Προβολή Ντοκιμαντέρ: «Πάρτε τα χάπια σας» απ’ την Κατάληψη «Παπουτσάδικο» – Πέμπτη 17 Οκτώβρη 2019 στις 9 μ.μ.

Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ.

Advertisements

«Ακούω Φωνές»: Ντοκιμαντέρ του Anja Krug-Metzinger

Την περασμένη Δευτέρα, 29 Μαΐου προβλήθηκε απ’ την ΕΡΤ3 το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του Anja Krug-Metzinger «Ακούω Φωνές» που γυρίστηκε το 2015 (ο πρωτότυπος τίτλος είναι«Stimmen im Kopf»). Παρακολουθώντας το λοιπόν είδα ξανά ανθρώπους όπως η Eleanore Longden, που μπορείτε να την δείτε κι εσείς να μιλάει επίσης σ’ αυτόν τον σύνδεσμο (η ομιλία της είναι μεταφρασμένη στα ελληνικά) κι αποφάσισα να το ψάξω, ώστε αν υπάρχει ολόκληρο να το μοιραστώ μαζί σας.

Το βρήκα όντως, με αγγλικούς υπότιτλους μεν, αλλά καθώς σ’ αυτό το blog έχουν αναρτηθεί εδώ κι εδώ κι εδώ άρθρα που εξηγούν τι συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως κι άλλα κείμενα για το Ελληνικό Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές, θεώρησα χρήσιμο να σας το προτείνω συμπληρωματικά με τις υπάρχουσες πληροφορίες, μιας και δεν πιστεύω ότι θα έχετε πρόβλημα με την γλώσσα.

Η κυρίαρχη ψυχιατρική βέβαια χρησιμοποιεί τον όρο «ακουστικές ψευδαισθήσεις» όμως ξέρουμε εδώ κι αρκετά χρόνια ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Μπαίνει στις ετικέτες μου μόνο και μόνο, για να είναι πιο εύκολο να βρουν όσες, όσοι ψάχνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο ίντερνετ τις τόσο χρήσιμες αυτές πληροφορίες.

Εδώ θα βρείτε επίσης τον ιστότοπο του σκηνοθέτη, στον οποίο αναφέρονται αρκετά στοιχεία που υπάρχουν και στο βιβλίο που κυκλοφορεί στη χώρα μας κι αξίζει να το διαβάσετε, με τίτλο «Ζώντας με Φωνές: 50 ιστορίες ανάρρωσης«. Θα μάθετε έτσι ότι οι Φωνές έχουν νόημα κι ότι επίσης είναι κάτι διαχειρίσιμο πια, σε αντίθεση με το τι πίστευαν κάποτε οι ειδικοί. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο απ’ όλα.-

.

“Ψυχιατρική: το μεγάλο ναυάγιο”: Ντοκιμαντέρ για την κατάσταση των ψυχικά πασχόντων στη Γαλλία

Μ’ αυτόν τον τίτλο, που εκ των πραγμάτων μας προϊδεάζει για το περιεχόμενό του, προβλήθηκε πριν λίγες μέρες, στις 10 Απριλίου δηλαδή στη Γαλλία, απ’ το κανάλι France 3 στα πλαίσια της εκπομπής «Pièces à conviction», το 95λεπτο ντοκιμαντέρ του Raphaël Tresanini, που χρειάστηκε οκτώ μήνες για να ολοκληρωθεί.

Και δημοσιεύτηκε ένα σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Le Monde, το οποίο έτυχε να μεταφράζω τη βραδιά που καιγόταν η Notre Dame. Τότε ακούσαμε πάλι για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Γαλλία κι οι οποίες επηρεάζουν προφανώς πολλούς τομείς και βεβαίως κι’ αυτόν της υγείας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, 1 στους 3 Γάλλους θα διαγνωστεί κάποια στιγμή στη ζωή του με ψυχική διαταραχή, πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος θα πρέπει ν’ αναλάβει τη φροντίδα αυτών των 2 συνολικά εκατομμυρίων ανθρώπων, το κόστος της οποίας σύμφωνα με υπολογισμούς ανέρχεται στα 80 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η ψυχιατρική όμως κι εκεί είναι ο φτωχός συγγενής του ιατρικού κλάδου, με αποτέλεσμα πολλά άτομα που έχουν πάρει διάγνωση (μεταξύ των οποίων και παιδιά, έφηβοι) να μην μπορούν αντίστοιχα να λάβουν κατάλληλη φροντίδα σε αντίστοιχες δομές και να παραμένουν σπίτι τους, όπου και προσπαθεί όπως όπως να τα φροντίσει η οικογένειά τους.

Οι παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες δηλαδή αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα λειτουργίας κι οι λίστες αναμονής είναι μεγάλες. Και βέβαια ούτε τα CMP (Centre Médico-Psychologique), δηλαδή οι ενδιάμεσες δομές για βραχεία αντιμετώπιση ακόμη και ατόμων που είχαν πάρει διάγνωση σχιζοφρένειας, έμειναν ανεπηρέαστα. O αριθμός τους μάλιστα απ’ το 2016 ως τώρα, μειώνεται σταδιακά.

Προσπαθούν παρ’ όλα αυτά οι ειδικοί εκεί να κρατούν τους πάσχοντες όσο το δυνατόν περισσότερο, αφού τα ψυχιατρεία δεν έχουν κρεβάτια γι’ αυτούς, με αποτέλεσμα όταν τελικά βρίσκεται κάπου κλίνη πολλοί απ’ τους ανθρώπους αυτούς να έχουν χειροτερέψει κι αντί π.χ. να νοσηλευτούν για 15 μέρες, να μένουν έγκλειστοι για 3 μήνες. Ενδεικτικό είναι αυτό που αναφέρεται εδώ: ότι δηλαδή ο αριθμός των κλινών μέσα σε 20 χρόνια έπεσε από 130.000 σε 50.000 χιλιάδες κρεβάτια. Και παράλληλα φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τις κοινοτικές υπηρεσίες.

Έτσι, ορισμένοι πάσχοντες που έχουν εμπλοκές με το νόμο καθώς φέρεται να έχουν διαπράξει εγκλήματα, μπαίνουν σε ειδικές μονάδες ιδρυμάτων υποδοχής για “δύσκολους ασθενείς” (unité pour malade difficile, UMD) που μοιάζουν πολύ με φυλακές, όπως αυτή της Saint-Etienne-du-Rouvray (Seine-Maritime). Εκεί περίπου το 50% των εγκλείστων έχει έρθει αντιμέτωπο με ποινικές ευθύνες.

Φωτογραφία από διαδήλωση συγγενών, χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας κι εργαζομένων στην Amiens

Άλλοι πάλι, «περιθάλπονται» σε νοσοκομεία όπως αυτό της Rennes, στο οποίο διείσδυσε δημοσιογράφος που προσποιήθηκε τον καθαριστή. Εκεί η διακίνηση ναρκωτικών δεν εκπλήσσει κανένα, οι συνθήκες είναι άθλιες, οι καθηλώσεις συνεχείς κι η απομόνωση η καθημερινή, σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι νοσηλευόμενοι (αναφέρεται κι η περίπτωση ανθρώπου που αυτοκτόνησε χρησιμοποιώντας την πυτζάμα του). Κάποιοι είναι κλεισμένοι σε 5 τμ. για χρόνια. Το πρόσχημα της επικινδυνότητας χρησιμοποιείται φυσικά διαρκώς.

Και τέλος ορισμένες, ορισμένοι πάσχοντες “εξάγονται” στο Βέλγιο (μια κοινή πρακτική, η οποία διέπεται από τη συμφωνία-πλαίσιο της Γαλλίας-Βαλλονίας του 2011), όπου η νοσηλεία τους σε αντίστοιχες δομές κοστίζει 180 ευρώ την μέρα, έναντι 30-35 που δαπανά το Βελγικό κράτος για τους δικούς του πάσχοντες.

Όπως καταλαβαίνετε, αυτές οι Βελγικές δομές είναι εξαιρετικά εύρωστες οικονομικά χάρη σ’ αυτές τις “εξαγωγές” ασθενών και προτιμούν οι εκεί ιθύνοντες να παίρνουν μόνο έναν Βέλγο για κάθε δέκα Γάλλους. Τους συμφέρει βέβαια. Κι είναι ν’ αναρωτιέται κανείς πως αφού λεφτά δεν υπάρχουν θεωρητικώς στη Γαλλία, βρίσκονται αυτά τα ποσά.

Μία υπεύθυνη μιας τέτοιας υπό κατασκευήν μάλιστα, Βελγικής δομής (203 είναι διάσπαρτες κατά μήκος των συνόρων), όπου μεταφέρθηκαν έξι ασθενείς απ’ την Αmiens σχολίαζε πως μοιάζει η Γαλλία να μην έχει τίποτα, να είναι είκοσι χρόνια πίσω στον ψυχιατρικό τομέα.

Παντού καταγράφονται ελλείψεις προσωπικού και κλινών και μάλιστα στις 21 του Μάρτη έγινε διαδήλωση για το ζήτημα αυτό στο Παρίσι σε συμβολικό σημείο της πόλης, κοντά στην Pitié-Salpêtrière, όπου βρίσκεται και το άγαλμα του Philippe Pinel.

Αλλά οι περίπου 300-500 διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας καθώς και συγγενείς τους, διαμαρτυρήθηκαν γενικότερα για την εγκατάλειψη που παρατηρείται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και βέβαια τάχτηκαν κατά των καθηλώσεων κάνοντας λόγο για “βάρβαρες πρακτικές”.

Ένας ειδικός φτάνει να δει πάνω από 30 νοσηλευόμενους τη μέρα στους οποίους δεν μπορεί να διαθέσει παρά λίγα λεπτά, επομένως καταλαβαίνετε… Όπως δήλωσε ο Mathieu Bellahsen, εργαζόμενος στο δημόσιο νοσοκομείο Roger-Prévot (Val-d’Oise) και ψυχίατρος με πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, νιώθουν πια οι εργαζόμενοι μια καθημερινή ντροπή επειδή δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ίσως τα προβλήματα να δικαιολογούνται απ’ το γεγονός ότι διπλασιάστηκε ο αριθμός όσων χρειάστηκαν ψυχιατρική φροντίδα τα τελευταία δέκα χρόνια κι απ’ την πλευρά μου θεωρώ πως εδώ πλανάται ένα ερώτημα προς διερεύνηση.

Στη Χάβρη οι εργαζόμενοι έκαναν κατάληψη στη στέγη του ψυχιατρείου προκειμένου να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους

Με τα δικά τους ερωτήματα άλλωστε πορεύονται και τα κινήματα διαμαρτυρίας που πληθαίνουν στη χώρα, όπως ακριβώς το «Perchés», που δραστηριοποιείται στη Havre.

Έφτασαν εκεί να κάνουν μέχρι και κατάληψη στη στέγη του ιδρύματος (δείτε εδώ κι εδώ περισσότερα) για να καλυφτούν κενές θέσεις προσωπικού και στο Rouvray, προχώρησαν ακόμη περισσότερο το περασμένο καλοκαίρι, δηλαδή σε απεργία πείνας ώστε να μπορούν τα ψυχιατρικά νοσοκομεία να λειτουργούν καλύτερα. Τι άλλο να πούμε πιο ενδεικτικό της απελπισίας που επικρατεί;

Μ’ όλα αυτά βέβαια η έμφαση δίνεται στην φαρμακοθεραπεία, στα συμπτώματα δηλαδή της κάθε ψυχιατρικής διαταραχής κι όχι όπως θα έπρεπε στην ιστορία του κάθε ανθρώπου που εισάγεται στο ψυχιατρείο. Υποβαθμίζεται έτσι κι η δουλειά των ψυχολόγων κι επικρατεί η λογιστική λογική.

Που θα οδηγηθεί αυτή η κατάσταση, ρωτούν όλοι οι εμπλεκόμενοι κι αυτό είναι που μένει να δούμε. Σ’ αυτό που επιμένουν όμως κι έχουν δίκιο, είναι πως πρέπει οπωσδήποτε ν’ αμφισβητηθεί αυτή η κουλτούρα του περιορισμού.-

.

.

«Ο συλλέκτης»: μια ταινία που θέτει ερωτήματα για τους έχοντες εξουσία και την «κανονικότητα»

Την ταινία για την οποία σας γράφω σήμερα, την παρακολούθησα κυρίως επειδή έχω δει κι άλλη του ίδιου σκηνοθέτη, του Martin Hampton δηλαδή, με παρόμοιο θέμα: τους παθιασμένους με τη συγκέντρωση ποικίλλων άχρηστων (;) αντικειμένων, ανθρώπους (αυτούς που λέει η κυρίαρχη Ψυχιατρική ότι έχουν το Σύνδρομο Αποθησαύρισης, Hoarding Disorder η αγγλική του ονομασία ή αλλιώς το Σύνδρομο Διογένη) κι έχω γράψει αυτή την ανάρτηση που αξίζει να λάβετε υπόψη. Στη συγκεκριμένη που σας προτείνω τώρα εδώ, βλέπουμε τον Christian, έναν άνθρωπο που ζούσε στην Προβηγκία κι επί 50 χρόνια μάζευε ότι οι άλλοι κάτοικοι πετούσαν.

Έναν ιδιαίτερο «συλλέκτη», σαν κάποιους άλλους που ίσως συμβαίνει να γνωρίζουμε και που συσσωρεύουν γύρω τους πράγματα, που κατά την κοινή γνώμη είναι σκουπίδια (αν κι ο ίδιος έλεγε για παράδειγμα πως βρήκε πάμπολλες φορές ηλεκτρικές συσκευές που λειτουργούσαν ακόμα), σε ποσότητες τέτοιες που τα σπίτια τους κι οι χώροι όπου ζουν να γεμίζουν ασφυκτικά.

Έτσι ήταν και ο Christian. Όλη του η ζωή περιστρεφόταν γύρω απ’ αυτή την δραστηριότητα και θα δείτε πόσο χαρούμενος ήταν στο πρώτο μέρος, για τις «συλλογές» που με κόπο και φαντασία είχε δημιουργήσει. Πόσο ενθουσιάστηκε μια νύχτα που βρήκε ένα παιδικό αυτοκινητάκι με «μάτια».

Ο σκηνοθέτης που έχει σπουδάσει Οπτική Ανθρωπολογία και Αρχιτεκτονική, αποφάσισε να κάνει την ταινία κι εξήγησε τότε το γιατί: «Αυτή η τεράστια συλλογή ψυγείων, τηλεοράσεων, παιχνιδιών, παπουτσιών, βιβλίων κλπ, αντιπροσωπεύει μια αξιοσημείωτη ιστορία των καταναλωτικών συνηθειών της πόλης και θεωρώ ότι αποτελεί εξαιρετικό έργο τέχνης».

Η αλήθεια είναι ότι πετάμε συχνά αντικείμενα που απλώς βαρεθήκαμε και δεν είναι ακριβώς άχρηστα. Η καταναλωτική μανία της εποχής ίσως, φταίει, όπως κι ο σκηνοθέτης επισημαίνει με τον τρόπο του. Κάποια απ’ αυτά τα αντικείμενα λοιπόν, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, κατάφερνε να τα πουλάει αν και δεν ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά.

Φρόντιζε τις γάτες του πολύ τρυφερά και δεν δίσταζε να ξοδέψει γι’ αυτές χρήματα, ενώ ο ίδιος έβρισκε τροφή κυρίως απ’ το δρόμο. Τον βλέπουμε επίσης να περιποιείται και τον εαυτό του, να σαπουνίζεται, να ξυρίζεται κ.α.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν άρδην όταν ο Δήμαρχος της περιοχής Buis les Baronnies αποφάσισε να απαγορέψει στον Christian τις δραστηριότητές του για λόγους δημόσιας υγείας κι άρχισε να τον έχει στο στόχαστρό της η Αστυνομία. Κι έτσι, ο περί ου ο λόγος, έβγαινε μόνο νύχτα πια και κρυφά για να βρει τους «θησαυρούς» του.

Για ένα διάστημα τα κατάφερνε, αλλά στη συνέχεια ο δήμαρχος έκανε το επόμενο βήμα καθώς δέχτηκε παράπονα περιοίκων που ανέφεραν πως υπήρχαν ποντίκια στη περιοχή λόγω των τροφών που εκείνος μάζευε και με τη σύμφωνη γνώμη του νόμιμου κηδεμόνα του αποφάσισαν να μεταφερθεί ο Christian κάπου αλλού, σε ειδικό χώρο φροντίδας, όσο οι κοινωνικές υπηρεσίες θα συντόνιζαν τον καθαρισμό του σπιτιού του.

Εκείνος περιέγραψε το γεγονός ότι του άδειασαν το σπίτι του και του «έκλεψαν» τα πράγματά του σαν καταστροφή, διηγούνταν ότι έχασε 5 κιλά στο διάστημα που βρισκόταν μακριά απ’ το χώρο του κι έλεγε ότι κρυβόταν πια όταν άκουγε θόρυβο αυτοκινήτου, γιατί φοβόταν ποιοι μπορεί να ερχόταν για κείνον. Ήταν πιεσμένος και θλιμμένος, τρομοκρατημένος απ’ τις απειλές του Δημάρχου, αλλά συνέχιζε να κάνει το μόνο πράγμα που τον ευχαριστούσε: να συλλέγει αντικείμενα.

Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν δυστυχώς. Ένα βράδυ οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα του και τον μετέφεραν βιαίως (με ακούσια νοσηλεία δηλαδή) στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Montelimar με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του.

Αυτό έγινε τον Οκτώβριο του 2009 και απ’ αυτό το σημείο αρχίζει το δεύτερο μέρος της ταινίας που αποφάσισε να κάνει ο σκηνοθέτης παρακολουθώντας τον συγκεκριμένο άνθρωπο εκεί. Και θα δείτε πόσο ραγδαία ήταν η αλλαγή της διάθεσής του και πως άρχισε να ρέπει προς την κατάθλιψη.

Αν και στη γενέτειρά του έγινε μια προσπάθεια ώστε να επιστρέψει και να τον φροντίσει η κοινότητα κι αποφασίστηκε να μπει στον οίκο ευγηρίας της περιοχής του αντί του ψυχιατρείου, όπου δεν έπρεπε να βρεθεί εξαρχής, δεν έγινε εφικτό ποτέ αυτό. Μα ούτε ένας δεν σκέφτηκε, αναρωτιόμουν, να του αναθέσει να μαζεύει κάποια πράγματα για το Δήμο π.χ. και να υποστηριχτεί ψυχολογικά κατ’ οίκον, ώστε να μην συμβούν όλ’ αυτά; Προφανώς όχι.

300 κάτοικοι υπέγραψαν ώστε να πάρει εξιτήριο (κι απ’ τα σχόλια θα δείτε πόσο αγαπητός ήταν), αλλά δεν υπήρχε άμεσα διαθέσιμη θέση στο γηροκομείο. Κι έτσι περίμενε και γινόταν όλο και πιο καταθλιπτικός.

Ώσπου πέθανε μετά τη δίμηνη παραμονή του στο Montelimar τον Δεκέμβριο του 2009, από καρδιακό επεισόδιο. Εγώ θα έλεγα με όσα είδα πως πέθανε απ’ τη λύπη του. Απ’ την συντριβή που ένιωθε, όντας αποκομμένος απ’ το οικείο του περιβάλλον και την ενασχόληση που του έδινε λόγο να ζει.

Κι αυτή η ιστορία θα πρέπει να μας κάνει να προβληματιστούμε ως άνθρωποι πρωτίστως, ως ειδικοί ακολούθως αλλά κι ως έχοντες εξουσία εντέλει πάνω στις ζωές των άλλων όπως ο συγκεκριμένος Δήμαρχος.

Επειδή το ν’ αποφασίζουμε τι είναι «κανονικό» και «καλό» και τι όχι (με βάση τα δικά μας κριτήρια, ακόμη κι αν αυτά στηρίζονται σε θεωρητικά «σωστές», «επιστημονικές» αρχές, χωρίς να εξετάζουμε εναλλακτικές λύσεις) για ανθρώπους που έχουν βρει έναν τρόπο να τα βγάζουν πέρα και χωρίς να ενδιαφερόμαστε για την προσωπική τους ιστορία, τις απώλειες που βίωσαν κ.ο.κ., πάντα έχει συνέπειες.

Κι υπάρχουν φορές, όπως αυτή που μπορεί να κάνουμε λάθος και τέτοια λάθη είναι ολέθρια.-

Sonita Alizadeh: Μια νεαρή Αφγανή ακτιβίστρια που ραπάρει με κάθε κόστος

Υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που μου προτάθηκε, όπως και σε μερικούς ακόμη ανθρώπους, να πάω στο Αφγανιστάν. Οι συγκυρίες δεν ήταν με το μέρος μου. Κι έτσι εγώ έμεινα στην Αθήνα κι η Ε., ο Γ. κι ο Γ. πήγαν. Η Ε. γύρισε φέρνοντας μου ένα αναμνηστικό, μας διηγήθηκε διάφορες ιστορίες για τις πίτες με τα παράξενα ..συστατικά που κερνάνε εκεί οι ντόπιοι, για τους φυλάρχους και την επιρροή τους ανά περιοχή και βέβαια μας έδειξε πολλές φωτογραφίες. Δεν ήταν απ’ αυτές που μπορώ να ξεχάσω, οι συγκεκριμένες. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει νόημα να σας γράψω για να καταλάβετε προς τι αυτή η εισαγωγή, είναι πως επειδή δεν πήγα, από τότε διαβάζω σχεδόν ό,τι πέσει στα χέρια μου για τη χώρα, βλέπω σχετικά ντοκιμαντέρ κτλ.

Έτσι λοιπόν, ξέρετε τώρα, γιατί είδα κι αυτό που σας παρουσιάζω, πριν λίγες μέρες. Αλήθεια, μπορείτε να το διανοηθείτε πως υπάρχει ένα κορίτσι που κατάγεται απο ‘κει και ραπάρει, ξέροντας έστω λίγα πράγματα για τη θέση των γυναικών σ’ αυτή τη χώρα; Αν έχετε δει την ταινία «Η πέτρα της υπομονής» που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι (μτφ: Ασπασία Σιγάλα, εκδόσεις “Ψυχογιός”, 2009) ή το είδατε στο θέατρο όταν το ανέβασε ο Γιώργος Νανούρης , σίγουρα θα δυσκολεύεστε να το πιστέψετε. Πολλά πράγματα έγραψε άλλωστε και στο δικό της βιβλίο η Όσνε Σέιρσταντ (δημοσιογράφος και συγγραφέας), που έχει τίτλο «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ» (μτφ: Άννα Παπαφίγκου, εκδόσεις “Κριτική”, 2003.). Στο Αφγανιστάν φαίνεται πως τα κορίτσια δεν είναι αγαπημένα ούτε απ’ τους ίδιους τους τους γονείς. Όχι πως δεν θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά οι περισσότερες μαρτυρίες αυτό δείχνουν:

“Την περίοδο του αρραβώνα μας, δεν ήξερα τίποτα για τους άντρες. Δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή του ζευγαριού. Τίποτα πέρα από τους γονείς μου. Και τι ωραίο παράδειγμα! Το μόνο που ενδιέφερε τον πατέρα μου ήταν τα ορτύκια του, τα ορτύκια του για τους αγώνες. Τον έβλεπα συχνά να φιλάει τα ορτύκια του, αλλά ποτέ τη μητέρα μου ή εμάς τα παιδιά του. Ήμασταν επτά. Επτά κορίτσια χωρίς στοργή”, γράφει για την ηρωίδα του ο Ατίκ Ραχίμι που προανέφερα.

Τα ορτύκια τυγχάνουν μεγάλης προσοχής καθώς οι ορτυκομαχίες που ήταν απαγορευμένες απ’ τους Ταλιμπάν για μια πενταετία, επιτράπηκαν ξανά κι  έτσι όπως γράφει η Όσνε Σέιρσταντ οι ενδιαφερόμενοι «μπορούν τώρα ν’ απολαύσουν και πάλι το πάθος τους, να παρακολουθούν δυο πουλιά να ραμφίζουν το ένα το άλλο μέχρι θανάτου». Όσο για τα κορίτσια, αυτά τα προσέχουν πολύ οι γονείς μόνο όταν φτάνουν, κατά τη γνώμη τους πάντα, σε ηλικία γάμου. Και τότε, σημασία έχει πόσα χρήματα θα φέρουν ως νύφες προς πώληση, ώστε να μπορούν με τη σειρά τους τα αδέρφια τους, οι άλλοι άντρες της οικογένειας, να παντρευτούν. Κι αυτό είναι που άρχισε να καταγγέλλει η Sonita ραπάροντας. Για να σας παραθέσω όμως ένα ακόμη απόσπασμα απ’ την «Πέτρα της υπομονής» για να πάρετε μια ιδέα:

“Η μητέρα σου, με το τεράστιο στήθος της, ήρθε στο σπίτι μας για να ζητήσει το χέρι της μικρότερης αδερφής μου. Δεν ήταν σειρά της να παντρευτεί. Ήταν η δική μου σειρά.Και η μητέρα σου απλώς απάντησε: Εντάξει, δεν πειράζει, θα είναι αυτή λοιπόν, δείχνοντας με το παχουλό της δάχτυλο προς την κατεύθυνσή μου ενώ σέρβιρα το τσάι. Πανικοβλήθηκα και μου ‘πεσε η τσαγιέρα”. Κρύβει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες της. Από ντροπή, ή για να διώξει την εικόνα της πεθεράς της που πρέπει να την περιγελούσε εκείνη τη στιγμή.“Εσύ δεν έχεις ιδέα. Ο πατέρας μου, που αυτό περίμενε, δέχτηκε δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Διόλου δεν τον ένοιαζε ότι ήσουν απών. Ποιος ήσουν πραγματικά; Κανείς δεν ήξερε. Για όλους εμάς δεν ήσουν παρά ένα όνομα ο Ήρωας. Κι όπως όλοι οι ήρωες, απών». 

Μικρή σημασία έχει λοιπόν ποιος είναι ο γαμπρός, πόσο ετών είναι ή ακόμη αν θα παρευρίσκεται στον γάμο, όπως ήδη διαβάσατε. Το θέμα είναι να δίνει το απαιτούμενο ποσό. Αν το δίνει, το παίρνει το κορίτσι. Και μια τέτοια «τύχη» περίμενε τη Sonita, που γινόταν τότε 15 ετών κι είχε ήδη γλυτώσει απ’ το γάμο στα 10 της. Η τιμή της είχε οριστεί στα 9.000 δολάρια κι η μητέρα της πήγε να της το ανακοινώσει. Γεννημένη στο Αφγανιστάν, η μικρή, κατέφυγε στο Ιράν όταν οι Ταλιμπάν σκότωσαν ένα απ’ τα αδέρφια της κι απείλησαν την οικογένειά της. Χωρίς επίσημα έγγραφα, χωρίς χαρτιά δηλαδή, μαζί με μία απ’ τις μικρές της αδερφές και την ανιψιά της βρέθηκε σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στην Τεχεράνη, όπου δούλευε ως καθαρίστρια και παράλληλα τη δίδασκε μια γυναίκα που τη συμπόνεσε καθώς δεν είχε το δικαίωμα να φοιτήσει σε σχολείο. Οι υπεύθυνες του καταυλισμού την βοήθησαν όσο μπορούσαν, αλλά δεν γίνεται να τραγουδάς δημόσια  στο Ιράν. Απλώς δεν γίνεται. Απαγορεύεται απ’ την κυβέρνηση, είναι παράνομο, με βάση τους θρησκευτικούς νόμους και είναι πράξη που διώκεται ποινικά. Είναι αδιανόητο κι ανήθικο για ένα κορίτσι. Πόσο μάλλον το να ραπάρεις… Με όσα σας έχω γράψει ήδη για τη χώρα αυτή εδώ κι εδώ, έχετε πια εικόνα, του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα.


Σ’ αυτή τη φάση τη βοήθησε πολύ η Rokhsareh Ghaemmaghami που γύριζε το ντοκιμαντέρ αυτό επί 3 χρόνια, αφού η μητέρα της Sonita, αν και με τον ίδιο τρόπο είχε παντρευτεί, δεν έδειχνε συμπόνοια για την κόρη της παρά τις συνεχείς προσπάθειες που έκαναν οι γυναίκες του καταυλισμού προσφύγων, να την μεταπείσουν. «Έτσι είναι η παράδοσή μας» έλεγε. Κι αναγκάστηκε να δράσει η Ghaemmaghami που βρήκε τη Sonita μέσω ενός ξαδέρφου της, προοδευτικού άντρα, κοινωνικού λειτουργού, που πίστευε πως η μικρή έχει ενδιαφέρον. Η μητέρα εισέπραξε 2000 δολάρια απ’ τη σκηνοθέτρια με την υπόσχεση ν’ αφήσει ήσυχη για 6 μήνες την κόρη της κι αναχώρησε. Να που μερικές φορές αντί να είναι κάποια, κάποιος απλός παρατηρητής, μπορεί να επέμβει, να πάρει θέση και ν’ αλλάξει τη ροή των γεγονότων.

Η σκηνοθέτρια έστειλε το video clip της Sonita στο εξωτερικό και το κορίτσι κέρδισε όχι μόνο βραβεία, αλλά και μεγάλη προσοχή. Ήρθε μια σημαντική πρόταση για υποτροφία στη Γιούτα των ΗΠΑ, και αν ήθελε να την εκμεταλλευτεί έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Έπρεπε να φύγει για να μπορέσει να γλυτώσει απ’ τη μοίρα που την περίμενε, για να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, να δει το άστρο της στη μουσική ν’ ανατέλλει. Έπρεπε ν’ απελαθεί δηλαδή απ’ το Ιράν για να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, να προσπαθήσει να πάρει πιστοποιητικό γέννησης στην επικίνδυνη ακόμη Καμπούλ, να καταθέσει τα χαρτιά της για διαβατήριο και να εύχεται να σταθεί τυχερή.

Στο τραγούδι της «Brides for Sale» λέει:  «Φωνάζω για να αντισταθμίσω τη διάρκεια της σιωπής των γυναικών». Κι είναι πολύχρονη αυτή η σιωπή. Στο βιβλίο της Όσνε Σέιρσταντ μαθαίνουμε ότι: «Ελάχιστες γυναίκες στην Καμπούλ έχουν βγάλει την μπούρκα την πρώτη ελεύθερη άνοιξη, και οι περισσότερες δεν γνωρίζουν ότι οι προγιαγιάδες τους, οι Αφγανές γυναίκες του προηγούμενου αιώνα δεν γνώριζαν αυτό το ένδυμα. Η μπούρκα καθιερώθηκε την εποχή της βασιλείας του Χαμπιμπουλάχ, από το 1901 μέχρι το 1919. Υποχρέωσε τις 200 γυναίκες που αποτελούσαν το χαρέμι του να φοράνε την μπούρκα για να μην προκαλούν άλλους άντρες με τα όμορφα πρόσωπά τους, όταν βρίσκονταν έξω από τις πόρτες του χαρεμιού. Αυτά τα πέπλα που κάλυπταν τα πρόσωπα του  χαρεμιού ήταν φτιαγμένα από μετάξι και είχαν πάνω τους όμορφα κεντήματα. Οι πριγκίπισσες του Χαμπιμπουλάχ φορούσαν μπούρκες κεντημένες με χρυσή κλωστή. Μ’ αυτό τον τρόπο η μπούρκα καθιερώθηκε ως ένδυμα της αστικής τάξης, για να προστατεύει τις γυναίκες από τα βλέμματα του λαού. Στη δεκαετία του ‘50 το έθιμο είχε διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα, αλλά η χρήση του κυριαρχούσε στους πλούσιους». Έκτοτε όλες σχεδόν  φορούν μπούρκα. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Κι όμως κάποτε το Αφγανιστάν ήταν εντελώς διαφορετικό. Μπορείτε για παράδειγμα να το φανταστείτε ως τον προορισμό χίπυς; Κι όμως ήταν. Τα γράφει αυτά στο βιβλίο της η Όσνε  Σέιρσταντ.

Έχει σημασία να γράψω μερικά πράγματα όμως και για τη γυναίκα που γύριζε αυτό το βραβευμένο στο φημισμένο Φεστιβάλ του Sundance ντοκιμαντέρ, μιας κι είναι Ιρανή και πρόσφατα έγραψα πολλά για τα προβλήματα των ανθρώπων που ασχολούνται με τη συγγραφή βιβλίων, με καλλιτεχνικές δραστηριότητες γενικότερα εκεί. Εξηγεί σε συνέντευξή της που μπορείτε να βρείτε εδώ (κι από ‘κει δανείστηκα και τη φωτογραφία της Sonita που βλέπετε στην κορυφή) πως και στη χώρα της σε κάποιες αγροτικές περιοχές γίνονται τέτοιοι καταναγκαστικοί γάμοι, αλλά όχι στην έκταση που συμβαίνει στο Αφγανιστάν. Κι αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή για την οποία κι εγώ έγραψα στην ανάρτησή μου, για κείνη πού γύρισε το 1960 ένα σπουδαίο φιλμ, το πρώτο Ιρανικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε ποτέ από γυναίκα, τη συγγραφέα και σκηνοθέτρια, Forough Farrokhzad. Ο τίλος του ήταν «The House Is Black» (1962). Είδατε που όταν κάποιες ανοίγουν το δρόμο, ακολουθούν κι άλλες; Αυτό κρατάω για το τέλος. Αυτό… Κι αν αναρωτιέστε τι έγινε στη συνέχεια η Sonita κι αν τα κατάφερε να ξεφύγει, δείτε το ντοκιμαντέρ για να μάθετε.

.

«Πάρτε τα χάπια σας»: Παρουσίαση του ντοκιμαντέρ της Alison Klayman – Αdderall, Ritalin και ΔΕΠΥ

.

-Θα λέγατε ότι αποτελείτε μέρος των «επιχειρήσεων ΔΕΠΥ» ή ότι αποτελούσατε κάποτε;

-Νομίζω ότι αποτελούσα μέρος και δεν γνώριζα πραγματικά πόσο πολύ αποτελούσα μέρος. Υπάρχει μπόλικο παραδάκι για γιατρούς που ταξινομούν ασθενείς γρήγορα και τους χορηγούν συνταγές χωρίς να ξέρουν ποια θα είναι τα αρνητικά αποτελέσματα. Μερικά είναι καλά, όμως άλλα είναι πολύ άσχημα».

 

Keith Conners (ο αποκαλούμενος «πατέρας της ΔΕΠΥ»)

.

Image result for Take Your Pills

.

Το ντοκιμαντέρ που σας παρουσιάζω σήμερα είναι απ αυτά που πρέπει να δείτε αν εμπλέκεστε με οποιοδήποτε τρόπο στις «επιχειρήσεις ΔΕΠΥ» (ΔΕΠΥ = διαταραχή υπερκινητικότητας και ελλειμματικής προσοχής- στ’ αγγλικά ADHD)  ή απλά θέλετε να γνωρίζετε ως άνθρωποι τι συμβαίνει μ’ αυτές τις ουσίες. Είναι της βραβευμένης Alison Klayman και σας το προτείνω κυρίως για να σας βάλει σε σκέψεις (αν μη τι άλλο) κι όχι επειδή το βρήκα καταπληκτικό και σας το διευκρινίζω εξ’ αρχής.

.

Η ταινία λοιπόν προσπαθεί ν’ ακολουθήσει έναν γνωστό τρόπο αποδόμησης του θέματός της και θα δούμε μαζί αν τα καταφέρνει. Η δημιουργός της αφού δείχνει ενθουσιασμένους καταναλωτές διεγερτικών φαρμάκων, αρχίζει μετά να εξηγεί τα καταστροφικά αποτελέσματα της χρήσης τους (το πώς τους επηρεάζουν σωματικά αλλά και ψυχολογικά βέβαια), δίνοντας το λόγο σε γνωστούς ειδικούς και συγγραφείς σχετικών βιβλίων, αλλά και σε μητέρες για παράδειγμα που ήθελαν τα παιδιά τους να έχουν καλύτερους βαθμούς, να είναι πιο ήσυχα και πιο υπάκουα,  κι έτσι δεν το έψαξαν και πολύ πριν δεχτούν να τους τα χορηγήσουν, αφού «το πρότεινε ο γιατρός ή το είπαν απ’ το σχολείο».

.

Κι αυτό θα πρέπει ν’ αποτελέσει μια μεγάλη αφύπνιση για όλους τους εμπλεκόμενους: ειδικούς, εκπαιδευτικούς αλλά και γονείς που άκριτα υιοθετούν κάθε τι. Κι αφορά ασφαλώς και τη χώρα μας καθώς η συνταγογράφηση του Ritalin είναι δημοφιλής κι εδώ, ειδικά στα Βόρεια Προάστια αλλά και σε νησιά όπου τα παιδιά μπορούν να γίνουν «ενοχλητικά» το καλοκαίρι για τους υπερ-απασχολημένους με άλλα ζητήματα, γονείς τους.

.

Αλλά όμως πια, σημειώστε, δεν είναι μόνο παιδιά με υπερκινητικότητα οι λήπτες και καταναλωτές αυτών των φαρμάκων ή φοιτητές (είναι ενδιαφέρον ότι το πρώτο άρθρο για χρήση αμφεταμινών σε πανεπιστήμια δημοσιεύτηκε ήδη απ’ το 1937), αλλά αθλητές (αφού υπάρχει κι η βολική εξαίρεση στη χρήση ουσιών όταν γίνεται για φαρμακευτική χρήση), αναλυτές της Wall Street, επιχειρηματίες και άλλοι που ωθούνται απ’ την όλο και μεγαλύτερη ανάγκη τους για καλύτερη απόδοση στις καπιταλιστικές κοινωνίες όπου ζουν. Γιατί τέτοιες κουλτούρες καλλιεργούνται στην εποχή μας.

.

Κι ενώ κάποτε, όπως λέγεται χαρακτηριστικά σ’ ένα σημείο της ταινίας, οι άνθρωποι έπαιρναν ουσίες για να διαφέρουν απ’ τους άλλους στο σύστημα, τώρα παίρνουν για να ενταχτούν σ’ αυτό.

.

Σήμερα τα συνταγογραφούμενα διεγερτικά είναι μια βιομηχανία 13 δις δολαρίων. Οι ειδικοί που ήταν πρωτεργάτες της δημιουργίας αυτής της βιομηχανίας, όπως ο αποκαλούμενος ως πατέρας της ΑDHD Keith Conners, o άνθρωπος δηλαδή που καθιέρωσε τα πρότυπα για τη διάγνωση (επινόησε κι αναθεώρησε την Conners Rating Scale που παγκόσμια χρησιμοποιήθηκε για τη διάγνωση της ΔΕΠΥ), πριν πεθάνει τον περασμένο χρόνο είχε εκφράσει δημόσια την ανησυχία του κι είχε παραδεχτεί ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο αποτελούσε μέρος αυτών των «επιχειρήσεων ΔΕΠΥ» κι ότι κακώς η δουλειά του χρησιμοποιήθηκε για τέτοιους σκοπούς, όπως διαβάσατε στην αρχή της ανάρτησης.

.

Ίσως να τον βοήθησε στο να καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα, η σύζυγός του που όντας σχολική ψυχολόγος του ανέφερε με πόση ευκολία ένα τάχα «δύσκολο» παιδί με «κακή συμπεριφορά», που «παρεκτρέπεται», χαρακτηρίζεται ως υπερκινητικό. Σε συνέντευξή του το 2013 είπε τα εξής: «Οι αριθμοί το κάνουν να μοιάζει με επιδημία (ενν: τη ΔΕΠΥ). Λοιπόν, δεν είναι. Είναι απαράδεκτο», τόνισε. Το έχουν άραγε υπόψη τους αυτό όσοι μ’ ευκολία μιλάνε για το θέμα; Πρέπει να διαθέσουν λίγο χρόνο οι ειδικοί να διαβάσουν εδώ την αυτοκριτική του και να συμβουλευτούν και την έρευνα των Adrian Angold και Jane Costello:

.

«Είχα πάντα την υποψία ότι τα υψηλά ποσοστά «διάγνωσης» και συνταγογράφησης για την ADHD ήρθαν επειδή οι ερευνητές βάσιζαν τα στοιχεία τους σε αναφορές από γονείς που με τη σειρά τους βασίζονταν στις πεποιθήσεις εκπαιδευτικών ή γιατρών, χωρίς αξιόπιστα στοιχεία», έλεγε μεταξύ άλλων. Και συνέχιζε: «Ανακοίνωσα στους  εμβρόντητους συναδέλφους ότι η υπερβολική διάγνωση της ADHD ήταν «μια επιδημία τραγικών διαστάσεων». Τραγικών επειδή πολλά παιδιά παίρνουν λάθος διάγνωση και έχουν πραγματικά ένα διαφορετικό πρόβλημα που χρειάζεται διαφορετική θεραπεία ή είναι κανονικοί νέοι,  που δεν χρειάζονται θεραπεία..

.

Και κατέληγε: «Με ανησυχεί το πώς ακόμη και μερικοί από τους πλέον σεβαστούς συναδέλφους μου αρνούνται τα γεγονότα και θάβουν το κεφάλι τους στην άμμο«.

.

.

Και που έχουμε φτάσει παρ’ όλα αυτά; Τώρα που αυτά τα χάπια τα παίρνουν σχεδόν όλοι; O Dr Lawrence Diller λέει χαρακτηριστικά: «Η ιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής, η υπόθεση ότι ο καθένας ενδεχομένως έχει μια διαταραχή, υποβαθμίζει την όλη διαδικασία, κι επίσης βάζει όλη την κοινωνία στα χέρια των γιατρών και των φαρμακοβιομηχανιών«. Όλη την κοινωνία. Το υπογραμμίζω κι εγώ αυτό με τη σειρά μου. Κι είναι «αηδιαστικό» όπως θα παρακολουθήσετε να λέει ένας άλλος ειδικός «το τι κάνουν αυτές οι φαρμακοβιομηχανίες για το κέρδος» και πώς δελεάζουν τους καταναλωτές στις απανταχού διαφημίσεις τους.

Θα μάθετε πολλά όσ@ το παρακολουθήσετε. Όπως για παράδειγμα για το ποια ιστορία αγάπης οδήγησε στη δημιουργία του Ritalin και γιατί ονομάστηκε έτσι το Adderall. Ποιος είναι ο λόγος που χρησιμοποιούνται επίσης μικρο-δόσεις LSD και τελικά το αν όντως η χρήση αυτών των ουσιών βελτιώνει τις νοητικές/γνωστικές λειτουργίες. Ειδικά αυτό το σημείο να το προσέξετε μιας κι αποτελεί την αιτιολογία της χρήσης τέτοιων φαρμάκων.

Ο δημιουργός του εξηγεί σ’ αυτό το άρθρο της εφημερίδας Τhe Guardian ότι δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τις φαρμακοβιομηχανίες ή για την κακώς ασκούμενη ιατρική πρακτική, αν κι αυτό είναι προφανές στο παρασκήνιο. Είναι ένα στιγμιότυπο της Αμερικής, αυτή τη στιγμή, μια ταινία για το Adderall (αλλά αναφέρονται και τα άλλα φάρμακα, όπως π.χ. το Concerta) και γι’ αυτή την επιθυμία, την ανάγκη να είναι οι άνθρωποι ανταγωνιστικοί. Γι’ αυτή την επιθυμία του πώς να πετύχεις να είσαι ο καλύτερος, η καλύτερη.

Αλλά σαφώς μέσα απ’ αυτήν αναδύονται κι όλα τα άλλα θέματα που αναφέρω συν ένα ακόμη: οι χρήστες αυτών των ουσιών, δεν θεωρούν ότι σχετίζονται με τους χρήστες των οπιοειδών ή γενικότερα ότι είναι προβληματική αυτή τους η επιλογή. Κι ας παραδέχονται αρκετοί πως αυξάνουν συνεχώς τις δόσεις για παράδειγμα. Δεν αντιλαμβάνονται την εξαρτητική διάσταση του ζητήματος και θεωρούν πως απλώς κάνουν ότι κάνουν όλοι για να πετύχουν τους στόχους τους.

Για να δούμε τώρα λίγο τι έχει γραφτεί για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, ποιες είναι οι κριτικές τέλος πάντων. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μία για τον τρόπο κινηματογράφησης καθώς και αρκετά σχόλια ατόμων που την παρακολούθησαν στο κάτω μέρος.  Άλλα είναι θετικά κι άλλα αρνητικά φυσικά.

Εγώ αυτό που σκέφτηκα είναι ότι υπάρχει ο κίνδυνος το όλο εγχείρημα να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα κι αν ο σκοπός ήταν να αποτρέψει, δυστυχώς να προτρέψει σε χρήση, ν’ αποβεί διαφημιστική δηλαδή η ταινία (ειδικά για τις μικρο-δόσεις LSD δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι μπορεί να ωθήσει στη δοκιμή τους). Κι αυτό επειδή μου φάνηκε ότι οι ενθουσιασμένοι χρήστες ή αυτοί που δικαιολογούν τη χρήση τέτοιων ουσιών ως «αναγκαίο κακό» έστω στο τέλος, παρουσιάζονται για περισσότερο χρόνο απ’ ότι θα έπρεπε.

Ενδέχεται επίσης να προσβάλλει τα άτομα που όντως πάσχουν από ΑDHD και που σαφώς είναι πάρα πολύ λίγα σε σχέση με όσα παίρνουν την σχετική διάγνωση (πράγμα που τονίζουν πια αρκετοί ειδικοί και να εδώ κι εδώ δύο σχετικά άρθρα), καθώς και τους γονείς που έχουν επιλέξει φαρμακευτική αγωγή έναντι π.χ. συμπεριφορικής θεραπείας ή άλλων ψυχοθεραπειών για τα παιδιά τους. Ίσως να μην γνωρίζουν βέβαια, πως ο ίδιος άνθρωπος που είχε γνωμοδοτήσει υπέρ των φαρμάκων, ο πατέρας της ΔΕΠΥ όπως είπαμε, Keith Conners, αναθεώρησε τη γνώμη του το 2001 κι είπε ότι ο συνδυασμός συμπεριφορικής θεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής ήταν ίσως η καλύτερη προσέγγιση.

Θα μπορούσα να σας γράψω κι άλλα, όμως δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορήσω. Η ουσία είναι ότι το ντοκιμαντέρ γίνεται η αφορμή για ν’ ανοίξει μια ακόμη συζήτηση για όλ’ αυτά που έθιξα ήδη κι αυτό προσωπικά κρατάω ως άνθρωπος και ως ψυχολόγος που βρίσκει ανήθικη την υπερ-διάγνωση της ΔΕΠΥ,  απ’ όσους εθελοτυφλούν μπροστά σε τόσα δεδομένα. Που αντιλαμβάνομαι ότι ζούμε σε μια όλο και πιο αυξανόμενα πιεστική για απόδοση κοινωνία, με σαφέστατες ταξικές διαφορές. Που βλέπω τις διαταραχές να πληθαίνουν και συντάσσομαι με τον προβληματισμό όσων αναρωτιούνται αν τελικά θα μείνει κανείς ..αδιάγνωστος. Που δεν βλέπω το λόγο να παίρνουμε ένα χάπι για κάθε πόνο, όπως μεταξύ άλλων, έχω γράψει εδώ.

Εσείς που θα το δείτε, θα βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα κι ελπίζω όπως ήδη ανέφερα ν’ αποτελέσει τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, μια γερή αφύπνιση για τη λεγόμενη Pharma propaganda, να σας κάνει να προβληματιστείτε έστω, για το αν πρέπει να πάρετε τα ..χάπια σας  την επόμενη φορά και για ποιο λόγο ή αν είναι σωστό να δίνετε στα παιδιά σας φάρμακα, για τους λάθος λόγους.-

.

.

.

.