το καλοκαίρι που μας πέρασε κι αφορά το γνωστό στον περισσότερο κόσμο ως «Πείραμα της Φυλακής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ» που έγινε το 1971 απ’ τον ψυχολόγο, Philip Zimbardo. Το εμπνεύστηκε απ’ τα αντίστοιχα του Stanley Milgram για τον οποίο επίσης πρόσφατα βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες ένα έργο κι εδώ υπάρχουν οι σχετικές λεπτομέρειες.

Για τον Zimbardo τώρα που έχει το ρόλο συμβούλου σ’ αυτή την παραγωγή, μπορείτε να μάθετε περισσότερα  απ’ τις αναρτήσεις που θα βρείτε εδώ κι εδώ αλλά και διαβάζοντας αυτή τη συνέντευξη. Για το ίδιο το αμφιλεγόμενο πείραμα αξίζει να δείτε το ακόλουθο video, στο οποίο μιλάει ο ίδιος, αλλά κι όσοι έλαβαν μέρος τότε και θα λυθούν οι απορίες σας, ειδικά αν είστε απ΄τους ανθρώπους που δεν έτυχε ως σήμερα ν’ ακούσετε ή να διαβάσετε κάτι γι’ αυτό. Κι ίσως στο μέλλον μπορέσω να γράψω κι εγώ μερικά ακόμη πράγματα.

.

.

Σχετικά με την ταινία λοιπόν, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, φαντάζομαι πως προσέξατε τις εντυπωσιακές ομοιότητες που έχει το trailler με τις σκηνές της αυθεντικής κόπιας του Πανεπιστημίου Στάνφορντ.  Ακριβώς αυτό περίμενα προσωπικά απ’ τη στιγμή που πληροφορήθηκα πως το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Zimbardo «The Lucifer Effect» (κυκλοφορεί στα ελληνικά κι εδώ αν σας ενδιαφέρει υπάρχει η σχετική ανάρτηση): να δοθεί προσοχή και στην παραμικρή λεπτομέρεια.

Έχουμε λοιπόν μια ακριβή ως επί το πλείστον μεν, όσο και δραματοποιημένη δε παράθεση των γεγονότων που έλαβαν χώρα εκείνο το καλοκαίρι του 1971 σ’ αυτή την πειραματική συνθήκη, αλλά επιπλέον η ταινία ρίχνει φως και στο παρασκήνιο. Δηλαδή σε όσα συνέβαιναν μεταξύ του συντονιστή του πειράματος (που παρουσιάζεται ως η πιο σκοτεινή φιγούρα, σχεδόν σαν εγκληματίας) και των στενών του συνεργατών.

.

The-Stanford-Prison-Experiment-2015-movie-poster

.

Γιατί πολλοί άνθρωποι τότε είχαν αντιρρήσεις για τον τρόπο διεξαγωγής αυτού του πειράματος (ή θα έπρεπε να γράψω προσoμοίωσης;) και πάμπολλοι επιστήμονες απ’ το χώρο της Ψυχολογίας έψεξαν μετά τον Zimbrado και συνεχίζουν ακόμη να το κάνουν.

To σίγουρο είναι πως στις μέρες μας δεν γίνονται πια τέτοια πειράματα για λόγους δεοντολογίας και άλλους. Βγήκαν ωστόσο πολύτιμα συμπεράσματα απ’ αυτό το πείραμα; Ναι, βγήκαν είναι η σύντομη απάντηση. Kαι παρακολουθώντας το ακόλουθο video θα καταλάβετε κι εσείς τους συσχετισμούς με όσα συμβαίνουν στην εποχή μας.

.

.

Αλλά μπορεί η επιστήμη να φτάνει σε τόσο ακραία σημεία προκειμένου ν’ αποδείξει κάτι; Ως φαίνεται μπορεί κι αν το αποδεχόμαστε ή όχι αυτό, είναι μια ερώτηση που κάνει ο καθένας στον εαυτό του. Δεν θα επιμείνω άλλο λοιπόν στην ηθική διάσταση του θέματος, όχι μόνο επειδή είναι τεράστια συζήτηση και δεν μπορεί να γίνει εδώ αλλά κι επειδή ο ίδιος ο Ζimbardo έχει κάνει πάμπολλες φορές την αυτοκριτική του κι έχει παραδεχτεί τα λάθη του. Διάβασα όμως ένα άρθρο στο New Yorker  που τo βρήκα πολύ βατό για ανθρώπους που δεν έχουν ιδιαίτερες γνώσεις ψυχολογίας αλλά ενδιαφέρονται να καταλάβουν όλες τις διαστάσεις αυτών των ζητημάτων και μπορείτε να το συμβουλευτείτε κι εσείς.

Ας σας γράψω λοιπόν μερικά ακόμη πράγματα γι’ αυτή την παραγωγή. Η ταινία αυτή είχε αναγγελθεί το 2002, δώδεκα χρόνια πριν όπως μπορείτε να μάθετε κι εσείς εδώ, αλλά τελικά προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 2015 στο περίφημο Sundance Film Festival κι ακολούθως τον περασμένο Ιούλιο έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τη σκηνοθεσία έχει κάνει ο Kyle Patrick Alvarez, το σενάριο υπογράφει ο Tim Talbott και παίζουν οι ηθοποιοί: Billy Crudup, Michael Angarano, Moises Arias, Nicholas Braun, Gaius Charles, Keir Gilchrist, Ki Hong Lee, Thomas Mann, Ezra Miller, Logan Miller, Tye Sheridan, Johnny Simmons, James Wolk, Olivia Thirlby, Nelsan Ellis, Matt Bennett, Jesse Carere, Brett Davern, James Frecheville, Miles Heizer, Jack Kilmer, Callan McAuliffe, Benedict Samuel, Chris Sheffield και Harrison Thomas.

Όπως εύστοχα κατά τη γνώμη μου γράφτηκε, καταφέρνει να μας μεταφέρει την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του πειράματος, την έντονη δυναμική των ομάδων, την κλιμάκωση της βίας και γίνεται σκοπίμως κουραστική για να αισθανθούν κι οι θεατές τι βίωσαν οι συμμετέχοντες. Για να φτάσουν με λύτρωση στο τέλος. Αυτό όμως που με ξένισε ιδιαιτέρως και δεν γίνεται να μην το αναφέρω, είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται όπως ήδη τόνισα, ο Zimbardo σ’ αυτή  την ταινία. Υπάρχουν κι άλλοι που τους ενόχλησαν διαφορετικά πράγματα και μια τέτοια κριτική βρήκα για παράδειγμα εδώ.

.

.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που η βιομηχανία του κινηματογράφου, ασχολείται μ’ αυτό το πείραμα. Με το ίδιο θέμα καταπιάστηκε πριν μερικά χρόνια κι ο σκηνοθέτης Oliver Hirschbiegel στην ταινία «Das Experiment» που μπορείτε να δείτε κι εσείς παραπάνω.

Προσωπικά και τις δύο τις παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αφήνω τους κριτικούς κινηματογράφου να κάνουν τις επιμέρους συγκρίσεις τους για τον τρόπο που σκηνοθετήθηκαν. Πιστεύω πάντως πως ως την άλλη φορά που θα τα πούμε μετά απ’ όσα θα δείτε, θα έχετε πολλά να σκεφτείτε για όλα αυτά.

.

.

.

.

.

Experimenter : Η νέα κινηματογραφική ταινία για τον Stanley Milgram

.

Life can only be understood backwards, but it must be read forwards.

Søren Kierkegaard

.

.

.

Όπως καλά γνωρίζετε όσες κι όσοι διαβάζετε αυτό το blog, για τον Stanley Milgram, τον κοινωνικό ψυχολόγο που έγινε γνωστός σ’ όλο τον κόσμο εξαιτίας των πειραμάτων του σχετικά με τη συμμόρφωση και την υποταγή στην εξουσία, έχουν γραφτεί εδώ τα προηγούμενα χρόνια τρεις αναρτήσεις. Η πρώτη αναφέρεται συνολικά στο έργο του  η δεύτερη στη βιογραφία του και η τρίτη στο βιβλίο που ασχολείται  με τα προαναφερόμενα πειράματά του αλλά αποκαλύπτει και νέες άγνωστες πτυχές τους.

.

Αν μη τι άλλο λοιπόν είχα μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο προσωπικό όσο κι ‘επαγγελματικό’, να δω και τη νέα ταινία που αναφέρεται σε κείνον και να σας γράψω λίγα πράγματα σχετικά. Ο τίτλος είναι «Experimenter» κι εδώ θα βρείτε το σχετικό site με όλες τις πληροφορίες. Αυτό που μπορώ να υπογραμμίσω εξ’ αρχής είναι πως όσα θα παρακολουθήσετε σ’ αυτήν είναι αρκούντως ακριβή. Τα γεγονότα, οι ημερομηνίες, τα ονόματα είναι σωστά.

.

Οπωσδήποτε έγινε μεγάλη έρευνα πριν γυριστεί κι όπως εγώ τουλάχιστον κατάλαβα οι συντελεστές πρέπει να είχαν την έγκριση της οικογένειας του εκλιπόντος (εμφανίζεται στο τέλος η σύζυγός του άλλωστε) κι έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε οι συγγενείς του να μείνουν ευχαριστημένοι απ’ το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Το τονίζω επειδή πρόσεξα πως δόθηκε έμφαση στο ρόλο της γυναίκας του, Alexandra (Sasha) Menkin, που όπως φαίνεται υποστήριξε με κάθε τρόπο το επιστημονικό του έργο και παραλείφτηκαν κάποιες ενοχλητικές ‘λεπτομέρειες’ όπως η ενασχόληση του Milgram με τα ναρκωτικά. Υπάρχουν δε μόνο υπόγειοι υπαινιγμοί σχετικά με το πόσο δύσκολος άνθρωπος ήταν («δεν τα πάω καλά με όλους τους φοιτητές μου» λέει σε κάποιο σημείο ο πρωταγωνιστής) και μία σκηνή στην οποία ο ηθοποιός που τον υποδύεται σε νεαρή ηλικία δηλώνει πως δεν ήταν όλες οι ιδέες του μεγαλοφυείς.

.

Στην ταινία γίνεται τρόπον τινά μια προσπάθεια αγιοποίησης του Milgram ή αν θέλετε να το διατυπώσω πιο κομψά μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματός του, ίσως όχι τυχαία, καθώς το βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική  το 2013 η Gina Perry και για το οποίο όπως ήδη σας ανέφερα έχω γράψει εδώ την άποψή μου, δεν ήταν ιδιαιτέρως κολακευτικό για κείνον. Και δεν είναι το μόνο που τον περιγράφει με μελανά χρώματα. Πολλοί τον παρουσίασαν ως τέρας.

.

Παρά το ότι ακόμα τα πειράματά του συζητούνται και επαναλαμβάνονται συχνά-πυκνά, όλο και κάποιος προσπαθεί να του ρίξει λάσπη. Σκεφτόμουν πως είναι μάλλον το μεγαλύτερο όνομα στο χώρο αυτό κι ως γνωστόν όσο κι αν αρέσει στους ανθρώπους να έχουν είδωλα, περισσότερο τους ικανοποιεί να τα γκρεμίζουν και να τ’ αποδομούν.

.

Η ταινία λοιπόν αποκαθιστά την χαμένη (;) τιμή του Milgram, δείχνοντας μάλιστα το ευρύ φάσμα του έργου του, που δεν περιοριζόταν στα πειράματα συμμόρφωσης στην εξουσία κι ας επέμεναν όλοι αυτά να θυμούνται όταν τον συναντούσαν και συζητούσαν μαζί του. Ο Milgram, όπως εξήγησα ήδη εδώ, αισθανόταν σαν ηθοποιός που ο κόσμος έμαθε από ένα ρόλο και τον ταύτιζε μόνο με αυτόν. Το ίδιο γίνεται εξάλλου ακόμη και σήμερα, τριάντα ένα χρόνια μετά το θάνατό του. Κι ως φαίνεται αδυνατούμε να τον συγχωρέσουμε επειδή μας αποκάλυψε πως το τέρας ζει μέσα μας.

.

Η προσωπική μου γνώμη πάντως απ’ όσα έχω διαβάσει για κείνον, είναι πως όντως πρέπει να τον αδίκησαν ακόμη κι άνθρωποι  του χώρου, κυρίως μάλιστα συνάδελφοί του ακαδημαϊκοί, που επέμεναν να του χρεώνουν λάθη και παραλείψεις.

.

Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως ο ιστορικός της Ψυχολογίας, Benjamin Harris, πιστώνει στον Milgram την πρώτη δημοσιευμένη και σε άρθρο μάλιστα, μετα-πειραματική διαδικασία κατά την οποία τα υποκείμενα ενημερώνονταν για τον σκοπό της έρευνας και καθησυχάζονταν σχετικά με την υγεία του υποτιθέμενων ‘μαθητών’ του πειράματος. Δεν μπορούν λοιπόν, θεωρώ, ακόμη και σήμερα κάποιοι τόσο πεισματικά να τον κατηγορούν για έλλειψη ενδιαφέροντος προς τους ανθρώπους που συμμετείχαν στα πειράματά του. Κι όμως το κάνουν.

.

Καταλαβαίνω λοιπόν για όλους αυτούς τους λόγους και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως πραγματικά η ζωή του έγινε δύσκολη μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων αυτών των πειραμάτων (δεν μπορούσε ακόμη-ακόμη να βρει δουλειά), την πιθανή ανάγκη των οικείων του να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Κι αυτό γίνεται με την ταινία που ασφαλώς μεροληπτεί υπέρ του, έστω κι αν σε ελάχιστες σκηνές παρουσιάζει κάποιες αμφιλεγόμενες συμπεριφορές του . Δεν πρέπει και κάποιοι να τον υπερασπιστούν έναντι της λαίλαπας των επικριτών του;

.

Φυσικά θα δείτε πως υπάρχουν και σκηνές που αναφέρονται στην πολυτάραχη σχέση του με τον Solomon Asch, απ’ του οποίου τα πειράματα εμπνεύστηκε τα δικά του, όπως κι άλλες με το φίλο του Paul Hollander κ.α.

.

Θα διαπιστώσετε επίσης πως στην ταινία ασκείται δριμεία κριτική για τον τρόπο που παρουσιάστηκε το έργο του στο «The Tenth Level» (πρωταγωνιστούσαν οι: William Shatner και Ossie Davis). Παρουσιάζεται μάλιστα η σύζυγός του, να διαφωνεί έντονα γι’ αυτή την παραγωγή.

.

Καταληκτικά όμως, αξίζει να δει κάποια-ος αυτή την ομολογουμένως ειδικού ενδιαφέροντος ταινία που έκανε πρεμιέρα στην Αμερική, στις 16 Οκτωβρίου και αν ναι, γιατί; Οπωσδήποτε αξίζει. Τη συνιστώ ανεπιφύλακτα και είναι βέβαιο πως όσες-οι δεν γνωρίζατε τίποτα για κείνον ή είχατε διαβάσει αποσπασματικά άρθρα θα φύγετε απ’ την αίθουσα με αρκετές πληροφορίες για το σύνολο του έργου του, πράγμα το οποίο θεωρώ πως είναι στα μεγάλα συν της ταινίας. Αλλά αν θέλετε να μάθετε περισσότερα και κυρίως να εμβαθύνετε στις ποικίλες πτυχές του πάμπολλων πειραμάτων του, οπωσδήποτε πρέπει να διαβάσετε τα αντίστοιχα βιβλία.

.

Για τα όποια άλλα θετικά κι αρνητικά της, θ’ αφήσω τους κριτικούς κινηματογράφου να γράψουν τη γνώμη τους (εδώ πάντως διάβασα μια εμπεριστατωμένη άποψη), μιας και είναι δική τους αρμοδιότητα. Εγώ εστίασα αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο και στα όσα γνωρίζω για τον σπουδαίο επιστήμονα και κανένα αλάθητο δεν διεκδικώ, όπως συνηθίζω να λέω.

.

Κλείνοντας επομένως, θα σας αναφέρω μόνο πως η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, την σκηνοθεσία και το σενάριο υπογράφει ο Michael Almereyda και παίζουν οι ηθοποιοί: Taryn Manning, Peter Sarsgaard, Winona Ryder, Edoardo Ballerini, Jim Gaffigan, Ned EisenbergLori Jacqueline Singer, κ.α.

.

.

.

.

.

.

Παρουσίαση του βιβλίου: Behind the Shock Machine – The untold story of the notorious Milgram psychology experiments

.

BehindTheShockMachine_HR

.

Όσοι διαβάζετε αυτό το blog σταθερά, γνωρίζετε αρκετά πράγματα για τα πειράματα του Stanley Milgram αλλά και για τον ίδιο, απ’ τις αναρτήσεις που έχουν ανέβει εδώ τα προηγούμενα χρόνια. Δεν χρειάζεται να σας κάνω ιδιαίτερο πρόλογο για τον άνθρωπο που συγκλόνισε τον κόσμο όταν δημοσίευσε τα συμπεράσματα του απ’ αυτά τα πειράματα, που σχετίζονταν με την συμμόρφωση και την υπακοή στην εξουσία.

Αλλά κι όσοι έρχεστε εδώ για πρώτη φορά, μπορεί να ‘χετε ακούσει για κείνον σε κάποιο ντοκιμαντέρ που αφορά το Ολοκαύτωμα, να ‘χετε δει κάποια έρευνα που σχετίζεται με τις δικές του, να ‘χετε ακούσει το τραγούδι που του αφιέρωσε ο Peter Gabriel κ.ο.κ.

Δεν θα σας ξαναγράψω λοιπόν τα γεγονότα που ήδη γνωρίζετε, αλλά θα σας παρουσιάσω την οπτική της Gina Perry που έγραψε το σχετικό βιβλίο Behind the Sock Machine-The untold story of the notorious Milgram psychology experiments”.

Κατά το χρόνο της έρευνας της 140 ηχογραφήσεις ήταν στη διάθεση της για ακρόαση, ενώ πολλές άλλες θα παραμείνουν εμπιστευτικές μέχρι το 2039, σύμφωνα με το σύστημα που επικρατεί στην Αμερική (για την ταξινόμηση και τον αποχαρακτηρισμό των αρχείων). Αναφέρει πως η κάθε μία ηχογράφηση διαρκεί περίπου 50 λεπτά και διέθεσε περίπου 200 ώρες για να τις ακούσει και πολλά χρόνια συνολικά για να ερευνήσει κάθε πτυχή τους. Στο βιβλίο παραθέτει επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα αυτών, σε σημεία που θεωρεί ότι χρειάζεται για να υποστηρίξει τα γραφόμενα της. Έχει επίσης στη διάθεση της κάποια απ’ τα πρωτότυπα έγγραφα του Milgram καθώς και ηχογραφήσεις από ορισμένες συνεδρίες του με τον Dr. Paul Errera, που έγιναν μετά τη λήξη των πειραμάτων.

Γνωρίζουμε πως τα πειράματα έδειξαν πως ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υποκειμένων, το 65%, ήταν διατεθειμένα να διοχετεύσουν ακόμα και τις υψηλότερες δόσεις ηλεκτροσόκ που αναγράφονταν στη σχετική γεννήτρια, υπακούοντας στις εντολές του πειραματιστή,  στα υποκείμενα που έπαιρναν μέρος σε υποτιθέμενο πείραμα για τη μνήμη, όταν έκαναν λάθος στην ανάκληση λέξεων. Συνέχιζαν τα ηλεκτροσόκ, ακόμη κι αν το υποκείμενο διαμαρτυρόταν ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του ή το άκουγαν να βγάζει κραυγές πόνου.

Το συμπέρασμα ήταν αβίαστο: οι περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν μας το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Το ποσοστό ανέβηκε πολύ υψηλότερα μάλιστα, σε μετέπειτα πειράματα. Αυτή τουλάχιστον είναι η επίσημη εκδοχή για τα γεγονότα κι αυτή διδάσκεται ακόμη και σήμερα στα απανταχού πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ήταν όμως έτσι;

Ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Στην ανάρτηση που είχα ανεβάσει εδώ λοιπόν, επέμενα κι εγώ με τη σειρά μου να διευκρινίζω ότι δεν ήταν ένα μόνο το πείραμα αυτό («το πείραμα του Milgram» όπως αναφέρεται συνήθως), αλλά πολλά (πρόκειται δηλαδή για «τα πειράματα του Milgram») με διαφοροποιημένα σενάρια. Και το γνώριζα γιατί το ανέφερε η βιογραφία του ίδιου του ερευνητή.

Αυτό επισημαίνει και η Perry : ότι η ‘καρδιακή προσβολή’ ήταν ένα μόνο απ’ τα σενάρια των πειραμάτων, που σύμφωνα με τα στοιχεία, στο σύνολο τους ήταν 24. Άλλαζε η ιστορία, τροποποιούνταν το σενάριο, συμμετείχαν διαφορετικοί άνθρωποι σ’ αυτά. Σε κάποια σενάρια ο πειραματιστής έδινε οδηγίες απ’ το τηλέφωνο, σε άλλα μόνο όταν κάποιος δεχόταν 300 volt χτυπούσε τον τοίχο, ενώ πριν σε όλη τη διάρκεια του πειράματος ήταν ήσυχος κτλ. Σ’ αυτά τα σενάρια λοιπόν πάνω απ’ το 60% των υποκειμένων παράκουσε τον πειραματιστή. Τα ευρήματα λοιπόν ήταν αντίθετα απ’ αυτά στο σενάριο της ‘καρδιακής προσβολής’ που ήταν οπωσδήποτε,  το πιο δραματικό.

Αυτά τα πειράματα λοιπόν υποστηρίζει η συγγραφέας, είναι τόσο διάσημα όσο και παρεξηγημένα. Κι αιτιολογεί την άποψη της εξηγώντας τους λόγους αυτής της παρεξήγησης: α) ο ίδιος ο Milgram υποβάθμισε τα αντίθετα ευρήματα στις δημοσιεύσεις του, β) τα ΜΜΕ προέβαλλαν και διόγκωσαν τη φήμη αυτών των πειραμάτων και τη δική του που ως τότε ήταν ένας σχετικά άγνωστος επίκουρος καθηγητής, γ) μόλις 2 χρόνια πριν τη δημοσιοποίηση τους είχε προηγηθεί η δίκη του Adolf Eichmann και η Hannah Arendt είχε μιλήσει για την «κοινοτοπία του κακού» (απολύτως σχετική η ανάρτηση που θα βρείτε εδώ) οπότε κατά κάποιο τρόπο μια φιλοσοφική άποψη όπως τη δική της τεκμηρίωσε επιστημονικά μ’ αυτά τα πειράματα εκείνος κ.α.

Και γενικότερα, αναρωτιέται η Perry, έχουμε κατανοήσει ότι οι επιστήμονες είναι επίσης και παραμυθάδες (storytellers); Κατανοούμε πια διαισθητικά και υπάρχει πληθώρα αποδείξεων συνεχίζει, που δείχνει ότι οι επιστήμονες μπορεί να παράγουν αποτελέσματα για να υποστηρίξουν μια ιδιαίτερη πολιτική ή να προωθήσουν τις προσωπικές τους ατζέντες κι ότι οι ελπίδες ενός μεμονωμένου επιστήμονα για την έρευνα του μπορεί να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα. Έκανε κάτι ανάλογο κι ο Milgram;

Η ίδια ανακάλυψε νέα στοιχεία, ένα κρυμμένο ως σήμερα πείραμα του (μια ακόμα πιο αμφιλεγόμενη παραλλαγή όπως υποστηρίζει), που την έκαναν να αναρωτηθεί αν όντως ο Milgram βρήκε ό,τι ισχυρίστηκε. Η αξιοπιστία του ως σήμερα είναι υψηλότατη αλλά εκείνη πιστεύει πως έχει σημασία ν’ αμφισβητούμε τις ιστορίες που μας έχουν πει.

Κι εκτός απ’ αυτό, «τι μας λένε τα ποσοστά γι’ αυτούς τους 730 ανθρώπους που πήραν μέρος στα πειράματα του Milgram το ’61 και το ’62;” αναρωτιέται η συγγραφέας. Αυτό που έχει χαθεί απ’ την ιστορία του πειράματος πιστεύει, είναι οι φωνές αυτών των ανθρώπων που συμμετείχαν και έχει μείνει μια απλοποιημένη επιστημονική αφήγηση που μας δείχνει μια ανησυχητική τάση μιας απρόσωπης ομάδας υποκειμένων για υπακοή στην εξουσία.

Και μετά τη λήξη των πειραμάτων, έμαθαν οι συμμετέχοντες την αλήθεια αμέσως, όπως πιστεύουμε; Ισχυρίστηκε ποτέ ο ίδιος ο Milgram ότι τους την είπε; Ή μήπως όχι; Και πως ένιωσαν όταν πληροφορήθηκαν εντέλει τι ερευνούσε;

Τις δικές του απαντήσεις σε κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα, έχει δώσει ο συγγραφέας της βιογραφίας του Milgram, Thomas Blass, με τον οποίο αξίζει να λάβετε υπόψη ότι είχε επικοινωνία επί τρία χρόνια η Perry (που ζει κι εργάζεται στην Αυστραλία). Παραδέχεται μάλιστα ότι οι αναφορές εκείνου για τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις που υπήρχαν, την έκαναν να σκεφτεί να ερευνήσει με τη σειρά της αυτά τα πειράματα. Συναντήθηκαν και συζήτησαν για τον Milgram στην Αμερική (θα διαβάσετε τα πάντα για τη συζήτηση τους στο πρώτο κεφάλαιο) και της έχει γράψει μια εξαιρετική κριτική για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Κι είναι ένα βιβλίο που όντως αξίζει να διαβάσει κάποιος, ένα βιβλίο που πραγματικά προσθέτει στοιχεία σε όσα γνωρίζαμε για τα πειράματα,  για τον ίδιο τον Milgram αλλά και για την Κοινωνική ψυχολογία ως επιστήμη. Όσον αφορά την ουσία των θεμάτων που εξετάζει όμως, όσο κι αν συμμερίζομαι απολύτως τα ηθικά ζητήματα που εγείρουν τέτοιου είδους έρευνες όσο κι αν αντιλαμβάνομαι πλήρως τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε κάποιους απ’ τους συμμετέχοντες (απ’ την πρώτη στιγμή άλλωστε υπήρξε δριμύτατη κριτική απ’ το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας), δεν μπορώ να συμμεριστώ την εν γένει αφισβήτηση που δείχνει η συγγραφέας σε κάθε τι σχεδόν που αφορά τον Milgram (τον χαρακτηρίζει όπως και τον F. Zimbardo και άλλους σαν αυτούς cowboys of the psychological frontier κι αυτό έχω την αίσθηση πως αν μη τι άλλο δείχνει μια κάποια προκατάληψη). 

Η δική μου άποψη και πιστέψτε με διάβασα το βιβλίο με ανοιχτό μυαλό, είναι πως αυτά που μάθαμε απ’ τα πειράματα του είναι ανεκτίμητα. Όσο κι αν μπορεί κανείς να τον ψέξει για επιμέρους ζητήματα ( το πόση πίεση π.χ. άσκησαν οι πειραματιστές στους συμμετέχοντες, το ότι δεν μερίμνησε ίσως ορθά ώστε να μειώσει το άγχος των συμμετεχόντων μετέπειτα κ.α.), δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει και τη συμβολή του στη μελέτη της συμμόρφωσης και της υπακοής. Ο χρόνος άλλωστε θεωρώ πως έδειξε ότι είχε δίκιο όσον αφορά τα συμπεράσματα του κι οι μετέπειτα σχετικές μελέτες δεν τον διέψευσαν.

Αλάθητος δεν ήταν οπωσδήποτε, αλλά η ευφυία του φαίνεται στο σύνολο του έργου του και στις πρωτότυπες μελέτες του. Κι η ενασχόληση του με τα καλλιτεχνικά (μεταξύ άλλων, ήθελε πολύ να έρθει στην Ελλάδα και να γυρίζει ταινίες κάτω απ’ το Μεσογειακό ήλιο), για μένα δείχνει ότι δεν ήταν άνθρωπος με παρωπίδες.

Εν κατακλείδι δεν μπορώ να προσυπογράψω ότι ενήργησε με ψυχρότητα όπως θέλει να πιστεύει η συγγραφέας, ούτε να υποστηρίξω (ή να μην υποστηρίξω) πως το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η καριέρα του κι η εξέλιξη του στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Πως άλλωστε από τη συμπεριφορά του σε ένα πείραμα, να βγάλουμε γενικά συμπεράσματα για την προσωπικότητα του; Πως θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε τα βαθύτερα του κίνητρα;

Ακόμη κι αν ήταν ένας ψυχρός αριβίστας, αλλάζει αυτή η υποτιθέμενη παραδοχή κάτι; Διαφοροποιεί δηλαδή ριζικά την ιστορία των πειραμάτων του; Αν οι παραλείψεις του, η αμέλεια του, η  φιλοδοξία του οδήγησαν στην παραποίηση των αποτελεσμάτων, τότε και μόνο τότε, ναι. Αλλά ποιος θα μπορούσε ν’ αποφανθεί με βεβαιότητα εκ των υστέρων;  Κι αν εξεταζόταν άλλα εξίσου ‘διάσημα’ πειράματα τόσο εξονυχιστικά όσο τα δικά του, αποκλείεται να ερχόταν στην επιφάνεια άλλα τόσα παρόμοια ζητήματα (μεθοδολογίας, δεοντολογίας κτλ);

Απ’ όσα έχω πάντως διαβάσει για κείνον,  κατάλαβα πως σχολήθηκε με το πως αισθάνθηκαν οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ’ αυτά του τα πειράματα. Το αν θα έπρεπε ν’ ασχοληθεί όμως περισσότερο ή όχι, αν ασχολήθηκε επειδή είχε όφελος να το κάνει κτλ, είναι θέματα που ο καθένας μπορεί να τα κρίνει αφού λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα και να βγάλει τα συμπεράσματα του. Ευτυχώς πάντως που δεν γίνονται σήμερα πια τέτοια πειράματα, γιατί ο σκοπός δεν μπορεί ν’ αγιάζει τα μέσα ούτε ν’ αθωώνει κανέναν.

Κι αν πρέπει λοιπόν υπό το φως των νέων στοιχείων που φέρνει η Perry στο φως, να ενοχοποιήσουμε κι άλλο τον Milgram για όσα έκανε κι όσα δεν έκανε κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων, να του προσάψουμε κι άλλες μομφές, δεν θα πρέπει παράλληλα να λάβουμε υπόψη και το πόσο οι ενοχές των συμμετεχόντων για τ’ αποτελέσματα διαστρέβλωσαν κι αλλοίωσαν τη μνήμη τους; Δεν θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι με τις εκ των υστέρων αφηγήσεις τους και τις αξιολογικές τους κρίσεις;

Ανεξάρτητα βέβαια απ’ τη δική μου άποψη, τις μικρές μου ενστάσεις και τα ερωτήματα που θεωρώ ότι προκύπτουν, οφείλω να αναφέρω ότι το βιβλίο έχει βραβευτεί κι έχει λάβει ως επί το πλείστον διθυραμβικές κριτικές. Υπάρχουν πάντως και ηχηρές επικρίσεις.

Η συγγραφέας αναφέρει στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου καταγράφει τη συζητησή της με μια γυναίκα που συμμετείχε τότε στην έρευνα του Milgram, πως αυτά τα πειράματα δείχνουν περισσότερα για κείνον (π.χ. το ότι ήταν Εβραίος έπαιζε ρόλο στο είδος των πειραμάτων  που διεξήγαγε), παρά για τους συμμετέχοντες σ’ αυτά. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με το δικό της βιβλίο;  Δεν ‘εκθέτει’ η γραφή της και δικές της πλευρές (όπως γίνεται πάντα άλλωστε);

Η αμφισβήτηση βεβαίως δεν βλάπτει, η κριτική χρειάζεται ενίοτε και αυτονόητο δεν είναι τίποτα. Ο δικός μου σκεπτικισμός άλλωστε δεν αφορά την απομυθοποίηση του Milgram. Λαμβάνω απεναντίας υπόψη ότι η συγγραφέας είχε και το ευγενές κίνητρο να υπερασπιστεί τρόπον τινά τους συμμετέχοντες σ’ αυτό το πείραμα. Δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ όμως, με αφορμή όσα γράφει, πως περισσότερο απ’ το να έχουν οι άνθρωποι είδωλα, τους αρέσει το να τα γκρεμίζουν και να τα αποδομούν.

Καλή σας ανάγνωση. 

.

.

.

.

.

Παρουσίαση του βιβλίου: The man who socked the world – The Life And Legacy Of Stanley Milgram

.

.

I believe that a Pandora’s box lies just below the surface of everyday life,
so it is often worthwhile to challenge what you most take for granted. You
are often surprised at what you find..

Stanley Milgram

.

Για τον Stanley Milgram και τα πειράματα του που σόκαραν τον κόσμο, είχε γίνει λόγος σ’ αυτή την ανάρτηση. Ο Milgram όπως θα δείτε, απέδειξε σ΄αυτά τα πειράματα, πως οι περισσότεροι από εμάς, το 65% δηλαδή,  είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Σήμερα λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο θα συμπληρωθεί η ιστορία αυτών των πειραμάτων, με την παρουσίαση του βιβλίου που αφορά τον Milgram και γράφτηκε το 2004,  απ’ τον Ούγγρο Thomas Blass.

Ο συγγραφέας όπως είναι αναμενόμενο, ξεκινάει το βιβλίο του αναφερόμενος στα παιδικά χρόνια του Milgram, που γεννήθηκε στο Bronx το 1933, από δύο ανατολικοευρωπαίους εβραίους μετανάστες που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στην Αμερική. Είχε μια αδερφή μεγαλύτερη απ’ αυτόν κι έναν αδερφό μικρότερο.  Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Γειτονιάς χωρίς όνομα, όπως λεγόταν η γειτονιά του τότε, κι έγινε φανερό τότε ότι διέθετε ιδιαίτερη ευφυία. Εν συνεχεία παρακολούθησε το James Monroe High School, που είχε ένα ιδιαίτερο σύστημα να ξεχωρίζει τους μαθητές με υψηλό IQ κι εκείνος είχε σύμφωνα με τα στοιχεία, το υψηλότερο μεταξύ των συμμαθητών του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας απ’ αυτούς, ήταν ο μετέπειτα κοινωνικός ψυχολόγος Philip Zimbardo. Για οικονομικούς κυρίως λόγους όμως και για να βρίσκεται κοντά στο σπίτι του,  δεν πήγε σε κάποιο απ’ τα ονομαστά κολλέγια, αλλά στο Queens College, όπου και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες.

Το 1953 ήταν ξεχωριστή χρονιά για κείνον, μιας κι έκανε διακοπές στην Ευρώπη (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία) μ’ ένα μηχανοκίνητο ποδήλατο, ερωτεύτηκε σφοδρά μια Γαλλίδα, αλλά έζησε και το θάνατο του πατέρα του στον οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ο θάνατος αυτός τον επηρέασε αφάνταστα και πίστευε ότι κι εκείνος πρόωρα θα πέθαινε (παράξενη σκέψη για έναν άντρα νέο κι απόλυτα υγιή), γι’ αυτό φρόντιζε να εξασφαλίσει στο μέλλον, οικονομικά τουλάχιστον την οικογένεια του, ώστε να μην έχουν και τέτοιες έγνοιες όταν θα συνέβαινε το μοιραίο. Σύντομα κέρδισε μια σπουδαία υποτροφία και άρχισε να σπουδάζει Ψυχολογία. Γνωρίστηκε με τον Gordon Allport, που έγινε μέντορας του κι άνοιξε ο δρόμος του για το σπουδαίο Harvard.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται αρκετά αναλυτικά το πρόγραμμα των σπουδών του προαναφερόμενου πανεπιστημίου, όταν πήγε να φοιτήσει εκεί ο Milgram. Γίνεται αναφορά στους υπευθύνους των τομέων και στους στόχους των προγραμμάτων τους, στις επιδόσεις του φοιτητή τότε, Milgram καθώς και στα προβλήματα που ανέκυψαν με την υποτροφία του. Κι αυτό για να γίνει κατανοητό στον αναγνώστη, τι επηρέασε τον Milgram και τον έστρεψε στην Κοινωνική Ψυχολογία. Στο Harvard λοιπόν, γνωρίστηκε μεταξύ άλλων με τον Jerome Bruner  (που έμελε να γίνει φίλος του και σύμβουλος του σε πολλά ερευνητικά ζητήματα έκτοτε), αλλά την σημαντικότερη επιρροή του την άσκησε ο καθηγητής  Solomon Asch (γνωστός απ’ τα πειράματά του για την κοινωνική συμμόρφωση ), του οποίου και έγινε βοηθός. Τι έκανε όμως όσο δεν σπούδαζε; Απ’ ότι φαίνεται στις μαρτυρίες που συγκεντρώνει ο συγγραφέας, πολλά πράγματα. Έδειξε τότε, μια πιο εκκεντρική του πλευρά, η οποία περιγράφεται με πολλές λεπτομέρειες και φάνηκε ότι κάποιες φορές συμπεριφερόταν με αναίδεια. Ήταν όμως έτσι;

.

.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, γίνεται λόγος για το ενδιαφέρον του Milgram σχετικά με τις πολιτιστικές διαφορές (που γεννήθηκε εν μέρει απ’ τα ταξίδια του στην Ευρώπη) και την κοινωνική συμμόρφωση. Σχεδίασε το διδακτορικό του με βάση αυτά τα θέματα, είχε ως επόπτη τον Allport και ταξίδεψε στο Όσλο, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα ερευνητικά του σχέδια. Άρχισε να διασκεδάζει κάνοντας σκι,  έκανε τροποποιήσεις στο διδακτορικό του, συνέχισε την έρευνα του στη Γαλλία κι έφυγε από κει επιστημονικά ωριμότερος και έτοιμος για νέα πειράματα.

Όταν επέστρεψε στην Αμερική, όπως θα δείτε στο τέταρτο κεφάλαιο, βρήκε ένα όμορφο διαμέρισμα και σκόπευε να περάσει ένα ήσυχο χρόνο στο Cambridge, αλλά τα σχέδια του ανατράπηκαν όταν έλαβε μια επιστολή απ’ τον Asch, που τότε βρισκόταν στο Institute for Advanced Study στο Princeton. O Asch του πρότεινε να τον βοηθήσει στη συγγραφή ενός βιβλίου του για την κοινωνική συμμόρφωση, με δελεαστικό μισθό, προσφορά την οποία τελικά ο Milgram δέχτηκε, σκεπτόμενος ότι στο Princeton θα μπορούσε να επικεντρωθεί πιο εύκολα και στο γράψιμο της δικής του διατριβής. Δεν πήγαν όλα όμως τα υπολόγιζε ο Milgram και η σχέση του με τον Asch πέρασε από πολλά στάδια. Ενώ αντίθετα ο Αllport, του παρείχε σταθερή και μόνιμη στήριξη, σχετικά με την διατριβή του.

Όταν τελικά την ολοκλήρωσε, του έγιναν δύο διαφορετικές προτάσεις για συνεργασία: η μία από το Yale και η άλλη από το Harvard. Τελικά δέχτηκε την πρώτη θέση και ξεκίνησε να δουλεύει ως επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Yale, με αρχικό ετησιο μισθό 6500 δολάρια. Tην απόφαση του την εξηγεί ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Allport και μπορείτε να την διαβάσετε στο βιβλίο. Είχε ήδη αποφασίσει πως τον ενδιαφέρει να μελετήσει ερευνητικά την υπακοή στην εξουσία, μιας και ήθελε έτσι να καταλάβει και τις αιτίες του Ολοκαυτώματος κι είχε σκεφτεί και τον τρόπο που θα μπορούσε να το κάνει, όσο βρισκόταν στο Princeton. Φαίνεται σαφώς απ’ τις σημειώσεις του ότι είχε επηρεαστεί απ’ τα πειράματα του Asch, πράγμα το οποίο παραδέχεται αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται κιόλας, όσον αφορά τα δικά του ενδιαφέροντα και το δικό του κέντρο βάρους.

Φυσικά, τα δύο επόμενα κεφάλαια (και μέρος του προηγούμενου), αναφέρονται στα περίφημα πειράματα του Milgram που σόκαραν τον κόσμο. Θεωρώντας ότι ήδη έχω γράψει σ’ αυτή την ανάρτηση πολλά για τα εν λόγω πειράματα (δεν ήταν ένα-υπήρχαν πολλές παραλλαγές στα σενάρια τους) κι ότι αξίζει να διαβάσετε τα υπόλοιπα κατευθείαν απ’ το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται, δεν θα επεκταθώ άλλο εδώ. Θεωρώ πιο χρήσιμο να σας υπογραμίσω, εξαιτίας της κριτικής που δέχτηκαν τα πειράματα, πως τότε δεν υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για τα πειράματα στα οποία μετείχαν άνθρωποι κι ότι ο ίδιος είχε τρόπον τινά ασχοληθεί μ’ αυτό το θέμα, με το ηθικό κομμάτι δηλαδή, όταν έκανε την έρευνα στο Όσλο. Ακολούθησε λοιπόν, όπως οι περισσότεροι ερευνητές έκαναν τότε, την δική του κρίση, χωρίς να του διαφεύγει όμως όπως σημείωσε ότι οι άνθρωποι στα πειράματα του θα βιώσουν ισχυρά συναισθήματα κι ότι γενικότερα, έχει ευθύνη πάντα ο ερευνητής για την ευημερία τους. Μάλιστα, ο ιστορικός της ψυχολογίας, Benjamin Harris, πιστώνει στον Milgram την πρώτη δημοσιευμένη και σε άρθρο μάλιστα, μετα-πειραματική διαδικασία κατά την οποία τα υποκείμενα ενημερώνονταν για τον σκοπό της έρευνας και καθησυχάζονταν σχετικά με την υγεία του υποτιθέμενων ‘μαθητών’ του πειράματος.

Τον Ιανουάριο του ’61, ο Milgram γνώρισε την κατά τεσσερισήμισι χρόνια μεγαλύτερη του χορεύτρια,  Alexandra (Sasha) Menkin, την οποία και παντρεύτηκε. Στο βιβλίο υπάρχει το χρονικό της γνωριμίας τους και της εξέλιξης της σχέσης τους, για όποιους από σας ενδιαφέρονται να μάθουν κι αυτές τις λεπτομέρειες. Και φυσικά μετά το γάμο του, συνέχισε το έργο του και θα διαβάσετε στο έβδομο κεφάλαιο τι επακολούθησε και πως οι πανεπιστημιακοί αντέδρασαν όταν έμαθαν τα πορίσματα του. Θα λάβετε γνώση για τα προβλήματα που είχε αρχικά με την δημοσίευση της έρευνας και τις επικρίσεις που δέχτηκε για τα ηθικά θέματα που ανέκυπταν (για τα οποία ήδη σας εξήγησα κάποια πράγματα) και τον τρόπο που τις αντιμετώπισε.

Στο όγδοο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την επιστροφή του Milgram στο Harvard, στη θέση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικών Σχέσεων, για τη μετακόμιση εκείνου και της συζύγου του σε νέο σπίτι στο Cambridge, για την κοινωνική τους ζωή στην ακαδημαϊκή κοινότητα καθώς και για τη γέννηση των δύο του παιδιών, της Michelle και του Marc. Ο Milgram ασχολιόταν πολύ με τα παιδιά του και σε επιστολές προς φίλους εξέφραζε την χαρά του που επιτέλους είχε γίνει πατέρας. Στο κεφάλαιο αυτό, αναφέρεται ακόμα και η ενασχόληση του με την λογοτεχνία και την ποίηση που συνεχίστηκε για όλη του τη ζωή, αν και δεν είχε μεγάλη επιτυχία ως προς τις δημοσιεύσεις. Αναλύεται επίσης η ερευνητική τεχνική του χαμένου γράμματος και οι απόψεις του για τον μικρό κόσμο,  τις οποίες επιχείρησε να ελέγξει εμπειρικά. Τέλος, μαθαίνουμε τι συνέβη και τελικά ο Milgram βρέθηκε εκτός Harvard, πως επέλεξε το CUNY για να συνεχίσει την καριέρα του και πόσο αμφιλεγόμενος θεωρούνταν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, μέσα από μαρτυρίες τρίτων που τον γνώρισαν.

Στο ένατο κεφάλαιο, απαριθμούνται οι δραστηριότητες του Milgram στο νέο του πανεπιστήμιο και τονίζεται το ενδιαφέρον που έδειξε για την αστική ψυχολογία. Διεξήγαγε πειράματα στο μετρό της Νέας Υόρκης και πραγματοποίησε και κάποια άλλα για τους ψυχικούς, γνωστικούς χάρτες των πόλεων που διατηρεί  ο καθένας μας στο μυαλό του. Παράλληλα, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Paul Hollander, έγραψαν και ένα άρθρο, για την υπόθεση της Kitty Genovese (θα βρείτε λεπτομέρειες εδώ), την δολοφονία της οποίας παρακολούθησαν άπρακτοι 38 αυτόπτες μάρτυρες χωρίς κανείς να καλέσει βοήθεια. Το βιβλίο όμως αυτό, ευτυχώς, δεν είναι αγιογραφία. Πέρα απ’ το χιούμορ και την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα του Milgram, αναφέρει και τις δυσκολίες που δημιουργούσε  στους κοντινούς του ανθρώπους, στους συνεργάτες του καθώς και στους φοιτητές του με την ιδιάζουσα προσωπικότητα του. Δεν κρύβει επίσης ο συγγραφέας την ενασχόληση του Milgram με τα ναρκωτικά (αμφεταμίνες, κοκαΐνη, μαριχουάνα) και ιδιαιτέρως με την μεσκαλίνη για την οποία είχε τρόπον τινά προτείνει ν’ αποτελέσει και θέμα επίσημης έρευνας.

.

.

Στο δέκατο κεφάλαιο, μαθαίνουμε για τη συνάντηση του Milgram με έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, τον Harry From, με τον οποίο τελικά γύρισαν μαζί την χαμηλού προϋπολογισμού ταινία:  The City and the Self  (1972), που βασιζόταν στις έρευνες του πρώτου για την αστική ζωή και την υπερφόρτωση (urban overload) που δημιουργεί στους ανθρώπους. Η ταινία αν και δημιουργήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς απέκτησε και καλλιτεχνική αξία, κέρδισε βραβείο, παρουσιάστηκε σε σημαντικούς χώρους πολιτισμού και με τα χρόνια σημείωσε λόγω της ζήτησης της και εμπορική επιτυχία. Το καλοκαίρι του 1972, οι Milgrams οικογενειακώς μετακόμισαν για λίγο στο Παρίσι, αφενός για να εκπονήσει εκεί κάποια έρευνα που είχε σχεδιάσει ο Milgram για τους ψυχικούς χάρτες των πόλεων που προαναφέραμε κι αφετέρου επειδή περνούσε μια κρίση μέσης ηλικίας. Ο ίδιος πίστευε ότι εκεί θα τέλειωνε και το βιβλίο του για την υπακοή, για το οποίο είχε ήδη κλείσει συμφωνία με εκδοτικό οίκο.

Κατάφερε όχι μόνο αυτό, αλλά να ετοιμάσει κι ένα ακόμη βιβλίο σχετικό με την τηλεόραση και την αντικοινωνικές συμπεριφορές, που στηριζόταν σε πειράματα πεδίου που είχε πραγματοποιήσει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν είχε δουλέψει όμως σχεδόν καθόλου για την έρευνα του για την οποία είχε πάρει χρηματοδότηση απ’ το Guggenheim και καθώς τα χρήματα τέλειωναν, ήρθε σε δύσκολη θέση. Σαν από μηχανής θεός, ο φίλος του Serge Moscovici, έδωσε λύση, ζητώντας και παίρνοντας επιχορήγηση απ’ το Γαλλικό κράτος και δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να κάνει τελικά την έρευνα του. Κι όταν επέστρεψε στην Αμερική, προχώρησε και στη δημιουργία τεσσάρων εκπαιδευτικών ταινιών που προβάλλονται ως τις μέρες μας και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η σκηνοθεσία δεν άργησε να μπει στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κι έτσι παρακολούθησε και σχετικά μαθήματα για να μπορεί να δημιουργήσει τις ταινίες που ήθελε.

Στο ενδέκατο κεφάλαιο περιγράφονται αρκετές απ’ τις ταλαιπωρίες που πέρασε ο Milgram, προσπαθώντας να εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις για κάποιες έρευνες που είχε σχεδιάσει και γίνεται λόγος για πρώτη φορά και για τα προβλήματα που άρχισε να έχει, με την καρδιά του. Προβλήματα που σιγά-σιγά έγιναν πιο σοβαρά και τον περιόρισαν αρκετά. Κατάφερε όμως να βελτιώσει την υγεία του και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο με νέες ιδέες και γεμάτος σχέδια. Αλλά η καρδιά του συνέχιζε να του στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα αρκετά συχνά πια. Στις 20 Δεκεμβρίου του ’84 πέθανε, αφού είχε πει ήδη στο γιατρό που τον υποδέχτηκε στο Columbia-Presbyterian Hospital,  το όνομα του κι ότι πίστευε πως είχε την πέμπτη του καρδιακή προσβολή. Ήταν 51 ετών.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο εξετάζεται τι έμεινε στον κόσμο απ’ τις έρευνες του Milgram. Καταγράφεται το πόσο επηρεάστηκαν όχι μόνο άνθρωποι της επιστήμης, αλλά και άνθρωποι της τέχνης απ’ τα ευρήματα του. Γίνεται πολύς λόγος για την σχέση των πειραμάτων που αφορούσαν την υπακοή, με το Ολοκαύτωμα και την ναζιστική Γερμανία και παραλληλισμός με το έργο άλλων που ασχολήθηκαν με τέτοια θέματα, όπως για παράδειγμα η Hannah Arendt. Εκφράζεται και η γνώμη του ίδιου του Milgram που φαίνεται πως ήταν συγκρατημένος με τις γενικεύσεις και πίστευε πως κάποια γεγονότα χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης.

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα μόνο να σας πω, πως αξίζει τον κόπό να ψάξετε τους συνδέσμους που παρατίθενται στο κείμενο και να μάθετε έτσι ακόμη περισσότερα πράγματα γι’ αυτό τον άνθρωπο, γι’ αυτό τον επιστήμονα, που έδειξε πως το ‘τέρας’ μπορεί να  βρίσκεται όχι κάπου μακριά μας, αλλά μέσα μας.

Καλή ανάγνωση.

.

.

.

.

.

 

Ψυχολογικά πειράματα με ανθρώπους – Μέρος ΙΙ

..

..

O John Darley και ο Bibb Latane λοιπόν, σχεδίασαν μια αλληλουχία πειραμάτων για να εξετάσουν τις αναγκαίες συνθήκες οι οποίες κάνουν τους ανθρώπους να αγνοήσουν την κραυγή βοήθειας κάποιου, αλλά κι αυτές κατά τις οποίες πρυτανεύει η ευσπλαχνία τους τελικά. Έτσι τα πείραματα σχεδιάστηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε οι συνθήκες διεξαγωγής τους να προσομοιάζουν με τις συνθήκες  που επικρατούσαν κατά την διάρκεια του φόνου της Kitty Genovese.

Δηλαδή, οι συμμετέχοντες που ήταν 72 φοιτητές (άντρες και γυναίκες), του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, πίστευαν ότι παίρνουν μέρος σε μια συζήτηση για την προσαρμογή τους στην πανεπιστημιακή ζωή της πόλης, ήξεραν ότι στο πείραμα συμμετέχουν κι άλλοι, αλλά δεν τους έβλεπαν. Πως γινόταν αυτό; Τους περνούσαν από ένα διάδρομο, που φαινόταν ότι οδηγεί σε άλλα δωμάτια (αλλά οι πόρτες αυτών των δωματίων ήταν κλειστές), σε ένα χώρο όπου θα άκουγαν άλλους συμμετέχοντες να μιλούν για τη ζωή τους, σαν να βρίσκονταν για παράδειγμα σε ομαδική συνεδρία.

Για να εξασφαλιστεί υποτίθεται η ανωνυμία και να μην αισθάνονται ντροπή και ενοχές να μιλήσουν για προσωπικά τους θέματα, κανείς δεν θα έβλεπε τον άλλο και ο ερευνητής θα έβγαινε εκτός δωματίου, αφήνοντας τους μόνο ένα ερωτηματολόγιο με οδηγίες. Όταν θα μιλούσαν οι άλλοι (επρόκειτο όμως για ηχογραφημένες ‘συνεντεύξεις’), το δικό τους μικρόφωνο θα ήταν κλειστό κι όταν ερχόταν η σειρά τους, θα μπορούσαν να μιλήσουν για δύο λεπτά για τις εμπειρίες τους.

Μέσα στις ηχογραφημένες συνομιλίες, που επαναλαμβάνω όμως πως αυτός που συμμετείχε κάθε φορά δεν ήξερε ότι είναι ηχογραφημένες, αλλά νόμιζε πως στα άλλα δωμάτια βρίσκονται όντως άλλοι άνθρωποι και μιλούν (καταλαβαίνετε εδώ την προσομοίωση με τις συνθήκες που επικρατούσαν την βραδιά του φόνου της Genovese που άνθρωποι παρακολουθούσαν από διαφορετικά διαμερίσματα τι διαδραματιζόταν), υπήρχε και μία ενός φοιτητή με επιληψία που εξομολογούνταν ότι παθαίνει συχνά σοβαρές κρίσεις, ότι το Πανεπιστήμιο είναι δύσκολο κι ότι η Ν. Υ. σαν πόλη είναι απάνθρωπο μέρος για να ζει κανείς.

Ύστερα ακουγόντουσαν κάποιες άλλες διηγήσεις από τις μαγνητοταινίες που έπαιζαν στα άλλα δωμάτια κι εν συνεχεία αυτός ο ‘φοιτητής’, πάθαινε ‘κρίση’ την ώρα που μιλούσε και καταγραφόνταν οι αντιδράσεις των συμμετεχόντων. Οι περισσότεροι αν και δεν έμεναν καθόλου απαθείς όσο τον άκουγαν να καλεί ξέπνοος σε βοήθεια και να λέει πως φοβάται ότι θα πεθάνει (μετά ακουγόνταν ένας γδούπος και ακολουθούσε σιγή), ίσα-ίσα ψέλλιζαν διάφορα όπως «Ωχ,,,»,  «Θεέ μου, παθαίνει κρίση» κτλ, δεν βγήκαν από το δωμάτιο να αναζητήσουν τον ερευνητή που τους είχε οδηγήσει εκεί και να του ζητήσουν βοήθεια.

Πόσοι ήταν αυτοί; Το 85% των συμμετεχόντων. Αντιλαμβάνεστε την συσχέτιση με το πείραμα του Milgram; Και σημειωτέον ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για τους ίδιους, ενώ την βραδιά του φόνου της άτυχης κοπέλας οι 38 αυτόπτες μάρτυρες είχαν να κάνουν μ’ έναν δολοφόνο. Δεν ρίσκαραν κάτι οι φοιτητές λοιπόν αν έβγαιναν να αναζητήσουν βοήθεια και κανείς δεν τους είπε να μην βγουν. Ο ερευνητής τους είχε απλώς δώσει την οδηγία να ακολουθήσουν την διαδικασία, να μιλήσουν όταν θα έρθει η σειρά τους κι είχε αποχωρήσει απ’ το χώρο.

Αξίζει δε να έχετε υπόψη ότι η διάρκεια της επίπλαστης επιληπτικής κρίσης ήταν 6 λεπτά, άρα ο εκάστοτε συμμετέχων είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί και να πράξει κι ότι το χρονικό αυτό διάστημα ισοδυναμούσε περίπου με την διάρκεια της επίθεσης και του φόνου της Genovese (σας θυμίζω ότι ο δολοφόνος την μαχαίρωσε και προσπάθησε να την βιάσει σε τρεις αλλεπάλληλες επιθέσεις που διήρηκαν συνολικά πάνω από μισή ώρα, αλλά αποσυρόταν κάθε φορά που φοβόταν ότι κάποιος μπορεί να βγει απ’ την πολυκατοικία της και να την βοηθήσει).

Όταν ρωτήθηκαν εντέλει γιατί δεν αντέδρεσαν, δεν ήταν σε θέση να δώσουν επαρκείς εξηγήσεις. Δεν είχαν αποφασίσει εκ των προτέρων να μην αντιδράσουν, αλλά δεν αντέδρασαν. Οι ερευνητές μάλιστα βρήκαν ότι όσο περισσότερα άτομα υποτίθεται ότι συμμετείχαν, τόσο λιγότερο υπεύθυνο ένιωθε το άτομο να αντιδράσει προσωπικά. Η διάχυση της ευθύνης την οποία ήδη σας είχα αναφέρει, κυριαρχούσε. Ενώ στις δυάδες συμμετεχόντων, αν το δεύτερο μέλος ήταν ο ‘επιληπτικός’ φοιτητής, οι συμμετέχοντες σε ποσσοτό 85% αναζητούσαν βοήθεια και μάλιστα στα 3 πρώτα λεπτά. Αντιστράφηκε δηλαδή το ποσοστό σ’ αυτή τη συνθήκη.

O John Darley και ο Bibb Latane (δείτε τους εδώ), βρήκαν επίσης ότι ανεξάρτητα απ’ τον αριθμό των συμμετεχόντων σε μια ομάδα, αν το υποκείμενο δεν ζητήσει βοήθεια για κάτι που συμβαίνει μέσα στα 3 πρώτα λεπτά, τότε είναι εξαιρετικά απίθανο να το κάνει μετά. Βρήκαν επίσης, ότι ακόμα κι αν εμείς κινδυνεύουμε (σχεδίασαν μια συνθήκη όπου καπνός έβγαινε από παντού, αλλά οι άλλοι δύο εκπαιδευμένοι συμμετέχοντες στο πείραμα, παρίσταναν τους αδιάφορους), αν οι άλλοι γύρω μας δεν αντιδρούν δεν θα αντιδράσουμε ούτε κι εμείς! Δείτε εδώ και το σχετικό video.

Μόνο ένας απ’ τους συμμετέχοντες ενημέρωσε για τον καπνό στα 4 πρώτα λεπτά και μόνο 3 συνολικά απ’ τους 72, αντέδρεσαν σε όλο το πείραμα. Στις περιπτώσεις που οι συμμετέχοντες ήταν μόνοι τους (και ο καπνός εμφανιζόταν) έσπευδαν να ενημερώσουν και να ζητήσουν βοήθεια σχεδόν όλοι και μάλιστα αμέσως. Παράξενο, έτσι δεν είναι; Αυτό το πείραμα δείχνει και τον ισχυρό βαθμό κοινωνικής συμμόρφωσης, που κάνει τους περισσότερους από μας να ρισκάρουμε ακόμα και την ζωή μας, παρά να πάμε αντίθετα με ότι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος. Σχεδόν ανίκητα τα κοινωνικά πρότυπα δηλαδή.

Και δυστυχώς σε περισσότερα από 50 folow up, οι μελέτες και τα πειράματα επαλήθευσαν την αντίστροφη σχέση μεγέθους ομάδας και παροχής βοήθειας. Τι μπορεί να γίνει λοιπόν, ώστε να επιλυθεί αυτή η προσωπική σύγκρουση που βιώνει κανείς όταν παρίσταται σε τέτοια γεγονότα; Πως μπορούμε να αντιπαλέψουμε την συλλογική αδράνεια, την διάχυση της ευθύνης, την πλουλαριστική άγνοια, το σύνδρομο Genovese όπως ονομάστηκε;

Απ’ ότι φαίνεται μόνο με εκπαίδευση. Όπως μαθαίνουν κάποιοι να δίνουν το φιλί της ζωής, έτσι πρέπει να μάθουμε το πως να αντιδρούμε σε τέτοιες περιστάσεις. Γίνεται; Η απάντηση είναι πως ναι. Άνθρωποι που εκπαιδεύτηκαν πως να αντιδρούν (μελέτη του A. Beaman), είχαν σχεδόν δυό φορές περισσότερες πιθανότητες να προσφέρουν βοήθεια, σε σχέση με άλλους που δεν πέρασαν από τέτοια εκπαίδευση. Κάτι δεν είναι κι αυτό;

Να είστε καλά.

..

..

Ψυχολογικά πειράματα με ανθρώπους – Μέρος Ι

..

..

Φαντάζομαι ότι αισθανθήκατε ένα ρίγος διαβάζοντας τον τίτλο. Δεν πρόκειται όμως να γίνει λόγος εδώ για τίποτα παραπάνω απ’ την ανθρώπινη σκέψη και συμπεριφορά και τον τρόπο που την μελέτησαν, ερευνητές 28 αντιστοίχων πειραμάτων κοινωνικής ψυχολογίας. Οι τρεις συγγραφείς μάλιστα του εν λόγω βιβλίου, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται όλα αυτά, ξεκίνησαν να δικαιολογούνται από την εισαγωγή κιόλας λες και ήξεραν τι θα σκεφτούν οι αναγνώστες.

Δηλώνουν λοιπόν σαφέστατα ότι υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας, ότι τα υποκείμενα γνωρίζουν ότι συμμετέχουν σε κάποιου είδους έρευνα, ότι ακόμη κι ανεξάρτητοι παρατηρητές μπορεί να κληθούν, ότι αν δεν γινόντουσαν τέτοια πειράματα πολλές πτυχές της συμπεριφοράς μας δεν θα είχαν εξηγηθεί κτλ κτλ. Με απλά λόγια θέλουν να κάνουν σαφές στους αναγνώστες, ότι δεν είναι επιστήμονες-τέρατα που βασανίζουν σε κάποιο εργαστήριο αθώους ανθρώπους. 

Αν και τα πειράματα αυτά έχουν δεχτεί επικρίσεις κατά καιρούς, σίγουρα προσέφεραν πολλά στην κατανόηση της κοινωνικής μας συμπεριφοράς κι έκαναν την αρχή για να ξεκινήσει επικοδομητικός επιστημονικός διάλογος, σε πολλούς τομείς. Στόχος μάλιστα των συγγραφέων του βιβλίου, είναι να πείσουν ακριβώς για την χρησιμότητα αυτών των πειραμάτων, χωρίς ωστόσο να υποστηρίζουν ότι προσφέρουν την απόλυτη γνώση.

Το βιβλίο τους πάντως, που έχει τον τίτλο «Experiments with people: Revelation of social psychology» και μπορείτε να διαβάσετε κι εσείς σελίδες του κάνοντας κλικ στον τίτλο, δεν είναι καινούριο. Κυκλοφόρησε το 1994, αλλά συνδέεται με την θεματολογία αυτού του blog (κάποιοι θα θυμάστε τα πειράματα του Milgram για τα οποία έχουν γίνει εδώ αναρτήσεις και όχι μόνο αυτά). Και καθώς δεν αναπαράγει απλά τις αρχικές έρευνες, αλλά περιέχει κυρίως παράθεση της κάθε έρευνας, σχολιασμό και σύνδεση με άλλες έρευνες, σκέφτηκα ότι έχει να προσφέρει σε όσα κατά καιρούς έχουμε συζητήσει. Γι’ αυτό και διάλεξα να σας παρουσιάσω ένα πείραμα που θεωρώ ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Μπορεί λοιπόν, η Μπλανς Ντυπουά, η γνωστή ηρωίδα του Tennessee Williams, στο «Λεωφορείον ο Πόθος» να ισχυρίζεται ότι πάντα βασιζόταν στην καλοσύνη των ξένων, αλλά τον Μάρτιο του 1964, κανείς απ’ τους 38 αυτόπτες κι αυτήκοες μάρτυρες του φονικού της Kitty Genovese στο Queens, δεν έσπευσε να την βοηθήσει παρά τις σπαρακτικές της εκκλήσεις και παρά το ότι ο δολοφόνος της επιτέθηκε σε τρεις ξεχωριστές φάσεις. Την έβλεπαν και την άκουγαν να πεθαίνει για πάνω από μισή ώρα, χωρίς να κινηθούν προς βοήθεια της.

Δεν κάλεσε ούτε ένας τους έστω την αστυνομία, κατά την διάρκεια των επιθέσεων, αν και ορισμένοι το σκέφτηκαν ή σχεδόν ήταν έτοιμοι να το κάνουν. Τελικά όμως, το έκανε κάποιος μάρτυρας μετά, αφού η γυναίκα ήταν ήδη νεκρή. Το περιστατικό σόκαρε την Νέα Υόρκη, οι εφημερίδες έγραφαν επί μέρες κι όμως η ‘ιστορία’ επαναλήφθηκε κι άλλες φορές με νέα θύματα που κανείς δεν έσπευσε να βοηθήσει αν και ξεψύχησαν σε δημόσιους χώρους, όπως π.χ. στο μετρό και στο δρόμο.

Γιατί κανείς απ’ τους 38 αυτούς ανθρώπους δεν βοήθησε την Genovese;

.

.

Άπειρες θεωρίες ακούστηκαν και γράφτηκαν τότε. Δύο ψυχολόγοι όμως, σκέφτηκαν να αποδείξουν αυτό που πέρασε απ’ το μυαλό τους. O John Darley και ο Bibb Latane, ισχυρίστηκαν ότι σε τόσα βίαια περιστατικά οι παρόντες μάρτυρες βρίσκονται υπό ένα καθεστώς σύγκρουσης: απ’ την μία τους υπαγορεύει η συνείδηση τους κι ο ανθρωπισμός τους να βοηθήσουν κι απ’ την άλλη η λογική και ο φόβος τους αποτρέπουν. Και πως θα επιλυθεί όμως μια τέτοια σύγκουση; Βοηθάει άραγε η παρουσία των άλλων ανθρώπων, των άλλων μαρτύρων; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.

Όταν οι μάρτυρες δεν βλέπουν άλλον απ’ τους παριστάμενους να σπεύδει σε βοήθεια ή δεν είναι σε θέση να δουν την σκηνή που όλα διαδραματίζονται, μπορεί να θεωρήσουν ότι η κατάσταση δεν είναι και τόσο επείγουσα, ότι δεν είναι άρα υποχρεωμένοι να βοηθήσουν ή ότι αντίθετα κάποιος απ’ τους υπόλοιπους έχει ήδη κάνει αυτό που εκείνοι σκέφτονται π.χ. έχει ήδη τηλεφωνήσει στην αστυνομία, άρα είναι περιττή η δική τους εμπλοκή. Μ’ έναν τρόπο λοιπόν, η κοινωνική αδράνεια οδηγεί σε συλλογική αδράνεια, διά της διάχυσης της ευθύνης. Οι δύο ερευνητές που αναφέραμε ονόμασαν το φαινόμενο: πλουραλιστική άγνοια.

Στην περίπτωση της Genovese, μερικές απ’ τις εξηγήσεις που έδωσαν οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν πολύ σχετικές με την θεωρία που αναφέραμε, καθώς υποστήριξαν πως εβλεπαν σκιές να κινούνται σε άλλα παράθυρα, φώτα που άναβαν σε σκοτεινά διαμερίσματα κι έτσι κατάλαβαν ότι κι άλλοι παρακολουθούν. Υπέθεσαν λοιπόν, ότι κάποιοι απ’ αυτούς θα είχαν ήδη καλέσει βοήθεια, άρα η δική τους εμπλοκή ήταν περιττή. Για να μελετήσουν περισσότερο τις υποθέσεις τους ο Darley και ο Latane, σχεδίασαν ένα πείραμα..

..

..

(Συνεχίζεται εδώ)

..