Εντυπώσεις από ένα ιδιαίτερο Μουσείο της Timisoara: Museul Consumatorului Comunist

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Αυτό που πρέπει να γράψω πρώτα, είναι ότι απ’ την πόλη της Timisoara, ξεκίνησε η επανάσταση του 1989 στη Ρουμανία. Σήμερα βέβαια το ήσυχο ιστορικό της κέντρο, με την πιο όμορφη, όπως φημολογείται, πλατεία της χώρας, δε θυμίζει καθόλου τις ταραχώδεις εκείνες μέρες.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο κόσμος τότε, πολύ οργισμένος απ’ όσα είχαν προηγηθεί σε πολιτικό επίπεδο, συγκεντρωνόταν έξω απ’ τον ορθόδοξο καθεδρικό ναό, δίπλα στον ειδυλλιακό ποταμό Bega, στην πλατεία Victoriei.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Αφού όμως τα γεγονότα εκείνης της εποχής, περιγράφονται σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ, που μπορείτε να παρακολουθήσετε κι εσείς απ’την ErtFlix και θα είναι διαθέσιμο ως τις 6/10/2022, δε θα εξηγήσω λοιπόν τίποτα άλλο. Άλλωστε με όσα έγραψα φωτίζονται στην ουσία και οι λόγοι της επίσκεψης μου στο συγκεκριμένο μουσείο.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ήθελα, ομολογώ, να επισκεφτώ κι εκείνο της Επανάστασης, όμως δεν κατέστη εφικτό. Ίσως την επόμενη φορά που θα βρεθώ στη συγκεκριμένη χώρα να γίνει κι αυτό. Προς το παρόν, μοιράζομαι μαζί σας την διαδικτυακή του διεύθυνση και προχωρώ στο θέμα μας.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο χώρος ονομάζεται Κομμουνιστικό Μουσείο Καταναλωτών , και το σύνθημα της τοποθεσίας είναι απλό: «Αγαπητοί σύντροφοι, επισκεφτείτε το παρελθόν σας!». Στον αύλειο χώρο τον οποίο βλέπετε στις φωτογραφίες, φιλοξενεί πλήθος χρηστικών αντικειμένων της κομμουνιστικής εποχής.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο κάτω χώρος είναι διαμορφωμένος όπως τα δωμάτια ενός σπιτιού, πρόκειται για ρεπλίκα διαμερίσματος (υπάρχει δηλαδή κουζίνα, καθιστικό κτλ), και στον πάνω χώρο, μπορείτε να πιείτε τον καφέ ή το ποτό σας.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Υπάρχουν πάμπολλα βιβλία (εδώ αφήστε με, ήθελα να πω, βλέποντας τις μεγάλες βιβλιοθήκες, αλλά δε γινόταν), βινύλια φυσικά και διάφορα αντικείμενα, παντού.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Τα περισσότερα έχουν κατασκευαστεί τη δεκαετία του ’70 και του ’80, όπως μου εξήγησε η πολύ πρόθυμη κι ευγενική υπεύθυνη που συνάντησα εκεί (τα άτομα εναλλάσσονται), με την οποία συζητήσαμε κι άλλα θέματα μιας κι ήταν ενήμερη για τις φωτιές στη Θάσο. Με τη σειρά μου τόνισα τη βοήθεια των Ρουμάνων πυροσβεστών που μας συνέτρεξαν πέρυσι, γιατί πρέπει να τα λέμε κι αυτά.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κάδρα, πίνακες, σημαίες, ρολόγια, ραδιόφωνα, πέδιλα του σκι, αφίσες εκδηλώσεων, μπιμπελό, καρέκλες, κ.α., μας δίνουν μια εικόνα της ζωής των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούσαν τότε.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Άβακες, υδρόγειες σφαίρες, κούκλες, αυτοκινητάκια, τρενάκια, αναγνωστικά, ο Μίκυ Μάους βέβαια, πλαστικά γουρουνάκια κουμπαράδες, επιτραπέζια, ξυλόφωνα, επιβεβαίωσαν αυτό που μου είπε η υπεύθυνη: «κάποια αντικείμενα θα σας είναι οικεία». Ναι, φυσικά… Πώς αλλιώς;

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο ονειρικός τόπος της παιδικής ηλικίας, μ’ έκανε να παραμείνω λοιπόν, λίγο περισσότερο στα δωμάτια με τα παιχνίδια. Όχι όσο ήθελα, είπαμε, αλλά έστω. Σκέφτηκα μάλιστα και συγκεκριμένα πρόσωπα που θα τους άρεσε να εξερευνήσουν κάθε τι…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στην κουζίνα υπάρχουν πέρα απ’ τα αναμενόμενα και πολλά μπουκάλια με οινοπνευματώδη της εποχής, εννοείται σλιβοβίτσα, κρασιά, μπύρες κ.α. Οι δε ετικέτες ορισμένων από αυτά, είναι το κάτι άλλο. Αν πάτε, με το καλό, θα καταλάβετε.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κι επειδή ολοκληρώνεται η ανάρτηση σιγά σιγά, να γράψω και τα τυπικά. Για το Μουσείο, που φαντάζομαι καταλάβετε ήδη ότι δεν είναι τυπικό, δεν πληρώνετε εισιτήριο, αλλά αφήνετε όποια εισφορά θέλετε (έτσι συντηρείται ο χώρος). Άνοιξε για πρώτη φορά με πρωτοβουλία του Ovidiu Mihăiţă, στις 16 Μαΐου 2015, όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εγώ σίγουρα αν ξαναβρεθώ στην πόλη, θα φροντίσω να έχω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου ώστε να το εξερευνήσω όπως θέλω…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα στις 13/7/2022 κι ήδη έχουν ανέβει, μαζί με΄ άλλες, στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρώ στο Instagram.

Μικρή ξενάγηση στο Μουσείο του Λούβρου: Degas, Ingres, Scheffer – Μέρος V

Edgar Degas, «La sortie de bain«, (1846) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Πέρασαν μήνες απ’ την τελευταία φορά που έγραψα για το Λούβρο. Καιρός είναι λοιπόν, να συνεχίσουμε σήμερα τη νοερή βόλτα μας στο Μουσείο. Η πρώτη μας στάση θα γίνει στο έργο του Edgar Degas, «La sortie de bain» που βλέπετε παραπάνω και βασίστηκε σε παρόμοιο που βρίσκεται στην Tate Gallery στο Λονδίνο και τιτλοφορείται «Femme au tub» (1883). Παρατηρώντας τα δύο έργα θα καταλάβετε και τις διαφορές. Η γυναικεία φιγούρα σ’ αυτό το παστέλ, σχεδιάζεται με πιο ασαφή χαρακτηριστικά και δε διακρίνεται το πρόσωπό της. Το μπάνιο των γυναικών, όπως άλλωστε και το μπαλέτο, ήταν απ’ τα αγαπημένα θέματα του καλλιτέχνη και περισσότερα σχέδια και σχετικούς πίνακες, μπορείτε να δείτε, αν ενδιαφέρεστε, εδώ. Ο τόμος είναι διαθέσιμος για ανάγνωση ή και δωρεάν λήψη.

Jean Auguste Dominique Ingres. «La grande odalisque» (1814) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Ο πίνακας, τώρα, με τον τίτλο «Grande Odalisque», επίσης γνωστός κι ως «’Une Odalisque ή La Grande Odalisque», όπως αναφέρεται εδώ «ολοκληρώθηκε το 1814 κι είναι μια ελαιογραφία του Jean Auguste Dominique Ingres που απεικονίζει μια οδαλίσκη ή παλλακίδα. Ο πίνακας παραγγέλθηκε από την αδελφή του Ναπολέοντα, τη βασίλισσα Καρολίνα Μουράτ της Νάπολης. Ο Ingres άντλησε την έμπνευσή του από έργα όπως η «Αφροδίτη της Δρέσδης» του Τζορτζιόνε και η «Αφροδίτη του Ουρμπίνο» του Τιτσιάνου, αν και η πραγματική στάση μιας ξαπλωμένης φιγούρας που κοιτάζει πίσω πάνω από τον ώμο της προέρχεται απευθείας από το «Πορτρέτο της Μαντάμ Ρεκαμιέ» του 1809 του Jacques-Louis David. Το μικρό κεφάλι, τα επιμήκη άκρα και ο ψυχρός χρωματικός συνδυασμός αποκαλύπτουν επιρροές από μανιεριστές όπως ο Parmigianino, του οποίου η «Madonna» με το μακρύ λαιμό ήταν επίσης γνωστή για την ανατομική της παραμόρφωση».

Είναι απ’ τους πίνακες που φωτογράφησα εξαιρετικά δύσκολα, λόγω του πλήθους που συγκεντρώνεται μπροστά του κι απ’ αυτούς που στο πωλητήριο θα δείτε σε πάμπολλα αντίγραφα σε διάφορα είδη. «Όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Σαλόνι του 1819, ένας κριτικός παρατήρησε ότι το έργο δεν είχε «ούτε κόκαλα ούτε μυς, ούτε αίμα, ούτε ζωή…» Αυτό απηχούσε τη γενική άποψη ότι ο Ingres (σημ: που μάς είναι κυρίως γνωστός από πορτρέτα), είχε αγνοήσει τον ανατομικό ρεαλισμό. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης προτιμούσε τις μακριές γραμμές για να μεταδώσει την καμπυλότητα και τον αισθησιασμό, καθώς και το άφθονο ομοιόμορφο φως για να μειώσει την ένταση. Ο Ingres συνέχισε να δέχεται επιθέσεις για το έργο του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1820». Παρ’ όλα αυτά, είναι μέχρι σήμερα, το πιο διάσημο απ’ όσα φιλοτέχνησε.

Ary Scheffer, «Francesca da Rimini and Paolo Malatesta Appraised by Dante and Virgil» (1855) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Κι αυτός ο πίνακας, που βλέπετε τελευταίο, είναι απ’ τους πρώτους που εγώ θέλησα να δω στο Λούβρο, μιας και το θέμα του σχετίζεται με τη «Θεία Κωμωδία». Στην πραγματικότητα υπάρχουν έξι παρόμοιοι που φιλοτέχνησε ο Ary Scheffer (εξέχων φιλέλληνας κι απ’ τους εκπροσώπους της ρομαντικής σχολής), κι όλοι τους απεικονίζουν μια σκηνή από την «Κόλαση», με τον Δάντη και τον Βιργίλιο στη σκιά προς τα δεξιά να βλέπουν τους δολοφονημένους εραστές Francesca da Rimini και Paolo Malatesta. «Ο πατέρας της Φραντζέσκας Ντα Ρίμινι την είχε αναγκάσει να παντρευτεί τον κουτσό Τζιοβάνι Μαλατέστα για πολιτικούς λόγους, αλλά εκείνη ερωτεύτηκε τον αδερφό του Τζιοβάνι, Πάολο. Το ζευγάρι συνέχισε να διατηρεί ερωτική σχέση για πολλά χρόνια, αλλά όταν ο Τζιοβάνι τους έπιασε να φιλιούνται, τους σκότωσε με το σπαθί του. Ο πίνακας δείχνει μια πληγή στο στήθος του Paolo και στην πλάτη της Francesca λόγω του μαχαιρώματος του», όπως εξηγείται εδώ. Ο πίνακας που εκτίθεται σήμερα στο Λούβρο είναι η τρίτη εκδοχή του ίδιου θέματος κι αποκτήθηκε το 1900 από την περιουσία της αδερφής του καλλιτέχνη, Cornélia Scheffer. Ο πρώτος μ’ αυτό το θέμα, παρουσιάστηκε στο Σαλόνι του 1822, αλλά επισκιάστηκε από εκείνον του Ντελακρουά που επίσης είχε στο κέντρο του τον πατέρα της Ιταλικής γλώσσας και ποίησης.

(συνεχίζεται…)

*Όλες οι πηγές που χρησιμοποίησα αναφέρονται στους συνδέσμους της ανάρτησης κι όσο για τις φωτογραφίες, τραβήχτηκαν από μένα τον Ιούλιο του 2019 κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ στο flickr και στο Instagram

Παρουσίαση του λευκώματος«Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου – Έργα από τη Συλλογή Κωστή Σχιζάκη»: Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022, στις 19.30, στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής, Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη

Εθνικό Μουσείο Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Akron

Την ύπαρξη αυτού του Μουσείου που βρίσκεται στο Οχάιο, δε θα τη γνώριζα αν δεν είχα διαβάσει το βιβλίο «Εκπνοή» του Ted Chiang. Αφού το πληροφορήθηκα όμως, δε γινόταν να μην μπω στον πειρασμό να μάθω περισσότερα και να μοιραστώ μαζί σας όλες τις σχετικές πληροφορίες. Κι αυτό κάνω σήμερα μιας κι επιπλέον το βλέπω δύσκολο το να το επισκεφτούμε. Τι περιμένετε άραγε να συμπεριλαμβάνει ένας τέτοιος χώρος στα εκθέματά του; Σίγουρα η φωτογραφία που βλέπετε παραπάνω σας δίνει μια ιδέα και θα σας γράψω κι εγώ όσα μπορώ. Ας δούμε όμως μαζί, πώς κι ιδρύθηκε ένα τέτοιο Μουσείο…

Το 2018 λοιπόν, άνοιξε τις πύλες του για πρώτη φορά το Center for the History of Psychology (CCHP) και να τι σημαίνει στην πράξη το γεγονός ότι υπάρχει:

«Είναι ένα μοναδικό ίδρυμα που φροντίζει, παρέχει πρόσβαση και ερμηνεύει το ιστορικό αρχείο της ψυχολογίας και των σχετικών ανθρωπιστικών επιστημών. Το CCHP περιλαμβάνει ένα Μουσείο Ψυχολογίας που αναδεικνύει αντικείμενα, έγγραφα, ταινίες και φωτογραφίες από την ιστορία των ανθρωπιστικών επιστημών. Φιλοξενεί το Archives of the History of American Psychology, το οποίο αποτελείται από μια τεράστια συλλογή αντικειμένων, μέσων και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών εγγράφων πολλών σημαντικών ψυχολόγων.

(…)Το CCHP ανοίγει τις πόρτες του σε μελετητές, φοιτητές όλων των ηλικιών και επισκέπτες από όλο τον κόσμο που έρχονται να δουν και να εργαστούν με αυτές τις μοναδικές συλλογές. Το CCHP είναι ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου Τεχνών & Πολιτισμού του Πανεπιστημίου του Άκρον, αφιερωμένο στη συνεργασία, την προώθηση και την υποστήριξη των πολιτιστικών προγραμμάτων, δραστηριοτήτων, ενοτήτων και εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου του Άκρον εντός της κοινότητας».

Τι βλέπει λοιπόν το κοινό που το επισκέπτεται; Πολλά κι ενδιαφέροντα είναι τα εκθέματά του. Θα σας γράψω γι’ αυτά. Αλλά τη φιγούρα της Wonder Woman που υπάρχει στην είσοδο, μάλλον θα την κοιτούσατε με επιφύλαξη και θ’ αναρωτιόσασταν για ποιο λόγο βρίσκεται εκεί… Κι όμως είναι σχετικότατο έκθεμα, αφού δημιουργήθηκε απ’ τον ψυχολόγο William Moulton Marston (Γουίλιαμ Μόλτον Μάρστον) ως σύμβολο αυτού που έβλεπε ως την αναδυόμενη δύναμη των γυναικών στη δεκαετία του 1940 και πρόκειται για την πιο δημοφιλή γυναίκα υπερήρωα κόμικ όλων των εποχών. Ας κάνω μια παρένθεση λοιπόν, να εξηγήσω μερικά πράγματα…

Ο δημιουργός της, όπως μαθαίνουμε εδώ, είχε τρία πτυχία από το Χάρβαρντ, συμπεριλαμβανομένου ενός διδακτορικού στην ψυχολογία. Υπήρξε σύμβουλος ψυχολόγος για την Universal Pictures. Είχε γράψει σενάρια, ένα μυθιστόρημα, δεκάδες άρθρα σε περιοδικά κι εφηύρε ένα πρώιμο πρωτότυπο αυτού που σήμερα ονομάζουμε ανιχνευτή ψεύδους. Την «αμαζονική» καταγωγή της Wonder Woman του, την απέδωσε στην αρχαία Ελλάδα και τη γνωστή μυθολογία της. Για το συγκεκριμένο κόμικ πάντως, ζητήθηκε αργότερα κι η γνώμη της Lauretta Bender (Λαουρέτα Μπέντερ), αναπληρώτριας καθηγήτριας ψυχιατρικής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και ανώτερη ψυχίατρο στο Bellevue Hospital (ήταν διευθύντρια του παιδικού τμήματος, ειδική στην επιθετικότητα, γνωστή για το Bender-Gestalt Test ).

Αν θέλαμε ν’ αναζητήσουμε επιπλέον και τη γυναίκα, όπως λέγεται, που έπαιξε ρόλο στη δημιουργία του κόμικ, έχει νόημα έστω να σας αναφέρω ότι σύντροφος του Marston, ήταν η Olive Byrne (Όλιβ Μπερν). Και γιατί αυτό έχει σημασία; Επειδή ήταν ανιψιά της Margaret Sanger (Μάργκαρετ Σάνγκερ), μιας από τις σημαντικότερες φεμινίστριες του 20ού αιώνα. Το 1916, η Sanger και η αδερφή της, Ethel Byrne (Έθελ Μπερν) , μητέρα της Olive, είχαν ανοίξει την πρώτη κλινική ελέγχου γεννήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και οι δύο συνελήφθησαν για παράνομη διανομή αντισύλληψης. Στη φυλακή το 1917, η Ethel έκανε απεργία πείνας και παραλίγο να πεθάνει. Και σαν φοιτητής όμως, ο δημιουργός της Wonder Woman είχε λάβει γνώση ακτιβιστικών δράσεων που γίνονταν από σουφραζέτες, όπως η Emmeline Pankhurst, κ.α.

Παρά το ότι ο Marston δε μίλησε ποτέ ανοιχτά για τις επιρροές του, τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα και ενώ η Bender έβλεπε τη θετική επιρροή των υπερηρώων σε παιδιά με ψυχολογικά τραύματα, το 1954, ένας άλλος ψυχίατρος ονόματι Fredric Wertham ( Φρέντρικ Γουέρθαμ) δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο «Seduction of the Innocent» για να εκφράσει τις αντιρρήσεις του για τα κόμικς και κατέθεσε ενώπιον μιας υποεπιτροπής της Γερουσίας που ερευνούσε το θέμα. Ο Wertham (που αξίζει μα σημειωθεί ότι δεχόταν φτωχούς μαύρους ασθενείς στην κλινική του Lafargue, σε μια περίοδο αυξημένων διακρίσεων στην αστική ψυχική υγεία), πίστευε ότι τα κόμικς διέφθειραν τα παιδιά της Αμερικής και τα μετέτρεπαν σε ανήλικους παραβάτες. Αντιπαθούσε ιδιαίτερα δε, τη Wonder Woman. Το ότι ο Paul Ferdinand Schilder (Πάουλ Φερδινάνδος Σίλντερ), ο εκλιπών σύζυγος της Bender, που ήταν Αυστριακός ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και ιατρικός ερευνητής, υπήρξε το αφεντικό του Wertham για πολλά χρόνια, προφανώς και δείχνει ότι υπήρχαν κι άλλα κίνητρα πίσω απ’ αυτή τη διαμάχη των δύο ειδικών.

Στην ίδια επιτροπή της Γερουσίας, κατέθεσε κι η Bender, φυσικά, κι είπε ότι αν κάτι στην αμερικανική λαϊκή κουλτούρα ήταν κακό για τα κορίτσια, δεν ήταν η Wonder Woman, ήταν ο Walt Disney. «Οι μητέρες σκοτώνονται πάντα ή στέλνονται στα τρελοκομεία στις ταινίες του Walt Disney», επισήμανε, αλλά το επιχείρημά της έπεσε στο κενό. Σ’ αυτό το σημείο όμως, θα κλείσω την παρένθεση που άνοιξα παραπάνω, μιας και πια καταλάβατε σίγουρα γιατί αυτή η φιγούρα σχετίζεται με την Ιστορία της Ψυχολογίας, για να σας γράψω και για τ’ άλλα εκθέματα.

Μεταξύ άλλων, λοιπόν, το κοινό βλέπει εκεί σπάνιες ταινίες του Sigmund Freud (καθώς κι ένα αντίγραφο του Γραφείου του της Βιέννης, αλλά και επιστολές του), την προσομοιωμένη γεννήτρια κραδασμών από τις μελέτες υπακοής του Stanley Milgram και αντικείμενα από το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ του Philip Zimbardo. Υπάρχει επίσης το ξύλινο κλουβί που είναι γνωστό ως Utica Crib (και χρησιμοποιήθηκε σε άσυλα του 19ου αιώνα για να εμποδίσει τους ασθενείς να σηκωθούν απ’ το στρώμα τους), η συσκευή που εφάρμοζε στο κρανίο προκειμένου να μετρήσει τα εξογκώματα στο κεφάλι ενός ατόμου για να καθορίσει τα ψυχικά χαρακτηριστικά που βλέπετε στην παραπάνω φωτογραφία (τη φωτογραφία δανείστηκα από εδώ), η Bobo Doll που χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα του Albert Bandura, κ.α.

Ποιοί είναι όμως οι άνθρωποι που είχαν την ιδέα της δημιουργίας ενός τέτοιου Μουσείου; Όπως διαβάζουμε εδώ, ο Dennis Barrie, το ανέπτυξε μαζί με τη σύζυγό του, Kathleen, κι είναι εκείνος που γνωρίζει καλά τι χρειάζεται να κάνει, ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού, αφού ήταν συνδημιουργός του Rock and Roll Hall of Fame του Κλίβελαντ και πρώην εκτελεστικός διευθυντής εκεί. Τα τελευταία χρόνια εργάστηκε στο International Spy Museum στην Ουάσιγκτον και στο Mob Museum στο Λας Βέγκας. Το ότι το Μουσείο έχει πολλές θετικές αξιολογήσεις, προφανώς οφείλεται και σ’ αυτόν. Σίγουρα πάντως κι η ίδια η επιστήμη της Ψυχολογίας, από τη γέννησή της ως τώρα, με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, με τους πρωτεργάτες και τους εκκεντρικούς ειδικούς της, με τα αμφιλεγόμενα όσο και πολυσυζητημένα πειράματά της, δεν παύει ν’ απασχολεί τον κόσμο που παρακολουθεί και σχολιάζει κάθε εξέλιξη. Απ’ αυτή την άποψη, ήταν εξασφαλισμένη εν μέρει, η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος.-

100 χρόνια απ’ την έκδοση του «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις

Copy No.1, Ulysses – James Joyce (courtesy National Library of Ireland)

Στις 13 Ιανουαρίου ήταν η επέτειος του θανάτου του Τζέιμς Τζόις, αλλά αντί να σας γράψω τότε κάτι προτίμησα να κάνω αυτή την ανάρτηση σήμερα, μιας και συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια απ’ την έκδοση του εμβληματικού βιβλίου του: «Οδυσσέας». Για το σκοπό αυτό, έχει φτιαχτεί μια ειδική πλατφόρμα που συγκεντρώνει τις πληροφορίες για τις εκδηλώσεις που γίνονται παγκόσμια. Να οι λεπτομέρειες:

«Η ψηφιακή πλατφόρμα Ulysses100 αναπτύχθηκε από το Μουσείο Λογοτεχνίας της Ιρλανδίας (MoLI κι εδώ θα βρείτε μια σχετική ανάρτηση στα ελληνικά για το Μουσείο), σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Ιρλανδίας, για την προώθηση και τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με εκδηλώσεις που σχετίζονται με την εκατονταετηρίδα από τη δημοσίευση του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Πολλές εκδηλώσεις, εκθέσεις και καλλιτεχνικές επιτροπές έχουν προγραμματιστεί για φέτος σε όλο τον κόσμο, και ελπίζουμε ότι αυτός ο ιστότοπος θα επιτρέψει στους επισκέπτες να έχουν εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με – και να συμμετέχουν – σε αυτές τις εκδηλώσεις. Ο ιστότοπος ενημερώνεται εβδομαδιαία και θα προωθεί εκδηλώσεις μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χρησιμοποιώντας το hashtag # Ulysses100 .

(…) Το Ulysses100 είναι επίσης ένας συλλεκτικός μηχανισμός για την καταγραφή των δραστηριοτήτων της εκατονταετηρίδας για μελλοντική μελέτη και έρευνα – ο ιστότοπος θα παραμείνει ενεργός στο διαδίκτυο το 2022 και το 2023, οπότε και το περιεχόμενό του θα είναι διαρκώς προσβάσιμο μέσω του ψηφιακού αρχείου του μουσείου στο moli.ie. Ελπίζουμε να συμπληρώσουμε περαιτέρω την τοποθεσία μετά την εκατονταετηρίδα με επιπρόσθετο υλικό που σχετίζεται με γεγονότα και γεγονότα της εκατονταετηρίδας, όπου είναι δυνατόν».

Αν διοργανωθεί επομένως και στη χώρα μας κάποια εκδήλωση, μπορείτε να τη δηλώσετε εκεί. Έχετέ το υπόψη κι ως τότε, να σας θυμίσω μερικά πράγματα γι’ αυτό το βιβλίο, που αναφέρω στη σειρά των αναρτήσεων για τη σχέση του Τζόις με τους Έλληνες της Τεργέστης.

Είχα υπογραμμίσει εδώ λοιπόν, το πόσο επέμενε σχετικά με το μπλε χρώμα του εξωφύλλου του “Οδυσσέα”, το οποίο έπρεπε ν’ αντιστοιχεί οπωσδήποτε μ’ αυτό της σημαίας μας. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες ώστε οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το σχεδιασμό να φτάσουν στο επιθυμητό για ‘κείνον αποτέλεσμα.

Όταν τελικά ο στόχος επιτεύχθηκε, στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, ανέμισε κι η ελληνική σημαία έξω απ’ το θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Company στο Παρίσι, για να σηματοδοτήσει το γεγονός της έκδοσης του βιβλίου. Κι αν σας ενδιαφέρουν όλες αυτές οι μικρές λεπτομέρειες, μέχρι να τα ξαναπούμε, μπορείτε να διαβάστε και την περιγραφή της Edna O’ Brien σχετικά με το πως έφτασε το βιβλίο ως το τυπογραφείο:

His demands concerning paper, binding, and typeface were inflexible. He wanted the cobalt blue of the Greek flag on his cover, but locating the correct dye to reproduce that exact blue meant that Darantière had first to journey to Germany, and then submit samples to Joyce, and Joyce didn’t feel that the white lettering on blue had the magic impact of white islands on a blue archipelago of water. Joyce insisted that Darantière send him five sets of page proofs. He constantly made changes on them, and the corrected pages were so scarred with stars and lineations that the beleaguered printer threatened to withdraw. Through it all, Sylvia Beach remained sanguine. The Greek flag fluttered outside her shop, alerting passersby to the great pending event”.

.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται από εδώ.

Μικρή ξενάγηση στο Μουσείο του Λούβρου: Ευγένιος Ντελακρουά – Μέρος IV

Ο Eugène Delacroix ήταν ένα περίεργο μείγμα σκεπτικισμού, ευγένειας, δανδισμού, ένθερμης θέλησης, πονηρίας, δεσποτισμού και τέλος (τον χαρακτήριζε) ένα είδος ιδιαίτερης ευγένειας και μέτριας τρυφερότητας που συνοδεύει πάντα την ιδιοφυΐα…

Charles Baudelaire

Ferdinand Victor Eugène Delacroix, «La liberté guidant le peuple«, (1830) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Στον Ευγένιο Ντελακρουά είχα αναφερθεί περιστασιακά και σ’ αυτήν την ανάρτηση, αλλά μιας και δεν είχα διάθεση με όσα συνέβαιναν στην επέτειο του θανάτου του, δηλαδή στις 13 Αυγούστου να γράψω περισσότερα, αποφάσισα να σας δείξω σήμερα μερικούς απ’ τους πίνακές του που υπάρχουν στο Μουσείο του Λούβρου. Κι επειδή συζητιέται η Γαλλία κι η σχέση της με τη χώρα μας αυτό το διάστημα για διαφορετικούς λόγους, για να δούμε μαζί αυτό το video απ’ την παρέα του ntelogo.com, για να θυμηθούμε που ταξιδεύουμε νοερά. Τα παιδιά τα παρακολουθώ (αξίζει να τους έχετε υπόψη), έχουν γράψει κι εδώ τις εντυπώσεις τους, σ’ αυτό το άρθρο που υπογράφει ο Κωστής Παπαχρήστος κι έχουν πλάνα φυσικά κι απ’ το Λούβρο.

Για να επιστρέψουμε τώρα στον Ντελακρουά… Σκέφτηκα λοιπόν, να σταθώ σε λεπτομέρειες, που θεωρώ ότι δεν είναι και τόσο γνωστές και τις βρίσκω σαφώς πιο ενδιαφέρουσες απ’ την απλή παράθεση του βιογραφικού του, ώστε να ξεχωρίσουμε κάπως και τους μύθους απ’ την αλήθεια. Και γι’ αυτό τον σκοπό, θα χρησιμοποιήσω συγκεκριμένα έργα του. Φυσικά, γνωρίζουμε στη χώρα μας τον εμβληματικό καλλιτέχνη, αφού κι εκείνος ασχολήθηκε με τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου της Τουρκοκρατίας κι αποτύπωσε τη φρίκη , τόσο στην «Σφαγή της Χίου», όσο και στο άλλο έργο του που τιτλοφορείται «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» («La Grèce sur les ruines de Missolonghi») που παρουσίασε με σκοπό την συγκέντρωση χρημάτων για τον ελληνικό αγώνα λίγο μετά την πτώση αυτής της πόλης. Αλλά πόσο καλά τον γνωρίζουμε; Για να δούμε λοιπόν…

Ferdinand Victor Eugène Delacroix, «Scènes des massacres de Scio» (1824) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Ο κορυφαίος του Γαλλικού Ρομαντισμού, που τόσο είχε επηρεαστεί κι απ’ τον Ρούμπενς, είχε μόνο ρομαντικούς σκοπούς όταν εμπνεύστηκε αυτά τα έργα; Τον είχε παρασύρει το φιλελληνικό κύμα που σάρωνε την Ευρώπη, είχε συγκινηθεί απ’ όσα διηγούνταν ο Μπάιρον και διάβαζε στον Τύπο της εποχής ή τα κίνητρά του ήταν πιο πολύπλοκα; Πριν φτάσουμε εκεί, ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά ότι η «Σφαγή της Χίου», είναι ένα έργο καινοτόμο. Έσπασε τον κλασικισμό και να πώς περιγράφονται εδώ οι αντιδράσεις του κοινού όταν το είδε σύμφωνα με όσα γράφει η Arlette Sérullaz στο κεφάλαιο «Delacroix et la Greece» του βιλίου «La Grèce en révolte, Delacroix et les peintres français» (Paris, RMN, 1996), επικαλούμενη ως πηγή τον Théophile Gautier (Θεόφιλο Γκωτιέ) : «Αυτές οι φρικτές σκηνές, αυτό το βίαιο χρώμα, αυτή η μανία της βούρτσας, προκάλεσαν την αγανάκτηση των κλασικών των οποίων η περούκα ανατρίχιασε […] Και γέμισε με ενθουσιασμό τους νέους ζωγράφους». Ο ίδιος όταν σκέφτηκε να το ετοιμάσει, ανέφερε και ως σκοπό του το να ξεχωρίσει μ’ αυτό: «…faire pour le salon prochain un tableau dont je prendrai le sujet dans les guerres récentes des turcs et des grecs. Je crois que dans ces circonstances si d’ailleurs il y a quelque mérite dans l’ exécution, ce sera un moyen de me faire distinguer ». Ήταν λοιπόν ένα θέμα επίκαιρο επομένως η ελληνική επανάσταση -όπως αναφέρεται εδώ απ’ όπου και άντλησα το παραπάνω απόσπασμα- το οποίο πραγματικά τον συγκινούσε και ταυτόχρονα διάλεξε να εκφραστεί σχετικά μ’ αυτό και για δικό του όφελος. Είναι αδιαμφισβήτητο το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα κι όσα διάβασα σ’ αυτό το βιβλίο, με έπεισαν. Ξεχώρισε τελικά μ’ αυτό το έργο ο 28χρονος τότε καλλιτέχνης; Φυσικά. Αν και δέχτηκε σκληρή κριτική (έγινε λόγος για «σφαγή της ζωγραφικής»), για τον τρόπο που χρησιμοποίησε το χρώμα και δημιουργήθηκε σκάνδαλο, άνοιξε νέους ορίζοντες στη συγκεκριμένη τέχνη, το έργο του αγοράστηκε απ’ το κράτος (όπως άλλωστε συνέβη και με το «La Barque de Dante» που προηγήθηκε κι ήταν ο πρώτος του σημαντικός πίνακας) και πέτυχε να δημιουργηθεί συμπάθεια για τον επαναστατημένο λαό. Μιας κι ο ίδιος δεν είχε γνώση της χώρας συμβουλεύτηκε για να ζωγραφίσει τους ήρωές του, εκτός από εφημερίδες τόσο το έργο του C.E. Savary , «Lettres sur la Grèce –1788» αλλά κι αυτό του Rosset «Mœurs et coutumes turques et orientales -1790» κι είδε προσωπικά συλλογές ανατολίτικων αντικειμένων και κουστουμιών. Ο οριενταλισμός λοιπόν, δικαιολογείται.

Ferdinand Victor Eugène Delacroix,»La Mort de Sardanapale» (1827) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Αρκετά έγραψα όμως για τη «Σφαγή της Χίου». Αν θέλετε άλλωστε να πληροφορηθείτε περισσότερα, δεν έχετε παρά ν’ ανατρέξετε στους συνδέσμους και να ξέρετε πως είναι απ’ τους πίνακες που το 2018 αποκαταστάθηκαν απ’ τους συντηρητές του Μουσείου κι έτσι έχει όλη τη ζωντάνια της στιγμής κατά την οποία παρουσιάστηκε. Θα το διαπιστώσετε όταν τον παρατηρήσετε από κοντά. Ας προχωρήσουμε λοιπόν τώρα μαζί, στον πίνακα που βλέπετε παραπάνω και τιτλοφορείται «Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» και με τον οποίο τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά. Τι έχω να σας γράψω γι’ αυτόν; Ότι ο Ντελακρουά υποτίθεται πως εμπνεύστηκε το θέμα του από τον Σαρδανάπαλο του Μπάιρον, το έργο δηλαδή όπου ο ποιητής μελετώντας ιστορικούς της αρχαιότητας (κυρίως το Διόδωρο της Σικελίας) διηγείται την ιστορία ενός έκφυλου Ασύρριου βασιλιά, που δεν έχει ταυτοποιηθεί με γνωστούς μονάρχες της εποχής κι ηττήθηκε κατά κράτος. Υπάρχει μια «αφήγηση» (δείτε εδώ τα προβληματικά σημεία) σχετικά με τη δολοφονία γυναικών, αλόγων κτλ που θυσιάστηκαν στην νεκρική πυρά αυτού του βασιλιά μαζί με το χρυσάφι, το ασήμι και τα βασιλικά του ενδύματα και παρουσιάζεται γλαφυρά στον πίνακα. Και τι να πρωτοπαρατηρήσεις σ’ αυτό το έργο; Πανδαιμόνιο φαντασίας. Εκπληκτικό πραγματικά. Χρώματα, σκιές, μορφές, χειρονομίες, λεπτομέρειες πλέριες. Μπορεί να υπερέβαλλε όπως λέγεται ο δημιουργός του με την τόση «φασαρία» αυτής της σκηνή, με τη δυναμικότητα και το πάθος που αποπνέει, θέλοντας να τονίσει το μέγεθος της καταστροφής, αλλά εγώ το λάτρεψα. Όχι πάντως και οι κριτικοί της εποχής του, μιας και απείχε απ’ τα θέματα και την ζωγραφική απόδοση που είχαν συνηθίσει, πράγμα που τον στεναχώρησε αρκετά, αφού το έργο καταδικάστηκε σχεδόν ομόφωνα στο Σαλόνι του 1827-1828 και θεωρήθηκε ότι σηματοδότησε το θάνατο (!) των Ρομαντικών. Λέγεται πως φαίνεται σ’ αυτό η επιρροή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ κι οι βιογράφοι διατείνονται ότι ο Ντελακρουά δεν ήθελε να θυμάται αυτό το μοτίβο στην ενήλικη ζωή του. «Σαν να αποκάλυψε τα πιο μυστικά πάθη και τις φαντασιώσεις του μια φορά, για να τα κρύψει για πάντα μετά, από τα αδιάκριτα βλέμματα». Εξαιτίας αυτού του έργου έπεσε σε δυσμένεια και στερήθηκε όπως εξηγείται εδώ κρατικές παραγγελίες για τρία χρόνια.

Ferdinand Victor Eugène Delacroix, «Jeune orpheline au cimetière» (1824) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Για να πάμε σε κάτι διαφορετικό όμως. Σ’ ένα πίνακα πολύ αλλιώτικο, απ’ τους προηγούμενους, έτσι; Μια μόνο μορφή στο κέντρο, με παστέλ χρώματα, χωρίς εντάσεις, χωρίς πολλές και διασπαστικές λεπτομέρειες. Στη «Νεαρή ορφανή στο κοιμητήριο«, αυτό που δε βλέπουμε αλλά εκείνη το παρατηρεί δεξιά της και την εκπλήσσει, την αγχώνει, της δημιουργεί φόβο, είναι όλη η ουσία του πίνακα. Το απειλητικό μέλλον, ας πούμε, όπως αντικατοπτρίζεται στο βλέμμα της, μας έλκει. Όσο για την στάση του σώματος, αυτό το χέρι που φαίνεται ν’ αναπαύεται τόσο ήσυχα στο φόρεμά της, δε δημιουργεί μια εύλογη αντίθεση; Ή θα μπορούσε να δηλώνει την αδυναμία της νεαρής ορφανής σ’ ένα τοπίο που κυριαρχεί ο θάνατος; Πολλές εξηγήσεις υπάρχουν. Εμένα ας πούμε, μ’ έκανε να σκεφτώ τις προσωπικές απώλειες του Ντελακρουά που σε μερικά χρόνια (απ’ το 1805 ως το 1814) έχασε τον πατέρα, τον μεγαλύτερο αδερφό του Henri (είχε άλλα δύο αδέρφια) και τη μητέρα του, ήρθε αντιμέτωπος με οικονομικά προβλήματα, λέγεται πως έκανε το μοντέλο στον Théodore Géricault που ζωγράφιζε τότε το έργο «Le Radeau de la Méduse» παριστάνοντας έναν ετοιμοθάνατο κανίβαλο, κ.ο.κ. Η μοναξιά, η αβεβαιότητα, η ζωή που αλλάζει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, όλ’ αυτά μοιάζει να τα διαπραγματεύεται ο δημιουργός με τους θεατές, με τους παρατηρητές του έργου, που θεωρείται προπαρασκευαστική μελέτη για τη «Σφαγή της Χίου» αλλά φυσικά μπορεί να ειδωθεί και ως αυτόνομο.

Ferdinand Victor Eugène Delacroix, «Jeune Tigre jouant avec sa mère» (1830) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Ας δούμε τώρα κι αυτό το έργο… Ο συγκεκριμένος πίνακας, είναι απ’ την περίοδο κατά την οποία ο Ντελακρουά ζωγράφιζε θέματα με ζώα και την προσοχή του τραβούσαν τίγρεις και λιοντάρια κυρίως. Λέγεται ότι ίσως να είχε ως μοντέλο γι’ αυτόν που βλέπετε εδώ τη γάτα του που απολάμβανε να την παρατηρεί, αν και είχε παρακολουθήσει σίγουρα τίγρεις στο Ζωολογικό κήπο του Παρισιού. Με τον τρόπο του αναπαριστούσε τ’ ανθρώπινα πάθη, αφού είχε γράψει ότι «οι άνθρωποι είναι τίγρεις και λύκοι που οδηγούνται να καταστρέφουν ο ένας τον άλλον«. Να κάνω όμως μια παρένθεση κάπου εδώ; Ν’ αναφέρω ακόμη μια φορά το πρόβλημα με τις φωτογραφίες που υπήρχε τότε στο Λούβρο, λόγω του πλήθους των επισκεπτών; Απ’ την τελευταία της ανάρτησης που θα δείτε παρακάτω, παίρνετε μια ιδέα. Ολόκληρα γκρουπ μπροστά στους πίνακες με τις/τους ξεναγούς τους που παρέμεναν φυσικά στο σημείο μέχρι να εξηγήσουν όσα ήθελαν, δε βοηθούσαν όσ@ θέλαμε να προσέξουμε κάποιες λεπτομέρειες με την ησυχία μας και φυσικά να κάνουμε μερικές λήψεις. Αν θέλετε να φωτογραφήσετε λοιπόν, όταν με το καλό βρεθείτε εκεί, υπολογίστε έξτρα χρόνο και πολλαπλές λήψεις. Όσο για μένα, στην καλύτερη περίπτωση μπορούσα να σταθώ για λίγο σε μιαν άκρη ή να βρεθώ απέναντι απ’ τα μεγάλα έργα. ‘Όλα δε γίνεται βέβαια να τα ‘χουμε σ’ αυτή τη ζωή, και σ’ ένα τέτοιο Μουσείο αναμενόμενο είναι να συμβαίνουν αυτά, οπότε… Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ήταν ωραία που μπόρεσα να δω πίνακες όπως εκείνον που εμπνεύστηκε απ’ τη Θεία Κωμωδία του Δάντη για τον οποίο ήδη κάτι έγραψα («La Barque de Dante»), την «Είσοδο των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη» («Entrée des Croisés à Constantinople»), κι άλλους, από κοντά.

Ferdinand Victor Eugène Delacroix,»Etude de femme nue, couchée sur un divan, dit La Femme aux bas blancs» (1825-1830) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Έχω πάντως και φωτογραφίες που λόγω του φωτισμού δεν βγήκαν όπως θα τις ήθελα (δεν είμαι κι επαγγελματίας εξάλλου) όπως η σπουδή γυμνού που βλέπετε παραπάνω. Και μιας και αναφέρομαι στη φωτογραφία, δείτε εδώ τι εξηγείται για τον Ντελακρουά κι αυτή την -νέα τότε- τέχνη, που του είχε ελκύσει την προσοχή («Je regarde avec passion et sans fatigue ces photographies d’après des hommes nus, ce poème admirable, ce corps humain sur lequel j’apprends à lire et dont la vue m’en dit plus que les inventions des écrivassiers»), αλλά και την αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό. Οπωσδήποτε η σχέση του μ’ αυτήν ήταν πολύπλοκη, μιας κι απ’ τη μια ήταν ιδρυτικό μέλος της Ηλιογραφικής Εταιρείας κι απ’ την άλλη είχε ζητήσει απ’ τον Félix Nadar να καταστραφούν τόσο το αρνητικό όσο και οι εκτυπώσεις των δικών του πορτρέτων (κάτι που δεν συνέβη ευτυχώς). Όπως αποφαίνονται οι μελετητές, αυτό ίσως να ήταν απόρροια της γνώμης που είχε για την εικόνα του, μιας και κάποτε είχε γράψει ότι είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη και σχεδόν φοβήθηκε την κακία των χαρακτηριστικών του ( «Je me vis dans une glace et je me fis presque peur de la méchanceté de mes traits… [les muses] ont été pires que des courtisanes»). Απ’ τις αναλύσεις πάντως που θα βρείτε στους συνδέσμους κι απ’ αυτήν την έκδοση μπορείτε να μάθετε περισσότερα -για να μην σταθώ άλλο στο θέμα- και θα καταλάβετε γιατί ζωγράφισε έτσι τα γυμνά και την τεχνική του.

Ferdinand Victor Eugène Delacroix, «La liberté guidant le peuple«, (1830) – Φωτογραφία: προσωπικό αρχείο

Αυτός ο πίνακας βέβαια, όπου «Η Ελευθερία οδηγεί το λαό» και τον βλέπετε και στην πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης, είναι απ’ τους πιο εμβληματικούς του. Αν κι είχε υποστηριχθεί ότι η φιγούρα του άντρα με το καπέλο αντιστοιχεί στον ίδιο τον καλλιτέχνη, ο Alexandre Dumas (Αλέξανδρος Δουμάς) σε διάλεξή του απ’ το 1864 είχε αρνηθεί την παρουσία του Ντελακρουά στα γεγονότα των τελευταίων ημερών (γνωστά ως Les Trois Glorieuses), του Ιούλη του 1830, όταν ο Charles X προσπάθησε να περιορίσει την ελευθερία του λαού και ξέσπασαν ταραχές με αποτέλεσμα να υπάρχουν και πολλοί νεκροί. Κι ο ίδιος πάντως ο σπουδαίος ζωγράφος, έγραψε ότι «αν δε μπορώ ν’ αγωνιστώ για τη χώρα μου, τουλάχιστον θα ζωγραφίσω γι’ αυτήν…» Η φιγούρα της Ελευθερίας, που αποτελεί ακόμη σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας κι είναι γνωστή με το όνομα Μαριάν, λέγεται ότι θυμίζει αρχαία ελληνικά αγάλματα κι αποτίει φόρο τιμής στη δημοκρατία της Αρχαίας Ελλάδας. Όσ@ την πρωτοείδαν πάντως, όπως έμαθα από ‘δω, ξαφνιάστηκαν μιας και δεν ήταν στα πρότυπα του κάλλους που περίμεναν αυτό το τόσο μυώδες σώμα που τους θύμισε γυναίκα ψαρά ή πόρνη, επομένως οι γνώμες διίστανται. Ο σκούφος που φοράει αρχικά είχε πιο κόκκινο χρώμα, αλλά έχει γραφτεί ότι ο Ντελακρουά για πολιτικούς λόγους, το σκούρυνε. Τα ενδύματα τώρα όσων απεικονίζονται διαφέρουν, για να τονίζεται η συσπείρωση των διαφορετικών τάξεων εκείνες τις μέρες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σ’ αυτόν τον σύνδεσμο. Όσο για το μικρό αγόρι του πίνακα, δεν μπορεί να είναι ο «Gavroche» απ’ τους «Άθλιους» του Βίκτορος Ουγκώ αφού το βιβλίο δημοσιεύτηκε πάνω από είκοσι χρόνια μετά τη δημιουργία του πίνακα. Σ’ αυτόν πέρα απ’ την επιρροή του Ρούμπενς, οι κριτικοί κάνουν λόγο και για την επιδραση του Μιχαήλ Άγγελου (όσον αφορά το πλαστικό σθένος), αλλά και του Γκρος (εξαιτίας του τρόπου που απεικονίζονται τα πεσμένα νεκρά κορμιά του κάτω μέρους), όπως μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ. Αν και το έργο αγοράστηκε αμέσως απ’ τον μονάρχη Louis-Philippe, επιστράφηκε στον δημιουργό του το 1832 μιας και τα μηνύματά του κρίθηκαν ως ιδιαιτέρως επικίνδυνα κι εκτέθηκε 16 χρόνια αργότερα.

Τέλος, σχετικά με την «Τρελή Γυναίκα», που λόγω ενασχόλησης με τα Ψ θέματα έψαξα την ιστορία της, έχει σημασία να διευκρινίσω ότι στην πραγματικότητα είναι μέρος της σπουδής του καλλιτέχνη για τον πίνακα «Η σφαγή της Χίου» κι εικονίζει μια ηλικιωμένη Ελληνίδα όπως εκείνος τη φαντάστηκε («Tête de vieille femme grecque, étude pour les Massacres de Scio»). Πιο σωστό τίτλο βρίσκω λοιπόν, προσωπικά, το «Κεφάλι γυναίκας» ακόμη κι αν θα μπορούσε από πόνο να τρελαθεί. Θα δείτε τους δύο πίνακες άλλωστε κι εσείς και θα καταλάβετε γιατί. Ολοκληρώνοντας, τη μεγάλη αυτή ανάρτηση, θα σας προτείνω ένα ακόμη άρθρο-αφιέρωμα στον Ντελακρουά που φωτίζει περισσότερο την σκοτεινή πλευρά του, μου άρεσε πολύ κι είναι αυτό, και μια σειρά βιβλίων για να δείτε ή να κατεβάσετε ελεύθερα κι είναι αυτά. Υπάρχουν πολλά ακόμη να διαβάσετε, για τη φιλία του με το Σοπέν, με τον Μποντλέρ, για τα τελευταία χρόνια της ζωής του και τη γυναίκα που τον συντρόφευε ως το τέλος, για τα δύο ταξίδια που πραγματοποίησε σε Λονδίνο και Αφρική, κ.α. Πιστεύω πάντως ότι για σήμερα, μάθατε ήδη αρκετά. Την επόμενη φορά, λοιπόν, θα συνεχίσω αυτή τη σειρά αναρτήσεων, δείχνοντάς σας άλλα έργα του Μουσείου. Εντωμεταξύ εσείς μπορείτε να δείτε έργα του που φιλοξενούνται στη χώρα μας και να πάρετε μια γεύση απ’ την έκθεση «Παρίσι- Αθήνα -η Γέννηση της σύγχρονης Ελλάδας 1675 – 1919» που εγκαινιάστηκε πριν λίγες μέρες.

(συνεχίζεται…)

*Όλες οι πηγές που χρησιμοποίησα αναφέρονται στους συνδέσμους της ανάρτησης κι όσο για τις φωτογραφίες, τραβήχτηκαν από μένα τον Ιούλιο του 2019 κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ στο flickr και στο Instagram