Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος ΙΙ

Μονάχα μια φορά το χρόνο το γεφύρι πλημμύριζε φως πέρα ως πέρα. Αυτό γινόταν στις 18 Αυγούστου το βράδυ, κάθε χρόνο, στα γενέθλια του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Οι αρχές στόλιζαν από την παραμονή το γεφύρι με γιρλάντες από φύλλα και λουλούδια και σειρές από μικρά πεύκα, και με το που σκοτείνιαζε, άναβαν όλα τα φανάρια και μια ολόκληρη σειρά από μικρά φωτάκια που φώτιζαν τον κόσμο όλο. Τα μικρά διάσπαρτα φωτάκια, εκατοντάδες κονσερβοκούτια γεμισμένα με λίπος και στεαρίνη, έφεγγαν πάνω στα πεζούλια του γεφυριού. Φωτιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι άκρες κι οι κολώνες που το στηρίζουν ήταν στο σκοτάδι, κι έτσι το φωτεινό κομμάτι του γεφυριού φαινόταν ξεκομμένο και μετέωρο στο κενό. Οι γιορτές όμως τελειώνουν γρήγορα και τα φώτα σβήνουν. Την άλλη μέρα κιόλας το γεφύρι είναι πάλι ίδιο, όπως και τις καθημερινές…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

Višegrad, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ακόμα τις καθημερινές είναι όμορφο αυτό το γεφύρι. Και τις μέρες και τις νύχτες που φωτίζεται με σύγχρονους πια τρόπους. Και το χειμώνα με τις μολυβένιες συννεφιές και το καλοκαίρι που οι αχτίδες του ήλιου υπογραμμίζουν κάθε χρώμα. Περισσότερο απ’ όλα όμως, το κυρίαρχο πράσινο. Οι τουρίστες πηγαίνουν για βαρκάδα στο ποτάμι, ανεβαίνουν στο κάστρο ή κάνουν βόλτα με το τρένο, οι ντόπιοι κατεβαίνουν για ψάρεμα ή για να ταξιδέψουν τις σκέψεις τους στα κρυστάλλινα νερά του Δρίνου, περπατώντας το.

Višegrad , Το ιστορικό γεφύρι του ποταμού Δρίνου, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Οι ταξιδιώτες που γνωρίζουν την ιστορία του τόπου, ψάχνουν να δουν από κοντά το μικρό σπίτι του Ίβο Άντριτς, το μνημείο που του έφτιαξε ο γλύπτης Ljupko Antunovic απ’ το Sarajevo και ζητούν πληροφορίες στο Πολιτιστικό Κέντρο σχετικά με το πως μπορούν να δουν την «σχολική τάξη του Ίβο Άντριτς» (δηλαδή ένα χώρο διακοσμημένο όπως συνηθιζόταν να είναι τα Δημοτικά Σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα, αφιερωμένο σε κείνον, όπου υπάρχουν και φωτογραφίες του). Περιττό να γράψω πως αν δεν έχετε διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο του, αξίζει να βάλετε στόχο τώρα να το κάνετε. Όλα όσα έγραψε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, φυσικά, αλλά για ευνόητους λόγους σήμερα στο προσκήνιο είναι «Το γεφύρι του Δρίνου».

Višegrad , Γενική άποψη της πόλης, όπου φαίνεται στα δεξιά κι η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας, Δεκέμβρης του 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το Višegrad των σχεδόν 12 χιλιάδων κατοίκων (οι 5.862 εξ’ αυτών κατοικούν στο κέντρο κι οι υπόλοιποι στην ευρύτερη περιοχή), σύμφωνα με την υπογραφή του 2013, έχει πια στην συντριπτική του πλειοψηφία χριστιανικό πληθυσμό (γι’ αυτό άλλωστε κι αποτελεί τμήμα της Σερβικής Δημοκρατίας όπου τελευταία πληθαίνουν οι συζητήσεις περί απόσχισης ) κι ας μη λείπουν τα τζαμιά απ’ το τοπίο. Η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας είναι ένα πολύ όμορφο, λευκό κτίριο, χτισμένο απ’ το 1884 που φαίνεται κι απ’ το Δρίνο. Στο Μοναστήρι της ιστορικής πόλης του Dobrun (γνωστό κι ως Kruševo) δεν πήγα, αλλά αν σας ενδιαφέρει να έχετε υπόψη την ύπαρξή του. Για τα spa και τι λοιπές ανέσεις που δεν άπτονται των ενδιαφερόντων μου, δε μπορώ να σας διαφωτίσω, αλλά θα βρείτε πληροφορίες εύκολα αν ψάξετε. Πιο χρήσιμο ίσως πάντως είναι να σας προτείνω να περάσετε απ’ το Visegrad House, όπου θα βρείτε λογής λογής τοπικά παραδοσιακά προϊόντα.

Andrićgrad, μνημείο Ivo Andrić, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών πάντως είναι βέβαιο ότι πηγαίνει πια στο Andrićgrad, μια πόλη μες την πόλη, σχεδιασμένη απ’ τον Emir Kusturica κι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς (υπάρχει κι αντίστοιχο ινστιτούτο), που βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο του Višegrad. Κι ο λόγος που έφτασε ως εδώ η διήγησή μου και τώρα σας γράφω γι’ αυτήν, είναι η αμηχανία που μου προκαλεί. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο project τελειωμένο θεωρητικά, αλλά όχι πλήρως μάλλον ακόμη (άκουσα τουλάχιστον δύο ξεναγούς διαφορετικών γκρουπ να «απολογούνται» για κτίρια που δεν έχουν ολοκληρωθεί). Διαθέτει ξενοδοχεία, εστιατόρια, κινηματογράφους, γκαλερί, βιβλιοπωλείο, εκκλησία κ.α. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες γωνιές, οπωσδήποτε (γράφει κι ο Γιώργος Στάμκος στο βιβλίο του περισσότερα γι’ αυτό).

Andrićgrad, η θέα του δρόμου Mlada Bosna απ’ τον πρώτο όροφο του Cafe Goya, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Παρ’ όλα αυτά, δεν κρύβω κιόλας, πως όσο λάτρεψα το χαριτωμένο φολκλόρ στο Küstendorf (δηλαδή στο «χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα για το οποίο σας έχω γράψει τις εντυπώσεις μου εδώ), τόσο αποστασιοποιήθηκα στο Andrićgrad, μετά από αρκετές βόλτες. Κάθισα λοιπόν με την ησυχία μου στο Cafe Goya, που σίγουρα μου άρεσε πολύ, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τους σωματοφύλακες που συνωστίζονταν εκεί γύρω, μιας κι επίσημοι απ’ την κυβέρνηση είχαν μόλις φτάσει στη Σερβική Πρεσβεία κι ύστερα επέστρεψα στο Višegrad. Παρά το ότι με αγγίζει πολύ η ενωτική (ας την χαρακτηρίσω έτσι) φιλοσοφία του Kusturica, οι λόγοι δημιουργίας αυτού του μέρους δηλαδή όπου έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν στυλ διαφορετικών εποχών, για τα δικά μου γούστα είναι πολύ τουριστικό . Δεν λέει τίποτα όμως αυτό. Εσείς να πάτε, αν έχετε την ευκαιρία (δείτε εδώ κι άλλες φωτογραφίες). Γιατί καλύτερα γενικώς, είναι να ‘χει ο καθένας μας δική του γνώμη.

Andrićgrad, Η ορθόδοξη Εκκλησία, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κλείνοντας την ανάρτηση πάντως, θα σας εξομολογηθώ ότι φεύγοντας απ’ το Višegrad τον περασμένο Δεκέμβρη, με θυμάμαι να περνάω έξω απ’ το Πολιτιστικό Κέντρο, (όπου στεγάζεται η Βιβλιοθήκη «Ivo Andric» η οποία διαθέτει περισσότερα από 40.000 βιβλία, εκτίθενται έργα τέχνης στην τοπική Πινακοθήκη, γίνονται ποικίλες εκδηλώσεις) και να παρατηρώ το παλιό, αποσυρμένο τρένο. Καθώς έβλεπα με την άκρη του ματιού μου την φωτεινή επιγραφή «Ι love Visegrad» ν’ αναβοσβήνει, μοιραία αναρωτήθηκα αν θα με φέρει ξανά ο δρόμος, στα ίδια μέρη. –

Višegrad , Η θέα της πόλης από μακριά κι ο ποταμός Δρίνος, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει ήδη στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram, αντίστοιχα.

ΠΗΓΕΣ:

-https://visegradturizam.com/ci/atrakcije/spomen-ucionica-ive-andrica/

-http://www.atrium-see.eu/index.php?option=com_k2&view=item&id=171:cultural-center-in-visegrad&Itemid=157

-https://www.andricgrad.com/

-http://www.andricevinstitut.org/

-https://www.theguardian.com/world/2012/oct/11/serb-director-emir-kusturica-visegrad-andricgrad

-http://thesrpskatimes.com/andricgrad-the-clash-of-cultures-at-the-bridge-in-visegrad-photo-video/

Παρουσίαση βιβλίου: «Tα βιβλία κάνουν καλό στα μωρά» της Marie Bonnafé

Η συγκεκριμένη ανάρτηση (και κάποιες ακόμη που θ’ ακολουθήσουν), αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια αυτής εδώ, για τη λογοτεχνία. Λειτουργεί δηλαδή συμπληρωματικά και γίνεται τώρα με αφορμή μια ακόμη, σχετική εκδήλωση του “Διαβάζοντας Μεγαλώνω” για την οποία με ενημέρωσε επ’ αυτού η στενή μου φίλη, Ευανθία Σακελλάρη, επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.

Συγγραφέας του βιβλίου είναι η Marie Bonnafé, κόρη του Lucien Bonnafé, ενός ανθρώπου που άφησε τη δική του σφραγίδα στη Γαλλία, καθώς υπήρξε ψυχίατρος, αντιφασίστας, πολιτικός, στενός φίλων πολλών σουρεαλιστών (του André Breton, του Max Ernst, του Man Ray, του René Crevel) κ.α. Στο ψυχιατρείο Saint-Alban, της Lozère που εργαζόταν, κατέφυγε μάλιστα το 1943 κι ο Paul Éluard με τη συζυγό του, καθώς εκεί κρυβόταν πολλοί Εβραίοι κι αγωνιστές της Αντίστασης. Αντιλαμβάνεστε επομένως, για πόσο σημαντική μορφή μιλάμε. Ίσως σας γράψω κάποια στιγμή περισσότερα για ‘κείνον. Αλλά κι αν όχι, πήρατε μια ιδέα έστω.

Το μήλο λοιπόν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αφού η κόρη του ακολούθησε τα βήματά του κι είναι ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια. Ίδρυσε μάλιστα μαζί με τον καθηγητή René Diatkine και τον Tony Lainé, το 1982, την A.C.C.E.S. (Actions culturelles contre les exclusions et les ségrégations). Η Οργάνωση αυτή λοιπόν, όπως θα καταλάβατε, όσ@ γνωρίζετε γαλλικά, υλοποιεί Πολιτισμικές Δράσεις, κατά των Αποκλεισμών και των Διακρίσεων.

Τα μέλη ενδιαφέρονται να φέρουν “σε επαφή τα μωρά και τα πολύ μικρά παιδιά με τα βιβλία, τα βιβλία ως αντικείμενα να τα παρατηρήσει κανείς, να τα φυλλομετρήσει και να τα επεξεργαστεί, βιβλία των οποίων το περιεχόμενο ζωντανεύει και γίνεται αντικείμενο διήγησης από επαγγελματίες που αγαπούν αυτά τα βιβλία, όπως και αυτά τα παιδιά και οι οποίοι μπορούν να μαγευτούν από το ενδιαφέρον που τα παιδιά αυτά αναπτύσσουν”, όπως αναφέρει στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του 1994, ο συνιδρυτής που προανέφερα. Και συνεχίζει: “Όχι μόνο τα παιδιά τα λιγότερο προνομιούχα είναι έτοιμα να ανακαλύψουν την απόλαυση του βιβλίου, αλλά κι οι γονείς…

Οι οποίοι γονείς συχνά εκφράζουν και τη δυσπιστία τους (“μα μπορούν να καταλάβουν κάτι, τόσο μικρά που είναι;” ή “θα τους χρησιμεύσει σε κάτι, αυτό;”), φέρνοντας στο φως τις δικές τους συγκρούσεις και εσωτερικές αντιστάσεις (“μα θα τα σκίσουν τα βιβλία, θα τα χαλάσουν” ‘η “που χρόνος τώρα ν’ ασχοληθούμε και μ’ αυτό;”) κ.ο.κ.

Για να δούμε κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα μαζί… Πολλά χρόνια πριν, ο Αυστριακός ψυχαναλυτής Bruno Bettelheim, έδειξε στο εξαιρετικό βιβλίο του “Η ψυχανάλυση των παραμυθιών”, πως η φανταστική λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ταυτιστεί και να μεταβολίσει τις δικές του ενορμήσεις. Κι η Εmilia Ferreiro, ακολουθώντας τις θεωρίες του Piaget, πραγματοποίησε μεγάλες έρευνες σε πολύ διαφορετικούς πληθυσμούς, με αρχικό σκοπό ν’ αποδείξει ότι υπάρχει πρώιμο ενδιαφέρον για τον γραπτό λόγο και τα κατάφερε. Κι έκτοτε ακολούθησαν κι άλλες έρευνες σε Αγγλία, Γαλλία κ.ο.κ.

Επομένως το πρώτο ερώτημα, απαντάται ήδη κι όσο για τη χρησιμότητα, προτιμώ να σας παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα: “Ο πειρασμός του επωφελούς, όπως η επίμονη πίεση για πρώιμη έναρξη της μάθησης, μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Οι δαίμονες της αποδοτικότητας, δυστυχώς τόσο διαδεδομένοι στους ενήλικες, θα εκδηλωθούν πολύ πιο συχνά όταν πρόκειται για πληθυσμούς με κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες ή για παιδιά που αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην ανάπτυξή τους (…)

Αν πρέπει τα βιβλία για μωρά να μετατραπούν σε εγχειρίδια καλής συμπεριφοράς ήδη από την πιο μικρή ηλικία, αυτό είναι κάτι πραγματικά λυπηρό”.

Δεν χρειάζεται λοιπόν το μυαλό σας να εγκλωβίζεται στην ανάγκη μιας “χρήσιμης δραστηριότητας” που «πρέπει» να ενταχτεί στο πρόγραμμά σας, ούτε χρειάζεται να υπάρχει στόχος. Εξηγεί η συγγραφέας με σαφήνεια ότι: “Να δώσουμε βιβλία στα βρέφη δεν σημαίνει με τίποτα να τους προτείνουμε μια πρώιμη μορφή εκμάθησης της ανάγνωσης. Σημαίνει να ανακτήσουμε το παιχνίδι με τις ιστορίες μέσω μιας ψυχαγωγικής επαφής με το βιβλίο, αυτό το εντυπωσιακό αντικείμενο, το οποίο συχνά περιορίζεται σε έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων, κλεισμένο σε στενά πολιτισμικά πλαίσια.

Τα βιβλία θα πρέπει να είναι παρόντα στην καθημερινότητα όλων των μικρών παιδιών, χωρίς κανένα εξαναγκασμό και χωρίς να αναζητούμε κανένα όφελος, παρά μόνο την απόλαυση που βιώνουν τα βρέφη κι οι ενήλικες με τις πρώτες ιστορίες, όπως και με τα παιδικά τραγούδια (…) Αυτή η πρώτη επαφή με τη φαντασία, που κινητοποιεί η ανάγνωση των πρώτων βιβλίων στα μικρά παιδιά, αποτελεί εξίσου ένα ουσιαστικό μέσο που θα τους επιτρέψει να εξελιχτούν καλύτερα και να σταθούν καλύτερα στην κοινότητα όπου θα ζήσουν και θα μεγαλώσουν (…) Δίχως το παιχνίδι με τη φαντασία, το βρέφος δεν μπορεί να κατακτήσει ούτε τη γλώσσα ούτε την πνευματική ζωή”.

Ποια βιβλία άραγε είναι κατάλληλα για μωρά, ίσως ν’ αναρωτηθείτε τώρα; Τα πάνινα, τα ξύλινα, αυτά με το σκληρό εξώφυλλο; Και πώς πρέπει να τους διαβάζουμε; Εξηγώντας, χρωματίζοντας τη φωνή μας, προσθέτοντας δικά μας στοιχεία στις ιστορίες;

Οι απαντήσεις υπάρχουν στο βιβλίο, μαζί φυσικά με τις αιτιολογήσεις για κάθε περίπτωση. Καταγράφεται μάλιστα η εμπειρία όσων έχουν ασχοληθεί εδώ και αρκετά χρόνια με την ανάγνωση σε βρέφη, αφού η πρώτη έκδοση έγινε το 1994 μεν όπως σας ανέφερα ήδη, αλλά “το βιβλίο αυτό δεν απέκτησε ούτε μία ρυτίδα”, όπως πολύ ποιητικά γράφει ο καθηγητής Bernard Golse. Και συμφωνώ απόλυτα μ’ αυτό. Στη χώρα μας ακούγεται ακόμη και τώρα εξαιρετικά πρωτοποριακή ιδέα το να διαβάζουμε σε βρέφη, δεν συμφωνείτε;

Απ’ τον κύριο Golse, θα παραθέσω ένα απόσπασμα αντί δικού μου επιλόγου, αφού σας πω ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2017, απ’ την ΕνΤόμω/ ΣΥΜΕΠΕ (Επιστημονικός Σύλλογος Μέριμνας Παιδιού κι Εφήβου), σε μετάφραση του παλιού μας καθηγητή απ’ το Α.Π.Θ., Γρηγόρη Αμπατζόγλου, της παιδιάτρου Μαρίας Μπούρη και της κυρίας Χριστίνας Χατζηδημητρίου:


“Το βιβλίο έχει νόημα μόνο ως αντικείμενο ενός μοιράσματος συναισθημάτων μεταξύ του βρέφους και του ενήλικα που αφηγείται. Αν η ανάγνωση δεν προσφέρει απόλαυση στον αφηγητή, τότε δεν θα προσφέρει απόλαυση ούτε στο βρέφος, ούτε στο παιδί
”.-

.

.

*Η φωτογραφία τραβήχτηκε από μένα στις 10/3/2018 στην καφετέρια του Νομισματικού Μουσείου, με τη βοήθεια της Βάνας, της Κατερίνας και της Μάρθας, που βοήθησαν στη «σκηνοθεσία» της. Τις ευχαριστώ.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Πέρα από τα όρια» του Άρτο Πααζιλίνα – Ο «τρελός» του χωριού κι οι «λογικοί»

Για το εκπληκτικό «Πέρα από τα όρια» του Φινλανδού Arto Paasilinna, θα σας κάνω λόγο σήμερα εδώ. Για ένα βιβλίο δηλαδή καυστικό, διεισδυτικό, με υπόγεια ειρωνεία, αλλά και με κωμικά στοιχεία, που κινηματογραφήθηκε δύο φορές κι ανέβηκε και στο θέατρο, όσο εδώ περνούσε σχεδόν απαρατήρητο κι ας κυκλοφορούσε μεταφρασμένο.

Πρόκειται για το ψυχογράφημα ενός εκκεντρικού ατόμου που περιγράφεται ως μανιοκαταθλιπτικός, του πολύ καλού στη δουλειά του, μυλωνά Γκούναρ Χούτουνεν, ο οποίος που και που θέλει να ουρλιάζει σαν λύκος. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα έργο που αποτυπώνει με σκηνές που μοιάζουν βγαλμένες από κόμικ, τον τρόπο που το σύστημα κι οι φορείς του απομονώνουν μεθοδικά τους διαφορετικούς, κι επικαλούμενοι νόρμες περί λογικής και τρέλας, τους εγκλωβίζουν σε καταστάσεις στερητικές της ελευθερίας.

Είναι φοβερά εύστοχα αποτυπωμένα όλ’ αυτά σε μια σκηνή που βιβλίου, μία απ’ τις πολλές δηλαδή που ξεχώρισα και σας την παραθέτω, για να καταλάβετε και μόνες, μόνοι σας, το πως αποδομεί ο συγγραφέας τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι επιτρεπτό και τι όχι και σε ποια, ποιον αντίστοιχα, ανάλογα φυσικά με την ταξική του θέση.

Ο μυλωνάς, όντας ερωτευμένος, επισκέπτεται τον γιατρό του χωριού Έρβινεν, που είναι παθολόγος, αναζητώντας θεραπεία μετά από συμβουλή της αγαπημένης του και συμβαίνουν τα εξής, στο γεμάτο όπλα σπίτι του «ειδικού» αφού ο δεύτερος του δίνει τα χάπια κι αρχίζει να του εξομολογείται το πάθος του για το κυνήγι:

«Είναι απίστευτο το πόσο υπέροχο μπορεί να είναι το κυνήγι αρκούδας την πρώτη φορά. Είναι πιο μεθυστικό κι απ’ τον πόλεμο!«

«Μπορώ να το καταλάβω», είπε ο μυλωνάς πίνοντας μια γουλιά.

Πριν συνεχίσει, του ξαναγέμισε το ποτήρι.

«Είχε πραγματικά καταπληκτικούς σκύλους. Μόλις μύρισαν την κατοικία της αρκούδας, όρμηξαν με δύναμη και την κατασπάραξαν».

Κάθισε στα τέσσερα πάνω στο χαλί για να μιμηθεί τα σκυλιά που επιτέθηκαν στην αρκούδα που κοιμόταν ήσυχη μέσα στην τρύπα της.

«Τότε ήταν που η παλιοαρκούδα αναγκάστηκε να βγει. Οι σκύλοι την άρπαξαν απ’ τα κωλομέρια!»

Γρυλίζοντας, έχωσε τα δόντια του στο δέρμα της αρκούδας που ήταν απλωμένο στην πολυθρόνα και το πέταξε κάτω. Έσυρε το τομάρι με το στόμα γεμάτο τρίχες.

«Ήταν αδύνατο να ρίξουμε, υπήρχε περίπτωση να πετύχουμε τους σκύλους!»

Ο γιατρός ενθουσιασμένος, έφτυσε τις τρίχες της αρκούδας, γέμισε τα ποτήρια και συνέχισε. Έκανε πότε τον σκύλο, πότε την αρκούδα (…) Οι κινήσεις του ήταν τόσο απότομες, που έριξε κάτω το σταχτοδοχείο χωρίς να το πάρει είδηση. Έχωσε βαθιά το μαχαίρι στο στήθος της αρκούδας και το κόκκινο αίμα του βασιλιά του δάσους κύλησε στο άσπρο χιόνι. Έσκυψε πάνω από το σκοτωμένο ζώο για να πιει το ζεστό αίμα του που στην πραγματικότητα δεν ήταν άλλο από το ρακί. Στο τέλος, σηκώθηκε με το πρόσωπο κατακόκκινο και κάθισε στην πολυθρόνα.

Η σκηνή είχε κάνει τόση εντύπωση στον μυλωνά που δεν κρατήθηκε και πήδηξε από την καρέκλα του για να κάνει τον γερανό.

«Ένα καλοκαίρι, είδα έναν γερανό στον βάλτο. Κορδωνόταν έτσι! Τσιμπούσε βατράχια μέσα στο νερό και τα κατάπινε!»

(…) Ο γιατρός παρακολουθούσε την παράσταση άναυδος. Δεν καταλάβαινε τι τον είχε πιάσει τον ασθενή του. Άραγε, τον κορόιδευε ή ήταν τόσο τρελός για ν’ αρχίσει έτσι ξαφνικά να μιμείται έναν γερανό που ούτε καν σκότωσε; (…) Σηκώθηκε απ’ τη θέση του και του είπε με έντονο τόνο:

«Σταματήστε, αγαπητέ μου. Δεν ανέχομαι τέτοιες γελοιότητες μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! (…) Περάστε έξω».

(…) Ο μυλωνάς έμεινε άφωνος. Γιατί θύμωσε τόσο εύκολα ο γιατρός; Περίεργο πόσο νευρικοί ήταν τελικά οι άνθρωποι. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί αλλά ο ‘Ερβινεν δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα. (…) Ο μυλωνάς χαμήλωσε τα μάτια και πέρασε έξω. Τα αυτιά του βούιζαν. Από τον φόβο και την ντροπή του ξέχασε το ποδήλατό του και πετάχτηκε τρέχοντας στον δρόμο. Ο γιατρός βγήκε έξω και είδε μια ψηλόλιγνη μορφή να φεύγει προς το νεκροταφείο.

«Αυτό μας έλειπε τώρα, να μας κοροϊδεύουν κι οι τρελοί! Ούτε αυτός καταλαβαίνει από κυνήγι. Τι αγροίκος!»

Τη συνέχεια και βέβαια χωρίς τις μικρές περικοπές που έκανα εγώ λόγω της μεγάλης έκτασης της περιγραφής, θα τη διαβάσετε στο βιβλίο και θα μάθετε πώς αντιμετώπισε τον μυλωνά Γκούναρ η Αστυνομία, η Τράπεζα, η Εκκλησία, ο μεγαλογαιοκτήμονας του χωριού, ο ιδιοκτήτης του μπακάλικου κ.α. Ποιοι στάθηκαν στο πλευρό του και γιατί και ποιοι τον κυνήγησαν ανελέητα. Πώς του φέρθηκε ο ψυχίατρος ακόμη ακόμη, στη συνέχεια, που είχε ήδη στο νου του έτοιμη την θεωρία στην οποία προσπάθησε να «χωρέσει» τον ήρωα του βιβλίου.

Αυτό που θεωρώ απαραίτητο να σας γράψω εγώ είναι ότι το βιβλίο (που είναι και αντιπολεμικό συν τοις άλλοις) γράφτηκε το 1981 και κυκλοφόρησε σε πολλές γλώσσες. Και στα ελληνικά το 2017 από την «Εμπειρία Εκδοτική», σε μετάφραση της Ευτυχίας Αχλιόπτα, όμως φαίνεται ότι είναι εξαντλημένο. Αξίζει, εννοείται, να το αναζητήσετε και να το μελετήσετε. Σίγουρα σε κάποια βιβλιοπωλεία θα έχουν μείνει αντίτυπα, σε κάποιες βιβλιοθήκες θα υπάρχει (με ενημέρωσαν μάλιστα ότι κυκλοφόρησε κάποτε με μία εφημερίδα, αλλά δεν γνωρίζω περισσότερες λεπτομέρειες). Και μακάρι να ξανατυπωθεί απ’ τον εκδοτικό οίκο, μακάρι.

Σχετικά με τις ταινίες τώρα, που βασίστηκαν σ’ αυτό, πιο πιστά αναπαριστά τα γεγονότα η φινλανδική (κυκλοφόρησε το 1982) που μου άρεσε περισσότερο, ενώ η γαλλική (2017) είναι κατά τη γνώμη μου πιο mainstream και παρεκκλίνει σε κάποια σημεία (όχι πάντως τρομερά επί της ουσίας, ωστόσο παίζει ρόλο κι η αισθητική).

Προσωπικά και τις δύο θα σας πρότεινα, συμπληρωματικά να δείτε και βέβαια να συμβουλευτείτε τους συνδέσμους, ώστε να μάθετε περισσότερα απ’ όσα σας εξήγησα εγώ εδώ. Ειδικά για το συγγραφέα του που έφυγε απ’ τη ζωή πέρυσι, θα βρείτε και στα ελληνικά σχετικά άρθρα. Ασχοληθείτε με κείνον και το έργο του και δεν θα χάσετε.-

.

.

Λοκομοτίβα Cooperativa: Η πιο αγαπημένη γωνιά της Αθήνας

Μπόταση 7 και Σολωμού γωνία. Στα Εξάρχεια. Εκεί βρίσκεται αυτό το συνεργατικό βιβλιοκαφέ. Δυο στενά απ’ την πλατεία που πολλές και πολλοί από ‘μας την έχουμε ζήσει στα ζόρια και στην ασφυξία της. Στα εκρηκτικά της βράδια αλλά και στις ηλιόλουστες μέρες της.

Και κάπως γίνεται κι όσο κι αν τριγυρίζουμε στον κόσμο, πάντα κάπου επιστρέφουμε. Θέλουμε να ‘χουμε ένα σημείο αναφοράς, λες και χτίζουμε μες στο αδηφάγο οικιστικό χάος τις δικές μας φωλιές. Μικρά, φωτεινά καταφύγια γι’ ανασύνταξη, αφύπνιση, αλλά και χαλάρωση, ονειροπόληση.

Κι η «Λοκομοτίβα» είναι όλ’ αυτά μαζί. Ένα μεγάλο συν γι’ αυτή την περιοχή που ξεχωρίζει τόσο με την ιστορία της όσο και με τη μυθολογία της. Ένας συνεργατικός χώρος που μερικά χρόνια τώρα, έξι για την ακρίβεια, έγινε για μας η πιο αγαπημένη γωνιά της Αθήνας.

Κι είναι τόσοι πολλοί οι λόγοι… Γιατί δεν είναι μόνο ότι το εγχείρημα των ανθρώπων αυτών που θέλουν να δουλεύουν χωρίς να είναι μισθωτοί σκλάβοι και χωρίς να έχουν αφέντες πάνω απ’ το κεφάλι τους, είναι σπουδαίος στόχος για μια πολύτιμη ανεξαρτησία που κάτι βαθύ διακινεί μέσα μας.

Δεν είναι μόνο ότι εκεί διασταυρώνονται τα πεπρωμένα ορισμένων εμβληματικών ανθρώπων που έχουν βάλει τη δική τους σφραγίδα στον κινηματικό χώρο κι έχουν δώσει τους δύσκολους αγώνες τους για άτομα και ομάδες που μονίμως μπαίνουν στο περιθώριο και συνθλίβονται κοινωνικά.

Δεν είναι μόνο ότι εκεί δημιουργήθηκε ένας φάρος πολιτισμού κι η γνώση μοιράζεται με τόσους τρόπους, αφού και βιβλία μπορούμε να ξεφυλλίσουμε αλλά και να πάρουμε μέρος σε συζητήσεις, προβολές για θέματα που ορισμένες, ορισμένους από ‘μας μας καίνε όπως η ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Δεν είναι μόνο αυτά…

Είναι ότι στη «Λοκομοτίβα» μπαίνεις και σε περιμένουν ευγενικοί και χαμογελαστοί άνθρωποι που αμέσως θα σ’ εξυπηρετήσουν. Ξέρεις πως θα πιεις ωραίο καφέ και θα βρεις καθαρά ποτά. Ξέρεις πως θ’ ακούσεις πολύ καλή μουσική. Ξέρεις πως μπορείς να σερφάρεις όσο θες και ν’ αγοράσεις βιβλία με τρομερή έκπτωση. Ξέρεις και ξέρω.

Ξέρω, γιατί τη «Λοκομοτίβα» την έχω ζήσει σχεδόν άδεια, τις στιγμές που ανοίγει κι έχω εκμεταλλευτεί την ηρεμία που επικρατεί για να γράψω εκεί τα δικά μου και να διαβάσω. Την έχω ζήσει όμως κι εντελώς γεμάτη από χαρούμενους τύπους που κάνουν το πάρτι τους και μ’ έχει παρασύρει το κέφι τους.

Την έχω ζήσει με τη βουή του κόσμου που στο τέλος μιας παρουσίασης ενός βιβλίου έχει πολλά να σχολιάσει. Αλλά και στην σιωπή που ακολουθεί μια εισήγηση γι’ άγρια γεγονότα. Την έχω ζήσει στα ζεστά στο πατάρι της το χειμώνα, στη δροσιά της στα τραπεζάκια της έξω το καλοκαίρι. Την έχω ζήσει στο μπαρ της.

Την έχω ζήσει με το μωβ της φως και μ’ ένα κόκκινο που είμαι σίγουρη πως βλέπω να δραπετεύει απ’ τα αστέρι της. Αυτό το αστέρι που αστράφτει μες το τρίτο της όμικρον. Κι έχει γερή μηχανή πιστέψτε με για να τραβάει στις ανηφόρες το τρένο της.

Μα είναι απ’ αυτές τις μέρες τούτη, που όλες, όλοι μπορούμε να βάλουμε ένα χεράκι για να ξεπεραστεί το εμπόδιο. Γιατί σ’ αυτή τη γειτονιά που τόσο σέβονται τα παιδιά της «Λοκομοτίβα υπάρχουν και κάποιες, κάποιοι που επιμένουν στις ασχήμιες τους καταγγέλλοντας ανύπαρκτες παραβάσεις.

Γι’ αυτό μην αράξετε μόνο την επόμενη φορά που θα περάσετε από ‘κει. Διαβάστε τι συμβαίνει αναλυτικά εδώ κι υπογράψτε το κείμενό τους. Με πράξεις αποδεικνύουμε αισθήματα. Με πράξεις στηρίζουμε εγχειρήματα. Και το δικό τους αξίζει. Ας μας βρουν λοιπόν δίπλα τους. Ναι; .-

 

 

.

Η άνοδος των λογοτεχνικών τατουάζ

Τις τελευταίες δεκαετίες, η αυξανόμενη δημοτικότητα των τατουάζ δεν είναι καθόλου φαινομενική. Στη δεκαετία του ’90, υπήρξε μια τάση για σχέδια εμπνευσμένα απ’ τον πολιτισμό των Κελτών και των Αζτέκων, αργότερα κυριάρχησαν τα παραδοσιακά ιαπωνικά irezumi κ.α., και πλέον η μεγαλύτερη τάση διεθνώς είναι τα λογοτεχνικά τατουάζ.

Μάλιστα ακόμη και γνωστότατα Φεστιβάλ όπως αυτό των συγγραφέων της Μελβούρνης που έγινε μόλις πέρυσι, εντάσσουν και τέτοιες δραστηριότητες στο πρόγραμμα των εκδηλώσεών τους για όποιες-ους ενδιαφέρονται. Έξυπνο μάρκετινγκ, προφανώς.

H διευθύντρια του φεστιβάλ Marieke Hardy πάντως, αιτιολόγησε την συγκεκριμένη επιλογή λέγοντας τα εξής: «Οι λέξεις και η γραφή έχουν βοηθήσει πολλούς από εμάς να επιβιώσουν από πραγματικά δύσκολες καταστάσεις. Συχνά βλέπουμε τις αντανακλάσεις του εαυτού μας στις σελίδες ενός βιβλίου. Με το να έχουμε λοιπόν αυτόν τον συμβολισμό συνδεδεμένο με το σώμα σας, είναι ένας πολύ καλός τρόπος να αποτίσουμε φόρο τιμής σε αυτούς τους υπέροχους τόμους που μας βοήθησαν οδηγώντας μας μέσα από τις πολυπλοκότητες της ζωής, και μας έκαναν αυτούς που είμαστε».

Έτσι, φράσεις απ’ τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, “Το Χρονικό της Νάρνια”, αλλά και τον “Μικρό Πρίγκηπα”, τον “Υπέροχο Γκάτσμπυ” ή και στίχοι της Σύλβια Πλαθ, ρητά του Πλάτωνα, σύμβολα του Χάρι Πότερ κ.α., αποτυπώνονται στα σώματα των βιβλιοφάγων που θέλουν να συνδεθούν για πάντα (όσο διαρκεί η ζωή τους πιο συγκεκριμένα) μ’ ένα λογοτεχνικό έργο.

Γιατί φαίνεται τελικά πως η εικόνα δεν φτάνει. Χρειάζονται και οι λέξεις και το πάντρεμα των δύο μοιάζει ιδανικό. Είναι ένα είδος υπενθύμισης της ταυτότητας του ατόμου τα τατουάζ, μια αποτύπωση της πορείας του στον κόσμο και των σημαντικών οροσήμων της ζωής του. Αλλά και της φιλοσοφίας του, των συναισθημάτων του, των εμπνεύσεών του. Δικαίως έχουν πει πως πρόκειται για βιογραφικά σε κοινή θέα. Εξαιρετικά εύστοχο.

Ξεχώρισα φωτογραφίες μ’ ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα λοιπόν για το τέλος, για να τις δείτε κι εσείς, που κάτι σας τράβηξε σ’ αυτή την ανάρτηση και τη διαβάζετε τώρα. Κι αν είναι μόδα όλο αυτό κι απλά περάσει, ως τότε ίσως κάτι να μείνει.

Γιατί βλέποντας μια φράση στο σώμα κάποιου, πολλές, πολλοί έστω κι από περιέργεια, μπορεί να παρακινηθούν να ψάξουν από που προέρχεται κι ίσως έτσι να κερδίσει η λογοτεχνία, η ποίηση, μερικές νέες αναγνώστριες, μερικούς νέους αναγνώστες. Ίσως…

Πηγές:

https://www.theguardian.com/fashion/2018/aug/27/good-inking-the-novel-rise-of-literary-tattoos

https://www.scoopwhoop.com/literary-tattoos/#.uf7vr6cjn

http://www.contrariwise.org/category/poetry/

.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από την google, τις βρήκα εδώ, αλλά τις επεξεργάστηκα εκ νέου.

Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας στο Ιράν – “Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία”: παρουσίαση του βιβλίου του Σαχριάν Μαντανιπούρ / Μέρος ΙΙ

Άλλαξε κάτι άραγε από τότε που κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο βιβλίο; Ή τα πράγματα εξακολουθούν να είναι πολύ δύσκολα για τους Ιρανούς συγγραφείς που θέλουν στα κείμενά τους να υπάρχει και μια ερωτική ιστορία; Αυτό αναρωτιόμουν στο τέλος της προηγούμενης σχετικής ανάρτησης, που μπορείτε να βρείτε εδώ. Γιατί είναι κι αυτός ένας λόγος που τώρα αποφάσισα να σας το παρουσιάσω: η χρονική απόσταση, δηλαδή.

Και πώς βλέπουν άραγε οι Ιρανοί τους συγγραφείς; Ποια η γνώμη τους για κείνους; Για ν’ αρχίσουμε απ’ αυτό το σημείο και να δούμε μαζί τι γράφει ο συγγραφέας Σαχριάν Μαντανιπούρ:

Στο Ιράν, όταν κάποιος με ρωτούσε τι δουλειά κάνω και απαντούσα ότι είμαι συγγραφέας, με ξαναρωτούσε αμέσως: “Εννοώ ποια είναι η πραγματική σου δουλειά; Τι κάνεις για να ζήσεις;” Διότι, αντίθετα από τον κύριο Πετρόβιτς και τους ανωτέρους του, το ενενήντα εννέα τοις εκατό των Ιρανών, δεν θεωρούν τη λογοτεχνία σοβαρή δουλειά”.

Αν πω βέβαια ότι δεν μου θύμισε τίποτα αυτή η παράγραφος, ειδικά οι πρώτες γραμμές, σε σχέση και με τα δικά μας στην Ελλάδα, ψέματα θα είναι. Οι λόγοι όμως είναι διαφορετικοί. Γιατί στο Ιράν όχι μόνο δεν την θεωρούν σοβαρή δουλειά τη λογοτεχνία, αλλά έχουν και τη χείριστη γνώμη για τους συγγραφείς και ποιητές. Πώς και γιατί διαμορφώθηκε αυτή η κατάσταση; Να η εξήγηση:

Για να έχουν οι Ιρανοί μια απασχόληση στον ελεύθερο χρόνο τους, η κυβέρνηση επένδυσε και συνεχίζει να επενδύει σε τηλεοπτικά προγράμματα και σίριαλ, τα οποία παρουσιάζουν συνήθως τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους διανοούμενους ως λαπάδες, ανίκανους, ανήθικους, απατεώνες και ναρκομανείς -όπως ακριβώς παρουσιάζουν μονίμως τους δυτικούς κατασκόπους ως καλοντυμένους με γραβάτα”.

Τόσο καλά. Κι έτσι, δεν θα εκπλαγείτε φαντάζομαι και πολύ μετά απ’ όλα αυτά, όταν διαβάσετε τι «υποδοχή» ετοίμαζαν αρκετοί θερμόαιμοι στον βραβευμένο εκείνη τη χρονιά για την ταινία του «Γεύση από κεράσι», Abbas Kiarostami, επειδή κατά τη διάρκεια της βράβευσής του χαιρετήθηκε διά χειραψίας και φίλησε στο μάγουλο μια πασίγνωστη γυναίκα ηθοποιό, με την οποία δεν είχε συγγενική σχέση πρώτου βαθμού και βεβαίως δεν ήταν συζυγός του. 

Και θα κατανοήσετε περισσότερο τι δυσκολίες έχει και το εγχείρημα της μετάφρασης εκεί, εμβληματικών βιβλίων όπως για παράδειγμα ο “Οδυσσέας”του Τζόϋς.Τι πιστεύετε; Κυκλοφόρησε άραγε; Θα το μάθετε διαβάζοντας το βιβλίο.

Όσο για το αν υπάρχουν γυναίκες συγγραφείς στο Ιράν, σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η απάντηση είναι θετική. Υπάρχουν μερικές αποφασισμένες, ναι, που μένουν εκεί, γράφουν και πληρώνουν το ανάλογο κόστος. Θα φέρω ως παράδειγμα την σπουδαία Forugh Farrukhzad, της οποίας η ποίηση ήταν για δέκα και πλέον χρόνια απαγορευμένη απ’ την Ισλαμική Επανάσταση. Πέθανε μόλις στα 33 της χρόνια σ’ ένα περίεργο ατύχημα.

Η γυναίκα αυτή ήταν ήδη παντρεμένη στα 16 της και με το διαζύγιό της έχασε την επιμέλεια του γιου της, όντας στο επίκεντρο αρνητικών συζητήσεων και μεγάλης αποδοκιμασίας  για τις λογοτεχνικές αλλά και τις κινηματογραφικές της δραστηριότητές. Δεν περιορίστηκε βλέπετε στις σπουδές ..ραπτικής, έσπασε το αρχέτυπο της σιωπηλής κι υποτακτικής κόρης και συζύγου κι έκανε το «λάθος» να ζητάει την ανεξαρτησία κι απελευθέρωση των γυναικών σε μια τέτοια χώρα.

Γι’ αυτές λοιπόν, σαν την προαναφερόμενη, που άνοιξαν το δρόμο εκεί, μπορείτε  να διαβάσετε αυτό το βιβλίο της Farzaneh Milani. Η οποία μας εξηγεί ότι: «Από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960, μόνο δώδεκα γυναίκες – σε σύγκριση με 270 άνδρες – δημοσίευσαν έργα μυθοπλασίας στο Ιράν«. Κι αυτό τα λέει όλα. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Shahrnush Parsipur, που φυλακίστηκε, πάλεψε με την κατάθλιψη και έχει ένα έργο ομολογουμένως σημαντικότατο να επιδείξει.

Υπάρχουν βέβαια κι άλλες που έχουν καταγωγή απ’ τη συγκεκριμένη χώρα, αλλά ζουν και εκδίδουν στην Αμερική, τον Καναδά, την Γαλλία, όπου σαφώς δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αναφέρουμε. Κι αυτές, που δεν έχουν σκληρές ιστορίες ν’ ανακαλέσουν αφού δεν δοκιμάστηκε ποτέ η πένα τους στα πάτρια εδάφη, είναι οι περισσότερες.

Αλλά κι οι άντρες που είναι πιο γνωστοί διεθνώς όπως π.χ. ο συνιδρυτής του Συνδέσμου Συγγραφέων του Ιράν, Reza Baraheni,  αντιμετώπισαν εννοείται διώξεις.  Ο ίδιος  όχι μόνο φυλακίστηκε, βασανίστηκε αλλά και τον είχαν στην απομόνωση για 104 μέρες, όπως έχει δηλώσει. Αυτό σημαίνει να είναι κάποιος συγγραφέας στο Ιράν, όπως μας έδειξε ήδη άλλωστε ο Σαχριάν Μαντανιπούρ.

Κι έχουν αλλάξει τελικά μερικά πράγματα από τότε που βγήκε το βιβλίο ή όχι; Δύσκολο ν’ απαντήσω μονολεκτικά. Έγιναν, ας γράψω, μικρές αλλαγές, αλλά όχι ρηξικέλευθα άλματα. Χρειάζεται ακόμη χρόνος, επιμονή και προσπάθεια. Ωστόσο η φωνή των γυναικών συγγραφέων δυνάμωσε μες σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια και πλήθυναν κι οι άντρες συγγραφείς που συντάσσονται στο πλευρό τους.

Κι αυτό έχει τη σημασία του και την αξία του σ’ αυτή τη χώρα όπου το να αφαιρέσουν δημόσια γυναίκες τη μαντήλα τους ήταν (αξίζει ν’ ανατρέξουμε στα γεγονότα της 8ης Μαρτίου 1979) και είναι πράξη επαναστατική (κίνημα των Girls of Revolution Street). Εδώ θα δείτε τι έγινε πριν μερικούς μήνες κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου επεισοδίου στους κόλπους αυτού του νέου κινήματος πολιτικής (και θρησκευτικής) ανυπακοής, στο οποίο συμμετείχαν και άντρες που τις υποστήριζαν ανεμίζοντας λευκά μαντήλια. Υπέρ τους ήταν κι ο συγγραφέας Hossein Vahdani .

Βέβαια τώρα οι συμμετέχουσες αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης ως δέκα χρόνια για «διάπραξη αμαρτωλής πράξης» και «παραβίασης της δημόσιας σύνεσης», καθώς και για «ενθάρρυνση της ανηθικότητας ή της πορνείας» και μία απ’ τις πρωταίτιες, η Narges Hosseini βρίσκεται ήδη στη φυλακή. Η εγγύηση της έχει οριστεί στο ποσό των 135.000 δολαρίων. Ωστόσο φαίνεται πως κι εκείνη κι όλες οι άλλες, κατάφεραν να ταρακουνήσουν αυτή την απολύτως πατριαρχική κοινωνία.

Κι έτσι ο Πρόεδρος της χώρας Hassan Rouhani, αναγκάστηκε να δηλώσει πριν ένα μήνα σε σχόλιό του που απευθύνονταν σε σκληροπυρηνικούς ισλαμιστές : «Δεν μπορούμε να επιλέξουμε έναν τρόπο ζωής και να πούμε σε ανθρώπους που ανήκουν σε δύο μεταγενέστερες από μας γενιές  να ζήσουν έτσι» . Και συνέχισε: «Είναι αδύνατο … οι απόψεις της νέας γενιάς για τη ζωή και τον κόσμο είναι διαφορετικές από τις δικές μας«. Θετική είναι αυτή η εξέλιξη βέβαια, αλλά μένει να δούμε να εφαρμόζεται και στην πράξη.

Εντωμεταξύ ας ψάξουμε να βρούμε και να διαβάσουμε τα βιβλία αυτών των γενναίων συγγραφέων (σαν την Gulrux Ibrahim Irayi, που σε μια απ’ τις ιστορίες της τόλμησε ν’ αναφερθεί στο λιθοβολισμό των γυναικών και καταδικάστηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης 6 ετών), αυτών των τολμηρών αντρών που ζουν μια ζωή πολύ διαφορετική απ’ τη δική μας κι επικοινωνούν μαζί μας με τη γραφή τους. Δεν είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε, όσο ενημερώνουμε όσες, όσους δεν γνωρίζουν για το τι τους συμβαίνει;