Το πρώτο ένθετο, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μονόκλ»

Δε θα γράψω παρά μόνο ότι με χαρά συμμετέχω κι εγώ, μαζί με τόσες και τόσους ακόμη εκλεκτούς συνεργάτες στο πρώτο ένθετο του λογοτεχνικού περιοδικού που θα είναι έτοιμο για δημοσίευση στις 14 Σεπτεμβρίου. Εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στον καλό φίλο, ποιητή Αντώνη Τσόκο, που καιρό τώρα ήθελε να κάνει κι αυτό το βήμα.

Το «Μονόκλ» θα το βρείτε εδώ στο Facebook κι εδώ στο διαδίκτυο.

Paul Valéry: Η καλλιτεχνική δημιουργία

«Ο συγγραφεύς είναι ο άνθρωπος ο πιο ακατάλληλος να γνωρίσει αυτό που οι άλλοι το λένε έργο του».

Paul Valéry

.

Όταν βλέπω έξυπνους και μορφωμένους θεωρητικώς, ανθρώπους στα ΜΚΔ κι όχι μόνο, να προσπαθούν να υποδείξουν στους άλλους τι είναι και τι δεν είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση κ.ο.κ., και τι θα πρέπει να καταλάβουν απ’ το τάδε βιβλίο ή να αισθανθούν για το δείνα έργο, επιβάλλοντας τους τις απολύτως προσωπικές απόψεις τους και συχνά δυστυχώς με αρκετό σνομπισμό κι απαξίωση, σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, όσα έγραψε ο Πρωταγόρας για την αλήθεια και την υποκειμενικότητα και δεν κάνω τον κόπο ν’ ασχοληθώ περαιτέρω. Μια αποστροφή άλλωστε προς τα «πνευματικά αφεντικά», όπως έλεγε κι ο πρόσφατα εκλιπών Ντίνος Χριστιανόπουλος, την έχω κι εγώ. Έτσι σήμερα, αντί άλλου σχολίου, διάλεξα αποσπάσματα απ’ αυτό το σπουδαίο κείμενο που έχει ως θέμα του την πνευματική δημιουργία κι ο νοών νοείτο.

Εισαγωγικά να εξηγήσω μόνο, ότι η ομιλία μ’ αυτό το θέμα δόθηκε σε μια απ’ τις συνεδρίες που έκανε η Φιλοσοφική Γαλλική Εταιρεία κι ακολούθησε συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος και ο Λ. Μπρούνσβιγκ με 5-6 άλλους φιλοσόφους. Στο Δελτίο της Εταιρείας δημοσιεύτηκε τόσο η ομιλία όσο κι η συζήτηση. Την εισήγηση έκανε ο Ξαβιέ Λεόν. Εγώ με τη σειρά μου βρήκα το κείμενο στο περιοδικό της “Νέας Εστίας”, Τεύχος 73 και διατήρησα όπως πάντα την πρωτότυπη ορθογραφία καθώς και τις υπάρχουσες υπογραμμίσεις με πλάγια κι έντονα στοιχεία:

«Ένα απ’ τα συνηθέστερα λάθη και τα πιο αξιοσημείωτα που κάνουμε όταν μιλούμε για την τέχνη, είναι ότι θεωρούμε τα έργα σαν οντότητες σαφώς ωρισμένες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ο αισθητικός, θέλοντας ν’ παραστήσει το πώς γεννήθηκε το έργο, νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί από το έργο στον τεχνίτη μ’ έναν απευθείας χειρισμό και μ’ έναν τρόπο (επιτρέψατέ μου την έκφραση) γραμμικό. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, απομακρύνεται από το αληθινό και το πραγματικό. Από την αλήθεια, γιατί το έργο δεν πρέπει να το κοιτάμε παρά μέσα σ’ έναν εντελώς καθωρισμένο παρατηρητή, ή και κατά τον παρατηρητή, και ποτέ αυτό καθ’ εαυτό. Από το πραγματικό, επειδή η εκτέλεση η πραγματική του έργου οφείλεται σε αναρίθμητα εσωτερικά επεισόδια ή συμβάντα εξωτερικά, που τ’ αποτελέσματά τους συσσωρεύονται, συναρμολογούνται μέσα στο υλικό του έργου, ώστε μπορεί στο τέλος να καταντήσει, μάλιστα αν πολυδουλεύθηκε το έργο και αν πολλές φορές το ξανάπιασε ο συγγραφεύς στα χέρια του, ένα έργο χωρίς συγγραφέα ορισμένον -ένα έργο που αυτός, που θα μπορούσε να το γράψει χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος, χωρίς παραστρατήματα και χωρίς παρεμβάσεις, δεν υπήρξε ποτέ.

Όταν πρόκειται για ζητήματα τέχνης, πρέπει προ πάντων να διακρίνουμε τρεις συντελεστάς: Ένα δημιουργό, ή συγγραφέα, ένα αισθητό αντικείμενο, που είναι το έργο, και ένα παθητικό πρόσωπο, τον αναγνώστη, ή τον θεατή, ή τον ακροατή.

Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτή την απλή διάκριση, και δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε εκείνο, που εξαρτάται από τον ένα, για κείνο που αναφέρεται στον άλλο. Πρέπει να δυσπιστούμε στις κρίσεις που ασυνείδητα ή σιωπηρά συνθέτουν τις τρεις αυτές έννοιες. Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.

Όταν μιλούμε για ένα έργο, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως το έργο δεν είναι καθ’ εαυτό παρά ένα πράγμα, του οποίου η ύπαρξη είναι επίσης λανθάνουσα όπως κι ενός δίσκου φωνογράφου, όσο το μηχάνημα δε λειτουργεί.

(…) Καθένας μας γενικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο, που η εργασία καμιά φορά τον οδηγεί. Το εργάζομαι μ’ αυτή την έννοια δεν ισοδυναμεί τάχα με το αναγκάζομαι να γίνω διαφορετικός από τον εαυτό μου;… Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας ξαναπιάνει το έργο του, η σκέψη του είναι πάντοτε ανακατεμένη με την ανάμνηση των περιστάσεων που έγινε η σύνθεσή του.

Δεν μπορεί να το δει, χωρίς να δει με την ίδια ματιά ένα σύνολο από επεισόδια, από δισταγμούς, κομμάτια που διαγραφήκανε ή που δε γραφήκανε, τεχνάσματα και δολώματα. Μπορεί π.χ. να συμβεί, ώστε μια ιδέα, που μου ήρθε ξαφνικά και κατά σύμπτωση, να πάρει θέση αμέσως στο έργο και να φαίνεται στον αναγνώστη πως μου ήρθε εντελώς φυσικά και αναγκαία,σα να βγήκε χωρίς προσπάθεια μες απ’ αυτά που προηγούνται στο κείμενο.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο στο συγγραφέα να νιώσει την εντύπωση που κάνει το σύνολο του έργου σαν αποτέλεσμα απομονωμένο και τελειωμένο. Διέτρεξε όλους τους σταθμούς της δημιουργίας, πέρασε από σταυροδρόμια, εδίστασε μπροστά σε πολλά δίστρατα, ξέρει ότι πολλά κομμάτια του ήρθαν χωρίς να δουλέψει, ότι για άλλα κουράστηκε να τα βρει, βλέπει πόσες εγκαταλείψεις ιδεών έκανε και πόσες άλλες αναπτύχθηκαν απροσδόκητα. Καμιά φορά, η λύση, που εξασφαλίζει την εσωτερική ύπαρξη του έργου, μας έρχεται την ώρα που πρόκειται να το εγκαταλείψουμε, κι έτσι το έργο που πρωτύτερα είχε συλληφθεί, αλλάζει μορφή ολόκληρο, μέσα σε μερικές στιγμές. Το αδύνατο γίνεται κατορθωτό, το εμπόδιο μεταβάλλεται σε μέσο κτλ.

Ας θέσουμε τώρα ένα μοναδικό πρόβλημα, που καμιά φορά τίθεται σ’ ένα συγγραφέα. Από τι μπορεί ο συγγραφεύς να γνωρίσει αν το έργο του είναι τελειωμένο; Είναι μια απόφαση που πρέπει να λάβει.

Και λοιπόν η απόφαση αυτή, που θέτει τέρμα στο έργο, δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, ξένη από το ίδιο το έργο. Η διάρκεια, οι διαστάσεις που υποδείχθηκαν, ο χρόνος που μας δόθηκε για να παραδώσουμε την εργασία, η ανία, η κόπωση, ή και η αυτάρκεια – ιδού το τι επιβάλλει στο συγγραφέα να σταματήσει την προσπάθειά του. Μα το τελείωμα ενός έργου αληθινά δεν είναι παρά μια εγκατάλειψη, ένα σταμάτημα, σχεδόν πάντοτε τυχαίο μέσα σε μια εξέλιξη που μπορούσε να εξακολουθήσει.

Βλέπουμε, λοιπόν, μ’ αυτά ότι το έργο, σαν κάτι τελειωμένο και με όρια εντελώς ωρισμένα, μπορεί πάντοτε από το μέρος του ο συγγραφεύς, να το βλέπει σαν ένα κουρέλι τυχαία αποσπασμένο από το εσωτερικό του σύνολο, σα μια μορφή ενός διάβα, ενώ παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ακέραιο κατασκεύασμα που δεν εξαρτάται πια από τον καιρό.

(…) Στην αρχή (ενν: ο συγγραφεύς) κοίταζε μόνο μέσα του και μόνο τον εαυτό του· αλλά, μόλις σκεφθεί να κάνει έργο, αρχίζει να λογαριάζει την εξωτερική εντύπωση. Και τίθεται πλέον ένα πρόβλημα συμμόρφωσης. Ασχολείται επίτηδες ή ασυνείδητα με τα υποκείμενα στα οποία θα πρέπει το έργο ν’ ασκήσει μια επίδραση· προσπαθεί να δει αυτούς, στους οποίους αποτείνεται, ενώ αναπαρασταίνει συνάμα τα μέσα που πρέπει να διαθέσει γιαυτή του την ενέργεια (…) Διάλεξα ένα θέμα. Αναπαρασταίνω αόριστα ή καθαρά έναν αναγνώστη. Νιώθω πως διαθέτω μερικά μέσα. Με προκαλούν χίλιες αναμνήσεις, που μπορεί να μου χρησιμεύσουν, χίλια στοιχεία της συγκινητικής ουσίας, για την οποία σας μίλησα… Το έργο που θα κάνω θα είναι ένας συμβιβασμός, ένα τοποθέτημα, μια υπόταξη, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχεμένη, των ανεξάρτητων αυτών συνθηκών, αυτών των συνεισφορών κι αυτών των ενεργειών διαφόρων τάξεων. Για τούτο, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά έργα απαιτούν ένα σωρό από προλεγόμενα: εκθέσεις, περιγραφές, προετοιμασίες του αναγνώστη, που έχουν σκοπό: άλλες να ορίσουν τα μέρη και τους κανόνες του έργου, κι άλλες να υποτάξουν τον άγνωστο αναγνώστη στην ευαισθησία του συγγραφέα. Όλ’ αυτά αποτελούν τα αναγκαία αιτήματα, τις συνθήκες, τα δομένα που χρειάζονται, ώστε το καθαυτό έργο να μπορεί ν’ ακουσθεί.

(…) Με λίγα λόγια, κάθε θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να μη λησμονεί την “ετερογένεια” της ποικιλίας των συνθηκών, που επιβάλλονται στον τεχνίτη και αναγκαία περιπλέκονται μέσα στο έργο του. Η παράδοξη μοίρα του καλλιτέχνη του επιβάλλει να συνδυάζει καθωρισμένα στοιχεία για να επιδράσει σε άτομο ακαθόριστο».

Μετάφραση: Μάρκος Τσιριμώκος

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

«Τ’ αλλόκοτα μάτια» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

Σκίτσο απ’ το περιοδικό «Διαβάζω», Τ. 371

.

Ανατρέχοντας σε παλιά τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», θυμήθηκα ξανά αυτό το υπέροχο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, που είχε επιλέξει για το τεύχος 371 ο Γιώργος Ζεβελάκης. Μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς ολόκληρο εδώ (σελ. 54 ως 57), μιας κι εγώ θα δημοσιεύσω σήμερα ένα πολύ μικρό μέρος του που διάλεξα εσκεμμένα, καθώς δείχνει πώς και πόσο μπορεί να μεταβληθεί η ψυχολογία μας ανάλογα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι βέβαια για το μεγάλο μας λογοτέχνη, απλώς εύχομαι να απολαύσετε τη γραφή του, της οποίας την ορθογραφία διατήρησα ως έχει:

.

«Ένα δειλινό, την ώρα του λιοβασιλέματος, μου φάνηκε πως όλος ο κόσμος έγινε ρόδινος. Ουρανό και γη, πρόσωπα και πράγματα, όλα τάβλεπα ροδοβαμμένα. Η παραίσθηση αυτή, αν και ζωηρότατη, δεν βάσταξε πολύ. Άμα σκοτείνιασε κι άναψαν τα φώτα, είδα πάλι τον κόσμο όπως ήταν. Τάλλο πρωί όμως, άμα ξύπνησα, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο χρωματιστό, ρόδινο, ιδανικό!

Ήταν πια σταθερό. Μου βάσταξε μέρες. Και τη νύχτα ακόμα, στα σκοτεινά, έβλεπα τα πράγματα να ροδίζουν!

Ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, λίγο – λίγο, άρχισαν να… ξεβάφουν. Έφτασα να τα βλέπω μισά ρόδινα και μισά με το φυσικό τους χρώμα. Κι επιτέλους το ρόδινο, αφού σχημάτισε μια παρυφή από τη μια πλευρά των πραγμάτων, εχάθηκε. Ήμουν καλά.

Αλλά για λίγον καιρό. Γιατί το «φαινόμενο» μού ξαναπαρουσιάστηκε το ίδιο. Με τη διαφορά μόνο πως το χρώμα δεν ήταν πια ρόδινο, αλλά πορτοκαλί. Έπειτα έγινε χρυσοκίτρινο. Έπειτα γαλάζιο. Έπειτα πράσινο. Και τέλος μαβί. Έτσι, επί ένα ολάκερο χρόνο, – και περισσότερο ίσως, – είδα τον κόσμο βαμμένο διαδοχικά, μισοβαμμένο ή παρυφασμένο μ’ όλα σχεδόν τα χρώματα της ίριδος· και σε τέτοιο τρόπο, που κάθε φορά μου φαινόταν πως είχα μεταφερθεί στο Φεγγάρι, στον Ήλιο, στον Άρη, στην Αφροδίτη και ζούσα σα σε όνειρο!

Ανάλογα περίεργη ήταν κι η ψυχική μου διάθεση όσο βάσταξε το τελευταίο αυτό «φαινόμενο». Είχα διακόψει την εργασία μου κι ήθελα, τον περισσότερο καιρό, να μένω στο σπίτι και να βλέπω απ’ το παράθυρό μου. Πότε ήμουν μελαγχολικός, πότε χαρούμενος και πότε γινόμουν καθαυτό μανιακός. Ο γιατρός μου, σ’ αυτή την περίοδο, ήταν υποχρεωμένος να μου γιατρεύει τις νευρικές κρίσεις. Ερωτεύθηκα γυναίκες που τις αντιπαθούσα φοβερά όταν τις έβλεπα με το φυσικό τους χρώμα. Κι απεναντίας εμίσησα την πιο αγαπημένη μου, όταν την είδα άξαφνα ολοπράσινη. Έφαγα με ηδονή φαγιά που άλλοτε μου προξενούσαν αηδία· και συχάθηκα ξαφνικά τα πιο αγαπητά μου.

Το τελευταίο χρώμα της παραισθήσεώς μου ήταν, καθώς είπα, το μαβί. Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε, φοβήθηκε πως θα το διαδεχόταν το μαύρο. Και τότε βέβαια θα τυφλωνόμουν. Αλλά όχι. Κανέν’ άλλο χρώμα δεν διαδέχτηκε το τελευταίο εκείνο μαβί. Και πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, χωρίς να μου παρουσιαστή τίποτε, ούτε απ’ τα παλιά, ούτε άλλο καινούργιο.

Ο γιατρός λέει πως γιατρεύτηκα. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Γιατί έχω ακόμα τη μανία να μην αφίνω ήσυχα τα μάτια μου στιγμή. Θάλεγα μάλιστα πως αυτά έχουν μέσα τους μια δύναμη που δεν μ΄ αφήνει να τα ξεχάσω και να ησυχάσω. Τα μάτια μου τελοσπάντων, ταλλόκοτα μάτια μου, ενοχλούν εμένα, όπως άλλους ανθρώπους άλλα μέλη του σώματος. Και γι’ αυτό φοβάμαι πως έχω να υποφέρω κι άλλα, μολονότι μου είνε αδύνατο να μαντέψω τι…»

.

Γρηγόριος Ξενόπουλος (απόσπασμα απ’ το διήγημα “Τ’ αλλόκοτα μάτια”, πρώτη δημοσίευση: περιοδικό “Μπουκέτο”, 18/7/1926, αναδημοσίευση: περιοδικό “Διαβάζω” Τ. 371, σελ. 52, Φεβρουάριος 1997)

«The Mad Hatter’s Tea Party»: «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» σε ..ψυχοθεραπεία – Μια αμφισβήτηση της κανονικότητας

Τι είναι ‘φυσιολογικό’ και τι το τόσο υπέροχο σχετικά μ’ αυτό τέλος πάντων; Αυτές είναι οι δύο ερωτήσεις που θέλουν να θέσουν οι συντελεστές της συγκεκριμένης μουσικοχορευτικής παράστασης, που παρακολούθησα πρόσφατα on line και δε γινόταν να μη σας γράψω γι’ αυτήν.

Καταρχάς βρίσκω ιδιοφυή την όλη ιδέα, του να μπουν οι ήρωες του βιβλίου του Lewis Carroll, «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» σε ..ψυχοθεραπεία, προκειμένου να τεθούν τα ερωτήματα που προανέφερα.

Κι ο νεαρός ψυχοθεραπευτής Ernest που είναι ειδικός στο να είναι φυσιολογικός (PhD in normalization) και που μόλις ξεκίνησε τη δουλειά του στο αναγνωρισμένο Institute for Extremely Normal Behaviour, αναλαμβάνει αυτό το ρόλο.

Το αν θα τα καταφέρει να κάνει ‘φυσιολογικούς’ τους: March Hare, Mad Hatter, Tweedledum, Tweedledee, Queen of Hearts και φυσικά την Alice, θα το μάθετε μόν@ σας, βλέποντας την παράσταση.

Αυτό που θέλω να σας θυμίσω, είναι ότι όπως εξηγούσα εδώ, χρόνια πριν, η έκφραση mad as a hatter (τρελός σαν καπελάς), έχει την ακόλουθη ιστορία: Όσοι εργάζονταν φτιάχνοντας καπέλα, υπέφεραν από δηλητηρίαση υδραργύρου (υλικό που χρησιμοποιούνταν σ’ αυτό το είδος ένδυσης) και η συμπεριφορά τους μετά από συνεχή έκθεση σ’ αυτό, έμοιαζε με την συμπεριφορά των τρελών. 

Η έκφραση πέρασε μ’ έναν τρόπο και στη λογοτεχνία και έτσι στο βιβλίο  «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων»  (1865), έχουμε τον γνωστό χαρακτήρα  Mad Hatter (Τρελός Καπελάς) και το Mad Tea Party.

Και η έκφραση όμως mad as a March hare (τρελός όπως ο λαγός του Μάρτη), χρησιμοποιούνταν επίσης για να χαρακτηρίσει κάποιον που έχει χάσει εντελώς την λογική του. Επειδή η αναπαραγωγική περίοδος των λαγών είναι το Μάρτιο και τότε συνεχώς χοροπηδούν. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο, το ότι ο λαγός χρησιμοποιήθηκε ως χαρακτήρας στο λογοτεχνικό έργο που προαναφέραμε.

Να γράψω και τα τυπικά τώρα όμως, ότι δηλαδή η παράσταση είναι στα αγγλικά (υπάρχουν υπότιτλοι, αλλά δεν στα περισσότερα τραγούδια δεν εμφανίζονται), πρόκειται για μια παραγωγή του 2016 που θα είναι διαθέσιμη για λίγες μέρες, τη βλέπουμε απ’ την Royal Opera House και είναι της ZooNation που διευθύνει η Kate Prince.

Έχει πρωτότυπες χορογραφίες και μου άρεσε ιδιαιτέρως κι η μουσική. Όπως έχει γραφτεί «συνδυάζει το μπαλέτο με το hip hop» κι αυτό οπωσδήποτε κεντρίζει το ενδιαφέρον. Είναι πολύ σημαντικό γενικά, που η νόρμα αμφισβητείται και μ’ αυτόν τον τρόπο κι αξίζουν συγχαρητήρια σ’ όλους τους συντελεστές.

Η παράσταση τέλος, είναι αφιερωμένη στην Teneisha Bonner, (που θα δείτε στο ρόλο της Queen of Hearts), η οποία πέθανε το 2019 από καρκίνο του μαστού. H Kate Prince αναφέρεται σε κείνη στον πρόλογό της κι ομολογουμένως είναι συγκινητικό το όλο γεγονός. Στάθηκα πολύ στην εικόνα της…

Για τα μηνύματα της παραγωγής αυτής, δε θα γράψω κάτι επιπλέον, δε χρειάζεται. Ας τη δείτε όσ@ ενδιαφέρεστε, να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα. Το ότι θέτει τα ερωτήματα που θέτει, είναι για μένα, αρκούντως σημαντικό.-

Νέα κυκλοφορία: «Το σχοινί» του Ευάγγελου Ρ. Ρουσσάκη απ’ τις εκδόσεις «Φεγγίτης»

.

Είναι απ’ τους νέους ανθρώπους που παρακολουθώ την εξέλιξή τους, στο blog εδώ υπάρχει και δικό του ποίημα και χαίρομαι πολύ που αυτή τη φορά επέλεξε να κάνει ένα βήμα παραπέρα.

Η υπαρξιακή νουβέλα <<Το σχοινί>>, λοιπόν κυκλοφορεί από το εργαστήρι βιβλίου – εκδόσεις Φεγγίτης κι αξίζει να την έχετε υπόψη σας.

Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης:

«Μια παράξενη φιγούρα που κοιτάει ένα σχοινί, σ’ ένα δωμάτιο έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Μια ονειρική διάσταση, ένα ατέρμονο παιχνίδι του Κενού και της Νύχτας. Παρατηρητής και παρατηρούμενο ταυτίζονται. Ο θεός κυνηγάει τον κόσμο. Η ματαιότητα είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του. Οι Τέχνες είναι οι αισθήσεις του θεού. Όλα είναι θραύσματα μιας ανέγγιχτης εικόνας. Η λογική καταρρέει. Θριαμβεύει η καρδιά. «Υπάρχουμε στ’ αλήθεια;» Η απάντηση είναι η ερώτηση. Σε αυτή την υπαρξιακή, σκοτεινή, απόκοσμη νουβέλα, o Kafka συναντάει τον Schrödinger. Ο Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης μάς οδηγεί σ’ ένα μονοπάτι πέρα από τις παρυφές της συνείδησης• κι από εκεί, μπορεί κανείς ν’ αγναντέψει, κατειλημμένος απ’ την αίσθηση της γνήσιας προαιώνιας λαχτάρας, το πιο αδυσώπητο μυστήριο – τον σύγχρονο μετέωρο άνθρωπο. »

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Κωστή Σχιζάκη: Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020, στο Marina Cafe, στις 20:30