Νέες κυκλοφορίες: «Η Ιστορία της Σάμου, 800 – 188 π.Χ.» του Graham Shipley

Η νήσος της Σάμου λάμπει μέσα στα οινοσκουρόχρωμα νερά του Αιγαίου σαν πολύτιμο κόσμημα. Αποκαλύπτεται, στις Περιόδους της Αρχαϊκής και της Κλασικής Αρχαιότητας, ένας ιστορικός τάπητας στον οποίον συνυφαίνονται έντονες προσωπικότητες και απαράμιλλα επιτεύγματα υπό το συμπαγές στημόνι του ζωηρού πράσινου τοπίου της. Είναι η ιστορία καινοτόμων φιλοσόφων και εφευρετικών τεχνιτών, που επιτυγχάνουν άθλους μηχανικής και θαύματα αρχιτεκτονικής, καθώς και αδίστακτων τυράννων και ηρωικών μαχητών της ελευθερίας. Έως σήμερα, μόνο ένα βιβλίο διακρίνεται για τη δεξιοτεχνική απόδοση της Πρώιμης Σάμου σε όλο το μεγαλείο της δόξας της – εκείνο του Καθηγητή Graham Shipley, Ιστορία της Σάμου, 800-188 π.Χ.

Naoíse Mac Sweeney

Με χαρά πληροφορήθηκα την τόσο σπουδαία αυτή έκδοση, απ’ την Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Σάμου.

O Graham Shipley, καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Leicester, έχει κι άλλες εξαιρετικές εκδόσεις σχετικές με τη χώρα μας, στο ενεργητικό του.

Το συγκεκριμένο βιβλίο που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1987 (απ’ την Oxford University Press), μεταφράστηκε τώρα στα ελληνικά απ’ τον Δημήτρη Πυργιώτη.

Αναζητήστε το.

Παρουσίαση βιβλίου: «Εκπνοή» του Ted Chiang

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, το διάβασα το καλοκαίρι που μας πέρασε και το θεωρώ αναμφίβολα απ’ τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς. Ο συγγραφέας του Ted Chiang, είναι απ’ τους πιο σπουδαίους εν ζωή εκπροσώπους του είδους που προσδιορίζουμε ως επιστημονική φαντασία, με ένα σημαντικότατο κατά τη γνώμη μου προβάδισμα: όσα επινοεί μπορούν πράγματι να συμβούν στο -όχι μακρινό- μέλλον μας. Δεν προσεγγίζει, με φιλοσοφική διάθεση πάντα, άπιαστα δηλαδή ενδεχόμενα, αλλά πιθανότητες που για όσ@ παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στο χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, θα είναι γεγονότα σε μερικές δεκαετίες.

«(…) Ο πολυβραβευμένος Chiang», όπως αναφέρει το δελτίο τύπου των εκδόσεων Ίκαρος, απ όπου κυκλοφορεί τι βιβλίο, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, «εξερευνά σε εκπληκτικό βάθος οικεία ερωτήματα, που απασχολούν τον άνθρωπο εδώ και αιώνες: Μπορούμε άραγε να ταξιδέψουμε στον χρόνο; Έχει ο άνθρωπος πραγματικά ελεύθερη βούληση; Πώς επηρεάζει η μνήμη και η ανάμνηση αυτό που είμαστε; Ποια πλάσματα θεωρούνται έμβια; Ή ακόμη τι θα συνέβαινε αν ήμασταν σε θέση να παρακολουθήσουμε εναλλακτικές εκδοχές της ζωής μας

Κι η ενασχόληση με κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα, φτάνει ως την Ψυχολογία. Γιατί αυτή η επιστήμη ασχολείται επίσης με τη Μνήμη (πολλές μελέτες έχουν γίνει για παράδειγμα σχετικά με τις αλλοιώσεις της μνήμης, τις ψευδείς αναμνήσεις, κτλ), φυσικά με τη Βούληση κ.ο.κ. Έτσι, απ’ αυτό το πρίσμα, ήταν επόμενο το να ξεχωρίσω το διήγημα που τιτλοφορείται: «Η αλήθεια των δεδομένων, η αλήθεια του συναισθήματος». Κι υπάρχει ένα σημείο, στην σελίδα 272 (διαβάστε την πρώτη και δεύτερη παράγραφο και θα καταλάβετε) , όπου ο Ted Chiang, θέτει κι ένα ακόμη ερώτημα: τι θα γινόταν αν όλ@ μας θυμόμασταν τα πάντα, όπως έγιναν και τι θα συνέβαινε τότε στην αίσθηση του εαυτού μας; Ποια η αξία άραγε, μιας τέλειας ανάμνησης; Μήπως αν λείψουν αυτές οι αλλοιώσεις της μνήμης, που ανέφερα, κάτι άλλο θα διαρραγεί; Ας το σκεφτούμε (διαβάζοντας κι όσα γράφει στην σελίδα 296 στην τρίτη παράγραφο).

Αν λάβουμε υπόψη δε και τη σύγκλιση κβαντικής φυσικής και ψυχολογίας που συζητιέται τις τελευταίες δεκαετίες, γίνεται ακόμη πιο κατανοητό το γιατί βρήκα συναρπαστικό ακολούθως, το διήγημα «Η αγωνία είναι ο ίλιγγος της ελευθερίας».

Παρακολούθησα επίσης συζητήσεις όπως αυτή, όπου συμμετείχε ο συγγραφέας και διευκρίνισε πόσο διαφορετική είναι η στατιστική κι οι αλγόριθμοι απ’ αυτό που ονομάζουμε τεχνητή νοημοσύνη. Προσθέστε και την αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για το σύμπαν (τα της Μεγάλης Σιγής, να γράψω με την ευκαιρία, ότι τα εξηγεί εδώ θαυμάσια ένα απ’ τα blog που διαβάζω), τις νέες τεχνολογίες και θα έχετε όλη την εικόνα. Κάποι@ άλλωστε, θα θυμάστε σίγουρα ότι στο δεύτερο βιβλίο μου («Η σκόνη των άστρων»), υπήρχαν αναφορές στην ELIZA, ένα πρόγραμμα που μιμούνταν ψυχοθεραπεύτρια ανθρωπιστικής κατεύθυνσης και στις σημειώσεις μου τότε, ανέφερα πολλά για την Artificial Intelligence. Ας μην επεκταθώ άλλο, όμως. Είμαι βέβαιη ότι καταλάβατε τα δικά μου κίνητρα.

Ας πάμε λοιπόν σ’ ένα συγκεκριμένο διήγημα του βιβλίου, τώρα, που έχει ιδιαίτερη σημασία για ‘μας τις/τους ψυχολόγους κι είναι το: «Η αυτόματη νταντά του Ντέισι». Σ’ αυτό ο συγγραφέας περιγράφει μια μηχανή, όπως θα καταλάβατε, που είχε σχεδιαστεί υποτίθεται για τη φροντίδα των βρεφών και διέθετε προγράμματα για λίκνισμα και τάισμα. Η Αυτόματη Νταντά (φανταστικό τεχνούργημα, σας θυμίζω), βγήκε προς πώληση το Μάρτιο του 1901 και τι συνέβη στη συνέχεια, θα το μάθετε διαβάζοντας το βιβλίο.

Γιατί άραγε έγραψα ότι έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ψυχολογία; Για να εξηγήσω ώστε να καταλάβετε όλ@, άσχετα απ’ το αν έχετε σχετικές γνώσεις ή όχι… Ο λόγος λοιπόν είναι το ότι η πλοκή του μας θυμίζει τις απόψεις του Τζον Μ. Ουότσον (John Broadus Watson ή Γουάτσον, όπως συνήθως αναφέρεται στα ελληνικά) συμπεριφορικού ψυχολόγου, που πίστευε ότι «η μητρική αγάπη είναι επικίνδυνο όργανο» κι απέτρεπε τους γονείς απ’ το να χαϊδεύουν τα παιδιά τους και να τους δείχνουν στοργή. Αν και θεωρούσε τότε ότι είχε δίκιο, όλα τα δικά του παιδιά (είχε τέσσερα, δύο από κάθε γάμο του) υπέφεραν από κατάθλιψη ως ενήλικες, έκαναν απόπειρες, όπως η Mary/Polly κι ένα τελικά, ο William, αυτοκτόνησε. Όπως αντιλαμβάνεστε, πάντα πρέπει να φιλτράρετε όσα ακούτε απ’ τους ειδικούς, αφού κανείς μας δεν είναι αλάθητος.

Κι επίσης, δευτερευόντως, το συγκεκριμένο διήγημα, έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο: επειδή μας θυμίζει ένα μύθο, απ’ αυτούς που εξακολουθούν να κυκλοφορούν, ότι δηλαδή η κόρη του συμπεριφοριστή ψυχολόγου Μπάροουζ Φρέντερικ Σκίνερ (Burrhus Frederic Skinner), μεγάλωσε με ψυχολογικό τραύμα κι αυτοκτόνησε, αφού κατά κάποιο τρόπο έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι ο πατέρας της την χρησιμοποιούσε ως πειραματόζωο, για να τη μελετήσει, κοιμίζοντας την σ’ ένα ειδικά σχεδιασμένο «κουτί» και τοποθετώντας την σε κατασκευές ανάλογες μ’ αυτές που έβαζε ποντίκια και περιστέρια για να την παρακολουθήσει κτλ. Η Ντέμπορα Σκίνερ Μπουζάν (Deborah Skinner Buzan) όμως, είναι ζωντανή, δηλώνει υγιέστατη κι έγραψε μάλιστα ένα βιβλίο, για να διαφυλάξει τη μνήμη του πατέρα της και να ξεκαθαρίσει τα γεγονότα. Αποτιμά επίσης, ως θετική εμπειρία την παραμονή της σ’ αυτό το «κουτί».

Σίγουρα, καταλάβατε πια, γιατί το βιβλίο του Chiang, μας ενδιαφέρει πολύ, έτσι; Αφού ολοκληρώνεται λοιπόν, κάπου εδώ αυτή η ανάρτηση, να γράψω κι ότι η πιο παραμυθένια ιστορία είναι για μένα, η πρώτη: «Ο έμπορος και η πύλη του αλχημιστή». Κι αυτή βέβαια, είναι εξίσου φιλοσοφημένη. Γενικώς, είναι ένα βιβλίο που αξίζει οπωσδήποτε να διαβάσετε και μετράω στα συν του συγγραφέα, το ότι αναφέρει στο τέλος καθέναν απ’ τον οποίο εμπνεύστηκε για να γράψει, καθετί που τον παρακίνησε, γεγονός που δε βλέπουμε καθόλου συχνά να συμβαίνει. Παράδειγμα συγγραφικού ήθους σε μια εποχή που βρίθει λογοκλοπών, αντιγραφών και … «παραλλαγών» παντός είδους.

Καλή σας ανάγνωση.

Συζητώντας με το Νίκο Λάιο για τις «Μαύρες Ρίζες»

Όταν πληροφορήθηκα τα της έκδοσης αυτής της τόσο σημαντικής ποιητικής συλλογής, αντί να σας μεταφέρω απλά τις λεπτομέρειες απ’ το δελτίο τύπου, σκέφτηκα να πάω ένα βήμα παραπέρα και να ρωτήσω το μεταφραστή του βιβλίου, κοινωνικό ανθρωπολόγο, Νίκο Λάιο, μερικά πράγματα. Ο ίδιος άλλωστε έκανε και την ανθολόγηση των ποιημάτων κι έχει σημασία να καταλάβουμε το πώς. Του έστειλα λοιπόν τις ερωτήσεις μου (έχουμε ξαναμιλήσει εξ’ ου κι ο ενικός), πρόθυμα ανταποκρίθηκε και τον ευχαριστώ, κι έτσι σήμερα θα διαβάσετε τις δικές του απαντήσεις. Η γεωγραφική απόσταση μπορεί να μη μας επέτρεψε να τα συζητήσουμε όλα αυτά από κοντά, αλλά έστω και μέσω μηνυμάτων, έγινε μια κουβέντα με ουσία (αυτό αισθάνθηκα, αντιλαμβανόμενη τις συνδέσεις που έκανε μ’ αφορμή την πρώτη και την τρίτη ερώτηση), γεγονός που με χαροποιεί πολύ. Φυσικά, θα επανέλθω στο θέμα για να γράψω κι εγώ τη γνώμη μου για το βιβλίο που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Στοχαστής» και την εισαγωγή του οποίου υπογράφει ο Στέλιος Ελληνιάδης.

Μέχρι να γίνει αυτό όμως, διαβάστε τι μου απάντησε, στην ακόλουθη «συνομιλία» μας:

α) Πώς και ασχολήθηκες με τα συγκεκριμένα ποιήματα (ποια η αφετηρία, το κίνητρο κτλ);

Απ’ όταν ήμουν έφηβος ακούω μπλουζ, μου αρέσουνε πολύ, ειδικά τα επαρχιώτικα μπλουζ. Είμαι επαρχιώτης κι εγώ, κάπου βρίσκουν και χτυπάνε καλά μέσα μου κι ας υπάρχει η απόσταση του χρόνου, του τόπου και τα λοιπά. Εν πάση περιπτώσει, έχουν μια διάσταση μουσική και μια διάσταση ποιητική τα μπλουζ – διαστάσεις αξεδιάλυτες μεταξύ τους, αλλά υπαρκτές σαν διαστάσεις. Από κει, απ’ τη γραμμή της ποίησης, της λαϊκής ποίησης, βρέθηκα κάπως, κάποια στιγμή να σκαλίζω και τους «καθωσπρέπει» μαύρους ποιητές των Η.Π.Α. Γιατί κάποιοι τους είχαν μπλεχτεί γερά με τις λαϊκές ποιητικές φόρμες – ήταν η εποχή τέτοια, τους ωθούσαν και οι προσωπικές τους ιστορίες, να μην επεκτείνομαι.

Η ουσία είναι ότι μου άρεσαν πολύ αυτά που βρήκα σ’ αυτές τις πιο κυριλέ, ας πούμε, γωνιές. Κι όλο απ’ τον έναν στον άλλον ποιητή. Και ύστερα, συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν και αξιόλογες μαύρες ποιήτριες, γυναίκες. Έψαξα βιογραφικά στοιχεία, βρήκα προσωπικές ιστορίες που με διακίνησαν και, τέλος πάντων, ανοίχτηκε μπρος μου κόσμος ολόκληρος, πολύ λίγο φωτισμένος στη χώρα μας. Ένα κομμάτι του, κάποια κομμάτια του, θέλησα να φέρω λιγάκι στο φως. Έπιασα το νήμα απ’ τον Μεσοπόλεμο, το περισσότερο επειδή στην περίοδο αυτή σημειώθηκε μια «έκρηξη» της μαύρης καλλιτεχνικής δημιουργίας στις Η.Π.Α., είναι περίοδος-κόμβος και απ’ αυτή την άποψη.

β) Αντιμετώπισες μεταφραστικές δυσκολίες (που υποθέτω θα υπήρχαν κάποιες);

Πολλές δυσκολίες, που χοντρικά είχαν να κάνουν με την προσπάθεια να μένω όσο μπορώ πιο κοντά στα πρωτότυπα, όσον αφορά λεκτικό, νόημα, πνεύμα, στυλ και, παράλληλα, να αποδίδω στην «καθ’ ημάς» μελωδικότητα, ρυθμούς, ομοιοκαταληξίες, παρηχήσεις, όπου υπήρχαν. «Τα ήθελα όλα», δηλαδή. Δούλεψα έτσι μέχρι τέλους, με τον πήχη τόσο ψηλά. Για τα δεδομένα τα δικά μου, πολύ ψηλά. Πιστεύω πως κάτι κατάφερα. Το τι και πόσο, θα το κρίνει ο κόσμος.

γ) Τι αποκόμισες απ’ αυτό το εγχείρημα;

Πας σε βάθη πολύ ανθρώπινα. Ένα πράγμα, που μου έρχεται να σου πω, είναι ότι βγαίνω απ’ τη στράτα αυτή με βαθύτερη την αντίληψη της γλώσσας της δικιάς μας, των τρόπων των δικών μας, του κόσμου του δικού μας.

Για παράδειγμα, για να ξεπεραστούν τα εμπόδια, που είπαμε πριν ότι μπαίνουν σε ένα εγχείρημα μεταφραστικό, η βοήθεια ήρθε απ’ τους παππούδες μου και τις γιαγιάδες μου, που είναι χρόνια συγχωρεμένοι. Και από άλλων τους παππούδες και τις γιαγιάδες, που τους άκουγα παιδί να λένε ιστορίες, παραμύθια και τέτοια, μιλώντας τη ρουμελιώτικη διάλεκτο και τις ντοπιολαλιές των χωριών της Φωκίδας. Ήτανε άνθρωποι αγρότες, τσοπάνηδες, εργάτες που δεν είχαν βγάλει το Δημοτικό. Και μιλούσανε σε μια γλώσσα τόσο ποιητική, χωρίς να καμώνονται τους ποιητές.

Πρόσεξε: Δεν τους επικαλέστηκα. Ήρθανε και με βρήκαν από μόνοι τους, ήρθανε σαν απαντήσεις στα ερωτήματα, σαν λύσεις στα προβλήματα. Ήρθανε από φυσικού τους, γιατί πάντα έρχονται, πάντα πηγαίνουν.

Και να πούμε ότι τη γλώσσα αυτή ακόμα τη μιλάνε έτσι κάποιοι, κάποιες. Άνθρωποι της ηλικίας μου και μικρότεροι από εμένα. Τους θαυμάζω, είναι οι οδηγοί μου με σάρκα και οστά, μπορεί και οδηγοί μιας πολιτισμικής συνθήκης ολόκληρης, που δεν λέει να ψοφήσει κάτω από καμιά μπότα.

Κάπου εκεί, μάλλον, βρίσκεται κι ένας ουσιαστικός τόπος συνάντησης της γλώσσας αυτής, που συζητάμε, με τη γλώσσα των πρωτότυπων ποιημάτων, που μετάφρασα – δηλαδή σε αυτό το διαφορετικής όψης μεν, ίδιας κόψης δε αντιστασιακό πνεύμα, αυτό το περήφανο πνεύμα, που λέει «κοίτα με, μπότα, κακό ψόφο δεν έχω!»

Νέες κυκλοφορίες: «Every body» της Olivia Laing- Ένα βιβλίο μ’ επίκεντρο τον Βίλχελμ Ράιχ και το Σώμα – Μέρος ΙI

Να που ήρθε η ώρα να συνεχιστεί αυτή η ανάρτηση, για το πολύ ενδιαφέρον, όπως φαίνεται, βιβλίο της Olivia Laing (που όπως θα δείτε στο βιογραφικό της που υπάρχει στο σύνδεσμο με τ’ ονοματεπώνυμό της έχει γράψει κι άλλα, διαφορετικού είδους μάλιστα, βιβλία -και πολύ μου αρέσει αυτό-, αρθρογραφεί επίσης, την ενδιαφέρει η τέχνη και δηλώνει non-binary άτομο). Το συγκεκριμένο πάντως, του οποίου το εξώφυλλο βλέπετε παραπάνω, έφερε ξανά στο προσκήνιο το Βιλχελμ Ράιχ και το έργο του. Σήμερα λοιπόν, αφού πια ξέρετε (ή θυμηθήκατε) τα πάντα για κείνον θα παρακολουθήσουμε μαζί τη συνέχεια της ιστορίας. Αφορά λοιπόν το σώμα αυτή η έκδοση, αλλά η συγγραφέας παρακάμπτει τα παραδοσιακά σημεία ενδιαφέροντος σχετικά μ’ αυτό, όπως η υγεία ή η εμφάνιση κι ασχολείται με κάτι άλλο. Με τι; Θα μάθουμε. Ας ξεκινήσουμε όμως, με το πώς σκέφτηκε να το γράψει, πρώτα.

Όπως διάβασα λοιπόν εδώ, στο άρθρο της Katy Waldman «(…) η Laing, η οποία ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης του 2015, σημειώνει ότι παρακινήθηκε από τον COVID-19 και το κίνημα για την αστυνομική μεταρρύθμιση· ο υπότιτλος του βιβλίου της είναι «A Book About Freedom» (…) Και μέσω «μιας σχεδόν ονειρικής, μεταθετικής λογικής (οδηγούμαστε) από το σώμα ως φυλακή, στο σώμα στη φυλακή, σε μάζες σωμάτων στη φυλακή έως μάζες σωμάτων σε διαμαρτυρία. Στο τέλος, απελευθερωνόμαστε σε μια νότα που είναι είτε ουτοπική είτε στεγνά ειρωνική. «Το ελεύθερο σώμα», γράφει η Laing. «Τι όμορφη ιδέα». Ασχολείται λοιπόν, με την επιθυμία να αξιοποιήσουμε τα σώματά μας, να τα χαρούμε και να τα ευχαριστήσουμε.

Έχει νόημα, όμως, άραγε, ν’ αφηγείται το σώμα; Μεταφέρει τα χαρακτηριστικά της συνείδησής του μέσα του; Ενδιαφέρει πολύ τη Laing και αυτό. Ασχολείται μεταξύ άλλων, με δύο πρόσωπα, με την Kathy Acker (Κάθι Άκερ), η οποία πέθανε, στα πενήντα της, από καρκίνο που προσπάθησε να θεραπεύσει η ίδια μέσω ψυχοθεραπευτικών τεχνικών και με την Susan Sontag (Σούζαν Σόνταγκ), που έλαβε τη δική της διάγνωση καρκίνου, το 1975, κι ακολούθησε τιμωρητικά επιθετικές θεραπείες, σαν να προσπαθούσε να επιστρέψει στην υγεία της. Ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε το σώμα τους απ’ τις ίδιες και το περιβάλλον, κάνει τη συγγραφέα να διατυπώνει τις δικές της απόψεις. Κι ο ο Βιεννέζος ψυχαναλυτής για τον οποίο τόσα έγραψα στην πρώτη αυτή ανάρτηση, ο Ράιχ, που βρίσκεται σ’ αυτό το πόνημα, θ’ αναρωτηθείτε ; Μα εκείνος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του «Everybody».

Εκείνος που πίστευε ότι οι ασθενείς του, ειδικά αυτοί «(…) της εργατικής τάξης, «κουβαλούσαν τις προηγούμενες εμπειρίες τους γύρω στο σώμα τους, αποθηκεύοντας τον συναισθηματικό τους πόνο ως ένα είδος έντασης», που ονόμασε «πανοπλία χαρακτήρων». Η θεραπεία θα μπορούσε να βοηθήσει, όπως και ο μαρξισμός, αλλά αυτό που πραγματικά χρειαζόταν, σκέφτηκε ο Ράιχ, ήταν μια επανάσταση στο σεξ, το απελευθερωτικό δυναμικό του οποίου είχε παραμορφωθεί από ένα εξορυκτικό οικονομικό σύστημα ...» Για τη Laing, επομένως, όπως αναφέρεται εδώ στο άρθρο του Josh Cohen, «(…) η υπέρτατη ενόρασή του – ότι η αληθινή πηγή της δύναμης του σώματος είναι η ευπάθεια που προτιμούμε να κρύψουμε – δεν ήταν ποτέ πιο έγκυρη. Κλείνοντας την ευαλωτότητά μας, εμποδίζουμε την πρόσβαση σε όλο το φάσμα των συναισθημάτων μας, προκαλώντας το είδος της μηχανιστικής συμμόρφωσης που ευνοεί ο φασισμός».

Μόνο που κι ο ίδιος ο Ράιχ, όπως μας θυμίζει ο συγγραφέας του προαναφερόμενου άρθρου, αυτοαναιρέθηκε με πολλούς τρόπους: «(…) Καθώς γερνούσε, έπεσε θήραμα της ψευδο-ιατρικής ηθικοποίησης, αποδίδοντας την ασθένεια στα μπλοκαρίσματα της οργονικής ενέργειας στο βιβλίο του The Cancer Biopathy το 1948, ενώ ανησυχούσε στο People in Trouble του 1953 για «βιολογικά εκφυλισμένες» μορφές σεξουαλικότητας. Προς το τέλος της ζωής του, απέρριψε τον Άλεν Γκίνσμπεργκ για θεραπεία επειδή ήταν ομοφυλόφιλος…» Έτσι δε γίνεται όμως συνήθως; Έχουμε λαμπρές στιγμές κι απείρως σκοτεινές, στη ζωή μας. Ας δούμε και σε ποιους άλλους αναφέρεται το βιβλίο…

Στο βιβλίο επίσης, γίνεται μια αναμενόμενη, θεωρώ, αναφορά στο Marquis de Sade (Μαρκήσιος Ντε Σαντ) σε συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου. Αλλά και σε εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως η Agnes Martin, ο Philip Guston, κ.α. Και εντέλει γίνεται μια πολιτική σύνδεση με τη λειτουργία των σωμάτων σε καταστάσεις πειθαρχίας κι ελευθερίας (κάθε κίνηση για την απελευθέρωση του σώματος, σημαδεύεται με κάποιο τρόπο από το περιοριστικό καθεστώς απ’ το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει, τα κράτη και οι θεσμοί δηλαδή, παρακολουθούν πολύ προσεκτικά το σώμα), με τα κινήματα διαμαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένου του Black Lives Matter κτλ.

Πιο συγκεκριμένα στο δελτίο τύπου αναφέρονται τα εξής για το βιβλίο: «Το σώμα είναι πηγή ευχαρίστησης και πόνου, ταυτόχρονα απελπιστικά ευάλωτο και λαμπερό από δύναμη. Σε μια στιγμή που τα βασικά δικαιώματα τίθενται ξανά σε κίνδυνο, η Olivia Laing διεξάγει μια εκθαμβωτική έρευνα για το σώμα και τις ματαιώσεις (δυσαρέσκειές) του, χρησιμοποιώντας τη ζωή του αποστάτη ψυχαναλυτή Wilhelm Reich για να χαράξει μια τολμηρή πορεία μέσα από τον μακρό αγώνα για σωματική ελευθερία. Αντλώντας απ’ τις δικές της εμπειρίες σε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες και την εναλλακτική ιατρική, και ταξιδεύοντας από τη Βαϊμάρη του Βερολίνου, στις φυλακές της Αμερικής της εποχής του Μακάρθι, παλεύει με μερικές από τις πιο συναρπαστικές φιγούρες του περασμένου αιώνα, μεταξύ των οποίων οι Nina Simone, Andrea Dworkin, Sigmund Freud, Susan Sontag και Malcolm X. Παρά τα πολλά βάρη του, το σώμα παραμένει πηγή δύναμης, ακόμη και σε μια εποχή τόσο τεχνολογική όσο η δική μας. Όλα είναι μια εξέταση των δυνάμεων που οργανώνονται ενάντια στην ελευθερία και μια γιορτή για το πώς τα συνηθισμένα ανθρώπινα σώματα μπορούν να αντισταθούν στην καταπίεση και να αναδιαμορφώσουν τον κόσμο».

Στα άρθρα, τα οποία αναφέρω και χρησιμοποίησα ως πηγές, αναφέρονται τόσο θετικές όσο κι αρνητικές κριτικές. Όπως υπογραμμίζω ωστόσο συνήθως, το καλύτερο είναι να βγάζετε πάντα τα δικά σας συμπεράσματα. Διαβάστε το, αν φυσικά σας ενδιαφέρουν όσα πραγματεύεται και κρίνετε μόν@ σας.-

Το νέο βιβλίο του Τέου Ρόμβου: «Ακολουθήστε τες»

«Τα χιλιάδες ερημονήσια του Αιγαίου δίνουν την ευκαιρία στο σημερινό ανθρωποειδές των μεγαλουπόλεων να συρθεί έξω από τον πρωτογονισμό της μεγάλης σπηλιάς, όπου ζει, και ξεπερνώντας τον τρόμο του να βρεθεί μόνος μες στη φύση και να ξαναγοητευτεί απ’ αυτήν. Και τριγυρίζοντας κι αποθαυμάζοντας το τοπίο χίλιες δυο σκέψεις αρχίζουν να σπινθηρίζουν στο μυαλό, ενώ οι επιθυμίες και τα απραγματοποίητα όνειρα ζητούν την πραγμάτωσή τους…

Κατά κάποιο τρόπο, όλα φαίνονται να συγκλίνουν στο ότι ο παράδεισος με κατοίκους την Εύα και τον Αδάμ σ΄ ένα τέτοιο ερημονήσι έλαβε χώρα. Γιατί εδώ ξεδιπλώνεται ο μη τόπος, η ουτοπία…

Εάν, λοιπόν, αποφασίσουν να ταξιδέψουν εδώ εκείνες οι γυναίκες που είναι φτιαγμένες από την πάστα της προσφοράς και της δοτικότητας, θα τις ακολουθήσουν και οι άντρες. Γιατί αυτές οι ακατοίκητες βραχονησίδες ανήκουν σε όλα τα περαστικά πλάσματα που θέλουν να ξαποστάσουν, να περιεργαστούν και να ανακαλύψουν, να καταλάβουν, να κατανοήσουν πώς ξεκινάει η ζωή, μιας και όλα συνηγορούν στο ότι αυτές οι ακατοίκητες νησίδες ανήκουν στα φυτά, στα μεταναστευτικά πουλιά και σε όσους ελεύθερους κι απάτριδες θελήσουν να τις κατοικήσουν για λίγο ή για πάντα…

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΕΣ ΛΟΙΠΟΝ…»

Το νέο βιβλίο του Τέου Ρόμβου, κυκλοφορεί απ’ τις Εκδόσεις Opportuna αλλά είναι διαθέσιμο και στον ιστότοπο του συγγραφέα, δηλαδή εδώ, όπου και μπορείτε να το διαβάσετε ελεύθερα ή να το κατεβάσετε.

«Λογοτέχνες με Ψυχική Νόσο και Εγκλεισμό»: το νέο βιβλίο του Γεράσιμου Α. Ρηγάτου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το νέο βιβλίο του πολυγραφότατου Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεράσιμου Α. Ρηγάτου, με τον τίτλο «Λογοτέχνες με Ψυχική Νόσο και Εγκλεισμό», κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις «Βήτα», τον Οκτώβριο. Πρόσφατα το διάβασα και σήμερα γράφω γι’ αυτό.

Περιλαμβάνει περιγραφές περιπτώσεων, δηλαδή πιο συγκεκριμένα αναλύει τα όσα συνέβησαν στις ζωές των: Γεωργίου Βιζυηνού, Γεράσιμου Βώκου, Γιώργη Ζάρκου, Μιχαήλ Μητσάκη και Ρώμου Φιλύρα. Ο πολυβραβευμένος γλύπτης Θεόδωρος Παπαγιάννης, Ομότιμος Καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, φιλοτέχνησε τα σκίτσα των πέντε αυτών λογοτεχνών, που κοσμούν και συμπληρώνουν την έκδοση, όπως αναφέρει κι ο συγγραφέας στο σύντομο σημείωμα που παραθέτει αντί προλόγου.

Η συνθετική δουλειά του κυρίου Ρηγάτου, φωτίζει πολύπλευρα τα γεγονότα που οδήγησαν στην κλιμάκωση των κρίσεών τους, στον εγκλεισμό και στο θάνατο αυτών των ανθρώπων είτε εντός των ψυχιατρείων, είτε εκτός αυτών. Δίνει εμπεριστατωμένα στοιχεία επιπλέον για τα έτερα εμπλεκόμενα πρόσωπα, για το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα της εποχής και το ιστορικό πλαίσιο, αποσαφηνίζει ανακρίβειες χρησιμοποιώντας πολλές πηγές και κάνοντας τις απαραίτητες διασταυρώσεις, μας δίνει έτσι ολοκληρωμένα πορτρέτα των συγκεκριμένων λογοτεχνών.

Η ψυχίατρος, Κατερίνα Μάτσα, κάνει επίσης στην παρούσα έκδοση, ένα μικρό σχόλιο για τον όρο «anticipation», σχετικά με την περίπτωση του Γεωργίου Βιζυηνού (που ταιριάζει και με όσα βίωσε ο Μιχαήλ Μητσάκης), ο οποίος εκτός απ’ την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία δίδαξε ψυχολογία κι έγραψε σχετικό βιβλίο. Στα «Τετράδια Ψυχιατρικής» άλλωστε διαβάσαμε στο παρελθόν κάποια απ’ τα κείμενα του συγγραφέα, που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό το βιβλίο.

Δεν είναι η πρώτη φορά λοιπόν, που το ενδιαφέρον του στρέφεται σε τέτοια θέματα κι έτσι θεωρώ χρήσιμο να γνωρίζετε πως απ’ τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί (πέραν των άλλων βιβλίων του με ψυχιατρικό ενδιαφέρον που δυστυχώς έχουν εξαντληθεί), και το σχετικό βιβλίο του με τίτλο: «Βαδίζοντας προς την τρέλα – Περιγραφές από τη λογοτεχνία με προθέσεις κοινωνικής παρέμβασης».

Για μένα, η ανάγνωση της παρούσας έκδοσης, ήταν σαν επιστροφή σε τόπο γνώριμο, αφενός επειδή κι εδώ έχω δημοσιεύει κείμενα για κάποιους απ’ αυτούς τους λογοτέχνες κι αφετέρου επειδή έχω διαβάσει και το βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού για το Δρομοκαΐτειο, το οποίο αναφέρει κι ο κύριος Ρηγάτος ως σημαντική πηγή για πληροφορίες σχετικά με το Ρώμο Φιλύρα (που όσ@ έρχεστε εδώ ξέρετε ότι μ’ έχει απασχολήσει αρκετά η παρουσία του στα ελληνικά γράμματα).

Δε θα μπορούσα επομένως, να κάνω αλλιώς κι εύλογα σας προτείνω αυτό το, επιπλέον, ευκολοδιάβαστο, και τόσο χρήσιμο βιβλίο. Κάθε επιτυχία εύχομαι, στο συγγραφέα του.